Τετάρτη 25 Οκτωβρίου 2023
Πώς πλησιάζουμε το Χριστό./ Ζ΄ ΛΟΥΚΑ
Πώς πλησιάζουμε το Χριστό.
Τρίτη 17 Οκτωβρίου 2023
ΚΥΡΙΑΚΗ ΣΤ΄ ΛΟΥΚΑ
Ο Χριστός: Κύριος του κόσμου και των ψυχών μας
Σήμερα έκτη Κυριακή του Λουκά , αγαπητοί. Ο Ιησούς μας ευρίσκεται στη χώρα των Γαδαρηνών, αντίπερα της Γαλιλαίας. Ο Ιησούς μας πάει παντού, πάει σε όλους, αγαπά όλους και θέλει να σώσει όλους.
Και να! Εκεί που κατέβηκε απ’ το καράβι, ήλθε και Τον συνάντησε μια ταλαίπωρη ύπαρξη, ένας δαιμονισμένος, ο οποίος υπέφερε τα μέγιστα και ήταν ο φόβος και ο τρόμος των περαστικών, δεν έμενε στο σπίτι, κοιμότανε στα μνήματα, ήτανε γυμνός, και ήτο μία κόλαση κινητή. Μόλις είδε τον Ιησού, έτρεξε και Τον παρεκάλεσε, να μην του επιτρέψει να πάει από τώρα στην κόλαση, στην άβυσσο. «…και ποια σχέση έχουμε εμείς με σένα, Κύριε;». Αφού δεν Τον αγαπούν, καμία σχέση δεν έχουν, κι αυτό είναι το βάσανό τους.
Ο Ιησούς, με τη θεία Του δύναμη, είχε παραγγείλει στο κακό πνεύμα να βγει. Και κείνο το αισθάνθηκε. Μόνο οι άθεοι δεν αισθάνονται την παρουσία του Θεού, τα δαιμόνια πιστεύουν και φρίττουν, αλλά τίποτα άλλο δεν κάνουν παραπέρα, να αλλάξουν και να μετανοήσουν. Και γι’ αυτό, αφού είδε τον Ιησού αποφασισμένο να τον βγάλει απ’ τον άνθρωπο, Τον παρεκάλεσε πάλι –μπροστά στον Ιησού ο Δαίμονας παρακαλεί σε μας είναι άρχων του κόσμου τούτου, γιατί του δίνουμε εμείς εξουσία– Τον παρεκάλεσε πάλι, να επιτρέψει να πάει σ’ ένα κοπάδι χοιρινά που έβοσκαν εκεί κοντά. Και ο Ιησούς επέτρεψε.
Ο Δαίμονας δεν μπορεί να πάει πουθενά, χωρίς την άδεια και την παραχώρηση του Κυρίου. Αυτό να το ξέρουμε. Γι’ αυτό να ‘χομε μεγάλη πίστη στον Ιησού, και να ακούμε και να κάνουμε αυτά που λέει, για να μη μας οδηγεί ο Δαίμονας στις ερημιές της ταλαιπωρίας και της κολάσεως της επιγείου. Κι ο Κύριος επέτρεψε κι αμέσως βγήκε ο Δαίμων. Τα δαιμόνια ήταν «λεγεών», όπως λέει το Ευαγγέλιο, ένα σύνταγμα ολόκληρο, βγήκαν και πήγαν στα χοιρινά. Και τα χοιρινά δεν αντέχουν –όπως και όλα τα ζώα- τον Δαίμονα, κι έτρεξαν και πνίγηκαν στη λίμνη. Εμείς πως τον αντέχομε; Θεία οικονομία είναι, που τόσα χρόνια οι περισσότεροι έχομε τόσα πάθη, σύνταγμα δαιμόνων, και αντέχομε. Εδώ είναι η ευσπλαχνία του Κυρίου.
Και εκείνοι, που έβοσκαν τα γουρούνια, έτρεξαν στην πόλη και στα χωράφια και ανήγγειλαν το γεγονός. Κι ήλθαν όλοι από την πόλη και από τα πέριξ, και παρακαλούσαν τον Ιησού να φύγει. Είδαν τον δαιμονισμένο, τον τρομοκράτη τους, να ‘ναι ιματισμένος, να φορεί τα ιμάτια του και να ‘ναι φρόνιμος στα πόδια του Κυρίου. Και αυτοί, αντί να χαρούν και αντί να προτιμήσουν τον Κύριο και να ‘ρθούν κι αυτοί, προτίμησαν τα γουρούνια και τα πάθη τους, και το φόβο που γεννά η αμαρτία και η παρανομία, και παρεκάλεσαν τον Κύριο να φύγει. Κι ο Κύριος έφυγε, γιατί με το ζόρι δεν κάμει ποτέ ο Κύριος το καλό. Ζόρι και καλό δεν πάνε. Ο Κύριος είναι όντως δημοκράτης. Όμως τους άφησε το σημάδι της ευσπλαχνίας Του, τον θεραπευμένο άνθρωπο, ο οποίος Τον παρακαλούσε να τον πάρει κοντά, γιατί φοβόταν μήπως ξαναρθεί το δαιμόνιο, φοβόταν τους δαιμονισμένους συμπατριώτες του, και ήθελε να είναι κοντά στον Κύριο, και από αγάπη, και από ευγνωμοσύνη, και να ‘χει ασφάλεια και να ακούει τον θεϊκό Του λόγο, και προπαντός να βλέπει την πανέμορφη θωριά Του.
Ο Κύριος τον άφησε εκεί και του είπε να διηγείται όλα όσα του ‘κανε ο Θεός στους οικείους του. Κι αυτός το έκαμε έγινε ένας Απόστολος στους Γαδαρηνούς, και δεν το ‘πε μόνο, και δεν το ‘καμε στους οικείους, αλλά βγήκε σ’ όλη την πόλη και την περιοχή. Έτσι είναι. Άμα κανείς λάβει τη Χάρη του Κυρίου και την ευσπλαχνία Του, δεν το κρατάει για δικό του μόνο, τρέχει και το λέει παντού. Αυτό είναι υπέροχο.
Πηγή: † Αρχιμανδρίτη Ανανία Κουστένη (2009). Το κήρυγμα της Κυριακής, τόμος Β΄,
Τρίτη 10 Οκτωβρίου 2023
Μνήμη της Ζ' Οικουμενικής Συνόδου
Ὑπέρμαχοι σοὶ τοῖς λόγων ὅπλοις, Λόγε,
Ἐχθροὺς τροποῦνται τῶν σεβαστῶν εἰκόνων.
Ταῖς τῶν Ἁγίων Πατέρων πρεσβείαις, ὁ Θεός, ἐλέησον ἡμᾶς.
Η Ζ’ Οικουμενική Σύνοδος συνήλθε στη Νίκαια της Βιθυνίας από τις 24 Σεπτεμβρίου έως τις 13 Οκτωβρίου 787 μ.Χ., με πρωτοβουλία της αυτοκράτειρας Ειρήνης, η όποια ασκούσε χρέη αντιβασιλέως. Υπό την προεδρία του Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Αγίου Ταρασίου (βλέπε 25 Φεβρουαρίου) συγκεντρώθηκαν τριακόσιοι πενήντα ορθόδοξοι επίσκοποι, και σε αυτούς προστέθηκαν άλλοι δεκαεπτά ιεράρχες, οι όποιοι αποκήρυξαν την αίρεση των εικονομάχων.
Πλάι στους αντιπροσώπους του Πάπα Ρώμης και των Πατριαρχών Αντιοχείας και Ιεροσολύμων, οι μοναχοί οι όποιοι υπέφεραν δεινούς διωγμούς επί βασιλείας των εικονομάχων αυτοκρατόρων Λέοντος Γ’ Ίσαύρου (717 – 741 μ.Χ.) και Κωνσταντίνου Ε’ Κοπρωνύμου (741 – 775 μ.Χ.) αποτελούσαν έντονη παρουσία· ήταν περίπου εκατόν τριάντα έξι.
Μετά από επιμελή προετοιμασία, οι Πατέρες της Συνόδου αναθεμάτισαν τους αιρετικούς, οι όποιοι για περισσότερα από πενήντα έτη απαγόρευαν στους ορθόδοξους χριστιανούς να τιμούν τις σεπτές εικόνες του Χρίστου και των αγίων Του διότι αυτό αποτελούσε δήθεν ειδωλολατρία. Έθεσαν έτσι τέρμα στην πρώτη περίοδο της εικονομαχίας, η οποία όμως ξέσπασε εκ νέου λίγα χρόνια αργότερα επί Λέοντος Ε’ Αρμενίου (813 – 820 μ.Χ.) και δεν σταμάτησε οριστικά παρά το 843 μ.Χ., χάρις στην αυτοκράτειρα Θεοδώρα και στον πατριάρχη άγιο Μεθόδιο (βλέπε 14 Ιουνίου). οι άγιοι Πατέρες αναθεμάτισαν τους αιρετικούς πατριάρχες Αναστάσιο, Κωνσταντίνο και Νικήτα, αποκήρυξαν τη δήθεν οικουμενική σύνοδο που συνεκλήθη στο ανάκτορο της Ιερείας με πρωτοβουλία του Κωνσταντίνου Ε’ το 754 μ.Χ., και κήρυξαν αιωνία τη μνήμη των άγιων υπερμάχων της Ορθοδοξίας: του πατριάρχου αγίου Γερμανού (715 – 730 μ.Χ.) [βλέπε 12 Μαΐου], του Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού (βλέπε 4 Δεκεμβρίου), του Γεωργίου Κύπρου, και όλων όσοι είχαν υποστεί βασάνους και εξορίες ως υπέρμαχοι των αγίων εικόνων. Στον Όρο της πίστεως που ανέγνωσαν στην έβδομη και τελευταία συνεδρία της Συνόδου, οι Πατέρες διεκήρυξαν:
«Ορίζομεν συν ακριβεία πάση και εμμελεία, παραπλησίως τω τύπω του τιμίου και ζωοποιού σταυρού ανατίθεσθαι τας σεπτάς και αγίας εικόνας, τας εκ χρωμάτων και ψηφίδος και ετέρας ύλης επιτηδείως εχούσης, εν ταις αγίαις του Θεού εκκλησίαις, εν ιεροίς σκεύεσι και εσθήσι, τοίχοις τε και σανίσιν, οίκοις τε και οδοίς· της τε του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού εικόνος, και της αχράντου δεσποίνης ημών της αγίας Θεοτόκου, τιμίων τε αγγέλων, και πάντων άγιων και οσίων ανδρών. Όσω γάρ συνεχώς δι’ εικονικής ανατυπώσεως ορώνται, τοσούτον και οι ταύτας θεώμενοι διανίστανται προς την των πρωτοτύπων μνήμην τε και επιπόθησιν, και ταύταις ασπασμόν και τιμητικήν προσκύνησαν απονέμειν, ου μην την κατά πίστιν ημών αληθινήν λατρείαν, η πρέπει μόνη τη θεία φύσει - αλλ’ ον τρόπον τω τύπω του τιμίου και ζωοποιού σταυρού και τοις αγίοις εύαγγελίοις και τοις λοιποίς ιεροίς αναθήμασι, και θυμιαμάτων και φώτων προσαγωγήν προς την τούτων τιμήν ποιεισθαι, καθώς και τοις αρχαίοις εύσεβώς είθισται. η “γαρ της εικόνος τιμή έπι το πρωτότυπον διαβαίνει”, και ο προσκυνών την εικόνα, προσκυνεί εν αυτή του εγγραφομένου την υπόστασιν. Ούτω γαρ κρατύνεται η των άγιων Πατέρων ημών διδασκαλία, είτουν παράδοσις της Καθολικής Εκκλησίας, της από περάτων εις πέρατα δεξαμένης το ευαγγέλιον».
Οι άγιοι Πατέρες ως εκ τούτου απεδείχθησαν υπέρμαχοι όχι μόνον των αγίων εικόνων αλλά, στην ουσία, αυτού του ιδίου του μυστηρίου της Ενανθρωπήσεως του Υιού του Θεού: «Πάλαι μεν ο Θεός ο ασώματος τε και ασχημάτιστος ουδαμώς εικονίζετο, νυν δε σαρκί οφθέντος Θεού και τοις ανθρώποις συναναστραφέντος εικονίζω Θεού το ορώμενον. Ού προσκυνώ τη ύλη, προσκυνώ δε τον της ύλης δημιουργόν, τον ύλην δι’ εμέ γενόμενον και εν ύλη κατοικήσαι καταδεξάμενον και δι’ ύλης την σωτηρίαν μου εργασάμενον, και σέβων ου παύσομαι την ύλην, δι’ ης η σωτηρία μου είργασται». Προσλαμβάνοντας την ανθρώπινη φύση, ο Λόγος του Θεού την θέωσε χωρίς εκείνη να χάσει τα ιδιώματά της. Γι’ αυτό τον λόγο, ενώ εν τη δόξα Του είναι ακατάληπτη στις αισθήσεις μας, η ανθρώπινη φύση του Σωτήρος δύναται ωστόσο να αποτυπωθεί. η εικόνα του Χριστού - την πιστότητα της οποίας φυλάσσει η παράδοση της Εκκλησίας - καθίσταται κατά συνέπεια αληθής παρουσία του θεανθρώπινου προτύπου της, αγωγός χάριτος και αγιασμού σε όσους με πίστη της απονέμουν τιμητική προσκύνηση.
Η δεύτερη Σύνοδος της Νικαίας είναι η έβδομη και τελευταία Οικουμενική Σύνοδος που αναγνωρίζει η Ορθόδοξος Εκκλησία. Ωστόσο αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορούν να συγκληθούν στο μέλλον άλλες οικουμενικές Σύνοδοι, άλλα ότι ως έβδομη η Σύνοδος της Νικαίας συμπληρώνει τον αριθμό που μέσα στην Αγία Γραφή αντιπροσωπεύει την τελειότητα και ολοκλήρωση (π.χ., Γεν. 2, 1-3). Σφραγίζει το πέρας της περιόδου των δογματικών συγκρούσεων, που επέτρεψαν στην Εκκλησία να διευκρινίσει με σαφείς και ακριβείς ορισμούς τα όρια της ορθοδόξου πίστεως. Εφεξής, κάθε αίρεση δύναται και θα δύναται να αναχθεί σε μία από τις πλάνες που αναθεμάτισε η Εκκλησία στις οικουμενικές συνόδους, από την πρώτη (325 μ.Χ.) έως την έβδομη (787 μ.Χ.) εν Νικαία Σύνοδο.
https://www.saint.gr/2089/saint.aspx
Πέμπτη 5 Οκτωβρίου 2023
ΚΥΡΙΑΚΗ Γ΄ ΛΟΥΚΑ. / . Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΣΤΟ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟ
