Παρασκευή, 17 Ιουλίου 2015

ΠΑΤΕΡΕΣ ΚΑΙ ΑΙΡΕΣΕΙΣ



4th ecumenic  Η Εκκλησία μας σήμερα, τιμά και εορτάζει τη μνήμη των Αγίων εξακοσίων τριάντα θεοφόρων Πατέρων, οι οποίοι συγκρότησαν την τετάρτη οικουμενική σύνοδο.  Η τετάρτη οικουμενική σύνοδος συνεκλήθη από τους αυτοκράτορες  Μαρκιανό και Πουλχερία το Σεπτέμβριο του 451 μ.Χ.  Αυτή έλαβε χώρα στη Χαλκηδόνα της Κωνσταντινούπολης.  Αυτό έγινε επειδή η Χαλκηδόνα βρίσκεται κοντά στην Κωνσταντινούπολη και έτσι θα γινόταν καλύτερη εποπτεία στις συνεδρίες από την αυτοκρατορική αυλή.
          Στη Χαλκηδόνα ο Μέγας Κωνσταντίνος είχε φτιάξει  τεράστιο ναό προς τιμή της Αγία Ευφημίας, η οποία  μαρτύρησε εκεί.   Εκεί μέσα, λοιπόν, σ’ αυτόν το ναό συγκεντρώθηκαν οι εξακόσιοι τριάντα Άγιοι Θεοφόροι Πατέρες και μελέτησαν τα θέματα της πίστεώς μας και ιδίως ότι αφορά το πρόσωπο του Χριστού. Ο μεγάλος αριθμός των συμμετεχόντων στη σύνοδο είναι ενδεικτικός για τη σημασία της.   Σε αυτήν καταδικάστηκε η αιρετική διδασκαλία του Μονοφυσιτισμού και οι υποστηρικτές της, ο Ευτυχής ο οποίος ήταν αρχιμανδρίτης στη Κωνσταντινούπολή και ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας Διόσκορος.
          Η αίρεση τούτη αναγνώριζε στο πρόσωπο του Χριστού, μόνο την Θεία φύση.  Οι  θεοφώτιστοι Άγιοι Πατέρες, παραμένοντας πιστοί στις Αποστολικές Παραδόσεις και στους λοιπούς Πατέρες της Εκκλησίας, αντέκρουσαν αυτή την πλάνη και ομολόγησαν την αυθεντική πίστη της Εκκλησίας,  η οποία πηγάζει από την Αγία Γραφή.   Δηλαδή ότι ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός είναι τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος, και ότι οι δύο φύσεις δεν διαιρούνται και δεν χωρίζονται, τόσο κατά την Ενανθρώπηση όσο και μετά από αυτή, αλλά διατηρεί η καθεμιά τα δικά της ιδιαίτερα γνωρίσματα και ιδιότητες, και συμμετέχουν και οι δύο στο έργο της σωτηρίας του κόσμου. Οι Πατέρες επίσης της τετάρτης οικουμενικής συνόδου διακήρυξαν ότι η ανθρώπινη φύση θεούται κατά χάρη και δοξάζεται.
          Μετά το τέλος των εργασιών της συνόδου, Ορθόδοξοι και ετερόδοξοι, αφού έγραψαν σε ένα ξεχωριστό τόμο, η κάθε παράταξη την πίστη της, άνοιξαν την λάρνακα της πανευφήμου μάρτυρος Ευφημίας που βρίσκεται μέσα στο ναό, έβαλαν τους δύο τόμους πάνω στο στήθος της Αγίας, και σφράγισαν την Αγία λάρνακα.
          Έπειτα λοιπόν από ορισμένες ημέρες, τον αριθμό των οποίων και οι δύο παρατάξεις είχαν προσυμφωνήσει, αφού προσευχήθηκαν, άνοιξαν την λάρνακα, βρήκαν τον μεν τόμο με τις απόψεις των αιρετικών κάτω από τα πόδια της Αγίας, τον δε τόμο με την ορθόδοξη πίστη να τον κρατά στα τίμια χέρια της η Αγία.  Βλέποντας λοιπόν τούτο το εξαίσιο θαύμα, εξεπλάγησαν όλοι, και δόξασαν τον Θεό, ο οποίος γνωρίζει να ενεργεί θαυμαστά και δια μέσου των αγίων Του, για την ωφέλεια όλων.  Στόχος των πατέρων ήταν να προσφέρουν ανόθευτο τον αποκαλυπτικό λόγο στην κοινωνία της Εκκλησίας.
Αδελφοί μου!
