Τετάρτη 7 Μαΐου 2025

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ, ΠΑΡΑΛΥΤΟΥ / Ο ΑΓΙΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΣ Ο ΒΥΖΑΝΤΙΟΣ

 

Ο ΑΓΙΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΣ Ο ΒΥΖΑΝΤΙΟΣ (1774 – 1795) Ένας ένδοξος νεομάρτυς διασώζει τη Μυτιλήνη από τη θανατηφόρο πανώλη και ανακηρύσσεται πολιούχος άγιος του νησιού




Αριστείδης Θεοδωρόπουλος, Εκπαιδευτικός

Μέσα στη σεπτή χορεία των ενδόξων νεομαρτύρων της ορθοδόξου πίστεως,οι οποίοι έλαμψαν ως φωταυγείς αστέρες κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, ξεχωριστή θέση κατέχει ο άγιος νεομάρτυς Θεόδωρος ο Βυζάντιος, ο πολιούχος άγιος της Μυτιλήνης, ο οποίος απαγχονίστηκε για την αγάπη του Ιησού Χριστού στις 17 Φεβρουαρίου 1795 και διέσωσε το ακριτικό και ευλογημένο αυτό νησί του Αιγαίου από τη θανατηφόρο επιδημία της πανώλης το 1832.

Ο άγιος νεομάρτυς Θεόδωρος γεννήθηκε το 1774 στο Νεοχώρι του Βυζαντίου και έζησε επί των ημερών της βασιλείας του σουλτάνου Μαχμούτ Α΄. Οι γονείς του ονομάζονταν Χατζή Αναστάσιος και Σμαραγδή και ανέθρεψαν χριστιανικά τόσο τον Θεόδωρο, όσο και τα δύο αδέλφια του, τον Αντώνιο και τον Γεώργιο. Μάλιστα ο Γεώργιος είχε τέτοια χριστιανική ευσέβεια,ώστε μετά τον δι’αγχόνης μαρτυρικό θάνατο του αδελφού του, του Θεοδώρου, χειροτονήθηκε Μητροπολίτης Αδριανουπόλεως με το όνομα Γρηγόριος. Από μικρός ο Θεόδωρος ήθελε να εξασκήσει την τέχνη της ζωγραφικής. Γι’ αυτό πήγε μ’ έναν ζωγράφο στα ανάκτορα του σουλτάνου, όπου άρχισε να εργάζεται. Όμως μέσα στο μουσουλμανικό περιβάλλον των ανακτόρων παρασύρθηκε από τις ηδονές και τη χλιδή σε τέτοιο βαθμό, ώστε αρνήθηκε τη χριστιανική του πίστη και ασπάσθηκε τον μωαμεθανισμό.

Είχαν παρέλθει τρία χρόνια,όταν η θανατηφόρος επιδημία της πανώλης άρχισε να μαστίζει την περιοχή του Βυζαντίου. Πολλοί άνθρωποι όλων των κοινωνικών τάξεων οδηγήθηκαν στον θάνατο, γεγονός που έκανε τον Θεόδωρο να φοβηθεί και να σκεφθεί τον Θεό. Συναισθανόμενος το αμάρτημά του άρχισε να αναζητά τρόπο για να δραπετεύσει από τα ανάκτορα και να μετανοήσει για την εξώμοσή του. Προσπάθησε να φύγει, αλλά δεν τα κατάφερε, αφού ο δυνατός θόρυβος της πτώσης του από ψηλό τοίχο κινητοποίησε τους μωαμεθανούς των ανακτόρων, οι οποίοι και τον συνέλαβαν. Η δεύτερη προσπάθειά του στέφθηκε όμως με επιτυχία. Με τη βοήθεια ενός χριστιανού γούναρη των ανακτόρων προμηθεύτηκε ναυτικά ρούχα και αφού μουτζούρωσε το πρόσωπό του, έδεσε ένα μαντήλι στο μέτωπό του και σηκώνοντας στους ώμους του μία στάμνα, έφυγε από το παλάτι χωρίς να γίνει αντιληπτός από κανέναν. Μετά τη δραπέτευσή του κατόρθωσε να φτάσει σε συγγενικό του σπίτι, όπου μετά από λίγες ημέρες εξομολογήθηκε, χρίσθηκε με Άγιο Μύρο και κοινώνησε των Αχράντων Μυστηρίων.

Για να μην ανακαλυφθεί όμως από τους Τούρκους, αποφάσισε να φύγει. Έτσι έφτασε στη μυροβόλο και αγιοτόκο νήσο Χίο, η οποία αποτέλεσε τον τόπο της ψυχικής του ανατάσεως, του πνευματικού του ανεφοδιασμού, της βαθιάς του μετανοίας και της προετοιμασίας του για να μαρτυρήσει για τον Ιησού Χριστό. Η καρποφόρα αυτή πνευματική προετοιμασία οφείλεται στην καθοδήγησή του από τον άγιο Μακάριο Αρχιεπίσκοπο Κορίνθου τον Νοταρά (1731 – + 17 Απριλίου 1805), ο οποίος αναδείχθηκε Γενάρχης του Φιλοκαλισμού, πολύτιμος συγγραφέας και θαυμαστός αλείπτης νεομαρτύρων. Την εποχή αυτή ο άγιος Μακάριος εφησυχάζει και ασκητεύει στο μοναστήρι του Αγίου Πέτρου πάνω από την κωμόπολη του Βροντάδου. Σ’ αυτόν τον ευλογημένο χώρο ο άγιος Θεόδωρος βρίσκει την ευκαιρία να διαβάσει πολλά ψυχωφελή βιβλία και κυρίως τα μαρτυρολόγια των νέων μαρτύρων, που τον ενισχύουν στη χριστιανική πίστη και τον παροτρύνουν να ομολογήσει τον Χριστό και να μαρτυρήσει για την αγάπη Του. Τρεις φορές εξομολογήθηκε με δάκρυα στον άγιο Μακάριο για το φοβερό αμάρτημα της αρνησιθρησκείας, ζητώντας το έλεος του Θεού, ενώ καθημερινά υποβαλλόταν σε νέες δοκιμασίες για να στερεωθεί το χριστιανικό του φρόνημα, αλλά και να ενισχυθεί η απόφασή του να μαρτυρήσει για το όνομα του Ιησού Χριστού.

