Τρίτη 26 Δεκεμβρίου 2017

Ας εξαγοράσουμε λοιπόν το χρόνο μας.

Αποτέλεσμα εικόνας για ΝΕΟ ΕΤΟΣ
Ένα καινούριο χρόνο, αγαπητοί Χριστιανοί, υποδέχεται και πάλι ο κόσμος μας.  Ένας καινούριος χρόνος εισέρχεται στο προσκήνιο της ιστορίας εν μέσω πάλι ξέφρενων και πολυποίκιλων εορταστικών εκδηλώσεων. Φώτα, δένδρα, μουσικές, δώρα, αγορές, ξεφαντώματα, πολλές ευχές. 
Νέο έτος, λοιπόν,   ….. Και γιορτάζουμε όλοι και πανηγυρίζουμε για την πρώτη μέρα του έτους και την είσοδο μας σ’ αυτό. Και προσφέρουμε και δεχόμαστε ευχές –πληθωρικές ευχές- και ελπίδες. Και οι πόθοι μας αναπτερώνονται ξανά, για ένα καλλίτερο «αύριο», και οι βλέψεις μας, σε κάτι διαφορετικό, πιο όμορφο, πιο ανθρώπινο, για ακόμη μια φορά διακαείς και έντονες.
Αγαπητοί Χριστιανοί.
Ανέκαθεν ο άνθρωπος ψάχνει, ελπίζει και προσπαθεί για ένα καλλίτερο κόσμο. Και πρώτα – πρώτα ο αγώνας γι’ αυτή την ίδια τη ζωή. Αγώνες για την εξασφάλιση των απαραίτητων για την επιβίωση αγαθών. Αγώνες για την κοινωνική άνοδο και επικράτηση. Αγώνες για την επαγγελματική τακτοποίηση και οικονομική χειραφέτηση. Και κοντά σ’ αυτούς κι άλλοι αγώνες με ευγενέστερο περιεχόμενο, αγώνες εθνικής μορφής, ιδεολογικοί, πολιτικοί και τόσοι και τόσοι άλλοι.
Αγώνες λοιπόν πολλοί και διάφοροι συνθέτουν το πλαίσιο μέσα στο οποίο ζει και κινείται ο άνθρωπος. Και σήμερα πρώτη του νέου έτους και για αρκετές ακόμη ημέρες, αναπτερώνεται η αγωνιστική μας διάθεση για την κατάκτηση των αυτονόητων και την πετυχημένη έκβαση των εναγώνιων επιδιώξεων μας.
Αδελφοί μου.
Είναι αλήθεια ότι το σύγχρονο άνθρωπο τον διακατέχει το ανικανοποίητο. Όχι μόνο τώρα, στις αρχές της καινούριας χρονιάς, τώρα με τους προγραμματισμούς και τους προϋπολογισμούς του για το αμέσως επόμενο χρονικό πλαίσιο των 365 ημερών, αλλά, πάντα και παντού. Συνεχώς αναζητά για να γεμίσει τη ζωή του. Όλο ψάχνει και ποτέ δεν αρκείτε ποτέ δεν αναπαύεται στα επιτεύγματα του. Η «πείνα», λοιπόν, και η «δίψα», για το διαφορετικό και το καινούριο, χαρακτηριστικό γνώρισμα του ανθρώπου. Και γεννάται το ερώτημα:
Γιατί να μην μπορούμε να ικανοποιηθούμε στις αναζητήσεις μας; Γιατί να μην μπορούμε ποτέ να χορτάσουμε τη ψυχή μας τη στιγμή που έχουμε όλη τη πλάση στη διάθεση μας; Γιατί να μην μπορούμε να ξεδιψάσουμε πραγματικά τη στιγμή που καμιά πηγή δεν έχουμε αφήσει απλησίαστη και ανεξερεύνητη, είτε αυτή λέγεται επιστήμη, είτε τεχνολογία, είτε φιλοσοφία, είτε πολιτική, είτε οτιδήποτε άλλο;
Η απάντηση είναι ότι στις αναζητήσεις μας προσεγγίζουμε τα ζητούμενα μέσα από λάθος δρόμους. Σίγουρα έχουμε κάνει ένα τεράστιο λάθος. Ο κόσμος που ζούμε, οι ελπίδες και τα όνειρα  μας, οι πίκρες και οι χαρές μας, όλος ο αγώνας μας για τη ζωή γενικά, δεν είναι μια υπόθεση άσχετη με τον τελικό σκοπό της ύπαρξη μας. Και ενώ πρέπει να διψάμε για το Θεό, ενώ πρέπει να αναπαυόμαστε με την αγάπη, τη δικαιοσύνη, την προσφορά, ακόμα και τη θυσία, αναπαυόμαστε στο απόλυτο συμφέρον, στην περιποίηση του «εγώ» μας, και σ’ ένα απίστευτο «ωχαδερφισμό». Ο «ευτουλισμός» μας έγινε ιδεολογία και σήμα κατατεθέν της «πολιτισμένης» εποχής μας. Η απομάκρυνση μας απ’ το Θεό και η συνεχής και επίμονη αποθέωση των κατακτήσεων μας, μας στέρησαν από τη δυνατότητα να κοιτάξουμε λίγο πιο πέρα από τον εαυτό μας, και να δούμε το δράμα ενός αντιφατικού κόσμου που παλεύει δίπλα μας και ψάχνει να βρει τον εαυτό του.
Που έχουμε φτάσει!   
Μιλάμε υπερβάλλοντας για ελευθερία και έχουμε υπο­δουλωθεί σε πολλές μορφές ψυχολογικής και κοινωνικής δουλείας. Εγκαταλείψαμε τα παιδιά μας χωρίς αρχές, χωρίς αληθινά πρότυπα και αναζητούν τη χαρά, και τον παράδεισο, στα θολά νερά του αλκοόλ, των ναρκωτικών, του ασύδοτου ηδονισμού και καταλήγουν στην τυραννία, και την κόλαση. Οι μεγάλοι και οι ισχυροί, παίζουν το ρόλο του Πόντιου Πιλάτου. Θεατές φρικτών καταστάσεων και πίσω από τα φαινόμενα ίσως συνεργούν στην αθλία κατάσταση. Η δικαιοσύνη, λόγος κενός, που χάνεται μέσα σε δολοπλοκίες.  Φτώχεια και πείνα μαστίζει το 1/3 του πληθυσμού της γης και από το άλλο μέρος πλούτος, αλόγιστη σπατάλη και επίδειξη άκριτης ματαιοδοξίας. Η βιομηχανία με το πάθος του απροσμέτρητου κέρδους κατα­στρέφει τη γη και την ατμόσφαιρα της.