Έχουμε επισημάνει πολλές φορές, τον κίνδυνο που συνιστούν για την ενότητα του Σώματος του Χριστού οι αιρέσεις, παλαιές και καινούριες. Άλλωστε, η αλλοίωση της πίστεως και η παραχάραξη της Ορθόδοξης αλήθειας, συνιστούσαν πάντοτε και συνιστούν την μεγαλύτερη εκτροπή και αμαρτία, στην οποία μπορεί να υποπέσει ένας άνθρωπος, καθότι έτσι θέτει εαυτόν εκτός της Εκκλησίας και στερείται την δυνατότητα και το χάρισμα της σωτηρίας. Γι’ αυτό και η Εκκλησία μας στέκει, διαρκώς, με ιδιαίτερη αυστηρότητα έναντι των αιρέσεων, προσευχόμενη για τα πλανημένα τέκνα της, προκειμένου να βρουν τον δρόμο της επιστροφής στην Ορθόδοξη αλήθεια.
Αδελφοί μου!
Το αποστολικό ανάγνωσμα της ημέρας προέρχεται από την προς Τίτον επιστολή του Αποστόλου Παύλου (Τιτ. 3,8-15). Η επιλογή του συγκεκριμένου αναγνώσματος δεν είναι τυχαία, γιατί ο χαρακτήρας της επιστολής ταιριάζει απόλυτα προς τη μνήμη των Αγίων Πατέρων, οι οποίοι υπήρξαν Ποιμένες και Διδάσκαλοι της Εκκλησίας. Ο Απόστολος Παύλος συνιστά στον Τίτο, Επίσκοπο Κρήτης, πώς να εργάζεται και να φροντίζει ποιμαντικά τους πιστούς ανθρώπους.
«Αυτά τα λόγια είναι αξιόπιστα και θέλω να τα βεβαιώνεις με την προσωπική σου μαρτυρία, ώστε όσοι έχουν πιστέψει στο Θεό να φροντίζουν να πρωτοστατούν σε καλά έργα. Αυτά είναι τα καλά και τα χρήσιμα στους ανθρώπους. Από τα άλλο μέρος, να αποφεύγεις τις ανόητες αναζητήσεις σε γενεαλογικούς καταλόγους, τις φιλονικίες και τις διαμάχες γύρω από τις διατάξεις του ιουδαϊκού νόμου, γιατί αυτά είναι ανώφελα και μάταια. Τον άνθρωπο που ακολουθεί πλανημένες διδασκαλίες συμβούλεψέ τον μια δυο φορές, κι αν δεν ακούσει άφησέ τον, με τη βεβαιότητα πως αυτός έχει πια διαστραφεί και αμαρτάνει, καταδικάζοντας έτσι ο ίδιος τον εαυτό του. Συνεχίζει με χαιρετισμούς γνωστών και συνεργατών του και καταλήγει: Ας μαθαίνουν και οι δικοί μας να πρωτοστατούν σε καλά έργα, για ν΄ αντιμετωπίζουν τις επείγουσες υλικές ανάγκες, ώστε η ζωή τους να μην είναι άκαρπη. Σε χαιρετούν όλοι όσοι είναι μαζί μου. Χαιρέτησε τους πιστούς που μας αγαπούν. Η χάρη να είναι μαζί με όλους σας. Αμήν».
Ας σταθούμε όμως στο σημείο όπου ο Παύλος τονίζει την στάση που οφείλει ο Τίτος να τηρεί απέναντι στους αιρετικούς. Το απαιτεί άλλωστε και η σημερνή εορτή. Μας λέει λοιπόν. Αιρετικός είναι εκείνος που φρονεί και πιστεύει κάτι το διαφορετικό από εκείνο που η Εκκλησία διδάσκει και έτσι θέτει τον εαυτό του εκτός της εκκλησιαστικής κοινότητας. Χρέος λοιπόν του Τίτου και αλλά και κάθε ποιμένα είναι να νουθετήσει τον αιρετικό μια και δυο φορές και πολλές φορές. Η νουθεσία δεν περιορίζεται στην απλή προτροπή, αλλά καθίσταται έργο πατρικής αγάπης, μέριμνας και ποιμαντικής φροντίδας που θα έχει ως στόχο να συνειδητοποιήσει ο αιρετικός την παρεκτροπή του και να επιστρέψει στην ορθή πίστη. Αν παρά την ευγενή προσπάθεια και μέριμνα του ποιμένα ο αιρετικός παραμένει αμετακίνητος στις απόψεις του, τότε δεν υπάρχουν άλλα περιθώρια από την εγκατάλειψη και την «παραίτηση» κάθε προσπάθειας. Και αυτό είναι επιβεβλημένο για τους ποιμένες γιατί η εμμονή του αιρετικού στην πλάνη αποδεικνύει ότι: «εξέστραπται ο τοιούτος και αμαρτάνει ων αυτοκατάρκριτος». Η χειρότερη αμαρτία είναι η αίρεση γιατί οδηγεί στην οριστική, αν δεν υπάρξει μετάνοια και επιστροφή, διακοπή της κοινωνίας με την Εκκλησία.