Οπλισμένος πλέον με ακλόνητη πίστη και ψυχική δύναμη ο νεαρός Θεόδωρος έλαβε τη γενναία απόφαση να αναχωρήσει για τη Μυτιλήνη, για να ομολογήσει εκεί τον Χριστό και να μαρτυρήσει για Εκείνον. Στο ταξίδι του τον συνόδευσε και ένας ευλαβής μοναχός, ονόματι Νεόφυτος, ο οποίος έμεινε κοντά του μέχρι το ένδοξο μαρτύριό του, συμπροσευχόμενος και ενισχύοντάς τον ψυχικά. Ο Θεόδωρος του ζήτησε μάλιστα μετά τον θάνατό του να πάει να βρει τους γονείς του για να τους παρηγορήσει, αλλά και να ευχαριστήσει για μια ακόμη φορά τον άγιο Μακάριο, ο οποίος τον καθοδήγησε πνευματικά και τον στερέωσε στην πίστη του. Μέχρι σήμερα σώζονται επτά επιστολές του αγίου Μακαρίου προς την οικογένεια του αγίου Θεοδώρου.

Στη Μυτιλήνη ο νεαρός Θεόδωρος, αφού κοινώνησε των Αχράντων Μυστηρίων, φόρεσε τουρκικά ενδύματα και παρουσιάστηκε με θάρρος στις τουρκικές αρχές, ομολογώντας με παρρησία τη χριστιανική του ταυτότητα,την οποία όπως είπε πριν δέκα χρόνια πρόδωσε, ασπαζόμενος τον μωαμεθανισμό. Μάλιστα μπροστά στα έκπληκτα μάτια του κριτή πέταξε τον μωαμεθανικό σκούφο,ενώ έσχισε τα ενδύματά του, τα οποία και ποδοπάτησε περιφρονητικά. Στην αρχή νόμισαν ότι είναι τρελός, αλλά ο νεαρός μάρτυς απάντησε ότι πιστεύει στο όνομα του Ιησού Χριστού και θα πεθάνει χριστιανός. Η γενναία ομολογία του Θεοδώρου εξόργισε τόσο πολύ τον κριτή και τους παρευρισκόμενους, ώστε αφού τον μαστίγωσαν, τον έστειλαν στο παλάτι του Ναζήρη. Εκεί τον οδήγησαν στη φυλακή και τον υπέβαλαν σε πλήθος βασανιστηρίων. Μεταξύ αυτών τα πόδια του ήταν δεμένα και στον λαιμό του είχαν περάσει βαριά αλυσίδα,κάθε δε μωαμεθανός,ο οποίος περνούσε από μπροστά του, τον κορόιδευε ότι είναι τρελός.Εκείνος όμως ομολογούσε τον Χριστό και δήλωνε ότι είναι υγιής και σώφρων.

Την επόμενη ημέρα οδηγήθηκε ενώπιον του Ναζήρη, ο οποίος προσπάθησε με δώρα και υποσχέσεις να τον μεταπείσει να ασπασθεί και πάλι τον μωαμεθανισμό. Ο Θεόδωρος όμως ομολόγησε και πάλι με παρρησία τη χριστιανική του ταυτότητα, αλλά και τη σταθερή του πρόθεση να μαρτυρήσει για τον ένα και αληθινό Θεό. Τότε ο Ναζήρης διέταξε να τον κλείσουν στη φυλακή και αφού τον έδεσαν, τον μαστίγωσαν ανελέητα με 300 μαστιγώσεις. Άφησαν μάλιστα και τις πόρτες της φυλακής ανοιχτές και κάθε φορά, που έμπαινε κάποιος Τούρκος, τον χτυπούσε βάναυσα. Ο Θεόδωρος προσευχόταν διαρκώς στον Θεό και δεχόταν με καρτερία τα βασανιστήρια, ενώ συνέχισε να δηλώνει ότι είναι χριστιανός. Έφτασαν μάλιστα στο σημείο να του βγάλουν τα μάτια και να του γυρίσουν το κεφάλι προς τα πίσω, ενώ για να τον κάνουν να σωπάσει, του έβαλαν στο στόμα μία ράβδο και του έσπασαν τα δόντια.

Το πρωί του Σαββάτου ο χριστιανός φύλακας τον βρήκε μισοπεθαμένο μέσα στη φυλακή να ψάλλει χαμηλόφωνα τον ύμνο «Τη Υπερμάχω». Στη συνέχεια του ζήτησε να πει στον αρχιερέα να του αποστείλει Θεία Κοινωνία, όπως και έγινε.

Την εποχή αυτή κάποιος νέος από τη Θεσσαλονίκη, ονόματι Γεώργιος, είχε διαβάσει για τα μαρτύρια των παλαιών μαρτύρων, αλλά είχε εξεφράσει τις αμφιβολίες του γι’ αυτά. Έτσι ακούγοντας τα βασανιστήρια του Θεοδώρου, επιθυμούσε να εισέλθει στη φυλακή και να γνωρίσει τον νεαρό αθλητή της πίστεως. Γι’ αυτό και προκάλεσε τον εγκλεισμό του στη φυλακή.Μ’αυτόν τον τρόπο έζησε από κοντά πολλά από τα βασανιστήρια,που υπέστη ο Θεόδωρος, όπως το δέσιμο του κεφαλιού με σχοινί, το κάψιμο του λαιμού του και το μαστίγωμα. Ο Θεόδωρος ευχαρίστησε τον νεαρό Γεώργιο,ο οποίος βρέθηκε κοντά του και τον ενίσχυσε με την παρουσία του στο μαρτύριο.

Ο τοπάρχης όμως της περιοχής πληροφορούμενος τα γεγονότα, δήλωσε ότι όποιος βλασφημεί τη θρησκεία του, καταδικάζεται σε θάνατο. Γι’ αυτό και επισκέφθηκε τον Θεόδωρο στη φυλακή, ζητώντας του να του δώσει το «σαλαβάτι» του, δηλαδή τη μαρτυρία της μουσουλμανικής θρησκείας. Τότε ο Θεόδωρος με παρρησία και σθένος μίλησε τόσο περιφρονητικά για τον Μωάμεθ, ώστε αποφασίστηκε η θανατική του καταδίκη.

Στις 17 Φεβρουαρίου 1795, την ημέρα δηλαδή της μνήμης του αγίου ενδόξου μεγαλομάρτυρος Θεοδώρου του Τήρωνος, και σε ηλικία μόλις 21 ετών ο νεαρός Θεόδωρος έλαβε τον αμάραντο στέφανο του μαρτυρίου με τον δι’ αγχόνης μαρτυρικό θάνατο. Το σώμα του νεαρού μάρτυρος έμεινε τρεις ημέρες κρεμασμένο στην αγχόνη και πολλοί χριστιανοί προσέρχονταν με ευλάβεια και έκοβαν τεμάχιο από τον χιτώνα του, το οποίο βουτούσαν στο αίμα και το κρατούσαν ως φυλακτό. Μετά από τρεις ημέρες οι χριστιανοί ενταφίασαν το μαρτυρικό λείψανο με την πρέπουσα εκκλησιαστική τάξη στον Ιερό Ναό της Παναγίας Χρυσομαλλούσας στην πόλη της Μυτιλήνης, όπου μέχρι σήμερα σώζεται ο τάφος του, ενώ μετά από τρία χρόνια πραγματοποιήθηκε η ανακομιδή του ιερού λειψάνου, το οποίο βρέθηκε ακέραιο. Το γεγονός αυτό πιστοποίησε την αγιότητα του νεομάρτυρος, ο οποίος κατέλαβε ξεχωριστή θέση στη χορεία των πολυάριθμων αγίων της Λέσβου και στη θρησκευτική συνείδηση των κατοίκων του νησιού. Αυτό επιβεβαιώνεται και από τις τριανταπέντε και πλέον εικόνες του αγίου, που φυλάσσονται σε ιερούς ναούς του νησιού, αλλά και από την ιστόρηση εικόνος του αγίου το 1798, τρία μόλις χρόνια μετά το μαρτύριό του, τεθησαυρισμένη σήμερα στον περικαλλή Ιερό Ναό Αγίας Βαρβάρας Παμφίλων Λέσβου.

Μετά την ανακομιδή το άφθαρτο λείψανο του αγίου τοποθετήθηκε στην κρύπτη του Ιερού Μητροπολιτικού Ναού του Αγίου Αθανασίου μέχρι το 1832. Κατά το έτος αυτό έγινε το θαύμα της διασώσεως της πόλεως της Μυτιλήνης από τη θανατηφόρο πανώλη. Μόλις ξέσπασε η φοβερή επιδημία και ο θάνατος άρχισε να χτυπά ολοένα και περισσότερες οικογένειες, οι κάτοικοι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους και να διαφύγουν στους γύρω λόφους. Όμως τίποτα δεν μπόρεσε να σταματήσει τον θάνατο.Ακόμη και η αποστολή ιατρών και φαρμάκων δεν έφεραν κάποιο αποτέλεσμα. Τότε ο άγιος παρουσιάστηκε κατ’ όναρ το βράδυ της πρώτης Παρασκευής της Μεγάλης Τεσσαρακοστής στον τότε Πρωτοσύγκελλο Καλλίνικο και του παρήγγειλε να πει στον Μητροπολίτη να μαζέψει τους χριστιανούς, που είχαν φύγει από την πόλη και να κάνουν αγρυπνία στον Μητροπολιτικό Ναό, βγάζοντας το λείψανο από την κρύπτη του ναού. Ο Πρωτοσύγκελλος δεν έδωσε σημασία στο όνειρο, αλλά ο άγιος εμφανίστηκε και πάλι στον ύπνο του μετά από μία εβδομάδα. Τότε ενημέρωσε τον Μητροπολίτη, ο οποίος με τη σειρά του ζήτησε από τον Τούρκο διοικητή να ειδοποιηθούν οι χριστιανοί για να τελεσθεί η αγρυπνία. Κατά τις πρωινές ώρες και ενώ ο ναός ήταν κατάμεστος από χριστιανούς, που παρακολουθούσαν την αγρυπνία, ο Μητροπολίτης και ο Πρωτοσύγκελλος έβγαλαν από την κρύπτη το ιερό λείψανο του αγίου και έκαναν λιτανεία γύρω από τον ναό. Από εκείνη τη στιγμή σταμάτησε η επιδημία της πανώλης.Το γεγονός αυτό οδήγησε στην καθιέρωση και ανακήρυξη του αγίου Θεοδώρου του Βυζαντίου ως πολιούχου και προστάτου της πόλεως Μυτιλήνης και της νήσου Λέσβου. Από το 1832 το ιερό λείψανο του πολιούχου του νησιού φυλάσσεται ως «τιμαλφής θησαυρός» στον Ιερό Μητροπολιτικό Ναό του Αγίου Αθανασίου, εις ανάμνηση δε της θαυματουργικής διασώσεως της πόλεως της Μυτιλήνης από τη θανατηφόρο πανώλη, καθιερώθηκε από το 1936 με πρωτοβουλία του αοιδίμου Μητροπολίτου Μυτιλήνης Ιακώβου του από Δυρραχίου παλλεσβιακή πανήγυρις με πάνδημη λιτάνευση του ιερού λειψάνου του στην πόλη της Μυτιλήνης την Κυριακή του Παραλύτου (Δ’ Κυριακή από του Πάσχα),επικυρωθείσα διά βασιλικού διατάγματος στις 8 Μαΐου 1937.

Το 1995 πραγματοποιήθηκαν επίσης στη Μυτιλήνη λαμπρές εορταστικές εκδηλώσεις επ’ ευκαιρία της επετειακής συμπληρώσεως 200 ετών από το ένδοξο μαρτύριο του αγίου (1795-1995);.Μεταξύ αυτών ήταν και η θεμελίωση περικαλλούς Ιερού Ναού επ’ονόματί του στο προαύλιο του Στρατηγείου της 98 ΑΔΤΕ, ενώ το 1998 συνεκλήθη και το πρώτο Ειδικό Επιστημονικό Συνέδριο προς τιμήν του.

Η ευχή όλων μας είναι ο πολιούχος και προστάτης της Μυτιλήνης άγιος νεομάρτυς Θεόδωρος ο Βυζάντιος να πρεσβεύει αδιάλειπτα στον Πανάγαθο Θεό για την ενίσχυση της χριστιανικής πίστεως στην Ελλάδα του 21ου αιώνα,αλλά και για τη σωτηρία της ψυχής μας στην υλιστική και τεχνοκρατική εποχή μας, εμπνεόμενοι από το ακμαίο αγωνιστικό φρόνημα και τη σθεναρή ομολογία του νεαρού μάρτυρος στον Κύριο ημών Ι

Παρασκευή 2 Μαΐου 2025

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ



       ΔΕΥΤΕ ΛΑΒΕΤΕ ΦΩΣ



 «  Αναστάσεως ημέρα λαμπρυνθώμεν Λαοί, Πάσχα Κυρίου, Πάσχα, εκ γάρ θανάτου πρός ζωήν, καί εκ γής πρός ουρανόν, Χριστός ο Θεός, ημάς διεβίβασεν, επινίκιον άδοντας»
.
Με της Ανάστασης το θαύμα, το παγκόσμιο και το αιώνιο, γεμίζει και πάλι η πλάση ολόκληρη, αγαπητοί Χριστιανοί.
Με της Ανάστασης την ασύγκριτα μεγάλη, την ανείπωτη χαρά, γεμίζουν οι καρδιές  μας και τα στήθη μας φουσκώνουν και θεριεύουν και παίρνουν δύναμη περίσσια ώστε σ’ όλο τον κόσμο ν’ ακουστεί και την κτίση συθέμελα να ταρακουνήσει η επινίκια ιαχή: ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ ΕΚ ΝΕΚΡΩΝ.
«Ας χαρούμε ψυχικά κι ας ευφρανθούμε πνευματικά τούτη τη μέρα. Ας διακηρύξουμε στα πέρατα της οικουμένης την Ανάσταση του Σωτήρος μας, ή για να πω καλύτερα τη δική μας σωτηρία.
Γιατί με την Ανάσταση του Χριστού ο Άδης συνταράσσεται, ο διάβολος, πενθεί, η αμαρτία νεκρούται, τα πονηρά πνεύματα εκδιώκονται, οι άνθρωποι οι οποίοι ζουν στη γη ανεβαίνουν ήδη στον ουρανό, οι ευρισκόμενοι στον Άδη νεκροί απελευθερώνονται από τα δεσμά του διαβόλου και καθώς ευρίσκονται κοντά στο Θεό λένε στο διάβολο. Πού βρίσκεται Άδη το κέντρο σου; Αίτιος δε για την αγία αυτή εορτή και πανήγυρη είναι για μας ο Χριστός, που είναι και ο πρόξενος όλων των άλλων ιδικών μας καλών».(Ι. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ).
Χαρείτε λοιπόν αδελφοί μου.
Σημαία λευτεριάς κυματίζει στο κενό μνημείο. Ο Άδης «στένων βοά» και τρέμει σύγκορμος γιατί αλύπητα ποδοπατήθηκε. Τώρα οι νεκροπόλεις σε κοιμητήρια μεταβλήθηκαν και η χαρά βασιλεύει εκεί πέρα .Τώρα διαλύθηκε το σκοτάδι, το ψεύδος νικήθηκε, η κατάρα νεκρώθηκε, ο διάβολος κατατροπώθηκε. Τώρα τα πάντα γέμισαν Φως.

       «Νύν πάντα πεπλήρωται φωτός, ουρανός τε καί γή, καί τά καταχθόνια, εορταζέτω γούν πάσα κτίσις, τήν Έγερσιν Χριστού, εν ή εστερέωται».

«Τώρα, εξηγεί ο Άγ. Νικόδημος ο Αγιορείτης, κατά την σημερινήν ημέραν της Αναστάσεως του Κυρίου δεν είναι άλλα μέρη του κόσμου πεφωτισμένα, και άλλα εσκοτισμένα, αλλά όλα ομού χωρίς καμίαν εξαίρεσιν είναι γεμάτα και πεπληρωμένα από το νοητόν φως του αναστάντος Δεσπότου, και υπέρ τον ήλιον εξαστράπτοντος, ο ουρανός , λέγω, και τα εν τω ουρανώ πάντα, η γη και τα εν τη γη πάντα, και τα σκοτεινόμορφα δε μέρη του άδου και αυτά σήμερον είναι φωτεινόμορφα. Δια τούτο ας μη εορτάζει μόνη η γη και τα εν τη γη, ουδέ μόνος ο ουρανός και τα εν τω ουρανώ, ουδέ μόνα τα καταχθόνια, αλλά όλη ομού η κτίσις, η ουράνιος, η επίγειος και η καταχθόνιος ας εορτάζει την Ανάστασιν του Χριστού, με το φως του οποίου εφωτίσθησαν, ελαμπρύνθησαν και τόσον ευεργετήθησαν…».
Γέμισε φως ο ουρανός, γέμισε φως η γη, γέμισαν φως τα υποκάτω της γης. Γέμισε φως η πλάση ολάκερη. Γέμισαν φως και οι καρδιές των ανθρώπων. Ο Χριστός το φως το αληθινό σκόρπισε απλόχερα το δικό Του το καθάριο το αμόλευτο φως, κι έλαμψε η οικουμένη.
«Φως εκ φωτός έλαμψεν τω κόσμω…». Γι’ αυτό και ο Ι. Χρυσόστομος γεμάτος από ιερό ενθουσιασμό και θεία ευφροσύνη αναφωνεί:

«Σήμερον εν γη χαρά σήμερον εν ουρανώ χαρά…Νυν σκιρτώσιν Άγγελοι νυν χαίρουσι Αρχάγγελοι νυν τα Χερουβίμ και τα Σεραφείμ μεθ’ ημών εορτάζει την παρούσαν εορτήν».          

            Αγαπητοί Χριστιανοί.
Η παρουσία του Θεού στη γη , η συγκαταβατική περιχώρηση της Θεότητος και η κένωση του θεϊκού μεγαλείου ,αποτελεί το κορυφαίο γεγονός στην ιστορία της ανθρωπότητος . Είναι η εκδήλωση της απύθμενης αγάπης και του Θείου ελέους όχι μόνο στον  άνθρωπο αλλά και σ’ ολόκληρη την κτίση . Είναι η αναδημιουργία ,η ανακαίνιση, το ξαναφτιάξιμο του κόσμου αφού στην πρώτη δημιουργία δεν καταφέραμε να αξιοποιήσουμε  «το κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση». Είναι η υλοποίηση του προαιωνίου Θείου σχεδίου για την απολύτρωση του γένους των ανθρώπων .Είναι η εκπλήρωση και η επαλήθευση των προφητειών ότι «…ο λαός που καθόταν στο σκοτάδι είδε φως μεγάλο και σ’ αυτούς που καθόντουσαν στην περιοχή και τα σκοτάδια του θανάτου ανέτειλεν φως».(Ματθ. Δ-16).

Αυτό ακριβώς τονίζεται όλες αυτές τις μέρες  και με κάθε τρόπο, η Εκκλησία μας προσπαθεί να μας το κάνει κατανοητό. Το μέγεθος των δωρεών που αφειδώς δόθηκαν στον άνθρωπο. Απ’ το σπήλαιο της Βηθλεέμ, μέχρι το Γολγοθά και το κενό μνημείο αναβλύζει πληθώρα Θείων δωρεών., εκπηγάζει υπέρλαμπρο ανέσπερο φως, που χωρίς αυτό θα είχαμε μεν τα μάτια ορθάνοιχτα, μα θα βρισκόμασταν στο πιο παχύ σκοτάδι. 

            Χριστιανοί μου.
Πολλοί θέλησαν ,απ’ τα πανάρχαια χρόνια μέχρι σήμερα ν’ αλλάξουν την ιστορία της ανθρωπότητας .Άλλοτε με βίαιο τρόπο, άλλοτε με ήπιο ,προσπάθησαν να ανατρέψουν τα κατά τη γνώμη τους κακώς κείμενα και να δώσουν στον κόσμο άλλη μορφή, να φέρουν την αναγέννηση .
          Τι έγινε όμως; Που είναι η ποθούμενη αλλαγή; Που είναι ο καλλίτερος κόσμος; Δυστυχώς τα πράγματα απέδειξαν ότι τόσες και τόσες προσπάθειες έπεσαν στο κενό. Παρά τα ποτάμια αίματος που χύθηκαν, παρά τις τόσες θυσίες, παρά τα τόσα μεγαλόστομα κηρύγματα, καμιά απ’ αυτές τις προσπάθειες δεν έφερε το ποθούμενο. Στο τέλος καταλήγουμε στον ίδιο παρονομαστή και στο ίδιο αποτέλεσμα.
 Αναγκαιότητες, σκοπιμότητες, συμβιβασμοί ,σφάλματα, υποτέλειες, και η ζωή συνεχίζεται με την ίδια ολισθηρή πορεία.
         
Που είναι λοιπόν το φως ; Που είναι η αγνή και ολόλαμπρη αχτίδα που θα διαλύσει τα σκοτάδια μας;                                                                                                               

          Ο εξαίρετος Χριστιανός ποιητής  Γ. Βερίτης καταγράφοντας αυτόν τον εναγώνιο πόθο του ανθρώπου μας λέει:

 «Φως ζητάμε! Φως διαβάτη

 Πήραμ’ ένα γιδοστράτι

Και χυθήκαμε στα σκότη ,

Απ’ την πρώτη μας τη νιότη ,

Και ζητάμε κι όλο πάμε

Κι όσο πάμε και ζητάμε».

Την απάντηση την παίρνουμε και πάλι από τον ίδιο :  
    
« Aπ’ τη Φάτνη ως το Σταυρό
 μπόρεσα κι εγώ να βρω
 τ’ άϋλο Φως  π’ αναζητάτε».

          Απ’ τη Φάτνη λοιπόν ως το Σταυρό ! Εκεί βρίσκεται το φως που ζητάμε .Εκεί βρίσκεται η λύση . Εκεί υπάρχει ο ασφαλής τρόπος για ν’ αλλάξει η ιστορία του κόσμου , ν’ αναγεννηθεί και να μεταμορφωθεί .Γι’ αυτό ακριβώς το φως μιλάει και ο προφήτης Ησαΐας  ,όταν μας λέει: «ο λαός που καθόταν στα σκοτάδια είδε φως μέγα» Αυτό το Φως ομολογούμε κάθε φορά σε κάθε Θ.Λειτουργία όταν διακηρύττουμε «είδομεν το φως το φως τÁ αληθινόν ελάβομεν πνεύμα επουράνιον».

          Μέσα σ’ αυτό το φως ο παραπεταμένος βρίσκει στοργή .ο πικραμένος λύτρωση ,ο περιφρονημένος έλεος ,ο κυνηγημένος δικαιοσύνη, ο δούλος γίνεται ελεύθερος, ο ληστής άγιος, ο παραστρατημένος επιστρέφει στο δρόμο της σωτηρίας .

          Μακριά και πέρα απ΄αυτό το Φως υπάρχει δουλεία ,υπάρχει λαθεμένη πορεία , υπάρχει υποκρισία και καταναγκαστικά έργα .Όλα τα άλλα φώτα είναι άτονα και ασταθή . Δημιουργούν σύγχυση και ταραχή ,δίνουν λαθεμένες εντυπώσεις .Αλήθεια πως θα χαρακτηρίζαμε αυτόν που θα προσπαθούσε να αντικαταστήσει το φως του ήλιου με το φως ενός κεριού; Τέτοιοι και χειρότεροι είναι όλοι αυτοί οι «φωταδιστές», που νομίζουν πως μπορούν να σκιάσουν το Φως το αληθινό. Ζουν με τις ψευδαισθήσεις και τα ερείπια των επινοήσεων τους . Είναι αυτοί για τους οποίους και πάλι ο Βερίτης θα πει  ; «Ήταν φώτα , χίλια φώτα ,μα δεν ήτανε το Φως».
          Αγαπητοί Χριστιανοί. Ο ανεξάντλητος και πάντα επίκαιρος, άφθαστος λογοτέχνης και άνθρωπος Φώτης Κόντογλου μας λέει:
«Ο Χριστός μας έφερε την παλιγγενεσία, το ξαναγέννημα…Άλλη ελπίδα από το Ευαγγέλιο δεν υπάρχει για τον άνθρωπο.  όποιος δεν ένοιωσε αυτό το μυστήριο το φοβερό και χαροποιό δεν ένοιωσε τίποτα.  Ο Χριστός δεν ήρθε για να συνεχίσει τα όσα είπανε και πράξανε οι αρχαίοι φιλόσοφοι κ’ οι ηθικολόγοι .Μας έφερε καινούρια ζωή ,καινούρια αγάπη ,καινούρια λύπη, καινούρια χαρά, καινούρια καρδιά .Ο Χριστός την αγάπη δεν μας τη δίδαξε μονάχα,  αλλά και μας την έδωσε. Με το Χριστό είναι όλα ήμερα και απλά ,γιατί έχουνε την ελπίδα του Ευαγγελίου και την παρηγοριά του Αγίου Πνεύματος που λέγεται Παράκλητος δηλαδή παρηγορητής .Πριν έρθει ο Χριστός ο κόσμος ήτανε έρημος και χωρίς αγάπη και οι άνθρωποι ήτανε «οι μη έχοντες ελπίδα» που λέγει ο Απ. Παύλος.

          Γι’ αυτό λοιπόν αδελφοί μου.

Καθαρθώμεν τάς αισθήσεις, καί οψόμεθα, τώ απροσίτω φωτί τής αναστάσεως, Χριστόν εξαστράπτοντα, καί, Χαίρετε, φάσκοντα, τρανώς ακουσόμεθα, επινίκιον άδοντες

«Μέσα στους πανηγυρισμούς και χαρμόσυνους λόγους του Πάσχα, δεν πρέπει ο Χριστιανός να ξεχνά, πως το φως της Αναστάσεως που φωτίζει τα επίγεια, τα ουράνια και τα καταχθόνια,
είναι αδύνατον να παραβιάσει την ελευθερία μας και να φωτίσει τα σκοτάδια που μέσα μας κρύβουμε ζηλότυπα, σαν κάποιον πολύτιμο θησαυρό.


Ο σατανάς μας ψιθυρίζει, πως το σκοτάδι του μέσα κόσμου μας, που δεσμεύει τις υλικές και τις  πνευματικές αισθήσεις μας, είναι τάχα η εγγύηση για την ελεύθερη, την αδέσμευτη, την αισθητική και την αισθησιακή ζωή μας!…αλλά μέσα σ’ αυτό το μουχλιασμένο και βρωμερό σκοτάδι, που οι αισθήσεις σέρνονται σαν σκουλήκια και σαν τα σιχαμερώτερα ερπετά στη λάσπη, πώς θα ιδεί η καρδιά το απρόσιτο φως της Αναστάσεως; Κι επειδή, δίχως καθαρή καρδιά κανείς δεν θα αξιωθεί να δει το Θεό, ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός μας προσκαλεί να γίνουμε πνευματικότεροι εορτασταί της Αναστάσεως, με το να καθαρίσουμε την καρδιά μας και τις αισθήσεις μας ,για ν’ αξιωθούμε να δούμε το φως του Χριστού, και να ακούσουμε καθαρά μέσα μας το «χαίρετε», που είπε στις αγνές Μυροφόρες» ( Π.Β.ΠΑΣΧΟΥ. «ΕΡΩΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ» σελ.215 - ΕΥΦΡΟΣΥΝΗ  ΑΙΩΝΙΟΣ - ).
        

Παρασκευή 4 Απριλίου 2025

Η ΟΣΙΑ ΜΑΡΙΑ Η ΑΙΓΥΠΤΙΑ ΣΤΗ Μ. ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗ


Η ΟΣΙΑ ΜΑΡΙΑ Η ΑΙΓΥΠΤΙΑ ΣΤΗ Μ. ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗ

Αν, αγαπητοί Χριστιανοί, ο «Άσωτος», όπως τον γνωρίζουμε μέσα από την ομώνυμη παραβολή, είναι για μας, κατά τις πρώτες ημέρες του Τριωδίου, η θεωρητική πλευρά της πορείας του ανθρώπου από την αμαρτία στη μετάνοια, από την αποδημία σε χώρους αγνώστους και την αποποίηση των Θεϊκών δωρεών, στην επιστροφή και την επανένταξη, σήμερα, Ε΄. Κυριακή των Νηστειών και στο τέλος της Μ. Τεσσαρακοστής, βλέπουμε όλη αυτή τη διαδικασία, τον κοπιώδη και ανηφορικό δρόμο του γυρισμού, να παίρνει σάρκα και οστά, να γίνεται πράξη, στο πρόσωπο στο οποίο η Εκκλησία μας αφιέρωσε την σημερινή Κυριακή. Την οσία Μαρία την Αιγυπτία.
    «Η Μετάνοια στην πράξη». Ένας άλλος τίτλος λοιπόν που μπορούμε να αποδώσουμε στη σημερινή Κυριακή. Η  μεταστροφή από μια ζωή βουτηγμένη κυριολεκτικά στο βόρβορο της αμαρτίας, από μια ψυχή που έζησε την πτώση στον έσχατο βαθμό, στη ζωή της αγιότητος, της ανοδικής στον ουρανό πορείας, της με το Θεό κοινωνίας, της ανείπωτης χαράς και αγαλλίασης στην αιώνια χαρά της Βασιλείας του Κυρίου μας.
    Πλησιάζοντας λοιπόν στο τέλος της Μ. Τεσσαρακοστής, η Εκκλησία μας, μας δίνει ένα γερό ταρακούνημα, «προς διέγερσιν των ραθύμων και αμαρτωλών εις μετάνοιαν». Θέλοντας να μας βοηθήσει να κορυφώσουμε τους αγώνες μας , φέρνει μπροστά μας ένα ζωντανό παράδειγμα μετανοίας και σωτηρίας. Όχι πια με παραβολές μα με πρόσωπα ζωντανά. Με μια θαυμαστή γυναικεία μορφή που ξεπέρασε τον ίδιο της τον εαυτό και μπόρεσε να προχωρήσει από το «παρά φύσιν» στο «υπέρ φύσιν». Η οσία Μαρία η Αιγυπτία από τον πλέον βρωμερό βούρκο της αμαρτίας, με μια ψυχή καταλεκιασμένη και καταπληγωμένη από τα πυρωμένα βέλη του πονηρού, αξιώθηκε με την ειλικρινή της μετάνοια και την υπεράνθρωπη άσκηση της, όχι μόνο να φτάσει τους μεγαλύτερους ασκητάς μα και να τους ξεπεράσει. Έγινε ανώτερη απ’ τους μάρτυρες, τους ομολογητές, κι αυτούς ακόμη τους θαυματουργούς αγίους. Έφθασε τα μέτρα της τελειότητος, όπως σημειώνει ο ι. υμνογράφος στο κοντάκιο της Αγίας.
Ἡ πορνείας πρότερον μεστωμένη παντείαις.
Χριστοῦ νύμφη σήμερον τῆ μετανοίᾳ ἐδείχθης
Ἀγγέλων τήν πολιτείαν ἐπιποθοῦσα,
Δαίμονας, Σταυροῦ τῷ ὄποῳ καταπατοῦσα,
Διά τοῦτο βασιλείας ἐφάνης νύμφη, Μαρία ἔνδοξε

    Αγαπητοί Χριστιανοί.
Η ΑΜΑΡΤΙΑ
Το μεγαλύτερο πρόβλημα στη σχέση μας με το Θεό, είναι η αποστασία μας. Είναι η «αποδημία μας εις χώραν μακράν». Αυτό το βλέπουμε μεν θεωρητικά στο πρόσωπο του «Ασώτου», μα το κατανοούμαι, γίνεται χειροπιαστό, στην κακώς αυτονομημένη αρχικά και αλλοτριωμένη ζωή της οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας. Και αυτή, όπως φυσικά και κάθε αμαρτωλός, απεδήμησε. Έφυγε μακράν του Θεού. «Όταν αμαρτάνουμε, μας λέγει ο ι. Χρυσόστομος, φεύγουμε από το Θεό, δραπετεύουμε, φεύγουμε σε ξένη χώρα…».
Απομακρυνόμενοι κάνουμε και το πρώτο βήμα της αποστασίας μας. Το δεύτερο βήμα είναι ο διασκορπισμός. Ο διασκορπισμός της «πατρικής ουσίας»  στην παραβολή του «Ασώτου», το ξεπούλημα σώματος και ψυχής στην οσία Μαρία την Αιγυπτία. Τελικά «Στη χώρα της αμαρτίας η ζωή του ανθρώπου είναι ένας διασκορπισμός των θείων χαρισμάτων. Όλες οι Θείες δωρεές με τις οποίες προικίσθηκε από το Θεό ο άνθρωπος για να εργασθεί τη σωτηρία του, δαπανώνται ασώτως: Δηλαδή, δαπανώνται σε μια ζωή μακράν της σωτηρίας, μακράν του Σωτήρος Χριστού». (Ιερομ.Γρηγορίου. Η ΙΕΡΑ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΙΣ. Σελ.23).
    Τα αποτελέσματα αυτής της ζωής φαίνονται καθαρά στο βίο της οσίας Μαρίας. Το πόσο μπορεί η αμαρτία να κυλήσει τον άνθρωπο και να τον οδηγήσει στην έσχατη πτώση, να τον στείλει με μαθηματική ακρίβεια στην καταστροφή και την απώλεια, και μαζί μ’ αυτόν να γκρεμιστούν και άλλοι, χαράσσεται με έντονα και μελανά χρώματα σήμερα.
    Το να απομακρυνθεί κανείς απ’ την μοναδική πηγή ζωής, το να αποκοπεί απ’ τις ρίζες του σημαίνει αποξήρανση. Σημαίνει σκοτάδι, σημαίνει χάος. Και είναι επόμενο αφού όπως σημειώνει ο Άγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος, «Τέτοιοι είναι εκείνοι που ζουν μέσα σε αμαρτίες. Όπως δηλαδή είναι οι νεκροί μέσα στο σκοτάδι, έτσι είναι κι αυτοί. Κι αν περιφέρουν αναρίθμητες λαμπάδες, κι αν κοιτάζουν προς τον ήλιο, κι αν γίνονται χαρούμενοι από τα φορέματα και την άλλη περιποίηση, δεν είναι καθόλου σε καλύτερη θέση από εκείνους που πέθαναν και βρίσκονται μέσα στο σκοτάδι, αλλά και σε πολύ χειρότερη, όσο το μεν ένα είναι φυσικό πράγμα, ενώ το άλλο αποτελεί αντικείμενο της ελεύθερης εκλογής τους».
Θεέ απόστα απ’ εμού, οδούς Σου ειδέναι ου βούλομαι.
Είναι η φωνή του ανθρώπου που αμαρτάνει και που μένει πεισματικά προσκολλημένος στην αμαρτία. Του ανθρώπου που διώχνει απ’ τη ζωή που το Θεό για να μπορεί ανενόχλητα και ανενδοίαστα να εκδαπανάται μέσα στα πάθη του και να σπαταλά ασώτως «την εαυτού ουσίαν».   
«Όλοι βαδίζουν τον πλατύ δρόμο της αμαρτίας, όλοι χάσκουν μπροστά στα υλικά αγαθά αυτού του κόσμου, τρέχουν διαρκώς πίσω από τις σωματικές απολαύσεις, ενώ τις ψυχές τις αφήνουν να λιώνουν από την πνευματική πείνα. Και μολονότι κάθε μέρα δέχονται άπειρα τραύματα από το κακό, ποτέ δεν καταλαβαίνουν τα κακά μέσα στα οποία βρίσκονται». Εδώ λοιπόν χρειάζεται μεγάλη προσοχή. Σήμερα που ζούμε την μεγάλη τραγωδία της αμαρτίας και παράλληλα έχουμε χάσει την έννοια της. Έχουμε αμβλύνει σε αφάνταστο βαθμό το αισθητήριο αυτό ώστε να αμαρτάνουμε χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε, χωρίς να μας ενδιαφέρει. Όλοι μας λέμε ναι στην αμαρτία και όχι στην μετάνοια και την αναγνώριση της πτώσεως μας. Πέφτουμε και δεν κάνουμε καμιά προσπάθεια για να σηκωθούμε.
Η ΜΕΤΑΝΟΙΑ
   Όσο όμως χαμηλά κι αν έχουμε πέσει, όσο πολλές κι αν είναι οι πληγές μας, ότι κι αν έχει συμβεί, πάντα υπάρχει η ελπίδα. Πάντα ο δρόμος για την επιστροφή και τη σωτηρία είναι ανοιχτός. Δεν υπάρχει αμαρτία (εκτός από την αμετανοησία),που να μην την παραβλέπει ο Θεός, δεν υπάρχει πτώση χωρίς ανόρθωση. Ο ι. Χρυσόστομος μας λέει ότι δεν είναι τόσο φοβερό το να πέσει κανείς. Αυτό σ’ όλους μπορεί να συμβεί. Φοβερό είναι το να μην προσπαθήσεις να σηκωθείς. Να παραμένεις πεσμένος.
    Αυτό μας τονίζεται σήμερα μέσω της οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας. ¨Επεσε…Έπεσε στα έσχατα σημεία που μπορεί να φτάσει μια ψυχή. Όμως δεν νέκρωσε ολωσδιόλου τη συνείδηση της. Μπόρεσε τελικά να αντιληφθεί τη θέση της, να συναισθανθεί το μέγεθος και το βάρος της αποστασίας της, να λυπηθεί για την κατάντια της να πει κι αυτή το σωτήριο «αναστάσα πορεύσομαι προς τον πατέρα μου».
    «Η θλίψη της τότε μετατρέπεται σε αυτοκριτική, σε αυτομεμψία, σε αδυσώπητη καταδίκη της αμαρτωλής ψυχής, σε πύρινους ποταμούς δακρύων,, σε πλήρη απόρριψη και περιφρόνηση του πρότερου βίου, σε άρνηση των παλαιών απολαύσεων και επιθυμιών, σε σταθερή απόφαση για πορεία προς την σωστή κατεύθυνση, χωρίς περιστροφές και παρεκκλίσεις, «ίνα Χριστόν κερδίσει». (Αρχιμαν. Νεκτάριος Ντόβας Μ. Τεσσαρακοστή. Σελ.153).

Ω αλλοιώσεως σεπτής, της προς το κρείττον σου, μεταθέσεως σεμνή.
Ω πόθου θεϊκού μισούντος τας σαρκικάς ηδονάς,
Ω πίστεως ζεούσης και θείας πανεύφημε Μαρία

    Αυτό ακριβώς είναι η μετάνοια: η οριακή γραμμή ανάμεσα στον παλαιό αμαρτωλό βίο και την νέα πορεία προς την Ζωή, τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό και Θεό μας. Η μετάλλαξη της ψυχής, η πνευματική μεταμόρφωση, η προοπτική της σωτηρίας, η αισιόδοξη ενατένιση προς τον ουρανό, και την αιωνιότητα. Η απόφαση για μια στροφή 180 μοιρών…».(Αρχιμαν. Νεκτάριος Ντόβας Μ. Τεσσαρακοστή. Σελ.153).
Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ
    Έτσι λοιπόν η κατάντια της οσίας Μαρίας, το κατρακύλισμα της, δεν της έκλεισε το δρόμο που οδηγεί σε συνάντηση με το Θεό. Δεν την απέκλεισε από τη Θεοκοινωνία. Αυτό σημαίνει ότι όπου κι αν βρίσκεται κανείς, σ’ όποια κατάσταση κι αν έχει περιέλθει και για οποιονδήποτε λόγο, άμα καταληφθεί από πόθο θεϊκό, από ζέουσα πίστη, όπως αυτή της οσίας Μαρίας, έχει τη δυνατότητα, μπορεί να διαβεί το δρόμο που οδηγεί στον Αναστημένο Χριστό.
    «Τη στιγμή που ο άνθρωπος μεταθέτει τον έρωτα του από τα κτίσματα στον κτίστη αρχίζει αυτή η πορεία. Κανείς δεν πρέπει να αποθαρρύνεται από την κατάσταση του. Δεν πρέπει να σκέπτεται πως γι΄ αυτόν δεν υπάρχει αυτή η ελπίδα. «Μηδείς οδυρέσθω πταίσματα. Συγγνώμη γαρ εκ του τάφου ανέτειλε». Εξ άλλου τα μάτια του Θεού δεν είναι τα ίδια με τα μάτια του ανθρώπου. Ό, τι φαίνεται κοντά στο Θεό για μας τους ανθρώπους, μπορεί να είναι πολύ μακριά απ’ το Θεό στα μάτια του Θεού, και ασφαλώς ο Θεός δεν νοιώθει κοντά του τον καθωσπρέπει άνθρωπο με την εξωτερική ευσέβεια και την βεβαιότητα του δικαιωμένου… ενώ εμείς βλέπουμε κοντά στο Θεό τους «προφάσει μακρά», προσευχομένους γραμματείς και φαρισαίους που «έξωθεν μεν φαίνονται ωραίοι, έσωθεν δε γέμουσιν οστέων νεκρών και πάσης ακαθαρσίας».(π. Φιλόθεος Φάρος. ΠΡΙΝ ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΤΟ ΠΑΣΧΑ. Σελ.56).
 Ο Χριστός βλέπει κοντά του, ζητά να πάνε μετανοιωμένοι κοντά του, οι τελώνες, οι πόρνες, οι αμαρτωλοί. Ο ίδιος τονίζει ότι δεν έχουν ανάγκη από γιατρό οι υγιείς αλλά οι άρρωστοι. Γι’ αυτό κάλεσε κοντά του και την μεγάλη αμαρτωλή, την οσία Μαρία την Αιγυπτία. Της έδειξε νέες προοπτικές, νέους σκοπούς, νέα οράματα. Της άναψε τον πόθο για σωτηρία. Συναντήθηκε μαζί της. Της χάρισε την αγιότητα..
Αγαπητοί Χριστιανοί.
«Ιδού αναβαίνομεν εις Ιεροσόλυμα»,είναι τα λόγια που απευθύνει σήμερα ο Κύριος προς τους μαθητάς του, καθώς προχωρεί προς το εκούσιο πάθος, «ως πρόβατον επί σφαγή».Καθώς προχωρεί για να ολοκληρώσει το έργο της σωτηρίας του ανθρώπου, με τη μεγάλη θυσία του Σταυρού στο Γολγοθά και να το επισφραγίσει με την Ανάσταση, την αφθαρσία, την αθανασία. Ας τ’ ακούσουμε κι εμείς. Ας ανεβούμε, ας πορευθούμε, κι εμείς μαζί του. Ας ακολουθήσουμε τα βήματα του, ας διαβούμε το δρόμο που αυτός μας χάραξε.
Αυτόν τον δρόμο περπάτησαν οι άγιοι, αυτόν περπάτησε η οσία Μαρία που σήμερα εορτάζουμε, σ’ αυτόν πρέπει κι εμείς να προχωρήσουμε αν ποθούμε συνάντηση μαζί Του.   
Ας προσπαθήσουμε έστω και στο τέλος αυτής της αγωνιστικής περιόδου να συλλάβουμε το βαθύτερο της νόημα. Αν έστω και στο τέλος κατανοήσουμε πόσο μεγάλη σημασία έχει για μας η συνάντηση με τον Αναστημένο Χριστό, τότε θα βιώσουμε και το Πάθος και την Ανάσταση όσο ποτέ μέχρι τώρα στη ζωή μας. Τότε με άφατη αγαλλίαση θα αναφωνούμε:
Ιδού γαρ ήλθε διά του Σταυρού χαρά εν όλω τω κόσμω.