Μιλάμε για χριστιανισμό, για ανθρώπινα δικαιώματα, για την προστασία του παιδιού και η κυριαρχία του μίσους φέρνει αντιμέτωπους τους λαούς, διαψεύδει τις ελπίδες των εθνών και επιβάλλει τη σκληρότητα και τη βία, ακόμη και εις βάρος των τρυφερών παιδικών υπάρξεων. Μιλάμε για τη νεολαία, ενώ έχει τραυματιστεί βά­ναυσα συνειδησιακά από τις αντιφάσεις τις δικές μας. Δυστυχώς έχουμε κατορθώσει να συμβιβαστούμε με μια κοιμισμένη συνείδηση.
Ακόμα, μας λέει ένας σύγχρονος θεολόγος! «Ο αιώνας μας βάλθηκε και βιάστηκε να πλάσει το μύθο για το «θάνατο» του Θεού, στο όνομα μιας κα­θαρά ανθρωπιστικής λογικής και ουμανιστικής υπε­ροψίας: Ο «θάνατος» του Θεού όχι μόνο δεν αφήνει ρωγμές στη δομή του κόσμου, αλλά και θα επιτρέψει επί τέλους στον άνθρωπο να πραγματοποιήσει ανε­νόχλητος τον εαυτό του και να ζήσει τη ζωή του, να ασκεί απεριόριστα την ελευθερία και την αγάπη του! Σύμφωνα μ' αυτή τη φιλοσοφία, ο «θάνατος» του Θεού είναι ή ζωή του ανθρώπου (ξεχνώντας βέβαια τον αληθινό θάνατο του Θεού πού είναι πηγή ζωής και αναστάσεως), γιατί ό Θεός, στα όρια φαίνεται των ιδεών περί Θεού, είναι το αδύνατο, το δειλό, το πονηρό και ανέραστο όν, πού φοβάται, μισεί, επιβου­λεύεται και εχθρεύεται τη ζωή του ανθρώπου. Στο δαιμονικό ψευδοδίλημμα: ή ο Θεός ή ο άνθρωπος, ο άνθρωπος δε δυσκολεύεται να διαλέξει το μηδενισμό, γιατί δε θ' αργήσει να ανακαλύψει ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί να υποκαταστήσει ή αντικαταστήσει το Θεό. Έτσι όμως φτάσαμε στην τραγωδία του σύγ­χρονου άθεου ανθρωπισμού, στη σύγχυση των ουμανισμών και των πολιτισμών: Ο δαίμονας νίκησε κι ο άνθρωπος έμεινε χωρίς να πάει πουθενά. Ο δρόμος της αυτοθεοποιήσεως του ανθρώπου οδηγεί στην κα­ταστροφή του ίδιου του ανθρώπου και της ελευθε­ρίας του». ( π. Μιχαήλ Καρδαμάκης).
«Και είναι οδυνηρό να βλέπει κανένας το φόβο και την υποκρισία του αυτονομηθέντος και αυτοθεοποιηθέντος ανθρώπινου όντος: Να είναι ελεύθερος, αλλά γε­λοίος και κυνικός, παντοδύναμος, αλλά φοβισμένος και επικίνδυνος, παντογνώστης, κάτοχος μιας εξυ­πνάδας πού καταπιάνεται με όλα ή τα εξηγεί όλα, άλλα πού τα αγνοεί ή τα αρνείται όλα. Και ενώ αρνήθηκε το θεό, αρνείται να αναλαμβάνει τις ευθύνες της απεριόριστης ελευθερίας, της παντοδυναμίας και παντογνωσίας του. Ενώ κατέστησε τον εαυτό του «μέτρον πάντων χρημάτων», η αρχή κάθε σοφίας, την αυτάρκη και αυτονόητη εξήγηση όλων των πραγ­μάτων, παραμένει ανήμπορος και τρομαγμένος ενώ­πιον του μυστήριου του κόσμου. Ενώ γι' αυτόν τον αλλοτριωμένο από το Θεό και αυτονομημένο άνθρω­πο όλα επιτρέπονται και όλα είναι δυνατά, ταυτόχρο­να διαπιστώνει ότι ό ίδιος δεν μπορεί να αντέξει αυτή την ανεξέλεγκτη πλησμονή των θελήσεων και των δυ­νάμεων του, όταν μάλιστα ανακαλύπτει τον κίνδυνο πού κρύβεται σ' αυτές τις θελήσεις και τις δυνάμεις του». ( π. Μιχαήλ Καρδαμάκης).

Αγαπητοί Χριστιανοί.
Πριν μια βδομάδα γιόρτασε όλος ο Χριστιανικός κόσμος την ενανθρώπηση του θεού. Γιορτάσαμε, μάλιστα σε έντονους ρυθμούς, την έλευση του θεού στον κόσμος μας και όλοι, μικροί και μεγάλοι, μιλήσαμε για τα Χριστούγεννα.
Αυτός ο ταπεινός Χριστός με την έλευση του αναδημι­ούργησε τον άνθρωπο. Καθάρισε την ύπαρξη του, τον κατέ­στησε εικόνα του, ελεύθερο διανοητή, ένα τέλειο δημιούργη­μα. Του χάρισε τις αληθινές αρετές, τη νηφαλιότητα, την ηρεμία, την ακεραιότητα, την αγαθοσύνη. Την πραγματική σοφία, τη δικαιοσύνη, την ανεξικακία, την καθαρή πίστη και προπαντός την αγάπη. Ανέβη ο άνθρωπος ψηλά, για να φθάσει το θεό και την αθανασία. Ίδρυσε ο Χριστός την Εκκλησία, μια υπέροχη κοινωνία προσώπων, όπου όλα τα ενώνει –πρέπει να τα ενώνει  -  η ανιδιοτελής αγάπη.
20 αιώνες λοιπόν μ.Χ… Όμως εξακολουθούμε να ζούμε χωρίς Χριστό. Το φως του αστεριού χαμένο μέσα σε έντονα πάθη, στην προβολή όχι της ανθρώπινης αξίας, αλλά της απαξίας στην καταρράκωση κάθε αξιοπρέπειας. Αντί της αγάπης, της δικαιοσύνης, της ανεξικακίας, της εθελοθυσίας, η υποτίμη­ση της ανθρώπινης ζωής, η κυριαρχία του κέρδους, η περιφρόνηση όλων των θεσμών που οικοδόμησαν και οικοδομούν τον αληθινά ανθρωπιστικό πολιτισμό. Ο Χρι­στιανισμός προβάλλεται σαν μία βιτρίνα και δυστυχώς οι περισσότεροι ζούμε μέσα σε μία αντιφατικότητα λόγων και πράξεων. Ο άνθρωπος ζαλισμένος από την τεχνική της επιστήμης, και την τεχνολογία, έγινε δούλος των ειδώλων  και της μηχανής και έχασε το πνεύμα του, έχασε την αληθινή ύπαρξη του. Ζούμε όλοι μας σήμερα σε τρομακτικές αντιφάσεις.
«Έχει ήδη διατυπωθεί η βεβαιότητα ότι «ο εικοστός πρώτος αιώνας θα είναι η μυστικιστικός ή τίποτα». Οι άνθρωποι άρχισαν ήδη να αναγνωρίζουν ότι τίπο­τα δεν είναι πιο άνανδρο και πιο μάταιο, πιο άχρηστο και πιο απελπιστικό, από του να κάνουν το γενναίο ενώπιον του θεού ή να αρνούνται το θεό, χωρίς να έχουν κάτι αντάξιο να προτείνουν στη θέση του. Και φαίνεται ότι ο κόσμος, με τα γρηγορούντα πνεύματα του, προετοιμάζεται για μια νέα εποχή, πού ήδη έχει αρχίσει όταν οι κάθε λογής επαναστάσεις αποδείχτη­καν «φιάσκο» και διαψεύστηκαν οι ιδεολογίες, για να παραχωρήσουν τη θέση τους στην πνευματική ανα­ζήτηση και το θεολογικό-θεανδρικό μυστήριο: Όλα τείνουν να καταλήξουν στην ελπίδα ότι μόνο ο Θεός και η πίστη στο θεό είναι η διαφάνεια του ανθρώπου και η πίστη στον άνθρωπο, ότι μόνο στο θεό έχουμε τη βεβαιότητα της υπάρξεως και της αιωνιότητας της υπάρξεως του ανθρώπου. Τα γεγονότα του αιώνα μας είναι τόσο τραγικά, αλλά και τόσο αποκαλυπτι­κό εκφράζουν τόση αθλιότητα αλλά και τόση δίψα, πού είναι σαν να επιβεβαιώνουν και να διακηρύσ­σουν: «Σήμερα, λοιπόν, ο Θεός ή τίποτα». …( π. Μιχαήλ Καρδαμάκης).
Σήμερα λοιπόν ή Θεός ή τίποτα!

Όλοι μας και ο καθένας μας ξεχωριστά να επαναπροσδιορίσουμε τις σχέσεις μας με τη πλάση ολόκληρη. Με τον εαυτό μας, το συνάνθρωπο μας, το Θεό. Να νοιώσουμε επιτέλους ότι κοινωνία σημαίνει αλληλεξάρτηση και να μη διστάσουμε να δούμε κατάματα τις αδυναμίες, τα πάθη, τις ελλείψεις μας. Ο Χριστός είναι η μοναδική διέξοδος στα αδιέξοδα μας. Η μοναδική ελπίδα στη σημερινή απελπισία, το μοναδικό στήριγμα στον κλονισμένο άνθρωπο. Ας εξαγοράσουμε λοιπόν το χρόνο μας. Ας θεωρήσουμε την καινούρια χρονιά σαν μια ακόμη ευκαιρία, σαν «παροχή» του Θεού στον άνθρωπο, για να ανακαινίσει τον εαυτό του και τον κόσμο μέσα στον οποίο ζει. 

Τετάρτη 13 Δεκεμβρίου 2017

«έρχεσθε ότι έτοιμά εστι πάντα»./ ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟΠΑΤΟΡΩΝ

Σχετική εικόναΚαθώς βηματίζουμε προς τα Χριστούγεννα η Εκκλησία, με τέλεια παιδευτικό τρόπο, μας οδηγεί σε μια σημαντική συνάντηση. Μας καθοδηγεί και μας προωθεί να συναντήσουμε ευλογημένες και αγιασμένες μορφές, που προετοίμασαν τον ταλαίπωρο κόσμο για την μεγάλη και συγκλονιστική, την σώζουσα και ελπιδοφόρα συνάντηση με τον Θεάνθρωπο Λυτρωτή.
Έτσι με φιλάνθρωπο τρόπο προσεγγίζει την ταραγμένη ζωή μας και στο ανήσυχο σκοτάδι της αγωνίας μας, ρίχνει ιλαρό φως με την προβολή και την παρουσίαση των ιερών μορφών των Προπατόρων.
Ταυτόχρονα φέρνει στ’ αυτιά μας ένα αγωνιώδες κάλεσμα του Θεού για την πραγματοποίηση, μέσα στα όρια του ανίσχυρου και πεινασμένου  κυριολεκτικά στη ψυχή κόσμου, μας, ενός Μεγάλου Δείπνου. Μας φέρνει πιο κοντά στην ουσία και το περιεχόμενο, το βάθος της Σάρκωσης του Θεού. Τότε ακριβώς μετέχουμε στο σωτήριο Δείπνο ζώντας, προσωπικά και βαθειά. 
Εύκολα, αδελφοί μου, ο άνθρωπος με καθαρά μάτια μπορεί να διακρίνει το σωτήριο νόημα του Δείπνου, στο οποίο σήμερα, με την ευκαιρία της μνήμης των προπατόρων του Κυρίου μας και ενώ βρισκόμαστε στα Προπύλαια των Χριστουγέννων, αναφέρεται η Εκκλησιά. Ένα Δείπνο αλλιώτικης μορφής. Ένα δείπνο με το οποίο ο πιστός κοινωνεί το Χριστό. Εξάλλου σε κάθε εποχή, πολύ περισσότερο στην δική μας, που την διακρίνει η βαριά και καταθλιπτική σύγχυση γύρω από τα πνευματικά, που ο άνθρωπος τριγυρνά τους άφιλους και ανάδελφους κοινωνικούς δρόμους περίτρομα και βασανιστικά, που τον τρέφει ο άγριος υλιστικός μας πολιτισμός με τα ευτελή, ατελή και φθοροποιά ξυλοκέρατά του. που γονατισμένος νευροψυχικά, όπως είναι, δεν αντέχει να σηκώνει κεφάλι και ν ατενίζει μ ελπίδα το μέλλον του, αφού το παρόν τον κρατά δέσμιο στην σκληρή πραγματικότητα, που κολυμπάει στ αγαθά, αλλά παραμένει αχόρταγος, πεινασμένος εσωτερικά και βασανίζεται,  που άτολμα απευθύνεται στον Θεό ή πεισματικά τον αγνοεί και προσπερνά αδιάφορα από κοντά Tου για να γίνεται η πείνα και η δίψα της καρδιάς ολοένα και περισσότερο εφιαλτική, ο Θεός, ταπεινά. σιωπηρά και χαρισματικά, επιμένει να προσφέρει το ιερό και μαρτυρικό Tου Σώμα, για να τραφεί το πολύπαθο πλάσμα Tου, ο άνθρωπος.
Μεγαλόπρεπο το Δείπνο της βασιλείας του Θεού. Μεγαλόπρεπο και πλούσιο σε πνευματικά αγαθά, όπως και ο Θεός ο οποίος το ετοίμασε για χάρη των ανθρώπων και τους οποίους εκάλεσε να γίνουν συμμέτοχοι αυτών των αγαθών.
Όμως ποια η ανταπόκριση στη μεγάλη και τιμητική αυτή πρόσκληση; Δυστυχώς, όχι μόνο αρνητική, αλλά και αποκαρδιωτική. Πρώτον, γιατί ήταν καθολική, αφού «ήρξαντο από μιάς παραιτείσθαι πάντες». Καθολική άρνηση σαν να ήταν προσυνεννοημένοι κάτι που εκφράζει την κοινωνική κατάσταση της εποχής, ή της κάθε εποχής. Η κατάσταση ήταν αποκαρδιωτική όχι μόνο από την καθολικότητα της άρνησης, αλλά και από τους λόγους που ο καθένας επικαλέσθηκε για να δικαιολογήσει την άρνησή του. Κοινό χαρακτηριστικό όλων, η απροθυμία και η άρνηση.
«Αγρόν ηγόρασα», είπε ο πρώτος «και έχω ανάγκη να πάω να το δω». Μια απάντηση που έγινε παροιμιώδης και που εκφράζει διαχρονικά την πλήρη αδιαφορία.
Ο δεύτερος, επικαλείται λόγους επαγγελματικούς. Και αυτοί οι επαγγελματικοί λόγοι όχι μόνο τον απορρόφησαν, αλλά και τον έκαναν άπληστο και προ πάντων, υλόφρονα.
Ο τρίτος θα προβάλει σαν δικαιολογία της άρνησής του το γάμο και την οικογένεια.
Οι καλεσμένοι της παραβολής, αγαπητοί Χριστιανοί, πρόταξαν τρεις διαφορετικούς λόγους για να δικαιολογήσουν την άρνησή τους. Το Δείπνο όμως δεν ματαιώθηκε, ούτε και η πρόσκληση έλαβε τέλος. Η πρόσκληση του Θεού είναι προσωπική και άρα διαχρονική. Απευθύνεται συνεχώς σ’ όλους τους ανθρώπους. Απευθύνεται στους Χριστιανούς και πάλι λίγο πριν το γεγονός της ενανθρώπησης. Απευθύνεται σε μας που δυστυχώς όλο και λιγότερο, όλο και πιο επιδερμικά και εξωτερικά βιώνουμε το γεγονός; Σε μας που περιοριζόμαστε σ’ ένα εξωτερικό διάκοσμο, στις βιτρίνες των ημερών, στα φαγοπότια, τα ξενύχτια, τις διασκεδάσσεις. Σε μας που λέμε πως γιορτάζουμε Χριστούγεννα μα λείπει από αυτά ο Χριστός!
Αλλά και όσοι βρισκόμαστε στην Εκκλησία, ανταποκρινόμαστε στην πρόσκληση για συμμετοχή στο Δείπνο της βασιλείας του Θεού, τη Θεία Κοινωνία; Σ’ αυτή την πρόσκληση που επαναλαμβάνεται κάθε φορά που τελείται το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, απαντούμε θετικά; Κι ακόμη περισσότερο, όσοι ανταποκρινόμαστε θετικά, μήπως η συμμετοχή μας στο μυστήριο της Θείας Κοινωνίας έγινε μια απλή συνήθεια; Πόσοι πλησιάζουμε στο μυστήριο με τη συναίσθηση του φόβου του Θεού, ή την πίστη ότι ζούμε το γεγονός της Ενανθρώπησης του Θεού και ζούμε πραγματικά τη δική μας ανάσταση;
H Ζωοτρόφος Τράπεζα που ετοίμασε ο Σαρκωμένος Θεός και παρέδωσε δια της Εκκλησίας Tου στην έναγχο πικραμένη και πνευματικά ταλαιπωρημένη ανθρωπότητα προκαλεί ανύσταχτα, σταθερά και ατελείωτα τον αχθοφόρο της καθημερινότητας. Σε Δείπνο ζωής μας καλεί ο Χριστός. Με την αδιάλειπτη δική Tου παρουσία και την ζωντανή προσφορά. Σφάγιο χορταστικό ο Ίδιος απλωμένο στο ζωοφόρο Τραπέζι της Θείας Ευχαριστίας.
Αδελφοί μου, πλησιάζουν Χριστούγεννα. Ο Ιησούς, με τη μορφή του «δούλου» της παραβολής, μας προσκαλεί και σήμερα «έρχεσθε ότι έτοιμά εστι πάντα». Μας καλεί να μετατρέψουμε το σπήλαιο της καρδιάς μας σε νέα Βηθλεέμ απ’ όπου θα διαλαλείται η ενανθρώπηση πλέον και σαν εσωτερική μαρτυρία ο απόηχος της οποίας θα αντανακλά στην όλη ζωή και συμπεριφορά μας. Ο Κύριος είναι σαφής: «Λέγω γαρ υμίν ότι ουδείς των ανδρών εκείνων των κεκλημένων γεύσεταί μου του δείπνου». Εμείς σε ποιους ανήκουμε, στους «εκλεκτούς» ή στους «κεκλημένους»; Η απόφαση είναι προσωπικά δική μας. Αμήν.


Τρίτη 28 Νοεμβρίου 2017

Κυριακή ΙΔ Λουκά





«Ιησού Υιέ Δαβίδ, ελέησόν με», φώναξε ο τυφλός της Ιεριχούς.
Ο κόσμος που συνόδευε και ακολουθούσε τον Χριστόν, του είπαν να σωπάσει, να μη φωνάζει. Αλλά αυτός εκραύγαζε ακόμα πιο πολύ και ακόμα πιο δυνατά «Ιησού Υιέ Δαβίδ, ελέησόν με». Και ο φιλάνθρωπος Κύριος που αγαπά και αρέσκεται πολύ στο να ακούει το όνομά Του, και μάλιστα όταν Τον επικαλούνται με όλη τους, με όλη τους την καρδιά, στάθηκε και είπε να φέρουν μπροστά Του αυτόν που τον φώναζε ως «Υιόν Δαβίδ».
Όταν πλησίασε τον ρώτησε, «Τι θέλεις να σου κάμω;»
Η απάντησις του τυφλού: «Κύριε ίνα αναβλέψω». Και ο Θεάνθρωπος Κύριος με ένα Του λόγο, λέγοντάς του δηλαδή «Ανάβλεψον», έκαμε το θαύμα. Έδωσε στον τυφλό το φως του, και πρόσθεσε «Η πίστις σου σέσωκέ σε».
Και ο τυφλός που είδε παραχρήμα, δηλαδή αμέσως, δόξασε τον Θεόν και ακολούθησε μαζί με το πλήθος του λαού τον Χριστό. Αυτήν την σωτήρια κραυγή, την συναντάμε πολλές φορές στην Αγία Γραφή. Τη φώναξε μάλιστα και μια ειδωλολάτρισσα, η Χαναναία, και πρόσθεσε στο «ελέησόν με» ότι «η θυγάτηρ μου κακώς δαιμονίζεται». «Εμένα να ελεήσεις Ιησού, Υιέ Δαβίδ, εμένα, γιατί το παιδί μου είναι δαιμονισμένο. Εγώ είμαι η αιτία για το μεγάλο κακό που συνέβη στο παιδί μου. Εγώ φταίω για το δαιμόνιο που μπήκε μέσα του και δαιμονίστηκε. Αν ελεήσεις εμένα, θα ελεηθεί και το παιδί μου. Εάν με λυπηθείς και θεραπεύσεις τον πόνο μου, θα θεραπευθεί και το παιδί μου». Μας λένε και μας συστήνουν οι Πατέρες της Εκκλησίας μας, ότι θα πρέπει πολύ να μας προβληματίσουν τα λόγια αυτά της Χαναναίας, της ειδωλολάτρισσας αυτής μάνας, της οποίας η πίστις ήτο πολύ μεγάλη. Και ερωτώ: Μήπως από τα πολλά κακά που συμβαίνουν στα παιδιά μας, όπως αναποδιές, κακοτυχίες, δυστυχήματα, δαιμονοκρατίες και χίλιες δυο άλλες γρουσουζιές, μήπως αυτές και όλα αυτά οφείλονται στις δικές μας αμαρτίες; Μήπως οφείλονται στις αμαρτίες των γονέων, οι οποίοι ξεστομίζουν κάθε μέρα κατάρες, διαβολοστέλνουν, αναθεματίζουν, ή βρίζουν τα θεία καθημερινώς, - χώρια οι εκτρώσεις που γίνονται η μία πίσω από την άλλη.
Εμείς φταίμε για όλα. Εμείς αμαρτάνομε χωρίς ντροπή. Εμείς είμεθα μακριά από τον Θεόν, την Εκκλησία Του και τα Άγια σωστικά μυστήριά Της. Εμείς δεν προσευχόμεθα όπως πρέπει. Και αν καμιά φορά κάνομε καμιά προσευχή, την κάνομε χωρίς καρδιά και χωρίς αγάπη. «Ιησού Υιέ Δαβίδ» φώναξε ο τυφλός και μόλις άνοιξαν τα μάτια του, ποιόν είδε μπροστά του; Τον Χριστόν είδε! Το φώς είδε! Την αλήθεια είδε! Τον Θεόν είδε! Είδε τον Σωτήρα του, που είναι το φώς το αληθινόν, το φως του κόσμου. Άρα βγαίνει το συμπέρασμα ότι πρέπει και μείς να φωνάζουμε και να επικαλούμεθα το Πανάγιον όνομά Του, πολύ συχνά, γιατί και μείς είμεθα ψυχικά τυφλοί από τις πολλές μας καθημερινές αμαρτίες. Ας το φωνάζουμε λοιπόν, «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με», για να μας ελεήσει. Ας το φωνάζουμε για να μας αποτυφλώσει από την τύφλα της ψυχής μας. Ας Τον φωνάζουμε για να σκορπίσει και να διαλύσει τα σκοτάδια από τον σκοτισμένο μας νου. Ας Τον φωνάζουμε για να μας ελευθερώσει από την τυραννία των παθών μας αδελφοί μου.
Και όταν ανοίξουν τα μάτια της ψυχής μας, τότε θα δούμε και μείς, το φως το αληθινόν. Και τότε θα δοξολογήσουμε και μαζί με την Εκκλησία θα βροντοφωνήσουμε βεβαιωτικά και θριαμβευτικά : «Είδομεν το φως το αληθινόν, ελάβομεν Πνεύμα επουράνιον».
Δεν πρέπει όμως να ξεχνάμε και την διαβεβαίωση του Ευαγγελικού λόγου, ότι «ουδείς δύναται ειπείν Κύριον Ιησούν ή μη εν Πνεύματι Αγίω». Αυτό σημαίνει ότι ο Θεός μας φωτίζει και μας σπρώχνει για να λέμε αυτό το αίτημα με την ευχούλα «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με». Και ανάλογα με την προαίρεση που έχουμε, ανάλογα με την διάθεση που έχουμε, τη μικρή ή τη μεγάλη, λέμε ή δε λέμε προσευχή, κάνουμε ή δεν κάνουμε προσευχή. Άμα υποκύψουμε σε ένα πάθος με πλήρη την πνευματικήν μας συγκατάθεση, με ολοκληρωμένη την συγκατάθεση την ψυχοσωματική μας, τότε δεν μπορούμε να κάνουμε προσευχή. Δεν βγαίνει η προσευχή από μέσα μας, διότι το πάθος σκοτίζει το νου, και εμποδίζει να βγάλει την προσευχή της καρδιάς. Βγαίνει η προσευχή, αλλά την λένε μόνον τα χείλη μας, είναι ξερή και άγονη. Είναι άκαρπη σαν την άκαρπη συκιά του Ευαγγελίου. Γι’ αυτό και ζητάμε πρώτα απ’ όλα, να αποκτήσομε τη συναίσθηση της αμαρτωλότητός μας και το βάρος των πτώσεών μας στην αδικία, στην κακία, στην πονηρία, στην κατάκριση, στην ατιμία, στο ψέμα και σε πλήθος άλλων αμαρτημάτων και κακιών. Η συναίσθησις αυτή θα φέρει την αληθινή μετάνοια αφού με την αμαρτία λυπήσαμε το Πνεύμα το Άγιο. Στην αληθινή μετάνοια ενεργοποιείται η πίστις προς την παντοδυναμία και την αγαθότητα του Αγίου Θεού, και τότε η ψυχή μας ψάχνει να βρει τον Σωτήρα της Ιησού Χριστό, για να Τον φωνάξει παρακλητικά «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με».
Και όχι μόνον μια φορά, πολλές φορές, αμέτρητες, με δυνατή την πίστη, με συντριβή, και δάκρυα βγαλμένα απ’ την καρδιά. Επειδή όμως χριστιανοί μου είμεθα όλοι μας αμαρτωλοί, και πρώτος εγώ, και μάλιστα περισσότερο απ’ όλους σας είμαι αμαρτωλός, έρχεται ο διάβολος, ο αιώνιος αυτός εχθρός της ψυχής μας και μας πολεμάει με τους λογισμούς, στο να μη φωνάζουμε το όνομα του Ιησού Χριστού, στο να μη λέμε την ευχούλα «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με», για να προκαλέσει απόγνωση και απελπισία. Τι μας ψιθυρίζει; - θα σας πω. Μας λέγει λοιπόν μέσα στο νου: «Γιατί λες την ευχή αφού δε βλέπεις από πουθενά ωφέλεια; Γιατί κοπιάζεις τόσο άδικα; Μάταια κουράζεσαι καυμένε! Γεύθηκες; Έχεις γεύσεις πνευματικές; Δεν έχεις! Θεϊκή ευωδία στην όσφρησή σου; Δεν έχεις! Όραση Θεού; Δεν έχεις! Καρπούς στα παιδιά σου και στην οικογένειά σου; Δε βλέπεις! Χαμένος λοιπόν κόπος και καιρός. Άλλωστε αυτός ο τρόπος δεν είναι για σένα που ζεις στο κόσμο και έχεις τόσες μέριμνες τόσες σκοτούρες! Μάταια λοιπόν κοπιάζεις!» Αυτά και άλλα παρόμοια μας ψιθυρίζει ο διάβολος, σπέρνοντας μέσα στην ψυχή μας τα ζιζάνια της αμφιβολίας. Μόνον η δική μας εμμονή στα πάθη εμποδίζει την προσευχή! Παρά ταύτα όμως, παρόλο που εμείς επιμένουμε στα πάθη και στην αμαρτία, ο Θεός και βλέπει και ακούει. Και επειδή «δεν θέλει τον θάνατον του αμαρτωλού, ως το επιστρέψαι και ζην αυτόν», θα του δώσει του χριστιανού πολλές πολλές ευκαιρίες για να σωθεί. Μόνον να μην πάψει ως ο τυφλός της Ιεριχούς, να φωνάζει και να επικαλείται το όνομά Του. «Ιησού Υιέ Δαβίδ, ελέησόν με», ή καλύτερα «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με». «Ιησού επιστάτα ελέησον ημάς», φώναξαν οι απόστολοι όταν είδαν τον κίνδυνον από το ύψος των κυμάτων της τρικυμισμένης εκείνης λίμνης και εγείροντας τον Κύριο εσώθησαν. Γιατί ο Κύριος εγειρόμενος είπε προς την θάλασσα και τα αγριεμένα κύματα «Σιώπα, πεφίμωσον» και εγένετο γαλήνη μεγάλη. «Ο Θεός μου ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ» φώναξε παρακλητικά ο Τελώνης, κτυπώντας το στήθος του με τα χέρια του για να βρεθεί ευθύς αμέσως δικαιωμένος στη Βασιλεία του Θεού.«Μνήσθητί μου Κύριε, όταν έρθεις εν τη Βασιλεία Σου», φώναξε με πίστη και μετάνοια, και ο ληστής πάνω στο σταυρό, για να μπει πρώτος στον Παράδεισο. Ποιος; Ένας ληστής, ένας φονιάς, ένας κακούργος, ένας μεγάλος μεγάλος αμαρτωλός.
Είπαμε αδελφοί μου ότι ο τυφλός της Ιεριχούς, μόλις άνοιξαν τα μάτια του το πρώτο πράγμα που αντίκρισε μπροστά του ήταν το θεϊκό πρόσωπο του Κυρίου. Είδε το Σωτήρα του, είδε το Φώς του κόσμου. Το ίδιο συμβαίνει και στα δικά μας μάτια, στα μάτια της ψυχής μας που είναι τυφλά απ’ την αμαρτία. Όταν αυτά ανοίγουν από τη Θεία Χάρη, αποτυφλώνεται ο άνθρωπος στη σωματική του όραση, χωρίς όμως αυτή να τη χάσει, και βλέπει. Τι βλέπει; Δεν ξέρετε. Βλέπει όμως και ορά την παρουσίαν του Αγίου Θεού, που είναι Φώς, Φώς και μόνον Φώς. Φώς ο Θεός, Φώς ο Πατήρ, Φώς ο Υιός, Φως το Πανάγιον Πνεύμα, όλος ο Θεός Φώς. Φώς. Πλημμύρα Θεού Φωτός, μέσα και έξω απ’ τον άνθρωπο. Όλος ο προσευχόμενος χριστιανός γίνεται ένα με το φως, μέσα από το φως βλέπει το Φως του Θεού. Μέσα απ’ αυτό το Θείον Φώς βλέπει ακτίστως το έκτακτο κάλλος, την απροσπέλαστη δηλαδή ομορφιά του Θείου Προσώπου, του Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, «ο ωραίος κάλλει παρά πάντας βροτούς». Και η ομορφιά αυτή όπως το τονίζει ο δικός μου ο γέροντας, δεν συγκρίνεται λέγει βεβαιωτικά ούτε με μύριους Παραδείσους, από το αμήχανον αυτό κάλλος και από την Θεϊκή άπειρη δόξα του θείου προσώπου του Ιησού Χριστού τρέφονται άγγελοι και αρχάγγελοι, Χερουβείμ και Σεραφείμ και όλες οι υπερουράνιες αόρατες Ασώματες Δυνάμεις. Τρέφονται ακόμα και όλοι οι Άγιοι που θριαμβεύουν σήμερα στην Βασιλεία των Ουρανών. Τρέφονται ακόμα και όσες ψυχές έχουν φύγει ορθοδόξως και προγεύονται τη Βασιλεία του Αγίου Θεού. Απ’ αυτήν θα τρέφονται ακορέστως στους αιώνας των αιώνων και όσοι από μας αξιωθούν και σωθούν.
Η ευχή μου είναι να σωθείτε όλοι σας, μηδενός εξαιρουμένου, άνδρες και γυναίκες, νέοι γέροι και παιδιά, όλοι σας εύχομαι να σωθείτε εν μετανοία. Το επαναλαμβάνω. Όλοι σας εύχομαι να σωθείτε εν μετανοία. Να εύχεστε όμως και σεις όλοι, και να προσεύχεστε γι’ αυτό, για να σωθούμε και ημείς οι λειτουργοί του Υψίστου, οι ποιμένες των λογικών προβάτων, που σήμερα όλως αναξίως καταξιωθήκαμε να παρασταθούμε μπροστά στο επίγειο θυσιαστήριο του Αγίου Θεού, ο πατήρ Καλλίνικος, ο πατήρ Παναγιώτης και εγώ ο ανάξιος. Σας παρακαλώ πολύ να προσεύχεστε για να σωθούμε και μείς μαζί σας,



Πέμπτη 9 Νοεμβρίου 2017

ΚΥΡΙΑΚΗ Η΄ ΛΟΥΚΑ / «ΚΑΛΟΥ ΣΑΜΑΡΕΙΤΗ»

Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ «ΚΑΛΟΥ ΣΑΜΑΡΕΙΤΗ»
ΣΤΗ ΠΕΡΙΟΔΟ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ

Αποτέλεσμα εικόνας για ΚΥΡΙΑΚΗ Η ΛΟΥΚΑ  ΚΑΛΟΥ ΣΑμαρειτη
 «Δάσκαλε τι πρέπει να κάνω για να κερδίσω την αιώνια ζωή» ρωτά ένας νομοδιδάσκαλος τον Ιησού. Δόλια βεβαία και δικανική η ερώτηση, χωρίς βάθος και πόθο, ερώτηση παγίδα, εντούτοις ο Ιησούς απαντά.: «Τι γράφει ο νόμος;» Να αγαπήσεις Κύριο το Θεό σου με όλη σου την ύπαρξη και τον πλησίον σου σαν τον εαυτό σου. «Αυτό να κάνεις
«Ένας άνθρωπος από τα Ιεροσόλυμα πηγαίνοντας για την Ιεριχώ, ληστεύεται, κακοποιείται από ληστές που τον εγκαταλείπουν αιμόφυρτο. Σε λίγο περνά ένας Ιερέας ο οποίος αδιαφορεί για τον τραυματισμένο, το ίδιο κάνει και ένας Λευίτης. Ο Σαμαρείτης τέλος που περνά σταματά, περιποιείται τα τραύματα και τον οδηγεί στο πανδοχείο όπου πληρώνει για να περιποιηθούν τον τραυματισμένο από τούς ληστές καί συνεχίζει τον δρόμο του.
Τελειώνοντας την διήγηση ο Ιησούς ρωτά: «Ποιος από τούς τρεις επιτέλεσε το καθήκον του προς το πλησίον;» και ο νομοδιδάσκαλος απαντά «αυτός που τον περιποιήθηκε». Τότε Ιησούς του λέει: «Πήγαινε λοιπόν να κάνεις και συ το ίδιο»
Και πήγε και έκανε έτσι ακριβώς.
Ποιος; Όχι βέβαια ο νομοδιδάσκαλος που έθεσε το ερώτημα, αλλά κάποιος άλλος. Αυτός που διάβασε την παραβολή αυτή του «Καλού Σαμαρείτη», ο Αββάς Αγάθων.
Κάποτε λοιπόν ο Αββάς Αγάθων πήγαινε στη πόλη για να πουλήσει τα εργόχειρα του και έτσι να προμηθευτεί ψωμί για τη συντήρησή του. Κοντά στην αγορά συναντά ένα φτωχό και ανάπηρο γέρο ο οποίος μόλις τον είδε του είπε: « Για άνομα του Θεού, αββά, μη με αφήσεις κι σύ αβοήθητο τον δυστυχή. Πάρε με κοντά σου».
Ο αββάς τον έβαλε να καθίσει δίπλα του και άπλωσε τα καλάθια του. Μόλις πούλησε το πρώτο τον ρώτησε γέρος: «Πόσα λεφτά πήρες αββά;» Τόσα του απάντησε ο όσιος. «Καλά είναι. Δεν μου αγοράζεις όμως μια μικρή πίττα έτσι για να δεις καλό, γιατί έχω να φάω από χθες το βράδυ;». Και ο όσιος του απαντά «μετά χαράς» και του εκπλήρωσε την επιθυμία του.
Σε λίγο του ζήτησε φρούτα, ύστερα γλυκό. Έτσι σε κάθε καλάθι που πουλούσε, ξόδευε τα χρήματα χάριν του φτωχού ανάπηρου. Έδωσε όλα τα καλάθια αλλά και όλα τα χρήματα, χωρίς να μείνει τίποτα για τον εαυτό του. Έτσι θα έμενε μια βδομάδα χωρίς ψωμί. Δεν τον ένοιαζε όμως.
Σε λίγο ετοιμάσθηκε νά φύγει. «Φεύγεις;» του λέει ο ανάπηρος.
«Ναι τελείωσα τη δουλειά μου».
«, τώρα θα κάνεις αγάπη να με πας ως το σταυροδρόμι και από κει φεύγεις για την έρημο» του λέει πάλι. Και τότε ο Αγάθων παρά τη κούρασή του, τον φορτώθηκε στη πλάτη του και τον μετέφερε με πολύ δυσκολία.
Όταν όμως έφθασαν στο σταυροδρόμι και ετοιμάσθηκε να αφήσει κάτω τον ανάπηρο άκουσε μια γλυκιά φωνή να του λέει: «Ευλογημένος να είσαι Αγάθων από το Θεό και στη γη και στον ουρανό». Σήκωσε τα μάτια του να δει τον που του μιλούσε. Ο ανάπηρος είχε γίνει άφαντος. Ήταν ένας άγγελος σταλμένος από το Θεό να δοκιμάσει την αγάπη του.
Αυτά ακριβώς τα στοιχεία περιγράφονται σήμερα στην πολύ γνωστή μας παραβολή του καλού Σαμαρείτη, ο οποίος με τη προσφορά του, έπραξε στο ακέραιο το καθήκον του, δείχνοντας ανθρωπιά στο συνάνθρωπό του. Μια ανθρωπιά, η οποία στην εποχή μας, μέχρι τώρα τουλάχιστον, δεν ήτανε το αυτονόητο και ο συνεκτικός σύνδεσμος στις μεταξύ των ανθρώπων σχέσεις.
Αδελφοί μου, τα τελευταία πενήντα περίπου χρόνια, εξαιτίας της ευμάρειας και της καλοζωίας  μας  κατά μείζονα λόγο, οι άνθρωποι δεν αντιλαμβανόμαστε, ούτε την ύπαρξη ανθρώπων δίπλα μας, αλλά ούτε και την ανάγκη της ανθρωπιάς. Όλα λειτουργούν σε ένα σύστημα, που ατομικοποιεί και απομονώνει τους ανθρώπους, χωρίς  την ουσιαστική αλληλεπίδραση, χωρίς ανθρωπιά, χωρίς την ύπαρξη διαπροσωπικών σχέσεων.
Ο σύγχρονος πολιτισμός μας, αλλοτριωμένος από σκληρές και ανάλγητες υλιστικές απόψεις, παραδομένος στις ανελέητες διαθέσεις αδηφάγων οικονομικών πλανηταρχών, έχει στερηθεί το πνευματικό του φορτίο, και κατέληξε σ’  αυτή τη μεγάλη και βαθιά κρίση που βρήκαμε μπροστά μας. Και αυτή η κρίση δεν είναι ένα απλό τωρινό σύμπτωμα στο οποίο βρεθήκαμε μία «ωραία πρωία», χωρίς καν να το υποψιαζόμαστε. Είναι ασθένεια που έρχεται μέσα από τα παλιά, από την όλη προηγούμενη ζωή μας, από τον τρόπο και τη διάθεση της ζωής μας, από το ξέκομα από κάθε πνευματική ρίζα, το οποίο και σημάδεψε τη δομή και την ουσία στη ζήση μας και που μας απογύμνωσε από αρχές και αξίες. Άρα η κρίση αν και έρχεται, αν και επιβάλλεται έξωθεν, συντηρείται και θεριεύει με το ραγδαίο υποβιβασμό και την ατονία της πνευματικής μας υπόστασης και αντίστασης. Και καταλήγει ο άνθρωπος να απογυμνώνεται από κάθε ένδυμα κοινωνικότητας και ανθρωπιάς, να μένει άδειος από ό,τι πραγματικά μεγάλο, από ό,τι ωραίο και υψηλό και παράλληλα να οδηγείται στην πνευματική πτώχευση, στην αποξένωση, την απελπισία, τη μοναξιά. Αυτή η μοναξιά του πολιτισμού μας, του πολιτισμού της άθεης ευμάρειας και της ατομοκρατίας είναι και η βαθύτερη υπαρξιακή αίσθηση της μόνωσης και του πόνου. Δημιουργεί στεγανά μεταξύ των συνανθρώπων, απομονώνει σε μια πνευματική φυλακή, προκαλεί ρήγματα στις διαπροσωπικές σχέσεις, καταργεί κάθε σχέση κοινωνικότητας. Είναι και αυτή ένας από τους τελεστές της κρίσης.
Αδελφοί μου!        
Κάτω από αυτές τις σκέψεις μπορούμε να πούμε ότι η κατάσταση,  η κρίση που ζούμε σήμερα μπορεί να έχει και ένα θετικό παράγοντα. Και κρίση όπως βλέπουμε σημαίνει φτώχεια, ανέχεια, ανεργία, αδυναμία εκπλήρωσης και των ελάχιστων αναγκών σου, σημαίνει όλα αυτά που βλέπουμε και μαθαίνουμε καθημερινά.
Αυτή λοιπόν η κρίση έρχεται να ανατρέψει τα δεδομένα της μοναξιάς μας και να μας ξαναφέρει αντιμέτωπους με τη συντροφικότητα. Να μας ξαναθυμίσει την αλληλεγγύη, την ανθρωπιά, την αγάπη.  Έρχεται να μας ξαναβάλει στο δρόμο της θυσίας, της θυσίας όπως την εφάρμοσε και ο Σαμαρείτης της σημερινής παραβολής και ο αββάς Αγάθωνας.
Είναι λοιπόν μια ευκαιρία να ρίξουμε μια ματιά δίπλα μας, ένα βλέμμα στο συνάνθρωπό μας που υποφέρει. Και αυτοί που υποφέρουνε δεν είναι λίγοι. Μαζί με μας υπάρχουνε και άλλοι που υποφέρουνε και μάλιστα πολύ περισσότερο από μας. Σ’ αυτούς, η κρίση μας δίνει μια μεγάλη ευκαιρία να ανοιχτούμε. Να τους αγκαλιάσουμε, να στρέψουμε το βλέμμα μας στο πρόσωπό τους, στη κατάστασή  τους, στο πρόβλημά τους.
Η Εκκλησία, παράλληλα με το λόγο, με τη μετάδοση του λόγου του Ιησού, κάνει και με έργα ό,τι μπορεί. Υπάρχουν φορείς που έχουν διοργανωθεί και προσπαθούν να αντιμετωπίσουν παρόμοια κοινωνικά προβλήματα. Προβλήματα που όσο αυξάνουμε τις ανάγκες μας, τόσο και μεγαλώνουν. Λειτουργεί διάφορα Ιδρύματα, Φιλόπτωχα Ταμεία, κοινωνικά παντοπωλεία και φαρμακεία, βοηθά όσο μπορεί τους ανθρώπους. Μα δεν αρκούν όλα αυτά. Χωρίς τη προσωπική μας κινητοποίηση τη δική μας ενεργοποίηση η αγάπη δεν στεριώνει.
Αδελφοί μου!
Την προσεχή Τετάρτη αρχίζει, συν Θεώ, η τεσσαρακοστή των Χριστουγέννων. Δεν είναι τυχαίο ότι ορίστηκε να διαβάζεται η παραβολή αυτή στην αρχή της περιόδου που μας οδηγεί στα Χριστούγεννα. Τα Χριστούγεννα γιορτάζουμε την ενανθρώπηση του Θεού, το γεγονός ότι ο ίδιος ο Θεός πήρε πάνω του την ανθρώπινη φύση πώς έκανε και σήμερα ο καλός Σαμαρείτης.
Έτσι μιλώντας στη παραβολή του Καλού Σαμαρείτη ας κλείσουμε με τον ύμνο της αγάπης. Είναι ο πιο ταιριαστός επίλογος.
Ακόμα κι αν ήξερα να μιλώ όλες τις γλώσσες των ανθρώπων μα και των αγγέλων, χωρίς όμως να έχω αγάπη, θα είχα γίνει χαλκός που βγάζει σκέτους ήχους ή τύμπανο που δημιουργεί μόνο φασαρία. Kι αν είχα το χάρισμα της προφητείας και κατανοούσα όλα τα μυστήρια και κατείχα όλη τη γνώση, κι αν είχα όλη την πίστη, έτσι που να μετατοπίζω βουνά, χωρίς όμως να έχω αγάπη, θα ήμουν ένα τίποτε. Kι αν ακόμα διάνεμα όλα τα υπάρχοντά μου για να θρέψω τους πεινασμένους, κι αν παρέδιδα το σώμα μου να καεί στη φωτιά, χωρίς όμως να έχω αγάπη, δε θα με είχε ωφελήσει σε τίποτε.
H αγάπη μακροθυμεί, επιζητάει το καλό. H αγάπη δε φθονεί.
H αγάπη δεν καυχησιολογεί, δεν αλαζονεύεται, δε φέρεται άπρεπα, δεν κυνηγάει το δικό της συμφέρον, δεν κυριεύεται από θυμό, δεν κρατά λογαριασμό για το κακό που της κάνουν, δε χαίρεται για την αδικία, αλλά μετέχει στη χαρά για την επικράτηση της αλήθειας. Όλα τα καλύπτει, όλα τα πιστεύει, όλα τα ελπίζει, όλα τα υπομένει. H αγάπη ποτέ δεν ξεπέφτει.