Αυτόν λοιπόν τον αναλλοίωτο χαρακτήρα της Αλήθειας τόνισαν οι Πατέρες, όταν κάποιοι αιρετικοί προσπάθησαν να προσαρμόσουν στα ανθρώπινα μέτρα την χριστιανική διδασκαλία. Κριτήριο τους δεν ήταν η ανθρώπινη σοφία, έστω κι’ αν την κατείχαν. Προτίμησαν να μείνουν σχεδόν μόνοι τους, αλλά πιστοί στο Ευαγγέλιο χωρίς να φοβηθούν ταλαιπωρίες, εξορίες και διωγμούς. Ούτε επεδίωξαν τη φιλία των ισχυρών της γης, γιατί η ορθοδοξία, η σωστή και ακέραιη πίστη δεν βασίζεται στα πρόσκαιρα κριτήρια των δυνατών της γης.
Αδελφοί μου!
Οι θεοφώτιστοι και θεοκίνητοι Πατέρες, των οποίων τη μνήμη εορτάζουμε σήμερα, όλοι σύμφωνοι καταδίκασαν την πλάνη που αφορούσε τη θεανθρώπινη φύση του Χριστού. Νίκη, λοιπόν, περίλαμπρη είναι η κατάληξη του αγώνα. Και οι αιώνες περνούν. Οι πιστοί συνεχίζουν και σήμερα τη ζωή τους μέσα στον κόσμο τούτο. Πειρασμοί, παγίδες, δοκιμασίες πολλών ειδών ορθώνονται απειλητικά μπροστά τους. Μπλέκονται σε αγώνες σκληρούς, αιματηρούς, που δημιουργεί ο κόσμος ο γεμάτος αμφιβολίες γύρω από την Πίστη. Κι όμως. Η Εκκλησία νικά. Ανόθευτη κρατεί την Πίστη. Προχωρεί αδιάκοπα. Αυξάνει. Θριαμβεύει. Μαζί της αναδεικνύεται νικητής και θριαμβευτής και ο κάθε πιστός. Και ζει και απολαμβάνει το θαύμα. Των 21 αιώνων το παμμέγιστο ΘΑΥΜΑ. Τη νίκη της Ορθοδοξίας. Γιατί είναι ιδρυτής και Κυβερνήτης και Πρεσβευτής της Αιώνιος ο Λυτρωτής Ιησούς.
Αδελφοί μου!
Σ’ ένα βιβλίο παμπάλαιο της Ορθοδοξίας βρίσκεται τούτο το γεγονός, που αναφέρεται στον αββά Αγάθωνα.

Μερικοί ασκητές, που άκουσαν τη φήμη του και τη μεγάλη διάκριση που είχε, πήγαν να τον επισκεφθούν. Θέλοντας να τον δοκιμάσουν αν οργίζεται, τον ρώτησαν: «Εσύ είσαι ο Αγάθων, που λένε πως είσαι πόρνος και υπερήφανος;» –«Nαι, αδελφοί μου, εγώ είμαι». -«Εσύ είσαι o Αγάθων ο φλύαρος και κατάλαλος;» -«Nαι, αδελφοί μου, εγώ είμαι». «Εάν είσαι ο Αγάθων ο αιρετικός;» Τότε ο Αγάθων αποκρίθηκε: «Όχι, δεν είμαι αιρετικός!» Οι ασκητές τον ρώτησαν να τους πει, γιατί όσα του έλεγαν πρώτα τα παραδέχονταν για τον εαυτό του, ενώ το λόγο τούτο, με την κατηγορία του αιρετικού, δεν τον βάσταξε; Κ’ εκείνος, ο γέροντας ο άγιος και διακριτικός, τους απάντησε: «Τα πρώτα, εμαυτώ επιγράφω• όφελος γαρ έστι τη ψυχή μου. Το δε αιρετικός, χωρισμός εστι από του Θεού, και ου θέλω χωρισθήναι από Θεού». Οι ασκητές θαύμασαν την πνευματική σοφία της διακρίσεως του γέροντα, κ’ έφυγαν πνευματικά οικοδομημένοι. με;

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου