Τρίτη 28 Απριλίου 2020

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ


 ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ


Κατά ἕνα παλαιό λειτουργικό ἔθιμο τῆς Ἐκκλησίας μας, τήν ἑπομένη τῶν μεγάλων ἑορτῶν τελεῖται ἡ «Σύναξις», πανηγυρική δηλαδή συνάθροισις τῶν πιστῶν, πρός τιμήν τῶν ἱερῶν προσώπων, πού διεδραμάτισαν ἕνα σπουδαῖο ρόλο στό ἑορτασθέν γεγονός. Ἔτσι τήν ἑπομένη τῶν Χριστουγέννων ἑορτάζομε τήν Σύναξι τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου καί τήν μετά τά Χριστούγεννα Κυριακή τήν μνήμη Δαυίδ τοῦ βασιλέως, Ἰωσήφ τοῦ μνήστορος καί Ἰακώβου τοῦ ἀδελφοθέου. Τήν ἑπομένη τῶν Θεοφανείων τήν Σύναξι τοῦ Προδρόμου. Τήν ἑπομένη τῆς Ὑπαπαντῆς τήν Σύναξι τοῦ δικαίου Συμεών τοῦ θεοδόχου καί τῆς προφήτιδος Ἄννης. Τήν ἑπομένη τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τήν Σύναξι τοῦ ἀρχαγγέλου Γαβριήλ κλπ. Στό ἴδιο προφανῶς αἴτιο ὀφείλεται καί ὁ ἑορτασμός τήν δευτέρα Κυριακή μετά τοῦ Πάσχα δύο ὁμάδων προσώπων πού ὑπηρέτησαν στό γεγονός τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου, ἀφ᾽ ἑνός δηλαδή τοῦ Ἰωσήφ τοῦ ἀπό Ἀριμαθαίας καί τοῦ Νικοδήμου, πού ἔθαψαν τό σῶμα τοῦ Κυρίου, ἀφ᾽ ἑτέρου δέ τῶν Μυροφόρων γυναικῶν, πού ἦλθαν νά ἀλείψουν μέ μῦρα τό σῶμα καί πρῶτες ἄκουσαν τό εὐαγγέλιο τῆς Ἀναστάσεως καί πρῶτες εἶδαν τόν ἀναστάντα Κύριο. Σύμφωνα λοιπόν πρός τά ἀνωτέρω ἡ σύναξις πρός τιμήν τῶν ἱερῶν αὐτῶν προσώπων θά ἔπρεπε νά ἑορτάζεται τήν ἑπομένη τοῦ Πάσχα, τήν Δευτέρα δηλαδή τῆς Διακαινησίμου. Ἀλλ᾽ ὅλη ἐκείνη ἡ ἑβδομάς, ἀπό τήν Δευτέρα μέχρι τό Σάββατο, κατείχετο ἀπό τό θέμα τῆς Ἀναστάσεως. «Ἐλογίζετο» ὡς μία πασχάλιος ἡμέρα. Ἡ μετά τό Πάσχα πάλι Κυριακή λόγῳ τοῦ γεγονότος πού συνέβη κατ᾽ αὐτήν, τῆς ἐμφανίσεως δηλαδή τοῦ ἀναστάντος στόν Θωμᾶ καί στούς μαθητάς, ἦταν ἤδη κατειλημμένη ἀπό τόν ἑορτασμό τοῦ περιστατικοῦ αὐτοῦ. Ὁ ἑορτασμός του διήρκεσε ὅλη τήν ἐπακολουθοῦσα ἑβδομάδα καί ἡ πρώτη μετά τό Πάσχα ἐλευθέρα ἡμέρα γιά τήν τοποθέτησι τῆς «Συνάξεως» ἔμενε ἡ δευτέρα μετά τό Πάσχα Κυριακή.
Ἔτσι κατά τόν Ι’ αἰῶνα βρίσκομε στό ἑορτολόγιο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως νά ἀναγράφεται στήν Κυριακή αὐτή ἡ «μνήμη τῶν δικαίων Ἰωσήφ τοῦ ἀπό Ἀριμαθαίας καί Μαρίας τῆς Μαγδαληνῆς καί τῶν λοιπῶν μαθητριῶν τοῦ Κυρίου», γιά νά προστεθῇ ἀργότερα σ᾽ αὐτούς καί ἡ μνήμη τοῦ «νυκτερινοῦ μαθητοῦ» τοῦ Χριστοῦ, τοῦ Νικοδήμου. Ἀπολυτίκιο τῆς ἡμέρας, ἐκτός ἀπό τό γνωστό «Ὁ εὐσχήμων Ἰωσήφ...», ἦταν καί τό παλαιό τροπάριο «Τῶν μαθητῶν σου ὁ χορός...», πού σήμερα, κάπως παρηλλαγμένο, ἀπαντᾷ σάν δεύτερο κάθισμα τοῦ ὄρθρου τῆς Κυριακῆς τῶν Μυροφόρων μετά τήν γ’ ᾠδή τοῦ κανόνος καί στήν Παρακλητική σάν δεύτερο καί πάλι κάθισμα μετά τήν δευτέρα στιχολογία στόν ὄρθρο τῆς Κυριακῆς τοῦ β’ ἤχου. Ἀκριβῶς δέ τό τροπάριο αὐτό, πού ἔχει εἰδικά γραφῆ καθώς φαίνεται γιά τήν παροῦσα ἑορτή, μᾶς δίδει καί τό θέμα τῆς Κυριακῆς τῶν Μυροφόρων καί τήν συνάρτησί του πρός τό θέμα τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου:
«Τῶν μαθητῶν σου ὁ χορός

σύν μυροφόροις γυναιξί
ἀγάλλονται συμφώνως,
κοινήν γάρ ἑορτήν αὐτοῖς ἑορτάζομεν
εἰς δόξαν καί τιμήν τῆς σῆς ἀναστάσεως
καί δι᾽ αὐτῶν δεόμεθα, φιλάνθρωπε Κύριε,
τῷ λαῷ σου παράσχου τό μέγα ἔλεος».


Ἡ κοινή ἑορτή τῶν μαθητῶν τοῦ Κυρίου, τοῦ Ἰωσήφ καί τοῦ Νικοδήμου, καί τῶν Μυροφόρων γυναικῶν ἑορτάζεται πρός δόξαν καί τιμήν τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ. Εἶναι δηλαδή μία ἀνακίνησις, μία ἀνανέωσις τοῦ ἀναστασίμου πανηγυρισμοῦ μέ νέο κέντρο, τά πρόσωπα πού ἄμεσα συνεδέθησαν μέ αὐτόν.
Ὁ Ἰωσήφ καί ὁ Νικόδημος κατεῖχαν ὑψηλά ἀξιώματα στήν Ἰουδαϊκή κοινωνία. Ἦσαν μέλη τοῦ Μεγάλου Συνεδρίου, τῆς Βουλῆς. Ὁ πρῶτος, ὁ Ἰωσήφ ὁ ἀπό Ἀριμαθαίας, πόλεως τῶν Ἰουδαίων (Λουκ. 23, 51), «ἄνθρωπος πλούσιος» (Ματθ. 27, 57), «εὐσχήμων βουλευτής» (Μάρκ. 15, 43), «μαθητής κεκρυμμένος διά τόν φόβον τῶν Ἰουδαίων» (Ἰω. 19, 38. Ματθ. 27, 57), πού «προσεδέχετο τήν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ» (Λουκ. 23, 51. Μάρκ. 15, 43) καί δέν συγκατετίθετο μέ τά λοιπά μέλη τοῦ Συνεδρίου στήν κατά τοῦ Χριστοῦ βουλήν καί πρᾶξι των (Λουκ. 23, 51), κατά τίς πληροφορίες τῶν Εὐαγγελίων, ἀναλαμβάνει τόν τολμηρό ρόλο νά ζητήσῃ γιά ταφή τό σῶμα τοῦ ἐκτελεσθέντος ὡς ἐπαναστάτου κατά τῆς Ρωμαϊκῆς ἀρχῆς βασιλέως τῶν Ἰουδαίων. Προσέρχεται στόν Πιλάτο καί ζητεῖ τό σῶμα. Λαμβάνει τήν ἄδεια τῆς ταφῆς, τοῦ ἀποδίδει πρόχειρες νεκρικές τιμές καί τό θάπτει στό κενό μνημεῖο, πού εἶχε ἑτοιμάσει γιά τόν ἑαυτό του. Στό ἔργο του αὐτό βοηθεῖται καί ἀπό ἕναν ἄλλον ἄρχοντα τῶν Ἰουδαίων, τόν Νικόδημο, φαρισαῖο (Ἰω. 3, 1), μέλος καί αὐτόν τοῦ Συνεδρίου, πού παλαιότερα εἶχε ἔλθει μία νύκτα νά συναντήσῃ τόν Χριστό καί νά ἀκούσῃ τήν διδασκαλία Του (Ἰω. 3, 1 ἑξ.) καί εἶχε ἐπιχειρήσει νά τόν ὑπερασπίσῃ ἀργότερα στό Συνέδριο (Ἰω. 7, 50). Αὐτός φέρνει καί μία μεγάλη ποσότητα ἀρωμάτων «μίγμα σμύρνης καί ἀλόης ὡσεί λίτρας ἑκατόν» γιά νά ἐνταφιάσουν τόν Χριστό κατά τά Ἰουδαϊκά ἔθιμα (Ἰω. 19, 39-40).
Τά δύο λοιπόν αὐτά σοβαρά καί εὐϋπόληπτα πρόσωπα προσάγονται ἀπό τήν Ἐκκλησία σάν δύο ἀψευδεῖς μάρτυρες τοῦ θανάτου καί τῆς ταφῆς τοῦ Χριστοῦ. Αὐτοί Τόν εἶδαν νεκρό, ζήτησαν τό σῶμα ἀπό τήν Ρωμαϊκή ἀρχή, τό κατέβασαν ἀπό τόν Σταυρό, τό ἄλειψαν μέ τά ἀρώματα καί τό τύλιξαν στά σάβανα, τό μετέφεραν καί τό ἔθαψαν καί προσεκύλησαν «λίθον μέγαν» στή θύρα τοῦ μνημείου. Εἶναι σάν μία ἔμμεσος ἀπάντησις σ᾽ ἐκείνους πού τυχόν θά ἀμφέβαλλαν γιά τόν πραγματικό θάνατο τοῦ Σταυρωθέντος. «Ἐπί στόματος δύο μαρτύρων καί ἐπί στόματος τριῶν μαρτύρων στήσεται πᾶν ρῆμα», ἔλεγε ὁ Μωσαϊκός νόμος (Δευτ. 19, 15). Καί ἐδῶ μάρτυρες τοῦ θανάτου τοῦ Χριστοῦ δέν εἶναι μόνο οἱ στρατιῶται τοῦ ἐκτελεστικοῦ ἀποσπάσματος, ὁ ἑκατόνταρχος, ὁ Πιλᾶτος, οἱ παριστάμενες γυναῖκες. Ἀλλά καί δύο ἄρχοντες τῶν Ἰουδαίων. Δύο κοινῶς ἀνεγνωρισμένα καί τιμώμενα πρόσωπα.
Οἱ ἐκκλησιαστικοί ποιηταί ἔβαλαν στό στόμα τῶν δύο αὐτῶν ἀνδρῶν θαυμασίους ἐπικηδείους θρήνους. Ἕνας ἀπό αὐτούς εἶναι καί ἐκεῖνος πού πλέκεται στό δοξαστικό τῶν ἀποστίχων τοῦ ἑσπερινοῦ τοῦ πλ. α’ ἤχου. Εἶναι ἕνας ἀπό τούς ὡραιοτέρους ὕμνους καί ψάλλεται καί κατά τήν ἡμέρα τοῦ θανάτου τοῦ Κυρίου, τήν Μεγάλη Παρασκευή, καί κατά τήν ἀκολουθία τῆς Κυριακῆς τῶν Μυροφόρων:
«Σέ τόν ἀναβαλλόμενον τό φῶς ὥσπερ ἱμάτιον,

καθελών Ἰωσήφ ἀπό τοῦ ξύλου σύν Νικοδήμῳ
( καί θεωρήσας νεκρόν, γυμνόν, ἄταφον, εὐσυμπάθητον
θρῆνον ἀναλαβών,
ὀδυρόμενος ἔλεγεν·
Οἴμοι, γλυκύτατε Ἰησοῦ!
ὅν πρό μικροῦ ὁ ἥλιος
ἐν σταυρῷ κρεμάμενον θεασάμενος
ζόφον περιεβάλλετο
καί ἡ γῆ τῷ φόβῳ ἐκυμαίνετο
καί διερρύγνυτο ναοῦ τό καταπέτασμα·
ἀλλ᾽ ἰδού νῦν βλέπω σε
δι᾽ ἐμέ ἑκουσίως ὑπελθόντα θάνατον.
Πῶς σέ κηδεύσω, Θεέ μου;
ἤ πῶς σινδόσιν εἰλήσω;
ποίαις χερσί δέ προσψαύσω
τό σόν ἀκήρατον σῶμα;
ἤ ποία ᾄσματα μέλψω
τῇ σῇ ἐξόδῳ, οἰκτίρμον;
Μεγαλύνω τά πάθη σου,
ὑμνολογῶ καί τήν ταφήν σου
σύν τῇ ἀναστάσει κραυγάζων·
Κύριε, δόξα σοι».)


