Τρίτη 26 Δεκεμβρίου 2017

Ας εξαγοράσουμε λοιπόν το χρόνο μας.

Αποτέλεσμα εικόνας για ΝΕΟ ΕΤΟΣ
Ένα καινούριο χρόνο, αγαπητοί Χριστιανοί, υποδέχεται και πάλι ο κόσμος μας.  Ένας καινούριος χρόνος εισέρχεται στο προσκήνιο της ιστορίας εν μέσω πάλι ξέφρενων και πολυποίκιλων εορταστικών εκδηλώσεων. Φώτα, δένδρα, μουσικές, δώρα, αγορές, ξεφαντώματα, πολλές ευχές. 
Νέο έτος, λοιπόν,   ….. Και γιορτάζουμε όλοι και πανηγυρίζουμε για την πρώτη μέρα του έτους και την είσοδο μας σ’ αυτό. Και προσφέρουμε και δεχόμαστε ευχές –πληθωρικές ευχές- και ελπίδες. Και οι πόθοι μας αναπτερώνονται ξανά, για ένα καλλίτερο «αύριο», και οι βλέψεις μας, σε κάτι διαφορετικό, πιο όμορφο, πιο ανθρώπινο, για ακόμη μια φορά διακαείς και έντονες.
Αγαπητοί Χριστιανοί.
Ανέκαθεν ο άνθρωπος ψάχνει, ελπίζει και προσπαθεί για ένα καλλίτερο κόσμο. Και πρώτα – πρώτα ο αγώνας γι’ αυτή την ίδια τη ζωή. Αγώνες για την εξασφάλιση των απαραίτητων για την επιβίωση αγαθών. Αγώνες για την κοινωνική άνοδο και επικράτηση. Αγώνες για την επαγγελματική τακτοποίηση και οικονομική χειραφέτηση. Και κοντά σ’ αυτούς κι άλλοι αγώνες με ευγενέστερο περιεχόμενο, αγώνες εθνικής μορφής, ιδεολογικοί, πολιτικοί και τόσοι και τόσοι άλλοι.
Αγώνες λοιπόν πολλοί και διάφοροι συνθέτουν το πλαίσιο μέσα στο οποίο ζει και κινείται ο άνθρωπος. Και σήμερα πρώτη του νέου έτους και για αρκετές ακόμη ημέρες, αναπτερώνεται η αγωνιστική μας διάθεση για την κατάκτηση των αυτονόητων και την πετυχημένη έκβαση των εναγώνιων επιδιώξεων μας.
Αδελφοί μου.
Είναι αλήθεια ότι το σύγχρονο άνθρωπο τον διακατέχει το ανικανοποίητο. Όχι μόνο τώρα, στις αρχές της καινούριας χρονιάς, τώρα με τους προγραμματισμούς και τους προϋπολογισμούς του για το αμέσως επόμενο χρονικό πλαίσιο των 365 ημερών, αλλά, πάντα και παντού. Συνεχώς αναζητά για να γεμίσει τη ζωή του. Όλο ψάχνει και ποτέ δεν αρκείτε ποτέ δεν αναπαύεται στα επιτεύγματα του. Η «πείνα», λοιπόν, και η «δίψα», για το διαφορετικό και το καινούριο, χαρακτηριστικό γνώρισμα του ανθρώπου. Και γεννάται το ερώτημα:
Γιατί να μην μπορούμε να ικανοποιηθούμε στις αναζητήσεις μας; Γιατί να μην μπορούμε ποτέ να χορτάσουμε τη ψυχή μας τη στιγμή που έχουμε όλη τη πλάση στη διάθεση μας; Γιατί να μην μπορούμε να ξεδιψάσουμε πραγματικά τη στιγμή που καμιά πηγή δεν έχουμε αφήσει απλησίαστη και ανεξερεύνητη, είτε αυτή λέγεται επιστήμη, είτε τεχνολογία, είτε φιλοσοφία, είτε πολιτική, είτε οτιδήποτε άλλο;
Η απάντηση είναι ότι στις αναζητήσεις μας προσεγγίζουμε τα ζητούμενα μέσα από λάθος δρόμους. Σίγουρα έχουμε κάνει ένα τεράστιο λάθος. Ο κόσμος που ζούμε, οι ελπίδες και τα όνειρα  μας, οι πίκρες και οι χαρές μας, όλος ο αγώνας μας για τη ζωή γενικά, δεν είναι μια υπόθεση άσχετη με τον τελικό σκοπό της ύπαρξη μας. Και ενώ πρέπει να διψάμε για το Θεό, ενώ πρέπει να αναπαυόμαστε με την αγάπη, τη δικαιοσύνη, την προσφορά, ακόμα και τη θυσία, αναπαυόμαστε στο απόλυτο συμφέρον, στην περιποίηση του «εγώ» μας, και σ’ ένα απίστευτο «ωχαδερφισμό». Ο «ευτουλισμός» μας έγινε ιδεολογία και σήμα κατατεθέν της «πολιτισμένης» εποχής μας. Η απομάκρυνση μας απ’ το Θεό και η συνεχής και επίμονη αποθέωση των κατακτήσεων μας, μας στέρησαν από τη δυνατότητα να κοιτάξουμε λίγο πιο πέρα από τον εαυτό μας, και να δούμε το δράμα ενός αντιφατικού κόσμου που παλεύει δίπλα μας και ψάχνει να βρει τον εαυτό του.
Που έχουμε φτάσει!   
Μιλάμε υπερβάλλοντας για ελευθερία και έχουμε υπο­δουλωθεί σε πολλές μορφές ψυχολογικής και κοινωνικής δουλείας. Εγκαταλείψαμε τα παιδιά μας χωρίς αρχές, χωρίς αληθινά πρότυπα και αναζητούν τη χαρά, και τον παράδεισο, στα θολά νερά του αλκοόλ, των ναρκωτικών, του ασύδοτου ηδονισμού και καταλήγουν στην τυραννία, και την κόλαση. Οι μεγάλοι και οι ισχυροί, παίζουν το ρόλο του Πόντιου Πιλάτου. Θεατές φρικτών καταστάσεων και πίσω από τα φαινόμενα ίσως συνεργούν στην αθλία κατάσταση. Η δικαιοσύνη, λόγος κενός, που χάνεται μέσα σε δολοπλοκίες.  Φτώχεια και πείνα μαστίζει το 1/3 του πληθυσμού της γης και από το άλλο μέρος πλούτος, αλόγιστη σπατάλη και επίδειξη άκριτης ματαιοδοξίας. Η βιομηχανία με το πάθος του απροσμέτρητου κέρδους κατα­στρέφει τη γη και την ατμόσφαιρα της.
Μιλάμε για χριστιανισμό, για ανθρώπινα δικαιώματα, για την προστασία του παιδιού και η κυριαρχία του μίσους φέρνει αντιμέτωπους τους λαούς, διαψεύδει τις ελπίδες των εθνών και επιβάλλει τη σκληρότητα και τη βία, ακόμη και εις βάρος των τρυφερών παιδικών υπάρξεων. Μιλάμε για τη νεολαία, ενώ έχει τραυματιστεί βά­ναυσα συνειδησιακά από τις αντιφάσεις τις δικές μας. Δυστυχώς έχουμε κατορθώσει να συμβιβαστούμε με μια κοιμισμένη συνείδηση.
Ακόμα, μας λέει ένας σύγχρονος θεολόγος! «Ο αιώνας μας βάλθηκε και βιάστηκε να πλάσει το μύθο για το «θάνατο» του Θεού, στο όνομα μιας κα­θαρά ανθρωπιστικής λογικής και ουμανιστικής υπε­ροψίας: Ο «θάνατος» του Θεού όχι μόνο δεν αφήνει ρωγμές στη δομή του κόσμου, αλλά και θα επιτρέψει επί τέλους στον άνθρωπο να πραγματοποιήσει ανε­νόχλητος τον εαυτό του και να ζήσει τη ζωή του, να ασκεί απεριόριστα την ελευθερία και την αγάπη του! Σύμφωνα μ' αυτή τη φιλοσοφία, ο «θάνατος» του Θεού είναι ή ζωή του ανθρώπου (ξεχνώντας βέβαια τον αληθινό θάνατο του Θεού πού είναι πηγή ζωής και αναστάσεως), γιατί ό Θεός, στα όρια φαίνεται των ιδεών περί Θεού, είναι το αδύνατο, το δειλό, το πονηρό και ανέραστο όν, πού φοβάται, μισεί, επιβου­λεύεται και εχθρεύεται τη ζωή του ανθρώπου. Στο δαιμονικό ψευδοδίλημμα: ή ο Θεός ή ο άνθρωπος, ο άνθρωπος δε δυσκολεύεται να διαλέξει το μηδενισμό, γιατί δε θ' αργήσει να ανακαλύψει ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί να υποκαταστήσει ή αντικαταστήσει το Θεό. Έτσι όμως φτάσαμε στην τραγωδία του σύγ­χρονου άθεου ανθρωπισμού, στη σύγχυση των ουμανισμών και των πολιτισμών: Ο δαίμονας νίκησε κι ο άνθρωπος έμεινε χωρίς να πάει πουθενά. Ο δρόμος της αυτοθεοποιήσεως του ανθρώπου οδηγεί στην κα­ταστροφή του ίδιου του ανθρώπου και της ελευθε­ρίας του». ( π. Μιχαήλ Καρδαμάκης).
«Και είναι οδυνηρό να βλέπει κανένας το φόβο και την υποκρισία του αυτονομηθέντος και αυτοθεοποιηθέντος ανθρώπινου όντος: Να είναι ελεύθερος, αλλά γε­λοίος και κυνικός, παντοδύναμος, αλλά φοβισμένος και επικίνδυνος, παντογνώστης, κάτοχος μιας εξυ­πνάδας πού καταπιάνεται με όλα ή τα εξηγεί όλα, άλλα πού τα αγνοεί ή τα αρνείται όλα. Και ενώ αρνήθηκε το θεό, αρνείται να αναλαμβάνει τις ευθύνες της απεριόριστης ελευθερίας, της παντοδυναμίας και παντογνωσίας του. Ενώ κατέστησε τον εαυτό του «μέτρον πάντων χρημάτων», η αρχή κάθε σοφίας, την αυτάρκη και αυτονόητη εξήγηση όλων των πραγ­μάτων, παραμένει ανήμπορος και τρομαγμένος ενώ­πιον του μυστήριου του κόσμου. Ενώ γι' αυτόν τον αλλοτριωμένο από το Θεό και αυτονομημένο άνθρω­πο όλα επιτρέπονται και όλα είναι δυνατά, ταυτόχρο­να διαπιστώνει ότι ό ίδιος δεν μπορεί να αντέξει αυτή την ανεξέλεγκτη πλησμονή των θελήσεων και των δυ­νάμεων του, όταν μάλιστα ανακαλύπτει τον κίνδυνο πού κρύβεται σ' αυτές τις θελήσεις και τις δυνάμεις του». ( π. Μιχαήλ Καρδαμάκης).

Αγαπητοί Χριστιανοί.
Πριν μια βδομάδα γιόρτασε όλος ο Χριστιανικός κόσμος την ενανθρώπηση του θεού. Γιορτάσαμε, μάλιστα σε έντονους ρυθμούς, την έλευση του θεού στον κόσμος μας και όλοι, μικροί και μεγάλοι, μιλήσαμε για τα Χριστούγεννα.
Αυτός ο ταπεινός Χριστός με την έλευση του αναδημι­ούργησε τον άνθρωπο. Καθάρισε την ύπαρξη του, τον κατέ­στησε εικόνα του, ελεύθερο διανοητή, ένα τέλειο δημιούργη­μα. Του χάρισε τις αληθινές αρετές, τη νηφαλιότητα, την ηρεμία, την ακεραιότητα, την αγαθοσύνη. Την πραγματική σοφία, τη δικαιοσύνη, την ανεξικακία, την καθαρή πίστη και προπαντός την αγάπη. Ανέβη ο άνθρωπος ψηλά, για να φθάσει το θεό και την αθανασία. Ίδρυσε ο Χριστός την Εκκλησία, μια υπέροχη κοινωνία προσώπων, όπου όλα τα ενώνει –πρέπει να τα ενώνει  -  η ανιδιοτελής αγάπη.
20 αιώνες λοιπόν μ.Χ… Όμως εξακολουθούμε να ζούμε χωρίς Χριστό. Το φως του αστεριού χαμένο μέσα σε έντονα πάθη, στην προβολή όχι της ανθρώπινης αξίας, αλλά της απαξίας στην καταρράκωση κάθε αξιοπρέπειας. Αντί της αγάπης, της δικαιοσύνης, της ανεξικακίας, της εθελοθυσίας, η υποτίμη­ση της ανθρώπινης ζωής, η κυριαρχία του κέρδους, η περιφρόνηση όλων των θεσμών που οικοδόμησαν και οικοδομούν τον αληθινά ανθρωπιστικό πολιτισμό. Ο Χρι­στιανισμός προβάλλεται σαν μία βιτρίνα και δυστυχώς οι περισσότεροι ζούμε μέσα σε μία αντιφατικότητα λόγων και πράξεων. Ο άνθρωπος ζαλισμένος από την τεχνική της επιστήμης, και την τεχνολογία, έγινε δούλος των ειδώλων  και της μηχανής και έχασε το πνεύμα του, έχασε την αληθινή ύπαρξη του. Ζούμε όλοι μας σήμερα σε τρομακτικές αντιφάσεις.
«Έχει ήδη διατυπωθεί η βεβαιότητα ότι «ο εικοστός πρώτος αιώνας θα είναι η μυστικιστικός ή τίποτα». Οι άνθρωποι άρχισαν ήδη να αναγνωρίζουν ότι τίπο­τα δεν είναι πιο άνανδρο και πιο μάταιο, πιο άχρηστο και πιο απελπιστικό, από του να κάνουν το γενναίο ενώπιον του θεού ή να αρνούνται το θεό, χωρίς να έχουν κάτι αντάξιο να προτείνουν στη θέση του. Και φαίνεται ότι ο κόσμος, με τα γρηγορούντα πνεύματα του, προετοιμάζεται για μια νέα εποχή, πού ήδη έχει αρχίσει όταν οι κάθε λογής επαναστάσεις αποδείχτη­καν «φιάσκο» και διαψεύστηκαν οι ιδεολογίες, για να παραχωρήσουν τη θέση τους στην πνευματική ανα­ζήτηση και το θεολογικό-θεανδρικό μυστήριο: Όλα τείνουν να καταλήξουν στην ελπίδα ότι μόνο ο Θεός και η πίστη στο θεό είναι η διαφάνεια του ανθρώπου και η πίστη στον άνθρωπο, ότι μόνο στο θεό έχουμε τη βεβαιότητα της υπάρξεως και της αιωνιότητας της υπάρξεως του ανθρώπου. Τα γεγονότα του αιώνα μας είναι τόσο τραγικά, αλλά και τόσο αποκαλυπτι­κό εκφράζουν τόση αθλιότητα αλλά και τόση δίψα, πού είναι σαν να επιβεβαιώνουν και να διακηρύσ­σουν: «Σήμερα, λοιπόν, ο Θεός ή τίποτα». …( π. Μιχαήλ Καρδαμάκης).
Σήμερα λοιπόν ή Θεός ή τίποτα!

Όλοι μας και ο καθένας μας ξεχωριστά να επαναπροσδιορίσουμε τις σχέσεις μας με τη πλάση ολόκληρη. Με τον εαυτό μας, το συνάνθρωπο μας, το Θεό. Να νοιώσουμε επιτέλους ότι κοινωνία σημαίνει αλληλεξάρτηση και να μη διστάσουμε να δούμε κατάματα τις αδυναμίες, τα πάθη, τις ελλείψεις μας. Ο Χριστός είναι η μοναδική διέξοδος στα αδιέξοδα μας. Η μοναδική ελπίδα στη σημερινή απελπισία, το μοναδικό στήριγμα στον κλονισμένο άνθρωπο. Ας εξαγοράσουμε λοιπόν το χρόνο μας. Ας θεωρήσουμε την καινούρια χρονιά σαν μια ακόμη ευκαιρία, σαν «παροχή» του Θεού στον άνθρωπο, για να ανακαινίσει τον εαυτό του και τον κόσμο μέσα στον οποίο ζει. 

Τετάρτη 13 Δεκεμβρίου 2017

«έρχεσθε ότι έτοιμά εστι πάντα»./ ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟΠΑΤΟΡΩΝ

Σχετική εικόναΚαθώς βηματίζουμε προς τα Χριστούγεννα η Εκκλησία, με τέλεια παιδευτικό τρόπο, μας οδηγεί σε μια σημαντική συνάντηση. Μας καθοδηγεί και μας προωθεί να συναντήσουμε ευλογημένες και αγιασμένες μορφές, που προετοίμασαν τον ταλαίπωρο κόσμο για την μεγάλη και συγκλονιστική, την σώζουσα και ελπιδοφόρα συνάντηση με τον Θεάνθρωπο Λυτρωτή.
Έτσι με φιλάνθρωπο τρόπο προσεγγίζει την ταραγμένη ζωή μας και στο ανήσυχο σκοτάδι της αγωνίας μας, ρίχνει ιλαρό φως με την προβολή και την παρουσίαση των ιερών μορφών των Προπατόρων.
Ταυτόχρονα φέρνει στ’ αυτιά μας ένα αγωνιώδες κάλεσμα του Θεού για την πραγματοποίηση, μέσα στα όρια του ανίσχυρου και πεινασμένου  κυριολεκτικά στη ψυχή κόσμου, μας, ενός Μεγάλου Δείπνου. Μας φέρνει πιο κοντά στην ουσία και το περιεχόμενο, το βάθος της Σάρκωσης του Θεού. Τότε ακριβώς μετέχουμε στο σωτήριο Δείπνο ζώντας, προσωπικά και βαθειά. 
Εύκολα, αδελφοί μου, ο άνθρωπος με καθαρά μάτια μπορεί να διακρίνει το σωτήριο νόημα του Δείπνου, στο οποίο σήμερα, με την ευκαιρία της μνήμης των προπατόρων του Κυρίου μας και ενώ βρισκόμαστε στα Προπύλαια των Χριστουγέννων, αναφέρεται η Εκκλησιά. Ένα Δείπνο αλλιώτικης μορφής. Ένα δείπνο με το οποίο ο πιστός κοινωνεί το Χριστό. Εξάλλου σε κάθε εποχή, πολύ περισσότερο στην δική μας, που την διακρίνει η βαριά και καταθλιπτική σύγχυση γύρω από τα πνευματικά, που ο άνθρωπος τριγυρνά τους άφιλους και ανάδελφους κοινωνικούς δρόμους περίτρομα και βασανιστικά, που τον τρέφει ο άγριος υλιστικός μας πολιτισμός με τα ευτελή, ατελή και φθοροποιά ξυλοκέρατά του. που γονατισμένος νευροψυχικά, όπως είναι, δεν αντέχει να σηκώνει κεφάλι και ν ατενίζει μ ελπίδα το μέλλον του, αφού το παρόν τον κρατά δέσμιο στην σκληρή πραγματικότητα, που κολυμπάει στ αγαθά, αλλά παραμένει αχόρταγος, πεινασμένος εσωτερικά και βασανίζεται,  που άτολμα απευθύνεται στον Θεό ή πεισματικά τον αγνοεί και προσπερνά αδιάφορα από κοντά Tου για να γίνεται η πείνα και η δίψα της καρδιάς ολοένα και περισσότερο εφιαλτική, ο Θεός, ταπεινά. σιωπηρά και χαρισματικά, επιμένει να προσφέρει το ιερό και μαρτυρικό Tου Σώμα, για να τραφεί το πολύπαθο πλάσμα Tου, ο άνθρωπος.
Μεγαλόπρεπο το Δείπνο της βασιλείας του Θεού. Μεγαλόπρεπο και πλούσιο σε πνευματικά αγαθά, όπως και ο Θεός ο οποίος το ετοίμασε για χάρη των ανθρώπων και τους οποίους εκάλεσε να γίνουν συμμέτοχοι αυτών των αγαθών.
Όμως ποια η ανταπόκριση στη μεγάλη και τιμητική αυτή πρόσκληση; Δυστυχώς, όχι μόνο αρνητική, αλλά και αποκαρδιωτική. Πρώτον, γιατί ήταν καθολική, αφού «ήρξαντο από μιάς παραιτείσθαι πάντες». Καθολική άρνηση σαν να ήταν προσυνεννοημένοι κάτι που εκφράζει την κοινωνική κατάσταση της εποχής, ή της κάθε εποχής. Η κατάσταση ήταν αποκαρδιωτική όχι μόνο από την καθολικότητα της άρνησης, αλλά και από τους λόγους που ο καθένας επικαλέσθηκε για να δικαιολογήσει την άρνησή του. Κοινό χαρακτηριστικό όλων, η απροθυμία και η άρνηση.
«Αγρόν ηγόρασα», είπε ο πρώτος «και έχω ανάγκη να πάω να το δω». Μια απάντηση που έγινε παροιμιώδης και που εκφράζει διαχρονικά την πλήρη αδιαφορία.
Ο δεύτερος, επικαλείται λόγους επαγγελματικούς. Και αυτοί οι επαγγελματικοί λόγοι όχι μόνο τον απορρόφησαν, αλλά και τον έκαναν άπληστο και προ πάντων, υλόφρονα.
Ο τρίτος θα προβάλει σαν δικαιολογία της άρνησής του το γάμο και την οικογένεια.
Οι καλεσμένοι της παραβολής, αγαπητοί Χριστιανοί, πρόταξαν τρεις διαφορετικούς λόγους για να δικαιολογήσουν την άρνησή τους. Το Δείπνο όμως δεν ματαιώθηκε, ούτε και η πρόσκληση έλαβε τέλος. Η πρόσκληση του Θεού είναι προσωπική και άρα διαχρονική. Απευθύνεται συνεχώς σ’ όλους τους ανθρώπους. Απευθύνεται στους Χριστιανούς και πάλι λίγο πριν το γεγονός της ενανθρώπησης. Απευθύνεται σε μας που δυστυχώς όλο και λιγότερο, όλο και πιο επιδερμικά και εξωτερικά βιώνουμε το γεγονός; Σε μας που περιοριζόμαστε σ’ ένα εξωτερικό διάκοσμο, στις βιτρίνες των ημερών, στα φαγοπότια, τα ξενύχτια, τις διασκεδάσσεις. Σε μας που λέμε πως γιορτάζουμε Χριστούγεννα μα λείπει από αυτά ο Χριστός!
Αλλά και όσοι βρισκόμαστε στην Εκκλησία, ανταποκρινόμαστε στην πρόσκληση για συμμετοχή στο Δείπνο της βασιλείας του Θεού, τη Θεία Κοινωνία; Σ’ αυτή την πρόσκληση που επαναλαμβάνεται κάθε φορά που τελείται το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, απαντούμε θετικά; Κι ακόμη περισσότερο, όσοι ανταποκρινόμαστε θετικά, μήπως η συμμετοχή μας στο μυστήριο της Θείας Κοινωνίας έγινε μια απλή συνήθεια; Πόσοι πλησιάζουμε στο μυστήριο με τη συναίσθηση του φόβου του Θεού, ή την πίστη ότι ζούμε το γεγονός της Ενανθρώπησης του Θεού και ζούμε πραγματικά τη δική μας ανάσταση;
H Ζωοτρόφος Τράπεζα που ετοίμασε ο Σαρκωμένος Θεός και παρέδωσε δια της Εκκλησίας Tου στην έναγχο πικραμένη και πνευματικά ταλαιπωρημένη ανθρωπότητα προκαλεί ανύσταχτα, σταθερά και ατελείωτα τον αχθοφόρο της καθημερινότητας. Σε Δείπνο ζωής μας καλεί ο Χριστός. Με την αδιάλειπτη δική Tου παρουσία και την ζωντανή προσφορά. Σφάγιο χορταστικό ο Ίδιος απλωμένο στο ζωοφόρο Τραπέζι της Θείας Ευχαριστίας.
Αδελφοί μου, πλησιάζουν Χριστούγεννα. Ο Ιησούς, με τη μορφή του «δούλου» της παραβολής, μας προσκαλεί και σήμερα «έρχεσθε ότι έτοιμά εστι πάντα». Μας καλεί να μετατρέψουμε το σπήλαιο της καρδιάς μας σε νέα Βηθλεέμ απ’ όπου θα διαλαλείται η ενανθρώπηση πλέον και σαν εσωτερική μαρτυρία ο απόηχος της οποίας θα αντανακλά στην όλη ζωή και συμπεριφορά μας. Ο Κύριος είναι σαφής: «Λέγω γαρ υμίν ότι ουδείς των ανδρών εκείνων των κεκλημένων γεύσεταί μου του δείπνου». Εμείς σε ποιους ανήκουμε, στους «εκλεκτούς» ή στους «κεκλημένους»; Η απόφαση είναι προσωπικά δική μας. Αμήν.