ΚΥΡΙΑΚΗ Θ΄ ΛΟΥΚΑ

 

      Στoν κόσμο αυτό που ήρθαμε πρέπει να βρούμε τον Θεό και αλλοίμονό μας αν δεν τον βρούμε. Γιατί το να βρούμε τον Θεό και να ζούμε σωστά την ζωή μας κατά τον Νόμο Του, αυτός είναι ο σκοπός της ζωής μας. Ας το μάθουμε και ας το καταλάβουμε: Ο σκοπός της ζωής μας δεν είναι να γίνουμε πλούσιοι ούτε να γίνουμε άρχοντες και επίσημοι, ούτε τέλος πάντων να ψευτοζήσουμε βολεύοντας τα προβλήματά μας    απ᾽ εδώ και απ᾽ εκεί, αλλά ο σκοπός για τον οποίο ήρθαμε στον κόσμο είναι να βρούμε τον Θεό και να ενωθούμε μαζί Του.  Όπως το ψάρι έγινε για να κολυμπάει και όπως το πουλάκι έγινε για να πετάει, έτσι, αγαπητοί μου, και εμείς οι άνθρωποι γενήκαμε για τον Θεό. Αυτές τις μεγάλες αλήθειες δεν τις είχε κατά νου του ο πλούσιος της σημερινής ευαγγελικής περικοπής και για αυτό χαρακτηρίστηκε άφρονας, δηλαδή ανόητος.

      Στη σηµερινή Ευαγγελική περικοπή, αγαπητοί µου, ο Κύριος µας Ιησούς Χριστός µας παρουσίασε ένα πλούσιο άνδρα, του οποίου οι κήποι, τα αµπέλια, οι ελαιώνες, τα χωράφια απέδωσαν πλούσια καρποφορία. Μεγάλη σοδιά και περισσότερα πλούτη προστίθενται στα ήδη υπάρχοντα. Μέσα σ' αυτή την χαρµόσυνη µέρα µια και µόνη σκέψη βασιλεύει στο νουν και την καρδιά του πλουσίου. Τι θα γίνουν όλα αυτά τα αγαθά; Πού θα τα αποθηκεύσω για να προστατευθούν;

      Μέσα στο πέλαγος των διαλογισµών στενοχωρείτο και βασανίζετο µε σκέψεις, πώς θα απολαύσει τα υλικά αυτά αγαθά. Άξιο προσοχής είναι ότι δεν ευχαρίστησε ούτε µε µια λέξη τον Θεό για την αγαθότητα που του είχε δείξει. Δεν σκέφτεται τις χήρες, τα ορφανά και όσους έχουν ανάγκη βοηθείας. Ούτε τον Θεό ευχαριστεί, ούτε τον συνάνθρωπό του συµπονεί.

      Ο άφρων πλούσιος της Παραβολής δεν σκέφθηκε τον συνάνθρωπό του, τον πτωχό και αδύνατο. Δεν καταδέχθηκε να πλησιάσει τον πονεµένο, να χορτάσει την πείνα του πεινασµένου, να ντύσει την γυµνότητα των µικρών αδελφών του, να σπιτώσει τους αστέγους και να θεραπεύσει τις αρρώστιες των ασθενούντων.

      Η καρδιά του ήταν πωρωµένη από τα αµέτρητα πλούτη. Τυφλωµένος από την λάµψη των χρυσών και αργυρών νοµισµάτων, πνιγµένος από τα πάµπολλα και πλούσια αγαθά, δεν στρέφεται σε έργα ευποιΐας. Δεν σκέφτεται την µέλλουσα ζωή. Δεν λογίζεται την µέλλουσα Κρίση. Δεν τον νοιάζει ο θείος Νόµος. Η µόνη του σκέψη είναι η δική του απόλαυση. Πώς θα καλοπεράσει αυτός. Οι άλλοι; Δεν τον ενδιαφέρει, δεν νοιάζεται, δεν σκοτίζεται για τους άλλους. Αυτός ας είναι καλά κι όλοι οι άλλοι ας πεθάνουν.

      Τὴν νύκτα όµως ἐκείνη ποὺ πῆρε τὴν τελική του ἀπόφαση γιὰ νὰ ὑλοποιήσει τὶς ἄφρονες σκέψεις του καὶ ἐπιθυµίες του, τὸν πρόλαβε ὁ Θεός καὶ τοῦ εἶπε: «Ἀνόητε καὶ ἀσύνετε, όλα τὰ σχεδιασµένα ἀπὸ σένα καὶ µοναδικά σου στηρίγµατα, δηλαδὴ ὑλικὰ ἀγαθά, φαγοπότια, διασκεδάσεις καὶ ἀπολαύσεις, σὲ ἀποχαιρετοῦν ἐγκαταλείποντάς σε, καθὼς ἀπόψε τὰ πονηρὰ δαιµόνια ἀπαιτοῦν ἀπὸ σένα νὰ παραλάβουν τὴν ψυχή σου».      Καὶ ὁ Κύριός µας Ἰησοῦς Χριστὸς τελείωσε τὴν παραβολὴ αὐτὴ µὲ τὰ ἑξῆς λόγια: «Αὐτὰ παθαίνει καὶ τέτοιο τέλος ἔχει ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἐγωϊστικὰ θησαυρίζει γιὰ τὸν ἑαυτό του καὶ δὲν ἀγωνίζεται νὰ ἀποκτήσει τὸν πλοῦτο τῶν ἀρετῶν καὶ τῶν ἀγαθῶν ἔργων, στὰ ὁποῖα ἀρέσκεται, εὐαρεστεῖται καὶ εὐχαριστεῖται ὁ Θεός».

      Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, ὅπως ἀκούσαμε σήμερα στὸ Εὐαγγέλιο, ἡ πλεονεξία διαφθείρει τὸν ἄνθρωπο καὶ καταστρέφει τὴν σχέση του μὲ τὸν Θεό. Στὸ τέλος τῆς παραβολῆς ὁ Κύριος μίλησε γιὰ τὸν «κατὰ Θεὸν πλουτισμό».

       Δηλαδὴ γιὰ ἕνα πλοῦτο ποὺ θὰ μπορούσαμε νὰ ἀπαιτήσουμε, ὅταν μάθουμε νὰ βλέπουμε τὸν κόσμο ὡς δῶρο τοῦ Θεοῦ καὶ τὰ ἀγαθά του τὰ ἀποδίδουμε σὲ Ἐκεῖνον σύμφωνα μὲ τὴν λειτουργικὴ διατύπωση «Τὰ σὰ ἐκ τῶν σῶν σοὶ προσφέρομεν» καί, ὅταν σκεπτόμαστε τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους, βάζουμε τὸν ἑαυτό μας στὴν θέση τους καὶ μοιραζόμαστε τὸν πόνο τους.

      Τότε πράγματι, καθὼς ἡ ζωή μας θὰ εἶναι προσανατολισμένη στὴν μόνιμη κατοίκησή της, θὰ ἔχουμε κάνει τὴν καλύτερη ἐπένδυση τῶν χρημάτων καὶ τῶν ἀγαθῶν μας ποὺ θὰ μᾶς ἐξασφαλίσει «θησαυρὸν ἀνέκλειπτον ἐν τοῖς οὐρανοῖς»     (Λουκ. ιβ΄ 33), οὐράνιο μισθὸ ποὺ θὰ μᾶς χαρίσει ὁ Κύριος στὴν Βασιλεία Του.