Ἄν ὁ Ἰωσήφ καί ὁ Νικόδημος εἶναι οἱ μάρτυρες τοῦ θανάτου καί τῆς ταφῆς, αἱ μυροφόροι γυναῖκες εἶναι οἱ πρῶτοι μάρτυρες τῆς Ἀναστάσεως. Αὐτές πού ἐπεθύμησαν νά συμπληρώσουν τίς ἐλλείψεις τῆς ἐσπευσμένης ταφῆς, ἀλλ᾽ ἀντί νά ἀλείψουν μέ μῦρα τό νεκρό σῶμα, ἀντί νά κλαύσουν γιά τόν νεκρό, ἔγιναν οἱ πρῶτοι θεαταί τοῦ κενοῦ τάφου καί πρῶτες αὐτές ἄκουσαν ἀπό τό στόμα τοῦ λευκοφόρου ἀγγέλου τό χαρούμενο καί παράδοξο μήνυμα τῆς Ἀναστάσεως. Αὐτές ἔγιναν ἀπό Μυροφόροι εὐαγγελίστριαι κι᾽ ἔφεραν τό εὐαγγέλιο τῆς ἐγέρσεως στούς μαθητάς καί στόν κόσμο.
Αὐτήν δέ ἀκριβῶς τήν μετάβασι τῶν Μυροφόρων στό μνῆμα καί τό ἀγγελικό μήνυμα, τό ἄγγελμα τῆς Ἀναστάσεως, ποιητικά ἐπεξεργάζεται τό δοξαστικό τῶν αἴνων τοῦ β’ ἤχου. Εἶναι ποίημα τοῦ βασιλέως Λέοντος τοῦ Σοφοῦ καί ἐμπνέεται ἀπό τήν σχετική ἀναστάσιμο περικοπή τοῦ Κατά Μάρκον Εὐαγγελίου (Μάρκ. 16, 1-8), τό Β’ ἑωθινό Εὐαγγέλιο τῶν Κυριακῶν:

«Μετά μύρων προσελθούσαις

ταῖς περί τήν Μαριάμ γυναιξί

καί διαπορουμέναις

πῶς ἔσται αὐταῖς τυχεῖν τοῦ ἐφετοῦ
ὡράθη ὁ λίθος μετῃρμένος
καί θεῖος νεανίας
καταστέλλων τόν θόρυβον αὐτῶν τῆς ψυχῆς·
Ἠγέρθη γάρ, φησιν, Ἰησοῦς ὁ Κύριος·
διό κηρύξατε τοῖς κήρυξιν αὐτοῦ μαθηταῖς
εἰς τήν Γαλιλαίαν δραμεῖν
καί ὄψεσθαι αὐτόν ἀναστάντα ἐκ νεκρῶν,
ὡς ζωοδότην καί Κύριον».


Καί πάλι λοιπόν τήν Κυριακή τῶν Μυροφόρων θά δοξολογηθῇ ὁ νικητής τοῦ θανάτου καί τοῦ Ἅδου. Ὁ νεκρός – τό βεβαιώνουν ὁ Ἰωσήφ καί ὁ Νικόδημος, πού ἔγινε ζῶν – τό βεβαιώνουν αἱ Μυροφόροι. «Ἡ ζωή ἡ ἀθάνατος» πού κατέβη στό βασίλειο τοῦ Ἅδου καί ἐνέκρωσε τόν Ἅδη μέ τό ἀνέσπερο φῶς Του, μέ τήν ἀστραπή τῆς Θεότητός Του. Αὐτός πού ἀνέστησε τούς πεθαμένους ἀπό τά σκοτεινά μνήματα. Ὁ ζωοδότης, πού μέ τήν ἀνάστασί Του σύναψε σέ ἀτελεύτητο δοξολογία τίς δυνάμεις τῶν οὐρανῶν καί τούς λαούς τῆς γῆς. Αὐτός πού ἀπέθανε καί κατέβη στόν Ἅδη, γιά νά μᾶς ἀνεβάσῃ μέ τήν ἔγερσί Του στούς οὐρανούς.
Αὐτό ἀκριβῶς ψάλλει ὁ ὑμνῳδός τοῦ ἀναστασίμου ἀπολυτικίου τοῦ β’ ἤχου, πού θά ἀκουσθῇ τήν Κυριακή τῶν Μυροφόρων στούς ναούς μας:

«Ὅτε κατῆλθες πρός τόν

θάνατον,
ἡ ζωή ἡ ἀθάνατος,
τότε τόν Ἅδην ἐνέκρωσας
τῇ ἀστραπῇ τῆς Θεότητος·
ὅτε δέ καί τούς τεθνεῶτας
ἐκ τῶν καταχθονίων ἀνέστησας,
πᾶσαι αἱ δυνάμεις
τῶν ἐπουρανίων ἐκραύγαζον·
Ζωοδότα Χριστέ ὁ Θεός ἡμῶν,
δόξα σοι».


Τετάρτη 22 Απριλίου 2020

Ο ΤΡΟΠΑΙΟΦΟΡΟΣ ΑΓΙΟΣ


St. George – Hellenic Events 
Σε μια τραγική διαπίστωση,αγαπητοί αδελφοί, σ` ένα συμπέρασμα που δεν χωράει αμφισβητήσεις, καταλήγουμε ,καθώς μελετάμε την βιωτή του μεγάλόυ και τροπαιοφόρου μάρτυρος, τον οποίο για δεύτερη φορά μέσα στο εκκλησιαστικό έτος, τιμάει σήμερα η Εκκλησία μας.

Μια διαπίστωση που βέβαια  ξεκινάει από τα χρόνια κείνα –τα μαρτυρικά- του ζωντανού Χριστιανισμού, των διωγμών και της ομολογίας., της  οποίας όμως τις προεκτάσεις και την πλήρη επαλήθευση πρέπει να ψάξουμε στο σήμερα. Στη … δική μας εποχή .Την εποχή της   3 ης χιλιετίας , την εποχή της προόδου, της επιστήμης, των θαυμάτων της τεχνικής, μα και εποχή συνάμα υποκουλτούρας, αμφισβήτησης και ισοπέδωσης των πάντων, εποχή, που κατάφερε να αποχαυνώσει τη συντριπτική πλειοψηφία της ανθρωπότητας και να την θέσει –άβουλο ον – στην κυριαρχία και στα σχέδια ενός  BIG-BROTHER.

Ο  μεγάλος  εθναπόστολος  -ο Παύλος- μιλώντας γι` αυτήν ακριβώς την κατάσταση αναφέρει σε μια επιστολή του.î ΜαρτυρØ γαρ αÇτος    ζήλον Θεού έχουσιν αλλù ου κατùνεπίγνωσιν… ùΑγνοούντες γαρ την του Θεού δικαιοσύνην, και την ιδίαν δικαιοσύνην ζητούντες, στήσαι την δικαιοσύνην του Θεού ουχ υπετάγησαν ï.

Παράλληλα ο ίδιος δηλώνει για τον εαυτό του.îΕγώ…ουκ απειθείς εγενόμην  τη ουρανίω οπτασίαï.
Δεν απείθησε στη Θεία πρόσκληση. Δεν έκλεισε τα` αυτιά του στη φωνή του Θεού.Δεν άλλαξε δρόμο όταν, πηγαίνοντας στη Δαμασκό , καλέστηκε για να συναντηθεί με το Θεό και μάλιστα να γίνει ο μεγάλος εθναπόστολος Του, μάρτυρας Του, ομολογητής Του.
Στην ίδια  βέβαια γραμμή, πάνω στα  ίδια χνάρια ,βάδισε και ο Μεγαλομάρτυρας και τροπαιοφόρος Άγιος την μνήμη του οποίου τιμάει σήμερα η Εκκλησία μας.Κλήθηκε κι αυτός σε συνάντηση με το Χριστό. Τον κάλεσε μάλιστα  με τρόπο τρανταχτό.Του ζητήθηκε να δοθεί ολοκληρωτικά. Ψυχή και σώμα χάρισμα στο Θεό. Από τη μια  ο îου κατ` επίγνωσιν ζήλοςï, των διωκτών, από την άλλη î ο κατù επίγνωσιν ζήλοςï,του μάρτυρος μας. Ο φανατισμός, η μισαλλοδοξία, η ανυπακοή. σε απόσταση  βολής  με την αληθινή Θεογνωσία, την  ταπείνωση, την υποταγή του ιδίου θελήματος  στο θέλημα του Θεού .Διωγμός και ομολογία  μέσα  στην ζώσα Χριστιανική πίστη ,είναι δυο έννοιες που δεν ξεχώρισαν ποτέ.
Οι προφήτες σκύβουν το κεφάλι  και ανοίγουν την καρδιά τους στο Θεό.î Λάλει Κύριε και ο δούλος σου ακούειï.Οι Απόστολοι  δεν εγένοντο απειθείς στα ουράνια  κελεύσματα. Οι Άγιοι όλοι της Εκκλησίας μας ,οι Μάρτυρες μας ,τα παλικάρια της πίστεως μας, καταθέτουν  την βροντερή ομολογία τους, με λόγια και με έργα, και δεν σκύβουν το κεφάλι σε καμιά  δύναμη, σε καμιά υπόσχεση, σε κανένα αντάλλαγμα. Πλειάδα  εκατομμυρίων  ψυχών, πυρπολούμενοι από Θείο î κατù •πίγνωσιν  ζ¡λοï δεν μπόρεσαν να κρατήσουν το στόμα τους κλειστό στις αλήθειες που με το χέρι τους έψαξαν και τη ψυχή τους αφουγκράστηκαν. î Ου δυνάμεθα, γάρ ημείς α είδομεν και ηκούσαμεν μη λαλείνï.Έτσι  άφησαν  σε μας ατράνταχτη παρακαταθήκη αυτό που απ’ την αρχή τονίσαμε. î…•αν À μολογήσ¨ς  •ν τâ στόματι σου Κύριον ùΙησοËν  σωθήσ¨  ï.
Ο Άγιος μας, ο Μεγαλομάρτυρας  Άγιος μας ,παράδειγμα  αποστομωτικό. Κατέθεσε στα χέρια του  Θεού, τα πάντα. Ψυχή και σώμα, ολάκερα. Όχι με δόσεις, όχι με υποχωρήσεις, όχι με συμβιβασμούς και υπολογισμούς. Αψήφησε τα παρόντα μα κέρδισε τα μέλλοντα, τα αιώνια.
          Αγαπητοί  Χριστιανοί.
Η αντίδραση του ανθρώπου στο πρόσωπο του Θεού φαινόμενο διαχρονικό .Το πνεύμα το κοσμικό, αλλοιώνει την αλήθεια, και την ερμηνεύει σύμφωνα με προσωπικές επιδιώξεις, συμφέροντα  και απόψεις, κατασκευάζοντας έτσι ένα Χριστιανισμό συμφεροντολογικό, συμβιβασμένο, άνευρο. Ένα Χριστιανισμό που άνετα τον παραμερίζουμε όταν μπαίνει εμπόδιο στις επιδιώξεις μας.
Έχουμε όμως  το δικαίωμα να κάνουμε διαλογή και επιλογή των αληθειών του Ευαγγελίου κατά μας συμφέρει; Έχουμε το δικαίωμα  να προσαρμόζουμε το Χριστό όπως εμείς θέλουμε, γιατί δήθεν άλλαξαν οι καιροί, γιατί δήθεν πρέπει να προσαρμοστούμε, σε νέα δεδομένα, γιατί δήθεν πρέπει να να πάψουμε να είμαστε αναχρονιστικοί, γλαφυροί οπισθοδρομικοί, γιατί πρέπει να εκσυγχρονιστούμε; Έχουμε κατανοήσει ότι το Ευαγγέλιο δεν είναι δική μας επινόηση και  γι΄αυτό  δεν επιδέχεται αλλαγές, νοθεύσεις ,αλλοιώσεις..
îΔικαιοσύνη γάρ ΘεοË •ν ΑÇτâ €ποκαλύπτεταιï 
Εμείς λοιπόν προσερχόμαστε στο Χριστό, χωρίς εγωισμούς, υποχωρήσεις, συμβιβασμούς  και κοσμικές  εκσυγχρονίστικες  σοφίες, Προσερχόμαστε στο Χριστό με αταλάντευτη πίστη και άδολη αγάπη .Αγάπη και πίστη που σε κάνει να είσαι έτοιμος ακόμα και για το μαρτύριο. Αγάπη και πίστη που βάζουν το Χριστό πιο πάνω κι από γονείς και συγγενείς κι από γνωστούς και φίλους και πολιτικούς  κι από οποιονδήπ άλλον. îΤις ημάς χωρίσει  από της αγάπης του Χριστού;  Θλίψις ή  στενοχωρία ή  διωγμός,ή λιμός,ή γυμνότης ή κίνδυνος ή μάχαιρα; ï
Προσερχόμαστε στο Χριστό με τη δύναμη του λόγου μας. Ανοίγουμε το στόμα μας , κινούμε τη γλώσσα μας γι΄ Αυτόν .Παντού και σ΄ όλους. Σ΄όλες  τις κατευθύνσεις. Σε φίλους, σε εχθρούς ,σε ζηλωτές, σε ψυχρούς, σε αδιάφορους, στους νεοφωταδιστές και θολοκουλτουριάρηδες  της  εποχής μας .Με θάρρος  και παρρησία ομολογούμε Ιησούν Χριστόν .  îέτοιμοι προς απολογίαν παντί τω αιτούντι ημάςς λόγον περί της εν ημίν ελπίδοςï Ο ίδιος ο Κύριος μας διαβεβαιώνει σχετικά με την με θάρρος  και δύναμη του λόγου ομολογία μας.îόστις ομολογήσει έμπροσθεν των ανθρώπων, ομολογήσω καγώ εν αυτώ έμπροσθεν του Πατρόςï.
          Αγαπητοί  Χριστιανοί
Στα χρόνια των διωγμών, τα χρόνια  των  μαρτύρων ,στα  χρόνια   του  Τροπαιοφόρου Αγίου μας, ο Χριστιανισμός ,συνεχώς κατακτούσε νέες ψυχές, ακόμα και μέσα από αυτούς  τους διώκτες , εν  μέσω παντοειδών εμποδίων, διωγμών ,μαρτυρίου.
Σήμερα  ύστερα από δυο χιλιάδες χρόνια, ακόμα  τα  εμπόδια  δεν  έλειψαν .Λίγα χρόνια πίσω, στα χρόνια ,του υπαρκτού  λεγομένου σοσιαλισμού, ή στις γείτονες  Βαλκανικές χώρες αρκούν για του λόγου το αληθές.
Στην πατρίδα μας, είναι γνωστές οι προσπάθειες που γίνονται ,για να μας αποστερήσουν το δικαίωμα  να εξωτερικεύουμε  και να ομολογούμε την πίστη μας. Να  περιθωριοποιηθεί η Εκκλησία, να σφραγιστεί το στόμα της  Εκκλησίας, να λείψει η ομολογιακή δήλωση της Ορθοδόξου   ταυτότητος μας .Είναι γνωστός ο πόλεμος και οι συκοφαντίες  κατά της Εκκλησίας για να κλονιστεί το κύρος της, για να μην την βρίσκουν μπροστά τους στα άνομα σχέδια τους.
          Όμως.
Αυτός που πιστεύει με συνέπεια δεν κρατά την πίστη μόνο για τον εαυτό του. Δεν ισχυρίζεται ότι  η πίστη είναι μόνο <<για τα μέσα μας >>, αλλά  ομολογεί  σε κάθε στιγμή σε κάθε περίσταση. Με την καρδιά πιστεύουμε  και η πίστη αυτή  λογίζεται για την δικαιοσύνη μας .Και όταν ομολογούμε αυτό που έχουμε στην καρδιά μας, αυτή η ομολογία  μας  χαρίζει την σωτηρία .Αυτό  έκανε και ο  Άγιος μας.
                                                                                                Α Μ Η Ν


Κυριακή 19 Απριλίου 2020

ΠΑΣΧΑ ΣΕ ΚΑΙΡΟΥΣ ΠΑΝΔΗΜΙΑΣ



Χριστός Ανέστη: Ποιος το είπε για πρώτη φορά - Τι συμβολίζει [vid ...
Πάσχα ιερόν ημίν σήμερον αναδέδεικται, Πάσχα καινόν, Άγιον, Πάσχα μυστικόν, Πάσχα πανσεβάσμιον, Πάσχα Χριστός ο λυτρωτής, Πάσχα άμωμον, Πάσχα μέγα, Πάσχα των πιστών, Πάσχα, το πύλας ημίν του Παραδείσου ανοίξαν, Πάσχα, πάντας αγιάζον πιστούς.
Πανηγυρίζουμε και πάλι, αγαπητοί Χριστιανοί, την Αγία Ανάσταση του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού.  Με της Ανάστασης το θαύμα, το παγκόσμιο και το αιώνιο, γεμίζει και πάλι η πλάση ολόκληρη.
Αναστάσεως ημέρα λαμπρυνθώμεν Λαοί, Πάσχα Κυρίου, Πάσχα,
εκ γάρ θανάτου προς ζωήν, και εκ γης προς ουρανόν, Χριστός ο Θεός,
ημάς διεβίβασεν, επινίκιον άδοντας.
Με της Ανάστασης την ασύγκριτα μεγάλη, την ανείπωτη χαρά, γεμίζουν οι καρδιές  μας και τα στήθη μας φουσκώνουν και θεριεύουν και παίρνουν δύναμη περίσσια ώστε σ’ όλο τον κόσμο ν’ ακουστεί και την κτίση συθέμελα να ταρακουνήσει η επινίκια ιαχή: ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ ΕΚ ΝΕΚΡΩΝ
Πάσχα, αδελφοί μου, σημαίνει διάβαση, σημαίνει πέρασμα σε μια άλλη κατάσταση.  Κι εδώ ο παθών και αναστάς Ιησούς Χριστός, μας πέρασε από την κατάρα του Αδάμ και τη δουλεία του Διαβόλου, στην πρώτη ελευθερία και μακαριότητα. Από τη σκλαβιά στην ελευθερία, από το θάνατο στη ζωή, από τη φθορά στην αφθαρσία.
 «Πάσχα σημαίνει πλήρωμα χαράς, βίωμα ειρήνης, εμπειρία πνευματικής ελευθερίας. Πάσχα σημαίνει συμφιλίωση μεταξύ μας και με τον Θεό· «συγχωρήσωμεν πάντα τη Αναστάσει και αλλήλους περιπτυξώμεθα» . Πάσχα σημαίνει απελευθέρωση από τον φόβο και την ψύχρα του θανάτου˙ «θανάτου εορτάζομεν νέκρωσιν» . Πάσχα σημαίνει απόφαση για αγία ζωή. Πάσχα σημαίνει καινή, καινούργια ζωή, πορεία «εν καινότητι ζωής», «άλλης βιοτής, της αιωνίου, απαρχή». Πάσχα σημαίνει διακαινήσιμο φρόνημα˙ πέρασμα από το αδιέξοδο της στενής ανθρώπινης λογικής στην ανάσα της όντως ζωής˙ από την προσωρινότητα στην αιωνιότητα· από την ιστορία στη βασιλεία του Θεού· από την πτώση στη σωτηρία και τη χάρη.
Η θριαμβευτική ομολογία της Αναστάσεως του Κυρίου, η επικράτηση του «Χριστός Ανέστη» ως χαιρετισμού αυτών των ημερών, η δυναμική επανάληψη των αναστάσιμων ύμνων, τα πλούσια και βαθειά ριζωμένα στην παράδοσή μας πασχαλινά έθιμα, ο χαρακτηρισμός της εορτής ως Λαμπρής περιγράφουν όχι μια γιορτή επιφανειακής χαράς αλλά μια πανήγυρη για ένα ιστορικό και μυστικό γεγονός μοναδικού διαμετρήματος.
Η Ανάσταση του Κυρίου μας αποτελεί τη μεγαλύτερη γιορτή της Ορθοδοξίας. Ο κενός τάφος του Κυρίου αναβλύζει τη συγγνώμη· «συγγνώμη γάρ εκ του τάφου ανέτειλε», τη χαρά και την ειρήνη· «Χαίρετε» και «Ειρήνη υμίν» είναι οι χαιρετισμοί του αναστάντος και διατρανώνει τη συντριβή του θανάτου· «και τοις εν τοις μνήμασι ζωήν χαρισάμενος».
Η Εκκλησία λοιπόν όλες αυτές τις μέρες  μας καλεί όλους να «λάβουμε φως εκ του ανέσπερου φωτός». Μας προσκαλεί όλους σε πανηγύρι πνευματικής χαράς· «Αύτη η ημέρα ην εποίησεν ο Κύριος αγαλλιασώμεθα και ευφρανθώμεν εν αυτή»· να «απολαύσωμεν του συμποσίου της πίστεως και του πλούτου της χρηστότητος». Τα πάντα λάμπουν, τα πάντα πανηγυρίζουν, τα πάντα ανακαινίζονται· «Νυν πάντα πεπλήρωται φωτός» (Μητροπολίτης Μεσογαίας κ.κ. Νικόλαος)
Λοιπόν!
Κανείς να μη θρηνεί για φτώχεια, διότι φανερώθηκε η κοινή βασιλεία του Θεού.
Κανείς να μην οδύρεται για τα σφάλματά του, αφού ανέτειλε συγγνώμη από τον τάφο του Χριστού.
Κανείς να μη φοβάται το θάνατο, διότι από τα δεσμά του μας ελευθέρωσε του Σωτήρα ο θάνατος.
Έσβησε το θάνατο, Αυτός που έγινε λεία του θανάτου.
Λεηλάτησε τον Άδη, Αυτός που κατέβηκε στον Άδη.
Πίκρανε αυτόν, του οποίου γεύτηκε την σάρκα.
Αυτό ακριβώς προφητεύοντας ο Ησαΐας εκήρυξε:
Ο Άδης, λέει, επικράνθη, όταν Σε συνάντησε στον κόσμο του.
Επικράνθη, διότι πραγματικά καταργήθηκε.
Επικράνθη, διότι όντως εμπαίχθηκε.
Επικράνθη, διότι στ  αλήθεια νεκρώθηκε.
Επικράνθη, διότι καθαιρέθηκε.
Επικράνθη, διότι αλυσοδέθηκε και φυλακίστηκε.
Έλαβε ένα σώμα και του συνέβη να πέσει πάνω στο Θεό.
Έλαβε γη και συνάντησε ουρανό.
Έλαβε αυτό που έβλεπε και εξέπεσε απ’  Αυτόν που δεν έβλεπε.
Που είναι, θάνατε, το κεντρί σου;
Που είναι, άδη, η έπαρσή σου;
Ανέστη ο Χριστός και συ κατανικήθηκες.
Ανέστη ο Χριστός και γκρεμίστηκαν οι δαίμονες.
Ανέστη ο Χριστός και χαίρονται οι Άγγελοι.
Ανέστη ο Χριστός και κυβερνά η ζωή.
Ανέστη ο Χριστός και κανείς νεκρός πια σε μνήμα.
Διότι με το να αναστηθεί από τους νεκρούς ο Χριστός, έγινε η πρώτη συγκομιδή των καρπών της ανάστασης ανάμεσα στους κεκοιμημένους.
Σ’   Αυτόν ανήκει η δόξα και η δύναμη στους απέραντους αιώνες.
Ό, τι πιο φυσικό λοιπόν να πανηγυρίζουμε, Αγαπητοί Χριστιανοί και να διατρανώνουμε τη χαρά μας μπροστά στο μοναδικό αυτό και εκπληκτικό γεγονός, το οποίο ανέτρεψε στην κυριολεξία όλα τα δεδομένα και όλες τις σταθερές τής ιστορικής πραγματικότητας!  
Τι σημαίνει όμως πανηγύρι και διατράνωση τής χαράς; Μήπως βεγγαλικά και βαρελότα και αυτοσχέδιες βόμβες, με τα οποία θρηνούμε κάθε χρόνο ένα σωρό θύματα και τα οποία προκαλούν τελικά την αγανάκτηση; Μήπως ακόμα σημαίνει, ξενύχτι και τραγούδια στη διαπασών και επιστροφή στο σπίτι ανατείλαντος του ηλίου, με ολοήμερο ύπνο όλη την Κυριακή του Πάσχα;   Μήπως τέλος το πανηγύρι τής Ανάστασης εκφράζεται κυρίως με το ψήσιμο τού οβελία, και των λοιπών εδεσμάτων, με τα οποία θα γεμίσει μέχρις εσχάτης πλήρωσης το στομάχι του ο πιστός, για να βρει ανακούφιση έπειτα στην κατάποση χωνευτικών ή και μερικές φορές στην καταφυγή στα νοσοκομεία; Ασφαλώς και όχι! Τέτοιες αντιδράσεις για το πανηγύρι τής Ανάστασης πόρρω απέχουν από το κατά Χριστόν εκκλησιαστικό ήθος και το μόνο πού φανερώνουν είναι ότι ο πιστός είναι τελικώς άπιστος και ίσως και άθεος. Πράγματι! Το γεγονός ότι ένα μεγάλο τμήμα τού ορθοδόξου χριστιανικού λαού συμμετέχει στην Ανάσταση με το να παραμένει μόνο στην τελετή τής δωδεκάτης νυχτερινής, για ν' ακούσει το «Χριστός Ανέστη», αν βέβαια το ακούσει, νά διαδηλώνει την υποτιθέμενη χαρά του με  θορυβώδη βαρελότα και παντιότροπο θόρυβο,  και νά κάνει έπειτα μεταβολή για νά επιπέσει στη μαγειρίτσα και τα λοιπά τού πασχαλινού τραπεζιού, τι άλλο δείχνει παρά την απουσία τού Χριστού και τής δύναμης τής Αναστάσεώς Του από τη ζωή των «Χριστιανών»! Το λέει μάλιστα και ο ψαλμικός στίχος τής αναστάσιμης ώρας: « Αναστήτω ο Θεός και διασκορπισθήτωσαν οι εχθροί Αυτού και φυγέτωσαν από προσώπου Αυτού οι μισούντες Αυτόν!» Και ω, τού θαύματος! Πραγματοποιείται επακριβώς το λεχθέν: Διασκορπίζονται οι εχθροί τού Χριστού (κρατώντας μάλιστα και αναμμένες αναστάσιμες λαμπάδες!) και φεύγουν από μπροστά Του όσοι Τον μισούν! Τέτοια άμεση εκπλήρωση αγιογραφικού λόγου πουθενά αλλού δεν απαντάται. Και δυστυχώς, η τραγική αυτή κατάσταση δεν επισημαίνεται μόνο στις πόλεις. Θα 'λεγε κανείς ότι κυρίως απαντάται στις επαρχίες και τα χωριά. Εκεί κατ’ εξοχήν βρίσκεται κανείς σε πολεμική ατμόσφαιρα. Εκεί πλήθος «ευγενικών» πιστών ετοιμάζεται να πανηγυρίσει το Πάσχα με βόμβες και με ρουκέτες. Εκεί ο σκοπός τής Ανάστασης εξαντλείται στο ποιος θα καταφέρει  περισσότερο τον πανικό και την καταστροφή.
Εφέτος κατά κάποιο τρόπο η πανδημία του κορωνοϊού, με τις «κεκλεισμένων των Θυρών» τελετές στους Ναούς μας, απέτρεψε τέτοιες καταστάσεις. Ας πούμε πως μας [προσέφερε και κάτι θετικό.
Αδελφοί μου. Τούτες τις μέρες αναμφίβολα γιορτάζουμε ένα εντελώς διαφορετικό Πάσχα.
Όχι βέβαια ως προς το νόημα και το περιεχόμενό, αλλά ως προ τον τρόπο που θα το βιώνουμε λόγω κορωνοϊού. Μιας πανδημίας που μαστίζει την ανθρωπότητα χωρίς καμιά εξαίρεση. Οι εκκλησίες για λόγους ασφαλείας του ποιμνίου, κλείνουν τις πόρτες και στην ουσία σιωπούν.
Αλήθεια ποιος το περίμενε πως τούτες τις μέρες οι πόρτες των εκκλησιών είναι κλειστές;
«Περίεργα τα συναισθήματα. Οι δρόμοι έρημοι και οι εκκλησιές κλειστές κι εμείς κλεισμένοι στα σπίτια μας. Κλεισμένοι στα σπίτια μας όχι γιατί φοβόμαστε αλλά γιατί αγαπάμε». (ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΙΕΡΩΝΥΜΟΣ).
Αλήθεια. Ποιος ποτέ διανοήθηκε πως ο ίδιος ο κλήρος προτρέπει το λαό να μην έρθει στην εκκλησία, αλλά να κάθετε κλεισμένος στο σπίτι του;
Ποιος μπορεί να χωρέσει στο μυαλό του, πως δεν έκλαψαν οι καμπάνες τη Μ. Παρασκευή και πως δεν  διαλάλησαν την Ανάσταση τη μία των Σαββάτων;
Ποιος ποτέ σκέφτηκε πως το Άγιο εκ του Παναγίου Τάφου Φως, θα μπορέσει να το δει μόνο σε κάποια οθόνη;
Σε ποιόν να πούμε «Δεύτε λάβετε Φως»;
Η Αναστάσιμη Θεία Λειτουργία, αυτή της μίας και μοναδικής, της κλητής και Αγίας ημέρας,  κεκλεισμένων των θυρών;
 Πώς να λειτουργήσουμε όταν ο λαός είναι αποκλεισμένος; Τί Θεία Λειτουργία θα είναι αυτή; Πώς να λειτουργούμε χωρίς ποίμνιο; Είναι σαν πατέρας που τρως εσύ αλλά τα παιδιά σου όχι. Μια Θεία Λειτουργία με δάκρυα και πληγωμένη καρδιά.
Ο κορωνοϊός. Μια πανδημία που μαστίζει την ανθρωπότητα χωρίς καμιά εξαίρεση. Οι εκκλησίες για λόγους ασφαλείας του ποιμνίου, σιωπούν και αναστέλλουν την τέλεση κάθε ιεροπραξίας, κάθε μυστηρίου και αυτής ακόμα της Θ. Λειτουργίας».
Μοναδικές στιγμές που ούτε σαν εφιάλτες είχαν περάσει απ’ το μυαλό μας.
Αδελφοί μου. Παρ’ όλα αυτά ο Χριστός Αναστήθηκε. Είτε με κλειστές, είτε με ανοιχτές τις πόρτες των εκκλησιών Ανέστη Χριστός.
Ανέστη Χριστός και πεπτώκασι δαίμονες.
Ανέστη Χριστός και χαίρουσιν άγγελοι.
Ανέστη Χριστός, και ζωήν πολιτεύεται.
Ανέστη Χριστός και νεκρός ουδείς επί μνήματος.
Αυτώ η δόξα και το κράτος εις τους αιώνας των αιώνων».
Ας ανασυντάξουμε λοιπόν τις δυνάμεις μας. Ας ξεκαθαρίσουμε με σαφήνεια τις αρχές και τα ιδανικά μας. Ας οριστικοποιήσουμε το περιεχόμενο της πίστης μας. Η ανάσταση για να προβάλει χρειάζεται ξεκάθαρη και προ παντός θερμή πίστη ότι, «Χριστὸς κατελθὼν πρὸς πύλην ᾍδου μόνος, Λαβὼν ἀνῆλθε πολλὰ τῆς νίκης σκῦλα». Αυτή η πίστη συνδέει τον καθένα με τον προσωπικό Κύριο και Θεό του. Μέσα από την προσωπική αυτή σύνδεση θα ανακαλύψει ότι ο Ιησούς είναι «η ανάστασις και η ζωή».
Κουράγιο αδελφοί και θα ’ρθει η ώρα που θα βωροντοφωνάξουμε. «Ἂρατε πύλας, οἱ ἄρχοντες ὑμῶν, καὶ ἐπάρθητε, πύλαι αἰώνιοι, καὶ εἰσελεύσεται ὁ βασιλεὺς τῆς δόξης».

Δευτέρα 23 Μαρτίου 2020

Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου


Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου
Άγιος Λουκάς Αρχιεπίσκοπος Κριμαίας
Λόγος εις τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου
Τρία σημαντικότατα γεγονότα στην ιστορία του κόσμου εορτάζει σήμερα η Εκκλησία μας.
To πρώτο είναι ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου, τον οποίο εορτάζουμε σήμερα με χαρά και αγάπη, αλλά και με δέος ενώπιον του μεγαλείου του γεγο­νότος αυτού, το οποίο ονομάζεται «κεφάλαιον» (δη­λαδή αρχή) της σωτηρίας μας.
Εννέα μήνες μετά τον Ευαγγελισμό πραγματο­ποιήθηκε και το δεύτερο από τα σημαντικότερα γε­γονότα, η κατά σάρκα Γέννηση του Κυρίου μας Ιη­σού Χρίστου. Κορυφή και ολοκλήρωση της σωτηρί­ας μας θα είναι η ανάσταση του Κυρίου Ιησού Χρί­στου μετά από ένα φρικτό θάνατο πάνω στο Σταυρό.
Όχι μόνο μια φορά αλλά πολλές φορές φανερώ­θηκαν στους αγίους άγγελοι. Έξι μήνες πριν τον Ευ­αγγελισμό της Παναγίας Παρθένου Μαρίας στάλθη­κε ο αρχάγγελος Γαβριήλ στον ιερέα Ζαχαρία, ο οποίος υπηρετούσε στο ναό, για να του αναγγείλει, ότι απ' αυτόν θα γεννηθεί ο μεγαλύτερος μεταξύ των αν­θρώπων, ο Πρόδρομος του Κυρίου ο Ιωάννης. Και σήμερα ο ίδιος φέρνει το χαρμόσυνο άγγελμα στην Υπεραγία και άχραντο Παρθένο Μαρία, η οποία ζού­σε στο ταπεινό φτωχόσπιτο του ξυλουργού Ιωσήφ.
Ο διάλογος του με την Παναγία είναι τόσο άγι­ος και μεγαλειώδης που δεν τολμώ να τον περιγράψω με δικά μου λόγια αλλά πρέπει να τον επαναλά­βω με Ευαγγελικά λόγια.
Όταν μπήκε ο αρχάγγελος στο υπερώο, είπε:
«Χαίρε, κεχαριτωμένη ο Κύριος μετά σου· ευλο­γημένη συ εν γυναιξίν.
Η δε ιδούσα διεταράχθη επί τω λόγω αυτού, και διελογίζετο ποταπός είη ο ασπασμός ούτος, και είπεν ο άγγελος αύτη· μη φοβού, Μαριάμ- εύρες γαρ χάριν παρά τω Θεώ. και ιδού σύλληψη εν γαστρί και τέξη υιόν, και καλέσεις το άνομα αυτού Ιησούν. ούτος έσται μέγας και υιός υψίστου κληθήσεται, και δώσει αυτώ Κύριος ο Θεός τον θρόνον αυτού του πατρός αυτού, και βασιλεύσει επί τον οίκον Ιακώβ εις τους αιώνας, και της βασιλείας αυτού ουκ έσται τέλος.
Είπε δε Μαριάμ προς τον άγγελον πώς έσται μοι τούτο, επεί άνδρα ου γινώσκω; και αποκριθείς ο άγ­γελος είπεν αύτη· Πνεύμα άγιον επελεύσεται επί σε και δύναμις υψίστου επισκιάσει σοι· διό και το γεννώμενον άγιον κληθήσεται υιός Θεού...
Είπε δε Μαριάμ· ιδού η δούλη Κυρίου· γένοιτο μοι κατά το ρήμα σου. και απήλθεν απ' αυτής ο άγ­γελος» (Λκ. 1, 28-38).
Σας έχω πει πολλά τα προηγούμενα χρόνια γι' αυτόν το μοναδικό στην Ιστορία του κόσμου διάλογο. Αλλά τώρα θα σταθώ στα λόγια του Αρχαγγέλου:
«Πνεύμα Άγιον επελεύσεται επί σε και δύναμις υψίστου επισκιάσει σοι διό και το γεννώμενον άγι­ον κληθήσεται υιός Θεού».
Κανείς ποτέ, από τη δημιουργία του κόσμου και μέχρι τη συντέλεια του, δεν γεννήθηκε και δεν θα γεννηθεί κατά τον τρόπο, κατά τον οποίο γεννήθη­κε ο Θεάνθρωπος Ιησούς Χριστός. Κανείς ποτέ δε γεννήθηκε χωρίς άνδρα. Κανείς δε γεννήθηκε και δε θα γεννηθεί με την επέλευση του Αγίου Πνεύματος. Σε κανέναν ποτέ δεν κατοίκησε το Άγιο Πνεύ­μα με τέτοια ολοκληρωμένη πληρότητα, με την ο­ποία εγκατοίκησε στην Παναγία Παρθένο Μαρία. Κανέναν δεν επισκίασε η δύναμη του Υψίστου και τα μητρικά σπλάγχνα καμμίας γυναίκας δεν αγίασε, με τέτοια πληρότητα και δύναμη, όπως τα σπλάγχνα της Υπεραγίας Παρθένου Μαρίας.
Κρατήστε βαθειά στην καρδιά σας, αυτό που σας λέω για την πλήρη ενότητα του Πνεύματος του Θε­ού και της ανθρώπινης ουσίας της Μαρίας.
Η ψυχή και το πνεύμα του άνθρωπου έχουν την αρχή τους στο Πνεύμα του Θεού. To δεύτερο κεφά­λαιο της Παλαιάς Διαθήκης λέει, ότι έπλασε ο Θε­ός τον πρώτο άνθρωπο, τον Αδάμ, «χουν από της γης και ενεφύσησεν εις το πρόσωπον αυτού πνοήν ζωής» (Γέν. 2, 7).
Με το Πνεύμα του Θεού μόνο το πνεύμα του άν­θρωπου είναι δυνατόν να κοινωνεί, εφόσον από Ε­κείνον προέρχεται, όπως συμβαίνει και στην φύση, συγγενή δηλαδή μεταξύ τους πράγματα να έχουν πραγματική επικοινωνία.
Την δυνατότητα της αληθινής κοινωνίας με τον Θεό την διδαχθήκαμε από τον ίδιο τον Κύριο μας Ιησού Χριστό, ο οποίος λέει:
«Εάν τις αγαπά με, τον λόγον μου τηρήσει, και ο πατήρ μου αγαπήσει αυτόν, και προς αυτόν ελευσόμεθα και μονήν παρ' αύτω ποιήσομεν» (Ιω. 14, 23).
Αλλά και ο απόστολος Παύλος με κάποια έκ­πληξη ρωτάει τους χριστιανούς της Κορίνθου: «Ουκ οίδατε ότι ναός Θεού έστε και το Πνεύμα του Θεού οικεί εν υμίν;» (Α' Κορ. 3, 16).
Από τους βίους των αγίων γνωρίζουμε για μιά πραγματική κοινωνία με τον Θεό, που είχαν στη ζωή τους οι άγιοι του Θεού. Γνωρίζουμε ότι αυτοί υπήρξαν κατοικοιτήρια του Πνεύματος του Θεού. Αλλά ακόμα και αυτή η βαθειά κοινωνία τους με το Θεό δεν μπο­ρεί να συγκριθεί μ' εκείνη την ευλογημένη κατά­σταση, η οποία υπερβαίνει ακόμα και την κατάσταση των αγγέλων και των αρχαγγέλων, στην όποια βρέθη­κε η Υπεραγία Παρθένος Μαρία μετά την επέλευση του Αγίου Πνεύματος.
Αυτό δεν μπόρεσε, η καλύτερα, δεν ήθελε να α­ντιληφθεί ο κακότυχος εκείνος αιρετικός Νεστόριος, ο οποίος ισχυριζόταν ότι η Υπεραγία Θεοτόκος γέννησε έναν κοινό άνθρωπο Ιησού Χριστό, με τον οποίο αργότερα ενώθηκε ο Θεός, γι' αυτό και την Υπεραγία Παρθένο Μαρία την ονόμαζε Χριστοτόκο και όχι Θεοτόκο.
Αν, έστω και ελάχιστο, δίκαιο είχε ο Νεστόριος, τότε ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός θα ήταν όχι ο Υιός του Θεού και Θεάνθρωπος αλλά ένας από τους πολλούς μεγάλους αγίους, οι οποίοι ονομάζο­νται αληθινοί ναοί και μονές του Πατρός και του Υιού για την απέραντη αγάπη τους στον Θεό και την τέλεια εφαρμογή στη ζωή τους των εντολών του Χριστού. Όπως βλέπετε ο Νεστόριος δικαίως ανα­θεματίστηκε από την Τρίτη Οικουμενική Σύνοδο.
Σ' αυτό το σημείο θα μπορούσα να τελειώσω τον εγκωμιαστικό μου λόγο προς τιμήν της μεγάλης αυτής εορτής του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου. Όμως δεν θέ­λω να προσπεράσω τα λόγια εκείνα του Αρχαγγέλου Γαβριήλ, τα όποια μπαίνουν σε κάθε καθαρή καρδιά:
«Χαίρε, κεχαριτωμένη· ο Κύριος μετά σου».
Όλοι εσείς, που είστε ομόψυχοι με μένα, πέστε μου, μπορεί να υπάρχει ανώτερη και καθαρότερη χαρά από αυτή, που δίνει η αίσθηση ότι μαζί μας εί­ναι ο Κύριος! Ότι μας αγαπά, επειδή φυλάσσουμε τις εντολές Του και ότι θα έλθει μαζί με τον Άναρ­χο Πατέρα Του και θα κατοικήσει μαζί μας!
Της ανώτατης αυτής ευτυχίας και χαράς να μας αξιώσει ο Κύριος και Θεός μας Ιησούς Χριστός διά πρεσβειών της Υπεραγίας και Αχράντου Παρθένου Μαρίας! Αμήν

ΛΟΓΟΣ ΕΙΣ ΤΟΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟ ΤΗΣ ΔΕΣΠΟΙΝΗΣ ΗΜΩΝ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΚΑΙ ΑΕΙΠΑΡΘΕΝΟΥ ΜΑΡΙΑΣ

ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ




ΛΟΓΟΣ ΕΙΣ ΤΟΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟ ΤΗΣ ΔΕΣΠΟΙΝΗΣ ΗΜΩΝ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΚΑΙ ΑΕΙΠΑΡΘΕΝΟΥ ΜΑΡΙΑΣ

ΤΟΥ ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ.

Εὐλόγησον Πάτερ.



Τῆς παρούσης τιμίας Βασιλικῆς συνάξεως τὴν φαεινήν τε καὶ ὑπέρξενον ἀνάμνησιν λαοὶ φυλαὶ καὶ γλῶσσαι καὶ ἅπαν ἀξίωμα καὶ λαὸς ὁ περιούσιος, ἀγαλλόμενος τῇ ψυχῇ, πνευματικῶς πανηγυρίσωμεν, καὶ ὕμνους θεοτερπεῖς τῇ ἐκ Δαβὶδ Βασιλίδι μετὰ σπουδῆς ἐξυφάνωμεν, καὶ συστησώμεθα νέαν ἐορτὴν ἑαρινὴν καὶ πανήγυριν πασῶν πανηγύρεων τῆς ἐλπίδος ἡμῶν.

Σήμερον γάρ, ὡς ἀληθῶς αἰ νοεραὶ Δυνάμεις τῶν οὐρανῶν οὐρανόθεν παρέκυψαν, καὶ μεθ’ ἡμῶν τῶν γηΐνων ἀοράτως πανηγυρίζουσιν.

Σήμερον, πεπλήρωται ἡ τοῦ Δαβὶδ προφητεία ἡ λέγουσα: Εὐφραινέσθωσαν οἱ οὐρανοί, καὶ ἀγαλλιάσθω ἡ γῆ. Ἰδοὺ γὰρ τὰ ἀμφότερα χαρᾶς ἐπλήρωσεν ἡ Κεχαριτωμένη.
Σήμερον, ἐκ χειμῶνος κρυεροῦ θερμὸν καὶ πολύανθον ἔαρ ἐπελαμψε, καὶ χρυσοφεγγὴς ἥλιος τερπνότερός τε καὶ χαριέστερος ἡμῶν ἀνατέταλκε.
Σήμερον, ἡ θεοφύτευτος Ἐδὲμ ἐξανοίγεται, καὶ ὁ θεόπλαστος Ἀδὰμ φιλανθρωπίας ἀγαθότητι ἐν αὐτῇ πάλιν πολιτογραφούμενος εἰσοικίζεται.
Σήμερον, λύεται της λύπης ἡ προγονικὴ ἀπόφασις, καὶ πέπαυται λοιπὸν ὁ τῆς Εὔας ἐπίφθονος ἐξουθενισμὸς καὶ ἐπίμοχθον ἐπιτίμιον.
Σήμερον, αἱ ἄνω τάξεις τοῖς ἐπὶ γῆς συγχορεύουσι διὰ τὴν παροῦσαν ταύτην Ἁγίαν σύναξιν, καὶ ὁ κόσμος φωτὶ καταλάμπεται.
Σήμερον, ἡ ἄσπιλος Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ μορφοπρεπῶς μεγαλύνεται, καὶ ὡς ἐν κροσσωτοῖς χρυσοῖς τὸ κάλλει τῆς παρούσης πολυποθήτου ἡμέρας καταγλαΐζεται.
Σήμερον, ἡ πολύβλεπτος καὶ ἁγιώνυμος πόλις Ἱερουσαλὴμ ἡ κάτω μετὰ τῆς ἄνω εὐφραίνεται, καὶ ἡ νέα Σιὼν προφητικῶς κατατέρπεται.
Σήμερον, ἡ τοῦ Δαβὶδ καὶ τῆς καλλίπαιδος πόλις Βηθλεὲμ ὡς οὐρανὸς ἀναδείκνυται, καὶ τῇ περικαλλεῖ στολῇ νυμφοστολίζεται.
Σήμερον, ἡ ἐπίσημος πόλις Βαζαρὲτ καὶ ἡ τιμία Γεθσημανῆ καὶ πᾶσα πόλις καὶ χώρα τὴν ὁλόφωτον ταύτην ἄγουσι κόσμῳ ἑορτήν.
Σήμερον, βασιλεῖς τῆς γῆς καὶ πάντες λαοὶ τῆς ἀμιάντου Βασιλίδος ἡμῶν καὶ Θεομήτορος τὴν μακαρίαν ἀνάμνησιν βασιλικῶς πανηγυρίζουσι.
Σήμερον, θυγατέρες βασιλέων καὶ βασιλίδων στίφη πρὸς τὴν μνήμην τῆς βασιλικῆς παστάδος ἀπὸ ἀνατολῶν ἡλίου μέχρι δυσμῶν συνελαύνονται.
Σήμερον, νεάνιδες καὶ νύμφαι, μητέρες καὶ παρθένοι, καὶ εὐγενίδων ἅπαν ἀξίωμα, τὴν Μητέρα καὶ Παρθένον καὶ τροφὸν τῆς ζωῆς ἡμῶν μακαρίζουσι.
Σήμερον, ἡ Ἁγία τῶν Ἁγίων ἀπὸ πάντων ἐγκωμιάζεται, καὶ γέγηθε λοιπόν· ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ καὶ τὰ ποιήματα πάντα συνεορτάζομεν.
Σήμερον, ἡ ἁγιόγραφος βίβλος τῶν ἀπ’ αἰῶνος Προφητῶν εἰς μέσον ἄγεται, καὶ ἕκαστος αὐτῶν προκαταγγέλλει τὴν χάριν τῆς παρούσης Ἑορτῆς.
Σήμερον, ὁ Πατριάρχης Ἰακὼβ προφητικῶς περὶ τῆς μυστικῆς ἐκείνης κλίμακος, τῆς ἀπὸ γῆς ἐστηριγμένης εἰς οὐρανούς, τὴν διήγησιν ποιούμενος ἀγάλλεται.

Σήμερον, ὁ παλαιὸς προφήτης ἐκεῖνος καὶ τοῦ Ἰσραὴλ δημαγωγὸς περὶ τῆς βάτου ἐκείνης τῆς καιομένης καὶ μὴ φλεγομένης περὶ ἠμῶν διαλέγεται.
Σήμερον, Ζαχαρίας ὁ ἐν προφήταις ἐπίσημος διὰ τῆς ἰδίας προφητείας οὕτως βοᾷ: Εἶδον, φησί, καὶ ἰδοὺ λυχνία χρυσῆ, καὶ τὸ λαμπόμενον, ἐπάνω αὐτῆς.
Σήμερον, Ἡσαΐας ὁ μεγαλοκήρυξ ἐν προφήταις προφητεύει κεκραγώς: Ἀναστήσεται ῥάβδος ἐκ τῆς ῥίζης Ἰεσσαί, καὶ ἄνθος ἐκ τῆς ῥίζης ἀναβήσεται.
Σήμερον, Ἱεζεκιὴλ ὁ θαυμάσιος βοᾷ: Ἰδοὺ πύλη κεκλεισμένη καὶ οὐδεὶς εἰσελεύσεται δι’ αὐτῆς, οὔτε ἐξελεύσεται, εἰμὴ Κύριος ὁ Θεὸς μόνος, καὶ ἔσται κεκλεισμένη.
Σήμερον, Δανιὴλ ὁ θεσπέσιος τὸ μέλλον ὡς παρὸν προκαταγγέλλων βοᾷ: Ἀπετμήθη λίθος ἐξ ὄρους ἄνευ χειρός, τουτέστιν ἄνευ ἀνδρός.
Σήμερον, ὁ Δαβὶδ ὁ νυμφοστόλος μελῳδῶν περὶ τῆς παρθενικῆς ὡς ἀληθῶς καλλιπόλεως οὕτως βοᾷ: Δεδοξασμένα ἐλαλήθη περὶ σοῦ, ἡ πόλις τοῦ Βασιλέως τοῦ Μεγάλου.
Σήμερον, Γαβριὴλ ὁ Ταξίαρχος τοῦ οὐρανοῦ τὰς ἁψίδιας ὑποδραμὼν τὴν πανύμνητον Παρθένον καὶ Θεοτόκον ἀσπάζεται κεκραγώς: Χαῖρε Κεχαριτωμένη, ὁ Κύριος μετὰ Σοῦ.
Σήμερον, ἅμα πάντες ἄνθρωποις καὶ ἡμεῖς τὴν ἀγγελικὴν φωνὴν ἀναλάβωμεν, καὶ σὺν ἐκείνῳ τὰ ἐκείνου ἐγκώμια τὴν πρόξενον τῆς αρᾶς προσκομίσωμεν λέγοντες:
 Χαῖρε σφόδρα, Θυγάτερ Ἰωακεὶμ καὶ Ἄννης, τῶν σὲ ἀμέμπτως ἐκ προσευχῆς τεκόντων ἐν τῷ προσήκοντι καιρῷ τῇ τούτων συνοικήσει.
Χαῖρε σφόδρα, Θεοτόκε Παρθένε, ἀγγελικὸν ὡς ἀληθῶς ἐγκώμιον: Εὐλογημένη σὺ ἐν γυναιξίν, καὶ εὐλογημένος ὁ καρπὸς τῆς κοιλίας σου.
Χαῖρε Κεχαριτωμένη, ἐκ φυλῆς Δαβιτικῆς βασιλικῆς, Λευϊτικῆς, καὶ ἐξ Ἄννης τῆς θεόφρονος παρ’ ἐλπίδα βλαστήσασα.
Χαῖρε Κεχαριτωμένη, ἡ ἀπὸ βρέφους εἰς αὐτὰ τῶν Ἁγίων Ἅγια ἀνατραφεῖσα.
Χαῖρε Κεχαριτωμένη, ἡ δι’ ἀγγέλου χαρᾶς εὐαγγέλια δεξαμένη, καὶ χαρὰν ἀνεκλάλητον καὶ ἀνεκδιήγητον παντὶ τῷ κόσμῳ προξενήσασα.
Χαῖρε Κεχαριτωμένη, ἡ πορφυροειδὴς βασιλικὴ ἁλουργίς, τὸν πάσης κτίσεως Βασιλέα καθ’ ἡμᾶς σωματωθέντα καταστολίσασα.
Χαῖρε Κεχαριτωμένη, ἡ τὸ ἀπαύγασμα τῆς Πατρικῆς ἀγαθότητος καὶ τὸ Φῶς ἐκεῖνο τὸ μηδαμοῦ χωρούμενον ἀστενοχωρήτως ἐν τῇ κοιλίᾳ χωρήσασα.
Χαῖρε Κεχαριτωμένη, ἡ ἀρωματοφόρος γῆ καὶ ζωηφόρος θήκη καὶ νέα μυροθήκη τοῦ Πνεύματος, ἡ τὸν σύμπαντα κόσμον μυρεψικῶς εὐωδίας ἐμπλήσασα.
Χαῖρε Κεχαριτωμένη, ὁ Θρόνος ὁ ὑψηλὸς καὶ ἐπηρμένος τοῦ τῶν ὅλων Ποιητοῦ καὶ Λυτρωτοῦ καὶ πάντα χειρὶ κατέχοντος τὰ ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ γῆς.
Χαῖρε Κεχαριτωμένη, ὁ ναὸς ὁ ἔμψυχος τῆς μεγαλοπρεποῦς δόξης τοῦ δι’ ἡμᾶς ἐνανθρωπήσαντος, καὶ διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν σάρκα φορέσαντος.
Χαῖρε Κεχαριτωμένη, ζωὴν φέρουσα καὶ φῶς ὡς βρέφος πρόσφατον, γάλα ποτίζουσα τὸν ἐκ πέτρας μέλι πάλαι πηγάζοντα.
Χαῖρε Κεχαριτωμένη, ψυχῆς ἀγαλλίαμα καὶ ὅλου τοῦ κόσμου παγκόσμιον σέβασμα καὶ ἁμαρτωλῶν ἁπάντων ἀγαθὴ μεσιτεία.
Χαῖρε Κεχαριτωμένη, θύρα θλιβομένων καὶ ἐλπὶς ἀπηλπισμένων καὶ προστασία φοβερὰ τῶν εἰλικρινεῖ καρδίᾳ Θεοτόκον ὁμολογούντων σε.
Χαῖρε Κεχαριτωμένη, ἡ Φιλάνθρωπον Δεσπότην ὑπὲρ κοινῆς τοῦ γένους τῶν ἀνθρώπων σωτηρίας κυοφορήσασα, καὶ τοῦτον μητρικῶς ὑπὲρ πάντων καθικετεύουσα.
Χαῖρε Κεχαριτωμένη, Χριστιανῶν ἁπάντων θαυμαστὸν καὶ εὐσυμπάθητον προσφύγιον, καὶ πάσης μεγαλουργοῦ καλλονῆς ὑψηλότατον θέαμα.

***
Ἀλλὰ ταῦτα μὲν καὶ ἡμεῖς οἱ ἐλάχιστοι παρὰ τῆς θεοπνεύστου Γραφῆς μεμαθηκότες πρὸς τὴν ἐπουράνιον Νύμφην καὶ Βασιλίδα καὶ Θεοτόκον ἀναξίοις χείλεσιν διελέχθημεν. Ἔλθωμεν δὲ λοιπόν, ει ποθεῖτε καὶ βούλεσθε, ἐπὶ τὸν ἔνθεον τοῦ Γαβριὴλ Εὐαγγελισμόν, καὶ ἀκούσωμεν τί πρὸς τὴν ἄμεμπτον ἐπιστὰς εὐηγγελίζετο.
Ὁ Ἄγγελος: Ἄκουε δεδοξασμένη λόγους ἀποκρύφους Ὑψίστου, ἄκουε. Ἰδοὺ συλλήψῃ ἐν γαστρὶ καὶ τέξεις Υἱὸν καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦν. Ὁπλίζου λοιπὸν εἰς Χριστοῦ παρουσίαν· ἦλθον γὰρ εὐαγγελίσασθαί σοι τὰ σοὶ ἀποκείμενα ἀπὸ καταβολῆς κόσμου
Ἡ Παρθένος: Ἄπιθι πόλεως ἐμῆς καὶ πατριᾶς ἄνθρωπε, ἄπιθι, καὶ σπουδῇ τὸ ἐμὸν κατάλιπε δωμάτιον. Μακρὰν ἀπόφυγε προθύρων ἐμῶν ὁ λαλῶν μοι, καὶ μὴ τοιοῦτον εὐαγγελισμὸν τῇ ἐμῇ ταπεινώσει προσκόμιζε.
Ὁ Ἄγγελος: Βουλὴν ἀρχαίαν πληρῶσαι βουλόμενος καὶ θελήσας θελῆσαι τὸν πλανηθέντα ἄνθρωπον, ἄνθρωπος ὁ μόνος Φιλάνθρωπος φιλανθρωπίας ἀγαθότητι γενέσθαι ηὐδόκησεν· καὶ τί λοιπὸν τὸν ἐμὸν οὐ προσδέχῃ ἀσπασμὸν μετὰ πάσης χαρᾶς ἡ Κεχαριτωμένη;
Ἡ Παρθένος: Βλέπω σου, νεανίσκε, τῆς εὐμορφίας τὸ ἀζωγράφιστον κάλλος καὶ τοῦ χαρακτῆρος τὴν αὐγερὰν θεωρίαν, καὶ λόγους ἀκούω σου, οὓς οὐδέποτε ἤκουσα, καὶ ὑπονοῶ ὅτι τάχα πλανῆσαί με παραγέγονας.
Ὁ Ἄγγελος: Γνῶθι σαφῶς καὶ πιστώθητι ὅτι μᾶλλον ἐγὼ ἐν ἐκπλήξει γέγονα θεασάμενος τὸ τοιοῦτόν σου θεοζωγράφητον κάλλος, καὶ βλέπων σε λοιπὸν νομίζω δόξαν Κυρίου καταμανθάνειν σε.
Ἡ Παρθένος: Γλῶσσαν, ἣν οὐκ ἔγνων, ἤκουσα, καὶ ὄψιν, ἣν οὐδέποτε εἶδον τεθέαμαι· καὶ πῶς οὐ μὴ πτήξω, καὶ ὅλη διόλου σύντρομος γενήσομαι, ὅτι μνηστῆρα δίκαιον κέκτημαι, καὶ οὐκ ἤθισα μετὰ ξένων τὸ καθόλου συλλαλεῖν;
Ὁ Ἄγγελος: Δέξαι δὴ ἀγγελίας χαρὰν ἀξιάκουστον καὶ ἐγκώμιον τὸ σοὶ πρεπωδέστατον· ὁ γὰρ ἐκ σοῦ τικτόμενος Υἱὸς Ὑψίστου κληθήσεται, καὶ ὑπὸ σοῦ τῆς ἡγιασμένης ὑπερβολ ῇ χρηστότητος βασταχθήσεται.
Ἡ Παρθένος: Δέδοικα καὶ τρέμω σου τοὺς τοιούτους λόγους, καὶ ὑπολαμβάνω ὅτι ὡς ἄλλην Εὔαν πλανῆσαί με βούλει· ἐγὼ δὲ οὐκ εἰμὶ κατ’ ἐκείνην, ἵνα ὡς ἐκείνην με δελεάσῃς· πῶς δὲ καὶ ἀσπάζεσαι κόρην ἣν οὐδέποτε τεθέασαι;
Ὁ Ἄγγελος: Εὐαγγελίζομαί σοι χαρᾶς εὐαγγέλια, εὐαγγελίζομαί σοι Τόκον ἀνόητον, εὐαγγελίζομαί σοι παρουσίαν ὑψηλοῦ Βασιλέως ἀνεκδιήγητον· τάχα δὲ καὶ ἣν κατέχεις πορφύραν, προνοεῖ σου τὸ Βασιλικὸν ἀξίωμα.
Ἡ Παρθένος: Ἐπειδὴ ταῦτα μηνύεις μοι καὶ μηνύων οὐ παύεσαι, κἀγώ σοι λέξω λοιπὸν ὅτι οὐ πιστεύω σου τὸν τοιοῦτον εὐαγγελισμόν, καθότι ἐξουθενῆσαι ἦλθες τὸ παρθενικὸν ἀξίωμα, καὶ λυπῆσαι τὸν ἐμον μνηστῆρα.
Ὁ Ἄγγελος: Ζαχαρίας ὁ προφήτης καὶ προσφιλὴς τῆς συγγενίδος σου Ἐλισάβετ ἐξ ἀπιστίας σιγήσας πληροφορήσει σοι· πρὸς ἐκεῖνον πορεύθητι καὶ μάθῃς τὰ ἐκείνῳ συμβησόμενα.
Ἡ Παρθένος: Ζεῦγος εὐγενέστατον καὶ ἄμεμπτον, Ἰωακεὶμ καὶ Ἄννα, οἱ ἐμοὶ γεννήτορες τυγχάνουσιν, καὶ πῶς ἐγὼ τούτων γέννημα ἐπίμεμπτον γενήσομαι; Τίς δὲ καὶ πληροφορήσει αὐτοὺς ὅτι Μαρία οὐκ ἠτάκτησεν;
Ὁ Ἄγγελος: Ἡνίκα τελεσθῶσιν οἱ λόγοι μου εἰς τὸν καιρὸν αὐτῶν, τότε συνήσεις τοῦ ἀκαταλήπτου μυστηρίου τὴν Δύναμιν, τότε γνώσῃ τῶν ἐμῶν ῥημάτων τὴν ἔκβασιν καὶ τοῦ Ὑψίστου τὴν ἄφραστον συγκατάβασιν.
Ἡ Παρθένος: Ἡ ἐξ οἴκου καὶ πατριᾶς Δαβὶδ καταγομένη, πῶς τοιούτου φρικτοῦ καὶ ἐπουρανίου ἐξυπηρετήσω μυστηρίου; Καὶ πως τὸν ἐπὶ τὸν Χερουβὶμ ἅγιον καθεζόμενον, ἐγὼ ὑποδέξασθαι δυνήσομαι;
Ὁ Ἄγγελος: Θρόνος θεοβάστακτος καὶ Βασιλικὴ καθέδρα τοῦ ἐπουρανίου Βασιλέως κληθήσῃ, καθότι Βασίλισσα καὶ Δέσποινα καὶ βασιλέως ἐπιγείου Θυγάτηρ τυγχάνεις, καὶ χαρακτῆρα ἔχεις βασιλικόν.
Ἡ Παρθένος: Θρόνος Ὑψίστου πῶς ἐγὼ γενήσομαι; ἑρμήνευσον ὁ λαλῶν μοι· καὶ πῶς τὸ ὕπὲρ ἥλιον φῶς ἐκεῖνο τὸ ἀψηλάφητον ψηλαφήσει σὰρξ πηλίνη; ἀμήχανα κηρύττεις, νεανίσκε, εὐαγγέλια, καὶ νομίζω ἀπατῆσαί με παραγέγονας.
Ὁ Ἄγγελος: Ἴνα καὶ διατί, καὶ τίνος ἕνεκεν ἐπὶ τοσοῦτον ἠπίστησας τὸν εὐαγγελισμὸν δέξασθαι, δεδοξασμένη, καὶ μέχρι τίνος οὐ πειθαρχεῖς εἰς τὸν ἐξ οὐρανοῦ σοι πεμφθέντα ἄγγελον; Οὐκ εἰμὶ ἐγὼ ὁ τὴν Εὔαν πλανήσας, οὐκ εἰμί, μὴ γένοιτο.
Ἡ Παρθένος: Εἶδόν σου τὴν πολυσχημάτιστον ὄψιν, καὶ ἤκουσά σου τὰ πολυθαύμαστα ῥήματα, ἅπερ οὐδεὶς πώποτε ἀκήκοεν· καὶ δὴ οὐ βούλομαί σου τὸν τηλικοῦτον εὐαγγελισμὸν ὑποδέξασθαι.
Ὁ Ἄγγελος: Καὶ ἡ μορφή μου καὶ ἡ φωνή μου καταπλήττει σε· ἀλλ’ οἶδα ὅτι τὰ ῥήματα τοῦ στόματός μου χαρᾶς ἀνεκλαλήτου πρόξενά σοι γενήσονται, καὶ μακαρίσει σε κατὰ τὸ ῥῆμά σου οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ.
Ἡ Παρθένος: Κατὰ τί γνώσομαι τοῦτο ὅτι ἔσται τελείωσις τοῖς ὑπὸ σοῦ λαλουμένοις; Καθότι παρθένος ἀθαλάμευτος ἐγὼ τυγχάτω, καὶ μῶμος ἡδυπαθείας οὐκ ἔστιν ἐν ἐμοί· δούλη γὰρ εἰμὶ Κυρίου τοῦ ποιήσαντός με.
Ὁ Ἄγγελος: Λέξω σοι τρανῶς, ὅτι καὶ Ἐλισάβετ ἡ συγγενής σου κατὰ τὸν καιρὸν τοῦτον υἱὸν ἐν γήρᾳ τέξεται, καὶ πολλοὶ ἐπὶ τῇ γεννήσει αὐτοῦ χαρήσονται καὶ θαυμάσονται, κληθήσεται δὲ τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰωάννης.
Ἡ Παρθένος: Λάβε δόγμα παρ’ ἐμοῦ, καὶ ἀπόστηθι τῆς ἐμῆς οἰκίας, κἄν τε γὰρ ἄγγελος, κἄν τε ἄνθρωπος τυγχάνῃς· ἄγγελον θεωρῶ τῷ σχήματι, καὶ ἄνθρωπον κατανοῶ τῷ ῥήματι.
Ὁ Ἄγγελος: Μὴ γὰρ εἰς τὰ ἅγια τῶν ἁγίων οὐχ ἑώρακάς με, εὐλογημένη, καὶ τροφὴν ἐκ τῆς ἐμῆς ἐδέξω χειρός; ἐγὼ γάρ εἰμι Γαβριήλ, ὁ διαπαντὸς παρεστηκὼς ἐνώπιον τῆς δόξης Κυρίου.
Ἡ Παρθένος: Μνηστῆρα σώφρονα, γηραλέον καὶ δίκαιον κέκτημαι, τεκτονικὴν ἐπιστήμην ἐπιστάμενον, καὶ εὐλαβοῦμαι τοῦτον μήπως κατατύχῃ μετὰ σοῦ τοῦ ξένου συνομιλοῦσαν, καὶ μάλιστα κατὰ μόνας.
Ὁ Ἄγγελος: Νῦν ἠρξάμην λαλεῖν· πλήρης γάρ εἰμι ῥημάτων οὐρανίων· καὶ λέξω σοι λοιπὸν ὅτι ἐκ σοῦ μέλλει τίκτεσθαι Βασιλεὺς βασιλέων, καὶ βασιλεύσει ἐπὶ τὸν οἶκον Ἰακὼβ εἰς τοὺς αἰῶνας, καὶ τῆς Βασιλείας αὐτοῦ οὐκ ἔσται τέλος.
Ἡ Παρθένος: Νῦν ἡ ψυχή μου τετάρακται, καὶ οὐκ οἶδα τί λογίσομαι τὴν ἔμφρικτον ταύτην ὀπτασίαν· νομίζω γὰρ ὅτι, εἰ ἀληθεύσει τὰ ῥήματά σου, ἔκδοτον ποιήσει με Ἰωσὴφ εἰς χεῖρας τῶν αὐτὰ κρινόντων.
Ὁ Ἄγγελος: Ξενίζομαι, δεδοξασμένη, ὅτι ἀκμὴν διστάζεις ἐμὲ τὸν ἐκ τοσούτων ὑψωμάτων πρὸς σὲ παραγενόμενον· ἐμοὶ γὰρ μᾶλλον ἔξεστιν εὐλαβεῖσθαί σε, ὡς Μητέρα τοῦ Κυρίου μου μέλλουσαν ἔσεσθαί σε, καὶ τρέμειν σου τὸ Βασιλικὸν ἀξίωμα.
Ἡ Παρθένος: Ξενισμὸς γάρ εἰσι τὰ εὐαγγέλιά σου, καὶ ἡ ἐπιστασία σου δημοσιεύσει τοὺς τρόπους σου· ἦλθες γὰρ εἰς τὸ ἐμὸν δωμάτιον ἀμηνυτὶ πλησιάσας μοι, τάχα ὡς παιδίσκην τινά, καὶ οὐχ ὡς Δέσποινα λογισόμενος.
Ὁ Ἄγγελος: Ὅλη δι’ ὅλου καθαρὰ καὶ ἄμεμπτος τυγχάνεις· καὶ θαυμάζω πῶς ἐπὶ τοσοῦτο τοῖς ἐμοῖς ἠπίστησας ῥήμασιν· ἰδοὺ γὰρ ὁ Βασιλεὺς τῆς δόξης, ὡς λογίζομαι, ἔτι λαλοῦντός μου, ἐν σοὶ τῇ Παρθένῳ ὡς Βασιλίδι ἐνοίκησεν.
Ἡ Παρθένος: Ὁ παρθένον ἀπείρανδρον ἀσπαζόμενος καὶ κόρη ἀπειρογάμῳ, τὰ τοιαῦτα φθεγγόμενος ἑρμήνευσόν μοι τὸ ἀληθές, εἰ οἶδας, τὸ πότε καὶ πόθεν καὶ πῶς λοιπὸν ἔσται μοι τοῦτο, ἐπεὶ ἄνδρα οὐ γινώσκω.
Ὁ Ἄγγελος: Πνεῦμα Ἅγιον ἐπελεύσεται ἐπὶ σέ, καὶ Δύναμις Ὑψίστου ἐπισκιάσει σοι· διὸ καὶ τὸ γεννώμενον ἐκ σοῦ Ἅγιον κληθήσεται Υἱὸς Θεοῦ. Μὴ φοβοῦ λοιπὸν Μαριάμ· εὗρες γὰρ χάριν παρὰ τῷ Θεῷ.
Ἡ Παρθένος: Πολυζήτητον μυστήριον ἦλθες εὐαγγελιζόμενός μοι, καὶ πῶς μὴ πτήξω καὶ ἐπιπλεῖον ἀπιστήσω τὸν τοιοῦτον παράδοξόν σου εὐαγγελισμόν;
Ὁ Ἄγγελος: Ῥίψον τὴν ἄπιστον γνώμην, Παρθένε· ἰδοὺ γάρ, ὡς ἐμοὶ δοκεῖ, ἐτελέσθησαν οἱ λόγοι μου, καὶ ἡ κοιλία σου ὄγκον βαστάζει, κἂν μὴ βούλει· καθότι οὐκ ἀδυνατήσει παρὰ τῷ Θεῷ πᾶν ῥῆμα.
Ἡ Παρθένος: Ῥίζης δαβιτικῆς βασιλικὸν βλάστημα ὑπάρχω, καὶ δέδοικα μήπως ὡς ἐκείνῳ ἐπέλθῃ κἀμοὶ τῆς ἀλλοτρίας ἀπροσδόκητος ἐξουθενισμός, καὶ φανερώσῃ μου λοιπὸν τὰ ἁμαρτήματα τὸ πέταλον τοῦ ἱερέως τὀ ἅγιον.
Ὁ Ἄγγελος: Σωτῆρα τέξεις Κύριον, τὸν ἕνα τῆς Ζωαρχικῆς Τριάδος, καὶ χαρὰν τῷ κόσμῳ προξενήσεις ἀνεκλάλητον, ἣν οὐδεὶς οὐδέπω ἀγγέλων ἢ ἀνθρώπων προεξένησεν, καὶ ἔσται τὸ ὄνομά σου εὐλογημένον εἰς τοὺς αἰῶνας.
Ἡ Παρθένος: Σωτῆρα ποῖον τέξομαι; Λέγε μοι, νεανίσκε· ξενίζει γὰρ ὡς ἀληθῶς καὶ ἀγγέλων τὰς νοερὰς διακοσμήσεις καὶ ἀρχαγγέλων τὰς φλογερὰς καὶ πολυομμάτων ταξιαρχίας τὰ σὰ εὐαγγέλια.
Ὁ Ἄγγελος: Τέρψις καὶ διόλου γλυκασμός εἰσι τὰ ῥήματά σου, καὶ διὰ τοῦτό σοι λέξω ὅτι οὐκ ἐκ θελήματος σαρκός, οὐδὲ ἐκ θελήματος ἀνδρός, ἀλλ’ ἐκ θελήματος Θεοῦ καὶ ἐξ ἐπιφοιτήσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἡ σὴ κυοφορία γενήσεται.
Ἡ Παρθένος: Τίς πληροφορήσει τῷ Ἰωσὴφ ὅτι οὐκ ἐκ θελήματος ἀνδρὸς οὐδὲ ἐκ θελήματος σαρκός, ἀλλ’ ἐξ ἐπιφοιτήσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἡ ἐμὴ κυοφορία γενήσεται; Καθότι ἐκ τοῦ αἰῶνους οὐκ ἠκου΄σθη ὅτι παρθένος ἀπείρανδρος βρέφος τέξεται.
Ὁ Ἄγγελος: Ὑπὸ τὴν σὴν εὐσπλαγχνίαν καταφεύξεται πᾶν γένος ἀνθρώπων, καὶ πᾶσα γλῶσσα πυρίνη μακαρίσει σε, καὶ λαληθήσεται τὸ ὄνομά σου ἐν πάσῃ γενεᾷ καὶ γενεᾷ, ὅτι διὰ σοῦ Χριστὸς τῷ κόσμῳ μέλλει τίκτεσθαι.
Ἡ Παρθένος: Ὑλικὴ τυγχάνουσα καὶ ἐκ τῆς γῆς τὴν γέννησιν ἔχουσα, πῶς καταφυγὴ ἀνθρώπων γενήσομαι; Καὶ πῶς Χριστὸν τὸ Φῶς τοῦ κόσμου ἐναγκαλίσομαι; Καὶ πῶς ὁ Ἥλιος ἐκεῖνος ὁ ἄδυτος ὑπὸ τῆς νοητῆς σελήνης βασταχθήσεται;
Ὁ Ἄγγελος: Φαιδρὸν ἀνάλαβε ὄμμα, δεδοξασμένη· Οὐρανὸς γὰρ μέλλεις γενέσθαι καὶ Σκηνὴ Θεοχώρητος, καὶ Ναὸς Θεοῦ ἔμψυχος ἑπτὰ στερεωμάτων εὐρυχωρότερός τε καὶ θαυμασιώτερος.
Ἡ Παρθένος: Φρίττω τὰ παράδοξα τῆς ξένης μου λοχείας ἐγκαίνια, εὐλαβοῦμαι δὲ καὶ τὸν Ἰωσήφ· καὶ τί λοιπὸν συμβήσεταί μοι; Οὐκ οἶδα. Συμφέρει μοι οὖν πρὸς τὸν οἶκον Ζαχαρίου ἀπελθεῖν, πρὸς τὴν ἐμὴν συγγένιδα.
Ὁ Ἄγγελος: Χριστιανῶν ἁπάντων γένῃ κοινὸν ἱλαστήριον, καὶ διὰ τοῦτο γαλήνιον ἐπιφθέγγομαί σοι τὴν πρέπουσαν φωνήν. Χαῖρε Κεχαριτωμένη ὁ Κύριος μετὰ σοῦ. Εὐλογημένη σὺ ἐν γυναιξίν, καὶ εὐλογημένος ὁ καρπὸς τῆς κοιλίας σου.
Ἡ Παρθένος: Χαρακτῆρα φέρουσα βασιλικόν, καὶ εἰς τὰ βασίλεια Βηθλεὲμ τιθηνισθεῖσα, καὶ εἰς τὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων ἐκ παιδιόθεν διαπρέψασα, καὶ Παρθένος λοιπὸν τυγχάνουσα, πῶς Μήτηρ ἀκουσθήσομαι Παιδὸς ἐμοῦ;
Ὁ Ἄγγελος: Ψηλαφήσας ὁ Ὕψιστος ὅλον τὸν κόσμον, καὶ μὴ εὑρὼν πλήν σου Μητέρα, πάντως ἐκεῖνος, ὡς ἠθέλησεν, ὡς ηὐδόκησεν, ἐκ σοῦ τῆς ἡγιασμένης ἄνθρωπος διὰ φιλανθρωπίαν γενήσεται. Μακαρίζου λοιπὸν ἐν ἀνθρώποις.
Ἡ Παρθένος: Ψαλῶ καὶ αἰνέσω τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ μετ’ ᾠδῆς, ὅτι ἐπέβλεψεν ἐπὶ τὴν ταπείνωσιν τῆς δούλης αὐτοῦ. Ἰδοὺ γὰρ ἀπὸ τοῦ νῦν μακαριοῦσί με πᾶσαι αἱ γενεαί, καὶ λαὸς ὁ ἐξ ἐθνῶν διαπαντὸς ἐπαινέσει με.
Ὁ Ἄγγελος: Ὦ Παρθένε, χαρᾶς ἐπουρανίου καὶ τερπνὸν καὶ πανθαύμαστον κατοικητήριον, καὶ τοῦ κόσμου παντὸς παγκόσμιον σέβασμα, ἡ μόνη ἀληθῶς ἐν γυναιξὶν εὐλογημένη, ἑτοιμάζου λοιπὸν εἰς μυστικὴν Χριστοῦ παρουσίαν.
Ἡ Παρθένος: Ὦ νεανίσκε χαρᾶς ἀνεκλαλήτου πρόξενε, ὁ ἐξ ἀσωμάτων ἁγίων παραγενόμενος καὶ πηλῷ διαλεγόμενος, ἕως πότε ἀνέξομαί σου, καὶ μέχρι τίνος οὐ καταπαύεις τοὺς λόγους σου; Ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου γένοιτό μοι κατὰ τὸ ῥῆμά σου.

***
Καὶ ταῦτα μὲν ἡ πολυΰμνητος καὶ πανάμωμος καὶ Παρθένος Μαρία πρὸς τὸν Ἀρχάγγελο Γαβριήλ, ἢ καὶ τὰ τούτων ἀῤῥητότερα διελέγετο. Ἀλλ’ ἀκούσωμεν λοιπὸν τί πρὸς αὐτὴν καὶ ὁ δίκαιος Ἰωσὴφ διελέγετο.
Ὁ Ἰωσήφ: Ἄσπιλόν σε παρέλαβον ἐξ οἴκου Κυρίου, καὶ Παρθένον ἀμόλυντόν σε κατέλιπον ἐν τῷ οἴκῳ μου, καὶ τί τοῦτο νῦν ὁρῶ Μαρία παρ’ ἐλπίδα καὶ οὐ παρθένον τυγχάνουσαν; Λέγε μοι Μαριὰμ τί τὸ ἀληθές, ἐν τάχει λέγε μοι.
Ἡ Παρθένος: Ἄσπιλόν με κατέλιπες, ὡς ἔφης, ἐν τῶ οἴκῳ σου, καὶ πάλιν ἀμόλυντον ἐγὼ λογίζομαι καὶ τέτυχάς με, καθότι ἐκ παιδιόθεν ἐμίησα τὸν ἀπὸ τῆς σαρκὸς ἐσπιλωμένον χιτῶνα, καὶ ἴχνος ἡδυπαθείας οὐκ ἔστιν ἐν ἐμοί.
Ὁ Ἰωσήφ: Βήματος δικαστικοῦ εὐλαβήθητι, Μαριάμ, τὸ αὐστηρὸν βουλευτηρίον, καὶ συναγωγῆς ἰουδαϊκῆς τὸ ἀπαραλόγιστον δικαστήριον, καὶ λέξον μοι σαφῶς τὸ ἀληθές, μὴ κρύψῃς ἀπ’ ἐμοῦ τὰ συμβησόμενα.
Ἡ Παρθένος: Βῆμα καὶ κριτήριον ἀπαράλλακτον τοῦ μέλλοντος αἰῶνος φοβήθητι, Ἰωσήφ, ὅπου καὶ ἄγγελοι τρέμουσιν οἱ μηδὲν ἁμαρτήσαντες, περὶ δὲ τοῦ ἐπιγείου δικαστηρίου μή σοι μελέτω.
Ὁ Ἰωσήφ: Γέγραπται ἐν βίβλῳ Μωσέως ὅτι, ἐάνν τιςεὕρῃ παρθένον καὶ βιασάμενος κοιμηθ ῇ μετ’ αὐτῆς καὶ εὑρεθῇ, δώσει ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος τῷ πατρι τῆς νεάνιδος δίδραγμα· οὗ προστάγματι ποίησον.
Ἡ Παρθένος: Γέγραπται ἐν τοῖς προφήταις ὅτι δοθήσεται τὸ ἐσφραγισμένον βιβλίον ἀνδρὶ εἰδότι γράμματα, καὶ ἐρεῖ, οὐ δύναμαι ἀναγνῶναι αὐτό· τάχα οὖν, ὡς ἐμοὶ δοκεῖ, ἡ προφητεία αὕτη περὶ σοῦ ἐλέχθη.
Ὁ Ἰωσήφ: Δημοσίευσον Μαριὰμ τὸν ἐπίβουλον τῆς ἐμῆς οἰκίας, ἄγε δὴ εἰς μέσον τὸν ἀτακτήσαντα, ἵνα ξίφει τεκτονικῷ τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ ἀφελοῦμαι, καθότι ἐκεῖνος τὴν ἐμὶν ἠτίμασεν πολιάν· καὶ ἐκμυτηρίσει με λοιπὸν ἡ δωδεκάφυλος τοῦ Ἰσραήλ.

Ἡ Παρθένος: Δίκαιος σὺ καὶ ἀμεμπτος τυγχάνεις, καὶ εἰκότως ὁ Θεός μου ἀποκαλύψει σοι τὰ ἐμοὶ συμβησόμενα, καὶ δείξει σοι καθ’ ὕπνους, ὃν λέγεις ἐπίβουλον· ἐγὼ γὰρ εἰς τὸ ὕψος ἐκεῖνο, ὅπου ἐκεῖνος αὐλίζεται, οὐκ ἤθισα ἄγεσθαι.
Ὁ Ἰωσήφ: Ἔξιθι τοῦ οἴκου μου, καὶ ταχὺ πρὸς τὸν σὸν ἐραστὴν ἐπείχθητι· οὐ διαθρέψω σε ἀπὸ τοῦ νῦν, οὐ καθήσεις ἐπὶ τραπέζης ἐμεῆς, καθότι λύπην καὶ ἐξουθενισμὸν ἀντὶ χαρᾶς ταῖς ἐμαῖς ἡτοίμασας πολιαῖς.
Ἡ Παρθένος: Ἔκδεξαι μικρόν, ὦ Ἰωσήφ, καὶ μὴ ξενώσῃς με λάθρα τοῦ οἴκου σου, καθότι ξενιτεύειν οὐκ ἤθισα· καὶ ποῦ λοιπὸν πορεύσομαι μὴ γινώσκουσα; ὴ πρός τίνα καταφεύξομαι; Οὐκ ἐπίσταμαι.
Ὁ Ἰωσήφ: Ζωῆς καὶ θανάτου τυγχάνουσα, λέγε μοι, Μαριάμ, τίς ὁ θηρεύσας σε, φανέρωσόν μοι τὸν μετὰ σοῦ συνομιλήσαντα, ἑρμήνευσόν μοι ποίας πόλεως ἐτύγχανεν, ἵνα ἐκεῖ πορευθεὶς  ἐξουθενίσω αὐτόν.
Ἡ Παρθένος: Ζῇ Κύριος ὁ Θεός μου, ὅτι καθαρὰ εἰμὶ καὶ ἄνδρα οὐ γινώσκω· ὁ γὰρ φανείς μοι, ὡς ἐμεοὶ δοκεῖ, ἄγγελός τις εἶχεν ἀνθρωποσχημάτιστος, εἰμὴ μετὰ εὐλαβείας, ὡς ἀπὸ διαστήματος τινὸς ἐξίστατο καὶ ἵστατο, καὶ οὕτως τῇ ἐμῇ ταπεινώσει διελέγετο.
Ὁ Ἰωσήφ: Ἥξει ἐπὶ σοί, ἀλλὰ καὶ ἐπ’ ἐμοὶ τῷ γέροντι, κλεψιγαμίας ἔγκλημα καὶ ἐξουθενισμὸς ἀπροσδόκητος παρὰ τῶν ταῦτα κρινόντων, καὶ ἐλέγξει λοιπὸν ἀμφοτέρους ἡμῶν, κἂν μὴ βουλώμεθα τὸ ὕδωρ τῆς ἐλέγξεως.
Ἡ Παρθένος: Ἠκούσθη σοι ὅτι καὶ Ἐλισάβετ ἡ γυνὴ Ζαχαρίου καὶ συγγενής μου κατὰ τὸν καιρὸν τοῦτον Προφήτην καὶ Πρόδρομον παρ’ ἐλπίδα συνέλαβεν· εἰμὴ γὰρ Προφήτης ἐτύγχανεν, οὐκ ἂν διὰ τῶν σκιρτημάτων ἐπέγνω τὸν ἐν ἐμοὶ βασταζόμενον Κύριον.
Ὁ Ἰωσήφ: Θαυμάζω ἐπὶ σοὶ καὶ σφόδρα καταπλήττομα, καὶ οἶδα ὅτι διαλάλημα γενήσομαι τοῖς υἱοῖς Ἰσραήλ. Καὶ ἐξουθενίσει με ἀδωναΐ Κύριος, ἀνθ’ ὧν παρέλαβόν σε ἐξ ἁγίου κατοικητηρίου εἰς τήρησιν, καὶ παρθένον σε οὐκ ἐφύλαξα.
Ἡ Παρθένος: Θλίψεως ἡμέρα κατέλαβέ με, καὶ μέμψις ἐξ ὑποψίας ἐπῆλθέν μοι καὶ ἐξέτασις μνηστῆρός μου κατεπείγει με, καὶ κυοφόρησις παιδός μου κατηγορεῖ μοι, καὶ ὁ τὸ χαῖρέ μοι, λέξας, τάχα ἀπεκρύβη· καὶ τί λοιπὸν λογίσομαι; Οὐκ οἶδα.
Ὁ Ἰωσήφ: Εἶδον τὸν ὄγκον τῆς σῆς νηδύος, καὶ ὅλως διόλου σύντρομος γέγονα. Εἰπέ μοι ποῦ σε κρύψω, καὶ πότε σοι φανερώσω, καὶ πῶς δυνήσομαι λαθεῖν τὸ ἰουδαϊκὸν συνέδριον; ἀπόστηθι οὖν τοῦ οἴκου μου, ταχέως ἀπόστηθι.
Ἡ Παρθένος: Ἰδοὺ διώκεις με τοῦ οἴκου σου Ἰωσήφ· καὶ ποῦ λοιπὸν πορεύσομαι; Οὐ γινώσκω· ὑποστρέψω ἆρα ἐν τῷ Ἱερῷ τοῦ ἁγιάσματος; ἀπέλθω πρὸς τοὺς ἐμοὺς γονεῖς; ἀλλὰ ποίῳ προσώπῳ ἀτενίσω εἰς αὐτούς.
Ὁ Ἰωσήφ: Κὰν ἐγὼ σιωπήσω τὸ ἁμάρτημά σου, φανερόν ἐστι· καὶ οἱ λίθοι καὶ τὰ ἅγια τῶν ἁγίων μεγάλα βοήσονται, καθότι παρέλαβόν σε εἰς τήρησιν τοῦ καταλεγομένου ἱερέως, καὶ παρθένον σε οὐκ ἐφύλαξα.
Ἡ Παρθένος: Κρύψον με λοιπὸν εἰς τὸ σπήλαιον τῆς ἐμεῆς Βηθλεέμ, καὶ ἔκδεξαι μικρὸν ἐμῆς κυοφορίας καὶ μάθοις ὰν ἐξ ἐμοῦ τίς ἔστιν ὁ μέλλων τίκτεσθαι. Λογίζομαι λοιπὸν ὅτι Ἰησοῦς ὁ Θεός μου ἐπιβλέψει ἐπὶ τὴν ταπείνωσίν μου.
Ὁ Ἰωσήφ: Λέξον μοι λοιπόν, τίς ἐστιν ὁ ξένος καὶ παροδηγητὴς ἐκεῖνος ὁ ἄνθρωπος, ὁ εἰς τὸ ἡμέτερον δωμάτιον ἀμηνύτως παραγενόμενος, ὥς τις ποτὲ κακόσκοπος, καὶ μάλιστα ἐμοῦ ἀπόντος καὶ οὐκ ὄντος ὑπὸ τὰ τείχης τῆς πόλεως Ναζαρέτ;
Ἡ Παρθένος: Λαβοῦσα τὴν κάλπην ἀπῆλθον εἰς τὴν πηγὴν ἀντλῆσαι ὕδωρ, ὅπως πίωμαι, καὶ εἰσῆλθεν εἰς τὰ ὦτά μου φωνὴ τοιαύτη λέγουσα· Χαῖρε Κεχαριτωμένη ὁ Κύριος μετὰ σοῦ.
Ὁ Ἰωσήφ: Μὴ γὰρ ἐκ τῆς φωνῆς συνέλαβες; ἀπὸ τοῦ αἰῶνος οὐκ ἠκούσθη ὅτι ἀπὸ φωνῆς ῥημάτων ἐκυοφόρησε παρθένος ἀπείρανδρος ποτέ, ἀλλ’ οὔτε οἱ πατέρες ἡμῶν ἀνήγγειλαν ἡμῖν εἴ τι τοιοῦτον γέγονεν ἐν ταῖς ἡμέραις αὐτῶν.
Ἡ Παρθένος: Μὴ γὰρ Ἡσαΐας ὁ Προφήτης οὐ ἐφώνησε λέγων· Ἰδοὺ ἡ Παρθένος ἐν γαστρὶ ἕξει; Καὶ πάλιν· Παιδίον ἐγεννήθη ἡμῖν, οὗ ἡ Μήτηρ ἄνδρα οὐ γινώσκει; Σφάλλεις λοιπόν, ὦ Ἰωσήφ, ἐπιπολὺ μεμφόμενός μοι.
Ὁ Ἰωσήφ: Νομίζω, Μαρία, ὅτι τῆς Εὔας τῆς σῆς μητρὸς ἐξηκολούθησας·  ἀλλ’ ἐκείνη μὲν τοῦ παραδείσου ἀπῳκίσθη, καθότι τὴν ἀκοὴν ἐφήπλωσε εἰς τὸν ταύτην ψιθυρίσαντα, σὺ δὲ ἐκ τοῦ οἴκου μου ἐκβληθήσῃ ὡς ὑπεύθυνος.
Ἡ Παρθένος: Νῦν ἐπῆλθές μοι ὡς ἀλλογενὴς καὶ ἑτερόφυλος κατήγορος, καὶ οὐχ ὡς βασιλίδα ἀλλ’ ὡς μοιχαλίδα τινὰ διελέγχεις μοι· καὶ ἀπὸ πόλεως εὀς πόλιν λάθρα διώκομαι· καὶ τί λοιπὸν ἀπολογήσομαι; Οὐκ ἐπίσταμαι.
Ὁ Ἰωσήφ: Ξενίζει με ὁ Τόκος σου, οὐ μόνον ἐμοί, ἀλλὰ καὶ ἀγγέλοις καὶ ἀνθρώποις, καὶ οὐκ ὰν πιστεύσει σού τις τί ταῦτα τὰ ῥήματα, ὅτι παρθένος ἀπείρανδρος βρέφος φέρεις.
Ἡ Παρθένος: Ξενίζει νῦν τὰ λεγόμενα καὶ καταπλήττει σου τὸν νοῦν τῆς μυστικῆς κυοφορίας μου τὸ παράδοξον μυστήριον, ἐγὼ δὲ οὐκ εἰμὶ αἴτιος τῆς ἐπελθούσης μοι συμφορᾶς, καθότι ἀπὸ βρέφους μεμάθηκα λατρεύειν τῷ Κυρίῳ μου τῷ ποιήσαντί με, καὶ ἄνδρα οὐ γινώσκω.
Ὁ Ἰωσήφ:  Οὐκ εἶπόν σοι δεῖξόν μοι τὸν ἐπίβουλον τῆς οἰκίας μου, καὶ ἐλευθερῶ σε τοῦ τοιούτου ἐγκλήματος; ἢ πορεύθητι πρὸς τὸν σὸν ἐραστήν· καὶ τί λοιπὸν ἀπὸ τοῦ νῦν ἐλπίζεις;
Ἡ Παρθένος: Οὐκ ἐπίσταμαι λοιπὸν τὸ ἐν ποίοις τόποις αὐλίζεται, ἐπειδὴ κατὰ ἀλήθειαν ἤμελλον αὐτὸν κατατύχειν τὸ ἀζωγράφητον κάλλος θεάσασθαι, καὶ μετ’ αὐτοῦ διαλεχθήσεσθαι, ὅτι εἶπέ μοι· Χαῖρε Κεχαριτωμένη, καὶ ἀρτίως πολλὰ λυποῦμαι.
Ὁ Ἰωσήφ: Πῶς μὴ πτήξω· καὶ τύψω μου τὴν ὄψιν καὶ τήξω μου τὴν ψυχήν, ὅτι παρθένον παρέλαβόν σε ἐξ οἴκου Κυρίου, καὶ οὐ διετήρησά σε; Πῶς δὲ προσεύξομαι πρὸς Κύριον τὸν Θεόν μου κατὰ τὸ ἠθισμένον μοι, καὶ πληρώσει μου τὴν ἔντευξιν;
Ἡ Παρθένος: Πίστευε Προφήτας τοῦ Θεοῦ, καὶ μὴ ἐπὶ τοσοῦτον λύπῃ κατατήξῃς ἑαυτόν· εὑρήσεις γὰρ αὐτὸ γεγραμμένον, τό· Ἰδοὺ ἡ Παρθένος ἐν γαστρὶ ἕξει καὶ τέξεται Υἱόν, καὶ καλέσουσιν τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἐμμανουήλ.
Ὁ Ἰωσήφ: Ῥάβδος ἀχειρότευκτος ἔπεισέ με παραλαβεῖν σε ἐκ τοῦ οἴκου Κυρίου καὶ τῆς προσευχῆς, καὶ κατέλιπά σε μετὰ πάσης εὐταξίας καὶ κοσμιότητος ἐν τῷ οἴκῳ μου, καὶ ἵνα τί οὐκ ἐδέξω σεμνὴν τὴν ἐμὴν ἐπάνοδον καὶ τῶν ἔργων τὴν συμπλήρωσιν;
Ἡ Παρθένος: Ῥυτίδα κοίτης ἀλλοτρίας καὶ μῶμον σαρκικῆς ἐπιθυμίας οὐκ ἐπίσταμαι· ζῇ Κύριος εἶπον, καὶ πάλιν λέγω σοι ὅτι τὴν πορφύραν κατέχουσα ἤκουσα φωνῆς ἀγγελικῆς βοώσης μοι· Μὴ φοβοῦ Μαριάμ· εὗρες γὰρ χάριν παρὰ τῷ Θεῷ.
Ὁ Ἰωσήφ: Στέρξον ὀλίγον λοιπὸν ἐν τῷ οἴκῳ μου, καθότι καιρὸς ἀπογραφῆς ἐστιν, Αὐγούστου Καίσαρτος νῦν βασιλεύοντος· ἐγὼ δὲ γυναῖκα ἐμὴν εὐλαβοῦμαί σε ἀπογράψασθαι, καὶ μάλιστα διὰ τὴν Δαβιτικὴν συγγένειαν.
Ἡ Παρθένος: Συντηρήσω ἆρα τοὺς λόγους σου ἐν τῇ καρδίᾳ μου, καὶ στέρξω ἔτι μικρὸν ἐν τῷ οἴκῳ σου, καὶ ἐκδέξομαι καιρὸν ἀπογραφῆς καὶ ἡμέραν κυήσεως, μέχρις ἂν ἀμφότερα τελεσθῶσιν.
Ὁ Ἰωσήφ: Τάχα ἄγγελον ἦν ὁ καθ’ ὕπνον φανείς μοι, καὶ λέξας μοι· Ἰωσήφ, υἱὸς Δαβίδ, μὴ φοβηθῇς παραλαβεῖν Μαριὰμ τὴν γυναῖκά σου· τὸν γὰρ ἐν αὐτῇ γεννηθέν, ἐκ Πνεύματος ἐστὶν ἁγίου· τέξεται δὲ Υἱόν, καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦν· αὐτὸς γὰρ σώσει τὸν λαὸν αὐτοῦ ἐκ τῶν ἁμαρτιῶν αὐτῶν.
Ἡ Παρθένος: Τάχα, κύριέ μου, ἐκεῖνον ἦν ὁ τὸ Χαῖρέ μοι φθεγξάμενος· ἀλλὰ τὸ λοιπὸν τόν ἐρεύνησον καὶ σπήλαιον, καὶ μαίαν ἑβραίαν καταζήτησον τοῦ γένους ἡμῶν, καὶ τὸ μυστήριον φύλαττε.
Ὁ Ἰωσήφ: Ὑποδείξει μοι πάντως ὁ φανείς μοι καὶ τὸν τόπον καὶ τὸ σπήλαιον. Σὺ δὲ Μαρία τὰ σπάργανα ἑτοίμασον, κἄν τε προφήτης, κἄνε τε βασιλεύς ἐστιν ὁ μέλλων εἰς ἡμᾶς τίκτεσθαι.
Ἡ Παρθένος: Ὑπονοῶ ὅτι Βασιλεύς ἐστιν ὁ μέλλων τίκτεσθαι· γέγραπται γὰρ παρὰ τῷ προφήτῃ Ζαχαρίᾳ· Χαῖρε σφόδρα Θύγατερ Σιών· κήρυσσε θύγατερ Ἱερουσαλήμ·  ἰδοὺ ὁ Βασιλεύς σου ἔρχεται δίκαιος καὶ σώζων.
Ὁ Ἰωσήφ: Φανέρωσόν μοι λοιπόν, ὁ καθ’ ὕπνους χρηματίσας μου, τὰ μέλλοντα ἡμῖν μετὰ ταῦτα συμβαίνει. Ἐγὼ δὲ καὶ τὸν Ἡρώδην φοβοῦμαι, μὴ ποτέ τινος μηνύσαντος, ζητήσῃ τὸν παρ’ ἡμῶν τικτόμενον παῖδα τοῦ ἀνελεῖν αὐτόν.
Ἡ Παρθένος: Φανήσεται σημεῖον ἐπίσημον ἐν τῷ οὐρανῷ· γέγραπται γὰρ παρὰ τῷ προφήτῃ Βαλαάμ· Ἀνατελεῖ ἄστρον ἐξ Ἰακώβ, καὶ ἀναστήσεται ἄνθρωπος ἐξ Ἰσραήλ, καὶ θραύσει τοὺς ἀρχηγοὺς Μωάβ.
Ὁ Ἰωσήφ: Χθὲς ἐξ ὑποψίας σφαλόμενος μέμψιν ἐπήνεγκα τῇ ὡραιότητί σου καὶ τῷ κάλλει σου, νῦν δὲ τὴν ἐξ ὕψους πληροφορίαν δεξάμενος, ἀπολογήσομαι ἆρα, καὶ μετ’ εὐλαβείας προσκυνήσω τῇ μεγαλοσύνῃ σου, καὶ εὐλογήσω τὸ ὄνομά σου εἰς τοὺς αἰῶνας.
Ἡ Παρθένος: Χρυσὸς ὡς ἐμοὶ δοκεῖ προσενεχθήσεται τῷ μέλλοντι τίκτεσθαι ἐκ ἐμοῦ, καθὼς γέγραπται παρὰ τῷ προφήτῃ Δαβίδ, ὅτι· καὶ δοθήσεται αὐτῶ ἐκ τοῦ χρυσίου τῆς Ἀραβίας, καὶ πληρωθήσεται τῆς δόξης αὐτοῦ πᾶσα ἡ γῆ, γένοιτο.
Ὁ Ἰωσήφ: Ψηλαφήσωμεν λοιπὸν τόπον ἀψηλάφητον, ὅτι καιρὸς ἐπέστη ὁ τῆς κυήσεως· χρήζομεν δὲ καὶ ὑποζυγίου· ἰδοὺ γὰρ βλέπω σε στυγνάζουσαν, καὶ νομίζω ὅτι τεκνογονήσειν βούλει.
Ἡ Παρθένος: Ψηλάφησον ἕτι ἅπαξ τὸν προφήτην Μαλαχίαν, λέγει γάρ· Καὶ σὺ Βηθλεέμ, γῆ Ἰούδα, οἶκος τοῦ Εὐφραθᾶ, ὀλιγοστὸς εἶ τοῦ εἶναι ἐν χιλιάσιν Ἰούδα, ἐκ σοῦ γάρ μου ἐξελεύσεται τοῦ εἶναι ἄρχοντα ἐν τῷ Ἰσραήλ.
Ὁ Ἰωσήφ: Ὡς νομίζω, οὐκ ἀποστήσεται ἐξ ἡμῶν ὁ ἄγγελος ὁ καθ’ ὕπνον φανείς μοι, μέχρις ἂν πάντα, ἃ ἐμήνυσεν ἡμῖν, πληρωθήσονται, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν ὁδὸν συμπορεύσεται.
Ἡ Παρθένος: Ὢ μεγάλης μου καὶ μακαρίας ἡμέρας: μάλιστα, ὅτι ἐποίησέ μοι μεγαλεῖα ὁ Δυνατός, καὶ ἅγιον τὸ ὄνομα αὐτοῦ, καὶ τὸ ἔλεος αὐτοῦ εἰς γενεὰν καὶ γενεὰν τοῖς φοβουμένοις αὐτοῦ, καὶ τὸ ἔλεος αὐτοῦ εἰς γενεὰν καὶ γενεὰν τοῖς φοβουμένοις αὐτόν. Ὅτι αὐτῷ πρέπει πᾶσα δόξα τιμὴ καὶ προσκύνησις, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.