Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου 2026

ΚΥΡ ΙΑΚΗ ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΕΩ 

Ματθαίου κε’ 31-46.

 


ΑΓΑΠΗ ΝΑΙ· ΑΛΛΑ ΠΟΙΑ ΑΓΑΠΗ;

 

 

«Εφ’ όσον εποιήσατε ενί  τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων, εμοί εποιήσατε». (Ματθ. κε’ 40)

 

 

 

Υπό του π. Γεωργίου Μεταλληνού

 

 

1. Η σημερινή ευαγγελική περικοπή έρχεται να μας υπενθυμίσει μια μεγάλη αλήθεια. Την περασμένη Κυριακή μίλησε το ιερό Ευαγγέλιο για την αγαθότη­τα του Θεού- Πατέρα, που περιμένει το πλάσμα του να επιστρέψει. Αυτό όμως δεν πρέπει να μας κάμει να ξεχάσουμε και την δικαιοσύνη Του. Ο Θεός δεν είναι μονάχα στοργικός Πατέρας. Είναι και δίκαιος Κριτής.«Οτε  λεος ατο κριτος, οτε  κρίσης νελεήμων» λέγει ο Μ. Βασίλειος. Θα κρίνει τον Κόσμο, μας λέγει το Ευαγγέλιο, και μάλιστα όχι αυθαίρετα, αλλά σύμφωνα με τα έργα μας. Μας φέρνει, λοιπόν, η σημερινή περικοπή ενώπιον του γεγονότος της κρίσε­ως. Και λέμε «γεγονότος», γιατί η παγκόσμια κρίση αποτελεί για την πίστη μας εσχατολογική βεβαιότητα και πραγματικότητα, που ομολογείται σ’ αυτό το Σύμ­βολο μας ως εκκλησιαστική πίστη: «Και πάλιν ρχόμενον κρναι ζντας καί νεκρούς...».

Καλούμεθα, λοιπόν, σήμερα να συνειδητοποιή­σουμε τρία πράγματα. Πρώτον, ότι Κριτής μας θα είναι ο Ι. Χριστός, ως Θεός. Σωτήρ ο Χριστός αλλά και Κριτής. Αν την πρώτη φορά ήλθε ταπεινός στη γη, «να σώσ τόν κόσμον», τώρα θα έλθει «ν τ δόξ ατο», ίνα κρίνη τον κόσμον. Αυτός που έγινε για μας «κατάρα» πάνω στον Σταυρό, έχει κάθε δικαίωμα να μας κρίνει, αν αφήσαμε να μείνει μέσα μας και στην κοινωνία μας ανενέργητη η θυσία Του. Δεύτε­ρον θα κρίνει όχι μόνο τούς Χριστιανούς, ούτε μόνο τούς εθνικούς, όπως πίστευαν οι Εβραίοι για την κρί­ση του Θεού. Θα κρίνει όλους τούς ανθρώπους, χρι­στιανούς και μη, πιστούς και απίστους. Τρίτον βάση της κρίσεως, το κριτήριο, θα είναι η αγάπη. Η στάση μας δηλαδή απέναντι στους συνανθρώπους μας. Καθο­λική - παγκόσμια η κρίση, καθολικό - παγκόσμιο και το κριτήριο. Ο παγκόσμιος νόμος της ανθρωπιάς, στον όποιο συναντώνται όλοι, χριστιανοί και μη. Και όσοι εγνώρισαν τον Χριστό και όσοι δεν μπόρεσαν να τον γνωρίσουν και γι’ αυτό έμειναν μακριά από το Ευαγγέλιό Του. Στο νόμο αυτό, δεν υπάρχει χώρος για προφάσεις και δικαιολογίες. Η πείνα, η δίψα, η γύ­μνια, η αρρώστια, η φυλακή βοούν, δεν μπορούν να μείνουν κρυφά, για να έχει το δικαίωμα να ισχυρισθεί κάποιος πώς δεν τα πρόσεξε... Δεν μπορεί να τ’ αγνοή­σει κανείς, χωρίς προηγουμένως να παύσει να έχει συναισθήματα ανθρώπου, αν δεν έχει τελείως «αχρειώσει», εξαθλιώσει, την εικόνα του Θεού μέσα του.

 

2. Το συγκλονιστικό μεγαλείο και την φρικτότητα της ώρας της Κρίσεως ζωγραφίζουν με υπέροχα χρώ­ματα οι ύμνοι της ημέρας. «, ποία ρα τότε! ταν... τίθωνται θρόνοι καί βίβλοι νοίγωνται, καί πράξεις ­λέγχωνται καί τά κρυπτά το σκότους δημοσιεύον­ται»! Είναι φρικτή και η απλή σκέψη της ώρας της κρίσεως, γιατί όχι μόνο υπενθυμίζει την ανετοιμότητά μας να εμφανισθούμε μπροστά στο βήμα του φοβερού Κριτού, αλλά και διότι αποκαλύπτει την τραγικότητα της ζωής μας, την οποία δαπανάμε μέσα σε έργα μα­ταιότητος, που δεν αντέχουν στο φως της αιωνιότητος. Δεν δικαιούμεθα ενώπιον του κριτού μας για όσα ο κόσμος θεωρεί μεγάλα και σπουδαία: γνώσεις, θέ­σεις, τίτλους, αξιώματα, πλούτο, δόξα. Αυτά όλα είναι δυνατό μάλιστα να οδηγήσουν στην καταδίκη μας.

Κρινόμεθα βάσει της έμπρακτης εφαρμογής της αγά­πης μας. Όχι ως άτομα δηλαδή, αλλά ως μέλη της αν­θρώπινης κοινωνίας. Ο θεός δεν έπλασε άτομα, αυτό­νομα και ανεξάρτητα. Μάς έπλασε, για να γίνουμε πρόσωπα και κοινωνία προσώπων. Και οι μεγαλύτε­ρες αρετές, αν μείνουν απλώς ατομικές, είναι μετοχές χωρίς αντίκρυσμα ενώπιον του Μεγάλου Κριτού. Για­τί δεν βρήκαν την πραγμάτωση τους μέσα στην αν­θρώπινη κοινωνία. Δεν καταξιώθηκαν σε διακονίες. Έτσι λ.χ. η γνώση είναι θεία ευλογία, όταν όμως θηρεύεται για χάρη του συνανθρώπου, για την διακονία του πλησίον. Το ίδιο και η εγκράτεια και η ευλάβεια, και η νηστεία και σύνολη η άσκησή μας. Αν όλα αυ­τά γίνονται για μια ατομική δικαίωση και όχι ως δια­κονία των αδελφών, των πλησίον, μας ελέγχει η φωνή του Θεού: «λεον θέλω κα ο θυσίαν» (Ματ. θ΄ 13)! Αγάπη θέλω και όχι την θρησκευτικότητα, που αποβλέπει στην αυτοέξαρση και την αυτοπροβολή. Πού βλέπει τον τύπο ως πεμπτουσία της ευσέβειας.

 

3. Ο κόσμος έχει μάθει να εξαγοράζει τα πάντα, ακόμη και τις συνειδήσεις. Στο χώρο όμως της πίστε­ως δεν ισχύει ο νόμος αυτός. Η ατομική ευσέβεια δεν μπορεί να εξασφαλίσει θέση στην βασιλεία του Θεού, αν δεν γίνει πρώτα εκκλησιαστική, αν δεν συνοδεύε­ται δηλαδή από τα έργα της αγάπης. Ο στίβος του χριστιανού είναι και η κοινωνία και όχι μόνο το «ταμιείον». Εις το ταμιείον του καταφεύγει ο Χριστια­νός για τον πνευματικό του ανεφοδιασμό. Ποτέ όμως δεν εξαντλείται η πολιτεία του στο στενό χώρο της α­τομικότητας του. Αν η πνευματικότητα μας είναι ορ­θή, θα οδηγεί σε ανιδιοτελή αγάπη. Ας το ακούσουμε μια για πάντα: Το επιχείρημα των γλυκανάλατων χρι­στιανών της ανευθυνότητος και του «λάθε βιώσας» δεν έχει καμμιά δύναμη: «Κύτταξε την ψυχή σου» δεν σημαίνει τίποτε περισσότερο από δειλία και υποχώ­ρηση, αν δεν συνοδεύεται και από το στίβο: «Πάλευσε για να φτιάξεις τη χριστιανική σου κοινωνία». Διαφορετικά είμασθε κατά λάθος ανάμεσα σε χριστια­νούς. Η θέση μας είναι κάπου στην Άπω Ανατολή, στη νέκρωση του νιρβάνα.

 

4. Αισθάνομαι όμως την ανάγκη να προλάβω στο σημείο αυτό μια απορία. Αν κρινόμασθε βάσει της έμπρακτης αγάπης μας, τότε που πηγαίνει η πίστη; Ποια σημασία έχει ο υπέρ της πίστεως και της καθαρότητος του δόγματος αγώνας; Αν δεν έχει διαστά­σεις αιώνιες, τότε γιατί να γίνεται;

Κατά την ώρα της κρίσεως η πίστη, και ως αφο­σίωση και ως διδασκαλία, δεν αποκλείεται, όπως πι­στεύουν εν πρώτοις πολλοί. Προϋποτίθεται. Κριτής μας είναι Ο ΧΡΙΣΤΟΣ. Μας σώζει η μας κατακρίνει η συμπεριφορά και στάση μας απέναντι του. Γιατί μας διευκρινίζει ότι στο πρόσωπο Του αναφέρεται κάθε πράξη μας προς τον συνάνθρωπό μας, καλή ή κακή. Ηθικά αδιάφορες πράξεις δεν υπάρχουν. Αν τονίζει σαν κριτήριο την αγάπη, δεν σημαίνει πώς θέλει ν’ αποκλείσει την πίστη. Θέλει να προλάβει ακριβώς την καταδίκη της πίστεως εκ μέρους μας σ’ ένα σύνολο θεωρητικών αληθειών χωρίς ανταπόκριση και εφαρ­μογή στη ζωή μας. Όπως ο κεκηρυγμένος άθεος και ο συνειδητός αρνητής της πίστεως μεταφράζει την α­θεΐα και απιστία του σε αντίθεα έργα, έτσι και ο πιστός πρέπει να κάμει την πίστη του κινητήρια δύναμη της ζωής του. Γιατί « πίστις χωρς τν ργων» (Ιακ. β΄ 20) της α­γάπης, είναι νεκρά. Δεν αποκλείει, λοιπόν, την πίστη, αφού αυτή είναι η προϋπόθεση του ορθού βίου και της σωτηρίας. Αλλά και κάτι περισσότερο. Όχι μόνο « μή πιστεύσας» (εις τον Χριστό) δεν σώζεται, αλλά και ο μη ορθώς πιστεύσας. Ο Θεός δεν είναι μόνο α­γάπη, είναι και αλήθεια (Ιωαν. ιδ’ 6· Α’ Ιωαν. δ’ 8· δ’ 16· ε’ 6) και μάλιστα Αυτοαλήθεια. Όποιος προδίδει την αλήθεια προδίδει και την αγάπη. Η αγάπη του Χριστού «συγχαίρει δ τ ληθεί» (Α΄ Κορ. ιγ΄ 6) συζεί δηλαδή και συνευδοκιμεί με την αλήθεια, δεν υπάρχει χωρίς αυ­τήν. Να λοιπόν πώς καταξιώνεται ο αγώνας για την καθαρότητα του δόγματος. Γιατί είναι αγώνας για την αγάπη, είναι η μεγαλύτερη εκκλησιαστική διακονία. Είναι αγώνας πρώτιστα κοινωνικός, γιατί γίνεται χά­ριν του Λαού του Θεού, για να μείνει ανεπηρέαστος α­πό την πλάνη, που είναι πραγματική αυτοκτονία.

 

Αδελφοί μου!

Όταν ο Χριστός μας ανέφερε την παραβολή της Κρίσεως, οι λόγοι του μπορούσαν να νοηθούν όχι μό­νο σε συνάρτηση προς τούς συγχρόνους του, αλλά και προς όσους έζησαν πριν απ’ Αυτόν. Όσοι δεν γνώρισαν τον Χριστό, μπορούν να έχουν λόγους να κριθούν μόνον για την αγάπη τους, μολονότι αγάπη χωρίς πίστη στον Θεό δεν είναι ποτέ δυνατόν να υπάρχει. Όποιος ειλικρινά ασκεί την αγάπη «δέχεται» τον Θεό, έστω και αν τον αγνοεί. Ο άπιστος δεν δύνα­ται να έχει παρά μόνο φαινομενικά αγάπη. Και μόνο εκεί, που υπάρχει βάπτισμα και «άγιο Πνεύμα», είναι δυνατό να υπάρξει «τελεία αγάπη», αγάπη χριστιανι­κή.

 

Το ζήτημα όμως πρέπει, νομίζω, να τεθεί κατ’ άλ­λο τρόπο. Όταν εμείς σήμερα ακούμε την παραβολή, δύο χιλιάδες χρόνια μετά την σάρκωση του Υιού του Θεού, πώς είναι δυνατόν να χωρίσουμε από την αγά­πη μας την (ορθή) πίστη; Το Ευαγγέλιο λέγει καθαρά:«… μ πιστεύων δη κέκριται, τι μ πεπίστευκεν ες τ νομα το μονογενος υο το Θεο» (Ίωαν. γ’ 18). Μετά την ένσαρκη δηλαδή οικονομία η κρίση εί­ναι συνέπεια της στάσης κάθε ανθρώπου έναντι του Χρίστου. Κριτήριο μένει η αγάπη. Αγάπη όμως που προϋποθέτει την εις Χριστόν πίστη. Γιατί αυτή είναι η μόνη αληθινή. Αυτή μονάχα δικαιώνει και σώζει...

 


Πέμπτη 5 Φεβρουαρίου 2026

Ο ΑΣΩΤΟΣ, ΟΙ ΑΣΩΤΟΙ...ΚΙ ΕΜΕΙΣ



«Η ευαγγελική παραβολή πού διαβάζεται σήμερα είναι γνωστή σε όλους μας ως παραβολή του Ασώτου.·.
Ένας άνθρωπος έχει δύο γιους. Ό νεότερος γιος ζητάει χωρίς περιστροφές από τον πατέρα του το μερίδιο του από την κληρονομιά.…
Και ο πατέρας του δίνει το κομμάτι, το επιβάλλον μέρος της περιουσίας, πού ζητάει. Είναι άρχοντας αγάπης. Δεν ενδιαφέρεται για τον εαυτό του. Ενδιαφέρεται να σώσει το παιδί του. Αυτό βρίσκεται στο σκοπό της ζωής του, είναι η καταξίωση του, το είναι του. Δεν τον ενδιαφέρει τι θα πει ο κόσμος, όπως ενδιαφέρει τόσο πολύ εμάς για το πως θα χαρακτηρίσουν το παιδί μας για τις αστοχίες του, δεν τον ενδιαφέρει αν θα χάση το κύρος του, αν παρουσιαστεί ως πατέρας αποτυχημένος, με παιδί πού αφήνει το σπίτι και φεύγει μακριά. Η αγάπη του πατέρα πάει πιο μακριά απ' ό,τι μπορεί να πάει η κρίση του κόσμου η η ανταρσία του γιου του.
Για τον λόγο αυτό δεν του κάνει διδασκαλία με λόγια. Τώρα πρέπει να τον αφήσει να περιπλανηθεί, να πάθει, να μάθει, να δει προσωπικά το ψεύδος και τις ανυπόστατες απάτες.
Αυτό ξέρει ο πατέρας, ότι είναι κάτι θανάσιμα επικίνδυνο, αλλά δεν βλέπει άλλη λύση. Το μόνο πού μπορεί να κάνει είναι να τον συντροφεύει πάντοτε με την αγάπη του, πού υπάρχει στο σπίτι, αλλά απλώνεται παντού. Δίνει αγωγή στο παιδί του υποφέροντας μυστικά ολόκληρος, βγαίνοντας από σταυρό της αναμονής.
Το θέμα δεν είναι ο πατέρας να κρατήσει δια της βίας τον γιο κοντά του, αλλά να του δώσει τη δυνατότητα, να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις, ώστε ο ίδιος μόνος του να έλθει προς αυτόν. …
Και ο άσωτος φεύγει. Πηγαίνει για να ζήσει σε μια χώρα ξένη, όπου τα πάντα ξοδεύονται χωρίς να ανανεώνονται. Αλλά μετά από λίγο μένει μόνος. Οι φίλοι του έμειναν κοντά του όσο κράτησαν τα πλούτη του. Αρχίζει να ζει την έκπτωση και την εξαθλίωση. Και όταν πηγαίνει να ζητήσει βοήθεια τον σπρώχνουν πιο χαμηλά. Τον στέλνουν να βόσκει χοίρους, να ποιμάνει τα πάθη. Τον κάνουν χοιροβοσκό. Του αρνούνται τη φύση του, την ανθρωπιά του, την αξιοπρέπεια του, την ευγένεια του. Τον θεωρούν ζώο.
Η επιστροφή και η μετάνοια
Όμως, η δοκιμασία του νεότερου γιου στη μακρινή χώρα φανέρωσε και το τι έκρυβε μέσα τον, τι αντοχή είχε, τι έμεινα ανέπαφο, σε ποιόν να καταφύγει, που υπάρχει τροφή, ζωή και ανάσταση για όλους.
Και αρχίζει να μονολογεί: "Μπορεί να τα έχασα όλα! Μπορεί να χάθηκα κι εγώ Κυριολεκτικά να πέθανα. Άλλα υπάρχει κάτι πού δεν χάνεται, δεν πεθαίνει. Είναι ο πατέρας μου και η αγάπη τον. Δεν σκέφτομαι τα παιδιά του - είμαι ανάξιος για κατ τέτοιο - σκέφτομαι τους υπηρέτες του, πως τους φέρεται, πως τους χορταίνει. θα σηκωθώ και θα γυρίσω πίσω και θα πω στον πατέρα μου: Αμάρτησα στον ουρανό κα ενώπιον σου. Σε σένα που έχεις τέτοια αγάπη που γεμίζει ουρανό και γη. Σε σένα που ακόμη εδώ, στη μακρινή χώρα της στέρησης και της κόλασης, με συνοδεύεις. Δεν είμαι άξιος να λέγομαι γιος σου. Ξέπεσα, έχασα την υιοθεσία. Αυτή είναι η αμαρτία  μου. Δεν είναι η περιουσία σου που σπατάλησα. Καθύβρισα τη μια σχέση του παιδιού προς τον πατερά. Πάτερ ήμαρτον,
Ξέρετε, είναι σχετικά εύκολο να παραδεχθώ τα λάθη και τα ελαττώματα μου αλλά είναι πολύ δύσκολο να αναγνωρίσω ξαφνικά πως έχω προδώσει, πως έχω χάσει την πνευματική μου, την αληθινή μου ομορφιά, πως βρίσκομαι τόσο μακρύ: από το αληθινά μου σπίτι.
Και ο άσωτος παίρνει το δρόμο της επιστροφής. Πριν ακόμη φθάσει στο σπίτι, ο πατέρας τον βλέπει από μακριά και τρέχει. Χωρίς να του πει τίποτα, πέφτει ολόκληρος στην αγκαλιά του και τον καταφιλεί. Ήδη ο γιος κατάλαβε, πηρέ τη απάντηση. Ό πατέρας άκουσε την εξομολόγηση. Γιατί πάντοτε ήταν μαζί με το παιδί του. Αυτό το οποίο παρακαλώ να προσέξουμε είναι ότι η πρώτη λέξη της ομολογίας του δεν είναι "συγχώρα με", αλλά "πατέρα". Είναι το όνομα του πατέρα πού ανεβαίνει από τα βάθη του είναι του και του δίνει το θάρρος να ελπίζει.

Η πατρική αγάπη

Εκείνη τη στιγμή ο άσωτος ομολογεί το λάθος του και σιωπά. Δεν μπορεί να συνεχίσει. Τα χάνει με τον χείμαρρο της αγάπης του πατέρα πού τον διαλύει. Κα το λόγο παίρνει ο πατέρας πού μιλά ξεκάθαρα εν σιωπή. Δεν λέει στο παιδί του για τον εαυτό του. Ούτε αν πόνεσε, ούτε πόσο πόνεσε όταν έφυγε. Ούτε πόσο χαίρεται τώρα πού γύρισε. Ούτε τον μαλώνει για να δικαιώσει τον εαυτό του. Αυτά δε λέγονται. Διότι η μυσταγωγία της σχέσης τους ιερουργείται σε χώρο βαθειάς σιωπής. Πυράκτωμα αγάπης πού παραλύει τη γλωσσά. Έτσι νίκησε η πατρική αγάπη το θάνατο. Και άναψε τούτη η χαρά, το πανηγύρι πού ενδύεται και πάλι ο γιος την στολή την πρώτη, και φορά το δακτυλίδι της υιοθεσίας, και θύεται ο μόσχος ο σιτευτός». ( Αρχιμανδρίτης Βασίλειος. Ηγούμενος Ι. Μ. ΙΒΗΡΩΝ).

 

Τα δικά μας χρέη


            Μιλάμε, αδελφοί μου, για τον Άσωτο Υιό και τονίζουμε τη σημασία της επιστροφής. Σήμερα, όμως, όπως έχουν διαμορφωθεί τα πράγματα, αντί να μιλάμε για ασώτους υιούς, καλύτερα να μιλάμε πως δεν θα φτιάχνουμε άσωτους υιούς. Και ο καλύτερος τρόπος είναι να σταθούμε πλάι στους νέους με αγάπη και κατανόηση. Να τους πλησιάσουμε με ανοιχτά τ΄ αυτιά μας κι ακόμη πιο ανοιχτή την καρδιά μας. Η οικογένεια, πρώτα, οι δάσκαλοι μετά, οι διάφοροι κοινωνική θεσμοί, στο κατόπιν, με πρώτο - πρώτο το θεσμό της Εκκλη­σίας.
Ζούμε, αγαπητοί Χριστιανοί, σε μία εποχή φοβερών αντιφάσεων και ανισορροπίας. Κι αυτή ανισορροπία και οι αντιθέσεις ξεκινούν από αυτή την ίδια την οικογένεια, με τις νέες περί οικογενείας ιδέες, την ασυδοσία που μας έβαλαν μέσα σ’ αυτήν, τις ελευθεριάζουσες σχέσεις των μελών της και ακόμη αυτήν την απλή και μόνο συνύπαρξη των μελών της κάτω από την ίδια στέγη.
 Επεκτείνο­νται στους διάφορους θεσμούς όπως αυτού της Εκκλησίας, όπου,  όπως παρατηρούμε γίνεται ότι είναι δυνατόν ώστε αυτή να πληγεί. Καταβάλλονται καθημερινά και ασταμάτητα προσπάθειες για να μπει στο περιθώριο, να κλείσει το στόμα της και να μπει στην άκρη αφού πρώτα κλονιστεί η πίστη και η εμπιστοσύνη του Ελληνικού λαού σ’ αυτήν. Κάνουμε το κάθε το για να αποτρέψουμε την είσοδο της νεολαίας στην Εκκλησία – βλέπετε τι γίνεται κάθε μέρα -­­­­­­­­­­, χωρίς να μας νοιάζει πως τους οδηγούμε κάπου αλλού. Προτιμάμε να τους βλέπουμε στα καταγώγια και τα ναρκωτικά παρά στην Εκκλησία. Την Εκκλησία που δεν είναι αυτή που μας παρουσιάζουν. Γιατί τα πιο πολλά από αυτά είναι παραπλάνηση και παραπληροφόρηση είναι ενορχηστρωμένος πόλεμος. Είναι  αθεΐα και χρεωστούμενα σε φωνή καθαρή και ασυμβίβαστη, στα τεκταινόμενα από τους κοσμοκράτορας του αιώνος τούτου.   
Συνεχίζεται με τους δημογραφικούς, οικονομικούς και κοινωνικούς το­μείς όπου τα πάντα υπερχρεωμένα στις επιταγές που επιβάλλει η «Νέα Τάξη Πραγμάτων» της τόσο γλυκερώς επαγγελλόμενης «Νέας Εποχής» ξεπουλούν κάθε όσιο και ιερό και τα παιδιά καταπληγωμένα και ανυπεράσπιστα ζουν στο δικό τους μαρτύριο.
Δεν μπορούμε, λοιπόν, να μιλάμε για διαφθορά των νέων, όταν σε τόσες και τόσες περιπτώσεις, αρκούμαστε  σε μια γελοία και βλακωδέστατη υποσημείωση, του τύπου «βλάπτει σοβαρά την υγεία» και εμείς ζούμε με την ευφορία της αυταπάτης , ότι κάναμε το χρέος μας και με το παραπάνω. Λεν μπορούμε να μιλάμε για κοινωνικές αξίες, εξύψωση του κοινωνικού βίου, εξάλειψη της εγκληματικότητας, όταν τα ναρκωτικά περιφέρο­νται από χέρι σε χέρι, μπροστά στα μάτια μας, ακόμη και μέσα σε δημοτικά σχολεία. Όταν κάθε ώρα και στιγμή τα Μ.Μ.Ε. προβάλλουν σκηνές βίας και εγκληματικότητας. Σκηνές αισχρές και απαξιωτικές για το ανθρώπινο είδος. Όταν προωθούν το αφύσικο και χλευάζουν το φυσικό,  όταν  δεν μπορούμε πλέον να μιλάμε για ηθικό οικογενειακό βίο, αφού από τα κανάλια κατά κόρον προσβάλ­λεται ο ανέντιμος βίος η παράνομες σχέσεις η απλή συμβίωση, οι ανωμαλίες. Όταν έχουν δημιουργήσει  μια κατάσταση αφόρητη και επικίνδυνη για τα μάτια και τα αυτιά μας,  μια ατμόσφαιρα αποπνικτική απ’ τις βρωμερές αναθυμιάσεις βόθρων δυσοζόντων.
Πώς μπορούμε να απαιτήσουμε σωστή συ­μπεριφορά από τους νέους μας, όταν τα σχολεία μας έπαυσαν να είναι παιδαγωγικά καθιδρύματα και έγιναν μεταπρατήρια φτηνών γνώσεων; Όταν συζητάμε ότι και  αυτήν ακόμη η αναφορά σε Θεό, πίστη και Εκκλησία πρέπει να καταργηθεί. Να καταργηθούν τα Θρησκευτικά, η προσευχή, να φύγουν οι εικόνες από τα σχολεία;
Έχουμε, αδελφοί μου και σήμερα ασώτους υιούς, αλλά υπεύθυνοι δεν είναι εν πολλοίς οι άσωτοι. Αυτοί είναι τα θύματα των αντιφάσεων και της ανισορροπίας του δικού μας κοινωνικού κατεστημένου. Αντί να ζητούμε λοιπόν την επιστροφή των άσωτων, μάλλον απαιτείται η δική μας  γεν­ναία επιστροφή. Μάλλον πρέπει να δούμε εμείς πρώτα να «έλθουμε στον εαυτό μας», να ρθούμε στα συγκαλά μας, να βροντοφωνάξουμε το «ήμαρτον» και μετά να μιλήσουμε για «ασώτους υιούς».




Σάββατο 31 Ιανουαρίου 2026

ΙΔΟΥ ΚΑΙΡΟΣ ΕΥΠΡΟΣΔΕΚΤΟΣ




 ΚΑΙΡΟΣ  ΕΥΠΡΟΣΔΕΚΤΟΣ




Με τη σημερινή Κυριακή, την Κυριακή του Τελώνου και του Φαρισαίου, αγαπητοί μου αδελφοί, δεν εγκαινιάζεται απλά η κατανυκτική περίοδος του Τριωδίου, ούτε και προβάλλονται παραβολικά δύο πρόσωπα της καθημερινότητας μας. Με τη σημερινή Κυριακή διευκρινίζονται και οριοθετούνται βασικά σημεία της ζωής. Είναι η πίστη, είναι η ευσέβεια, είναι η μετάνοια, είναι η ταπείνωση. Όλα αυτά διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο τόσο στην προσωπική μας σωτηρία, όσο και στη σωτηρία των άλλων.
Αδελφοί μου!
Και πάλι Τριώδιο! Και βέβαια αυτό δεν μας το θυμίζει αυτό μόνο η Εκκλησία μας, μα το τονίζουν καθημερινά τώρα και τόσοι άλλοι, κοσμικοί και μη. Εφημερίδες, τηλεόραση, περιοδικά, ραδιόφωνο, κέντρα διασκέδασης, σύλλογοι, και δημοτικές αρχές, όλοι μιλάνε για το τριώδιο. Τι γίνεται λοιπόν;
 Για την Εκκλησία μας, «Τριώδιο», είναι το βιβλίο που περιέχει τις ακολουθίες από την Κυριακή του Τελώνου και Φαρισαίου μέχρι και το πρωί του Μεγάλου Σαββάτου. Πήρε την ονομασία του από τα «τριώδια», δηλαδή τους κανόνες που απαρτίζονται από τρεις ωδές, ενώ όλο τον άλλο χρόνο αποτελούνται από 9 και τα οποία αποτελούν τον κύριο κορμό του βιβλίου. Κατ’ επέκταση «Τριώδιο» ονομάζεται όλη αυτή η χρονική περίοδος κατά την οποία η Εκκλησία έχει σε χρήση το βιβλίο αυτό.
Εάν ανατρέξουμε στις σελίδες του βιβλίου αυτού θα διαπιστώσουμε, από τους ύμνους που αναγράφονται εκεί, ότι είναι μια περίοδος προσευχής και τελωνικού στεναγμού. Αναφέρεται στην μετάνοια, στην ηρωική δηλαδή απόφαση επιστροφής στην περιοχή της χάριτος, από την οποία αποσπάται ο πιστός, όταν ακολουθεί «το ίδιον θέλημα»·  μιλά για την ειλικρινή γνώση του εαυτού μας· παροτρύνει  για αλλαγή πορείας και επιστροφή στην «παραδείσια σχέση».
Για τον πολύ κόσμο, όμως, έχει φορτιστεί η περίοδος αυτή με άλλο περιεχόμενο. Υπάρχει δυστυχώς μεγάλη σύγχυση.
Είναι, πράγματι, περίεργο, αγαπητοί Χριστιανοί, πως αυτή την περίοδο, ενώ η Εκκλησία προσπαθεί να αφαιρέσει τις μάσκες του ψεύδους και της υποκρισίας από τη ζωή μας, ο κόσμος γλεντά, ασύστολα και ανερυθρίαστα, μασκοφορεμένος, κρυμμένος πίσω από προσωπεία, πολλά από τα οποία αποκαλύπτουν εσωτερικές παραμορφώσεις και εξευτελίζουν το ανθρώπινο πρόσωπο. Βρίσκει τρόπο να αποκαλύψει  εσωτερικά «ειδεχθή προσωπεία», χωρίς την τόλμη που απαιτεί ο πόνος της μετάνοιας. Όμως μόνο με τη μετάνοια, στην οποία μας καλεί η περίοδος του Τριωδίου, αποκαθίσταται η διακοπείσα σχέση μας με τον Θεό. Είναι η αντίστροφη, της φυγής και της αποστασίας, πορεία. Τότε κυριάρχησε η υπερηφάνεια, η αλαζονεία και ο εγωισμός. Τώρα η ταπείνωση, είναι ανάγκη να νεκρώσει τα αντίθεα πάθη και η υπακοή στο θέλημα του Θεού, να λευκάνει την ψυχή και να ετοιμάσει κατάλυμα, για να υποδεχθεί Εκείνον. Η μετάνοια είναι ο μονόδρομος, της ανασυνδέσεώς μας με τον Θεό και η απαρχή μιας νέας σχέσεως. Γίνεται λοιπόν φανερό ότι την περίοδο του Τριωδίου είναι έντονη η αντίθεση του «κοσμικού» πνεύματος με το πνεύμα της Εκκλησίας. Και είναι, πράγματι, θλιβερό το πώς η εξαθλίωση του ανθρώπου, η παραμόρφωσή του, θεωρείται παράδοση και πολιτισμός. Είναι κάτι που κρίνει –με δυσάρεστα αποτελέσματα- την ελληνορθόδοξη Ποιότητά μας!
Γύρω, λοιπόν, από την καθαρότητα της πίστης και την ειλικρίνεια στην καθημερινή ζωή θα περιστραφεί αυτός ο αγώνας. Ολέθρια πάθη που θα παραταχθούν μπροστά μας θα είναι παραδείγματα προς αποφυγήν, ενώ οι αρετές θα είναι αθλήματα για αγώνα και στόχοι για να επιτευχθούν. Αρετές όπως η προσευχή, η νηστεία, η ταπεινοφροσύνη και η μετάνοια θ' ανοίξουν τον πνευματικό στίβο, προσκαλώντας μας για να τις κατακτήσουμε. Παράλληλα πάθη όπως η υψηλοφροσύνη και η υποκρισία όχι μόνο θα υπογραμμίζονται για αποφυγή, αλλά και θα στιγματίζονται σαν ενέργειες αντιθρησκευτικές και αντικοινωνικές.
Με τη σημερινή, λοιπόν, παραβολή του Τελώνου και του Φαρισαίου, αδελφοί μου, προβάλλουν κατά τρόπο παραστατικό οι σωστές αρετές και ξεσκεπάζονται τα πάθη. Μετάνοια και ταπεινοφροσύνη, υψηλοφροσύνη και υποκρισία αποκαλύπτονται σήμερα μπροστά μας. Πρωταγωνιστές δύο άνθρωποι της καθημερινής ζωής, που διαχρονικά είναι οι ίδιοι. Δυο άνθρωποι που στο πρόσωπο του καθενός μπορούμε να αναγνωρίσουμε τον ίδιο μας τον εαυτό. Φαρισαίος και Τελώνης. Ο πρώτος είναι η προσωποποίηση της υποκρισίας. Ο δεύτερος είναι η έκφραση της αδικίας και η ενσάρκωση της αμαρτωλότητας, αλλά συνάμα και της μετάνοιας και της δικαίωσης. Παρά την κραυγαλέα διαφορά τους, ως ένα σημείο έχουν σαν κοινό χαρακτηριστικό την αμαρτωλότητα, η οποία στην μεν περίπτωση του Τελώνη είναι οφθαλμοφανής, στη δε περίπτωση του Φαρισαίου καλύπτεται με επιμέλεια· σκεπάζεται με μάσκα. Για τούτο και είναι περισσότερο επικίνδυνη τόσο για τον ίδιο όσο και για τους άλλους, αφού μένει χωρίς τη δυνατότητα της αναγνώρισης και κατ' επέκταση, χωρίς τη δυνατότητα της μετάνοιας και της σωτηρίας. Ο Φαρισαϊσμός έχει μια πολύ βασική μορφή. Αυτή τη μορφή την απέδωσε σήμερα ο Κύριος πολύ παραστατικά. Έχει την ψευδαίσθηση της τελειότητας από τη μια και από την άλλη περιφρονεί όλους τους άλλους. Είναι τόση η αίσθηση της τελειότητάς, που εκφράζεται μέσα από τις «αρετές» και τις πολλαπλές ατέλειες των άλλων. Είναι ενάρετος ο Φαρισαίος, προσεύχεται, νηστεύει και κάνει ελεημοσύνες. Προπαντός όμως δεν έχει τα ελαττώματα των άλλων και ιδιαίτερα του Τελώνη, που είναι άρπαγας, άδικος, μοιχός, ανήθικος.
Όμως μέσα από τη σημερινή παραβολή ο Κύριος όχι μόνο καταδικάζει αυτή την υποκρισία, αλλά και την απορρίπτει. Την καταδικάζει γιατί δεν προσφέρει τη δυνατότητα στον άνθρωπο να αναγνωρίσει τις ατέλειες του, τον κρατά δέσμιο του εγωισμού του και τον αφήνει μακριά από τη σωτηρία. Η δικαίωση δεν μπορεί να είναι αυτοδικαίωση, μα προσφέρεται μόνο από το Θεό, όπως έγινε και με τον Τελώνη. Ο Τελώνης με την πραγματική του μετάνοια και ταπείνωση, την ειλικρινή αναγνώριση και συναίσθηση της αμαρτωλότητάς του, προσέλκυσε τη Χάρη του Θεού. Αντίθετα ο φαινομενικά ευσεβής και ενάρετος Φαρισαίος απορρίφθηκε από το Θεό γιατί δεν συμβάδιζαν ειλικρίνεια πίστεως, προθέσεων και πράξεων.
Αδελφοί μου, συγκλονιστική η αφήγηση του σημερινού Ευαγγελίου. Συγκλονιστικότερο το αποτέλεσμα: «Κατέβη ούτος δεδικαιωμένος... ή γαρ εκείνος». Με τον τρόπο αυτό  επιβεβαιώθηκε ότι η «δικαίωση» δεν κερδίζεται με ψεύτικους τίτλους, αλλά ούτε και κατ' επέκταση η σωτηρία με τίτλους φαρισαϊκούς. Η δικαίωση κερδίζεται μέσα από ειλικρίνεια προθέσεων και έργα πίστεως και αγάπης. Η δικαίωση προσφέρεται σαν δώρο από το Θεό στον άνθρωπο σαν έκφραση αποδοχής της ειλικρινούς του μετάνοιας και ταπεινοφροσύνης. Κατά συνέπεια ας επαναλάβουμε κι εμείς το του υμνωδού: «Φαρισαίου φύγωμεν υψηγορίαν και Τελώvου μάθωμεν το ταπεινόν εν στεναγμοίς προς τον Σωτήρα κράζοντες. Ίλαθι, μόνε ημίν ευδιάλακτε».
Αμήν.

Παρασκευή 23 Ιανουαρίου 2026

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΕ΄ ΛΟΥΚΑ / ΖΑΚΧΑΙΟΥ

 

Κυριακή ΙΕ’ Λουκά: Λόγος εις τον Ζακχαίον (Αγ. Αμφιλόχιος, Επίσκοπος Ικονίου)

Λόγος του Αγίου Αμφιλοχίου, Επισκόπου Ικονίου, εις τον Ζακχαίον
Τίποτα δεν παρακινεί τόσον την ψυχή προς ευφροσύνην, όσον ο φόβος του Θεού και η αποχή των κακών, ο δρόμος της μετανοίας και ο τρόπος της εξομολογήσεως. Όθεν και σήμερα ο Δαυίδ εμακάριζεν αυτούς των οποίων συνεχωρήθησαν οι αμαρτίες, φανερώνοντας την φιλανθρωπία του Χριστού, και συγχρόνως προπαρασκευάζοντας τους αμαρτωλούς να προστρέξουν στην μετάνοια. «Μακάριοι», λέγει, «ων αφέθησαν αι ανομίαι, και ων επεκαλύφθησαν αι αμαρτίαι». Όποιος λοιπόν ημπορεί να αισθανθή σαν την πόρνην και τον τελώνην, ας τρέξη στις ακενώτους πηγές της σωτηρίας του Χριστού. Δεν είναι δυνατόν χωρίς μετάνοια να λάβη κανείς την λύση των κακών, ούτε να επιτύχη τον μακαρισμόν, έστω και αν είναι Προφήτης ή Απόστολος ή και Ευαγγελιστής. Πράγματι όλοι από την ιδίαν πηγή έχουν αντλήσει. Μεταξύ των Προφητών ο ίδιος ο Δαυίδ, ο οποίος και μετά την μοιχείαν παραμένει Προφήτης, με την Χάριν Εκείνου που τον συνεχώρησε. Από τους Αποστόλους ο Πέτρος και ο Παύλος, από τους οποίους ο μεν ένας έχει «τας κλεις της βασιλείας» μετά την άρνησιν, ο δε άλλος κατέστη Απόστολος των εθνών μετά την δίωξη, μετατρέποντας τον ιουδαϊκόν ζήλον σε ευαγγελικόν τρόπο. Και μέσα στα Ευαγγέλια εγνώρισα σωζόμενον τελώνην, όχι μόνο τον Ματθαίον, αλλά μαζί μ’ αυτόν και άλλους δύο. Ο ένας από αυτούς, προσευχόμενος και κτυπώντας το στήθος του όπου υπήρχε ο θησαυρός των κακών, και μη τολμώντας να σταθή στον ναό με τα χέρια και το βλέμμα υψωμένα, όχι μόνον εδικαιώθη, αλλά και εστεφανώθη, εν αντιθέσει με τον Φαρισαίον. Και ο σημερινός Ζακχαίος, αφού ανέβη στο δένδρον, όπου πολλές φορές είχε σταθεί για να κατασκοπεύη μη του διαφύγη κάποιος έμπορος και μείνει αφορολόγητος, τώρα επρόσεχε μη του διαφύγη απαρατήρητος ο έμπορος του ουρανού και της γης, ο οποίος είχε μέσα του τον άσυλον θησαυρόν της Βασιλείας των Ουρανών.
Για να μη συγχέωμεν όμως τις ιστορίες των τελωνών μεταξύ τους, ας διαπραγματευθούμε σήμερα, εάν νομίζετε, και ας εξετάσωμε λεπτομερέστερα την υπόθεση μόνον του Ζακχαίου. «Εισελθών» ο Ιησούς, λέγει, «διήρχετο την Ιεριχώ. Και ιδού ανήρ ονόματι καλούμενος Ζακχαίος, και ούτος ην αρχιτελώνης». Δεν μνημονεύει ο Ευαγγελιστής την Ιεριχώ χωρίς λόγον, αλλά επειδή πρόκειται να ειπή ότι ένας Τελώνης εφιλοξένησε στον οίκο του τον Θεόν. Ήταν απίστευτο το πράγμα. Γι αυτό αναφέρει πρώτα την πατρίδα, για να μας υπομνήση την πόρνην Ραάβ, και έτσι να μας φανή παράδοξος η μεταστροφή του Ζακχαίου. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίον ανέφερε την Ιεριχώ. Να φέρωμε στον νου μας την πόρνην Ραάβ, και να συγκρίνωμε τον τρόπο της σωτηρίας αυτών των δύο. Όπως δηλαδή η Ραάβ, η πόρνη, εδέχθη τον Ιησού του Ναυή ως κατάσκοπο και τον έκρυψε, έτσι και ο Ζακχαίος, ο τελώνης, εδέχθη και έθρεψε στον οίκο του τον αληθινόν Ιησούν, τον κατάσκοπο της διανοίας μας. Εκείνη εδέχθη τον Ιησού του Ναυή, ο οποίος εισήγαγε τον λαό στην γην της επαγγελίας. Αυτός δέχεται τον αληθινόν Ιησούν, ο οποίος ήλθε για να μας εισαγάγη στην Βασιλείαν των Ουρανών. Εκείνη εδέχθη τον παλαιόν Ιησούν, ο οποίος κατηδάφισε τα τείχη της Ιεριχούς. Αυτός εδέχθη τον αληθινόν Ιησούν, ο οποίος κατεδάφισε των Ιουδαίων τον ναόν. διότι ο ίδιος είπεν οτι «ου μη μείνη ώδε λίθος επί λίθον, ος ου καταλυθήσεται». Η πόρνη εδέχθη τον Ιησούν εκείνον, ο οποίος εισήγαγε δια μέσου του Ιορδάνου τον λαόν «εις γην ρέουσαν γάλα και μέλι». Ο τελώνης εδέχθη τον αληθινόν Ιησούν, ο οποίος εισήγαγε δια του Βαπτίσματος τους πιστούς όπου «οφθαλμός ουκ είδε και ους ουκ ήκουσε, και επί καρδίαν ανθρώπου ουκ ανέβη». Η Ραάβ εδέχθη εκείνον τον Ιησούν, ο οποίος εξήγαγε το σταφύλι από την γην της επαγγελίας. Ο Ζακχαίος υπεδέχθη τον αληθινόν Ιησούν, ο οποίος εισήγαγε τον ληστήν στον Παράδεισο. Έχει όμως και κάποιο άλλο μυστικόν νόημα η πόλις, κρυμμένο μέσα στην πηγή της. Η πηγή της Ιεριχούς ήταν κάποτε μητέρα της στειρώσεως, τροφός της ακαρπίας, επειδή το νερό της ήταν ελαττωματικόν. Ενώ είχε το ρείθρον αχανές και έρεε αθόρυβα σαν λάδι, οι προσερχόμενοι περιωρίζοντο μόνο να την βλέπουν και αναχωρούσαν διψασμένοι. Διότι δεν ήταν ακίνδυνος γι’ αυτούς η πόσις. Επρόκειτο πράγματι περί ύδατος ολεθρίου. Το κάλλος της πηγής παρακινούσε τους περαστικούς να σπεύσουν για να πιουν, όμως ο φόβος της βλάβης ανέκοπτε την προθυμία τους. Όθεν, επειδή η πηγή έρεε ματαίως, οι περίοικοι, που πολλές φορές επήγαιναν εκεί, εγόγγυζαν από την δίψα που τους προκαλούσε όχι η ανυδρία αλλά η θέα των υδάτων. Και επειδή δεν είχαν την δυνατότητα να ικανοποιήσουν το πάθος αυτό της δίψης, παρεπονούντο αγανακτισμένοι και απευθύνοντο προς αυτήν λέγοντας: «Τι ρέεις ματαίως, ω πηγή; Θα ήσουν καλλιτέρα αν δεν φαινόσουν, αν είχες κρυφθή στα όρη και στις άμμους και στις ερημίες, όπου δεν θα είχες πολλούς μάρτυρες του κακού». Και γιατί το νερό δεν ήταν πόσιμον; Επειδή ενέκρωνε τα σώματα όσων το έπιναν. Αν έπινε άνδρας, δεν εγίνετο πατέρας, ούτε γυναίκα εγίνετο μητέρα, διότι έχανε την χάρη της μητρότητος. Και όχι μόνον αυτό, αλλά και η γη που εδέχετο αυτό το νερό, ηρνείτο την συνήθη βλάστησή της, και οι εύσκιοι φοίνικες με την τόσην χάρη τους εξεδύοντο την στολή των φύλλων και, για να το ειπούμε με ένα λόγον, ο,τιδήποτε είχε την ατυχία να έλθη σε επαφή με το νερόν αυτό, ερημώνετο. Τοιαύτη ήταν η πηγή, όταν περιήρχετο παλαιά την Ιεριχώ, έως ότου ήλθεν ο Προφήτης Ελισαίος, επήρε αλάτι και το έρριψε στην πηγή, και έτσι εζωοποίησε τα ύδατα. «Τάδε λέγει Κύριος», αναφέρει η Γραφή. «ίαμαι τα ύδατα ταύτα». Αυτά λέγει εκείνος που πάντοτε, όταν ομιλή, τον λόγο του τον κάνει έργο: «Να μη προέλθη πλέον από σας άγονος και στείρα», είπε, και το νερό μετεβλήθη, και οι γαστέρες άρχισαν να ωδίνουν, και η γη να βλαστάνη, και οι άμπελοι να θάλλουν, και η ελαία να επιδεικνύη την ιδικήν της χάρη. Και έτσι οι περίοικοι συμφιλιώθησαν με την πηγή τους, και ενώ παλαιά πολεμούσαν και επολεμούντο, τώρα την ποθούσαν και την επεσκέπτοντο.
Κάτι σπουδαίον όμως θέλει να ειπή το αίνιγμα της πηγής. Αύτη η πηγή, που έρρεεν αφθόνως και παλαιά έδιδε άχρηστο και άγονο νερό, ήταν προτύπωσις της Εκκλησίας.
Πράγματι, πριν από τον Χριστόν, κάθε θρησκεία ήταν τόσον ασεβής ώστε, αν κάποιος άνδρας έπινε από το νερό της πηγής της, έχανε ακόμη και την ιδιότητα να είναι άνθρωπος, και από την συμπλοκήν του με τα είδωλα ηρνείτο την λογικήν φύση της ψυχής. Η δε γυναίκα δεν εγίνετο μητέρα αρετών, δεν έτικτε βλαστήματα σωφροσύνης, ούτε ανέβλυζε το λευκόν της ευσεβείας γάλα. Ενώ όμως αυτή ήταν η κατάστασις της πηγής, ήλθεν ο Κύριος, και αφού έβαλε μέσα της ως άλας τους Αποστόλους, έκαμε τα ύδατά της εύγεστα και πόσιμα. Και ότι ήσαν άλας οι Απόστολοι, άκου τον Χριστόν που λέγει προς αυτούς: «Υμείς εστέ το άλας της γης». Η στείρα και άγονος, όταν μετέλαβε από τα άλατα των Αποστόλων, έγινε πολύγονος, όπως λέγει ο Προφήτης…

Ήλθε λοιπόν ο Ιησούς στην Ιεριχώ, η πηγή κοντά στους ποτιζομένους από την πηγήν, η πολυδύναμος χάρις προς την πολύδενδρο και πολύρρυτον πόλιν. «Καί ιδού ανήρ ονόματι καλούμενος Ζακχαίος, και αυτός ην αρχιτελώνης». Διπλό το κακόν, ότι και ησχολείτο με άδικον τέχνη, και ότι ήταν αρχηγός των κακώς ασχολουμένων με αυτήν. Όχι μόνον ημάρτανε, αλλά είχε και την ευθύνη για ό,τι κακόν έκαμαν οι άλλοι. Απέκλειε τις λεωφόρους για τους οδοιπόρους, και τους υπεχρέωνε να περάσουν από τον παράπλευρον δρόμο της αδικίας του. Ούτε τους ληστάς εμιμείτο, όταν παρεμόνευε τους διερχομένους, ούτε ανέμενε τους οδοιπόρους από ζήλον φιλοξενίας, αλλά, έχοντας ως νόμο την αδικίαν, εφορολογούσε τους ξένους κόπους, μιμούμενος την άσπλαγχνον αδηφαγία των κηφήνων. Όπως δηλαδή οι κηφήνες τρυγούν τον κάματο των μελισσών χωρίς να συμμετέχουν στους κόπους των, έτσι και οι τελώνες κάθονται αργόσχολοι στα σταυροδρόμια και ληστεύουν τους κόπους των ξένων οδοιπόρων.Κάποιος έπλεε στην θάλασσα, έδωσε μάχες με τις τρικυμίες, επολέμησε με τους ανέμους, διέσχισε μεγάλο και ανυπότακτον πέλαγος, και ο Ζακχαίος έσπευδε να του αφαιρέση το κέρδος με την φορολογία. Άλλος ήταν βοσκός και ταλαιπωρείτο από την ξηρασία και τον καύσωνα, συζούσε με τις βροχές, τα χιόνια και την πάχνη, και είχε ως καλύβη τις προεξοχές των βράχων, τροφή του το τυρί και το γάλα, και ένδυμα ακατέργαστο το δέρμα των προβάτων. Έπεσε όμως ο πτωχός, ο αγροίκος αυτός που έχει ως κατοικία του τα όρη, στα χέρια του Ζακχαίου, ο οποίος απεδεκάτισε τα ζώα του, τον ελήστευσε νομίμως, χωρίς ξίφος τον έσφαξε. Παίρνει ο δράστης το μαχαίρι του, και το αιμόφυρτον αποκομμένο μέλος και απομακρύνεται με αναισθησία, για να αποφύγη την δυσφορία του πάθους, αφήνοντάς τον από ανούσιο πτωχεία πληγωμένο να αποθάνη, αφού πονά μέχρι θανάτου. Δεν φεύγει η ψυχή του άπαξ δια παντός, αλλά θνήσκει σιγά σιγά και συνεχώς. Και για να το ειπώ συντόμως, τόσον ανεπιθύμητος ήταν ο Ζακχαίος για τους εμπόρους, τους οδοιπόρους, τους βουκόλους και τους βοσκούς, όσον τα απόρθητα φρούρια για τους στρατιώτες, οι ύφαλοι για τους πλοιάρχους και οι ύποπτες κινήσεις για τους πολεμιστάς.

Όμως αυτός, ο οποίος τόσην μανίαν εδείκνυε για την παράλογο συλλογή των χρημάτων, ζητούσε τώρα να ιδή τον Ιησούν, και δεν ημπορούσε. Τον ημπόδιζε το μικρό του ανάστημα και το βάρος της αδικίας. Τελικά όμως θεραπεύει το μειονέκτημα του αναστήματος με την συνετήν του έμπνευση. Τρέχει ενωρίτερα και ανεβαίνει σε κάποιαν συκομορέα, και κρύπτεται μέσα στο πλούσιο φύλλωμά της, πιστεύοντας ότι βλέπει χωρίς να φαίνεται, επειδή ενόμιζε ότι θα διαφύγη της προσοχής του Παντογνώστου. Το ίδιο έπαθε και η αιμορροούσα, νομίζοντας ότι θα κλέψη τον Ιησούν, ο οποίος αρέσκεται σε παρόμοιες περιπτώσεις να κλέπτεται. Αλλά εκείνη τουλάχιστον επλησίασε και ήψατο των ιματίων του, ενώ αυτός έφθασε τον Χριστόν από μακριά, δια μέσου της πίστεως. Ανεβαίνει λοιπόν στο δένδρο, θεραπεύοντας τα κακά που προήλθαν από τον Αδάμ. Ο ένας πλανάται από το δένδρο και απομακρύνεται από τον Θεόν, ενώ ο άλλος σώζεται από το δένδρον, επειδή επιθυμεί να ιδή τον Θεόν. Διότι όταν ήκουσε ότι κάνει πολλά και παράδοξα θαύματα, και ότι εκτός από τα σώματα θεραπεύει και τις ψυχές, και από τις μεν ψυχές αφαιρεί τις αμαρτίες, στα δε σώματα χαρίζει την απάθειαν, επεθύμησε να τον ιδή, αυτόν ο οποίος συγχωρεί τα πάντα στους πάντες, και συλλογίζετο μέσα του: «Ποίος να είναι άραγε αυτός ο Ιησούς που καθαρίζει λεπρούς, θεραπεύει τυφλούς και συγχωρεί τις αμαρτίες όσων του το ζητούν; Πώς μοιάζει άραγε, πώς να είναι η μορφή του; Άραγε τα γνωρίζει όλα; Έχει άραγε υπ’ όψιν του και τις σκέψεις των απόντων, ή μόνον τους λογισμούς αυτών που είναι κοντά του εξετάζει; Άραγε ανιχνεύει ως Θεός τα νοήματα της καρδίας καθενός; Πώς λοιπόν θα τα μάθω όλα αυτά; Ποίος θα μου τα διδάξη; Ποίος άλλος; Η προσωπική πείρα, αυτή είναι διδάσκαλος για όλα. Θα ανέβω στο δένδρο, και θα καλυφθώ από το πλούσιο φύλλωμά του. Κρύπτομαι και έτσι μαθαίνω αν ημπορώ να σωθώ. Εάν αντιληφθή την κίνησιν αυτή της ψυχής μου, τότε θα μάθω ότι εξαλείφει και την αμαρτία της ψυχής μου. Με αυτόν λοιπόν τον τρόπο θα καταλάβω ότι γνωρίζει τα κρυπτά των λογισμών. Εάν με ιδή μέσα σ’ αυτόν τον συνωστισμό, και όχι μόνον με ιδή αλλά ανακαλύψη και της ψυχής μου τον έρωτα. Θα προτιμήσω να τα απορρίψω όλα για να βρω το ένα. Θέλω να μιμηθώ τον Ματθαίο. Και εκείνος τελώνης ήταν όπως εγώ, όμως δεν προσέτρεξε αυθαιρέτως, αλλά προσεκλήθη από τον Ιησού και υπήκουσε. Ο Ματθαίος, φαντάζομαι, καθώς είδε τον Ιησούν, τον ενόμισεν ως έναν από τους οδοιπόρους. Εβαθούλωσε τις παλάμες και άνοιξε, ως συνήθως, τις αγκάλες του, έτοιμος να αρπάξη. Αντί όμως να φορολογήση, όπως ήθελε, τον Χριστόν, εφορολογήθη από αυτόν, και όχι μόνον φαινομενικώς, αλλά προσφέροντας όλον του τον εαυτόν. Πράγματι, την στιγμή που ήκουσε «ακολούθει μοι», υπερέβη την κλίση με την προθυμία του, τρέχοντας όσον ημπορούσε γρηγορότερα πίσω από αυτόν που τον προσείλκυσε. Εάν λοιπόν προσκαλή και τελώνες, και όχι μόνον προσκαλεί, αλλά και δικαιώνει, δεν με βλάπτει η σωρεία των παρελθόντων μου κακών. Διότι, αν ο Ελισσαίος, ρίπτοντας αλάτι στην πηγή μας, μετέβαλε σε γόνιμο το άγονο νερό της, οπωσδήποτε και αυτός, αν αλατίση με την χάρη την ψυχή μου, θα την διεγείρη προς καρπογονίαν αρετής.
Καθώς εσυλλογίζετο αυτά «ήλθεν επί τον τόπον ο Ιησούς, και αναβλέψας είδεν αυτόν και είπε προς αυτόν: Ζακχαίε, σπεύσας κατάβηθι». Έχεις ανεβεί στο δένδρον ως τελώνης, κατέβα από το δένδρον ως φιλόθεος. Κατέβα από το ξύλον αυτό στην γη, για να ανεβής δια του σταυρού προς τον ουρανόν. Ανήλθες σ’ ένα δένδρον, από τους ανθρώπους κρυπτόμενος, ανέρχεσαι δια του σταυρού στους αγγέλους χαριζόμενος. «Σπεύσας» λοιπόν «κατάβηθι’ σήμερον γαρ εν οίκω σου δει με μείναι». Ω, τι ανέκφραστη χάρις! Τι απερίγραπτος φιλανθρωπία! Δεν θα είναι πλέον ακάθαρτος ο οίκος του τελώνου. Κάθε κακό θα αποδράση από αυτόν, διότι όπου φιλοξενείται ο Ιησούς, τα πάντα μεταβάλλονται προς το καλλίτερον. «Ζακχαίε», λέγει. «σπεύσας κατάβηθι’ σήμερον γαρ εν τω οίκω σου δεί με μείναι». Τι να είπω; Παράδεισος έγινε η οικία του τελώνου. Ό,τι βλέπω στην περίπτωση του ληστού, το ίδιο και τώρα στον Ζακχαίον. Είπε στον ληστή «Σήμερον μετ’ εμού έση εν τω Παραδείσω», και συγχρόνως τον παρέλαβε από το ξύλο και τον έβαλε στον Παράδεισον. Είπε στον Ζακχαίο. «Σήμερον εν τω οίκω σου δει με μείναι», και συγχρόνως τον έλαβε μαζί του και εισήλθε, κάνοντας τον οίκο του Παράδεισο πριν από τον Παράδεισο…
Καθώς όμως παρακολουθούσαν τα γενόμενα οι απόγονοι εκείνων που παλαιά αγανακτούσαν και παρεπονούντο για την πηγήν, οι άγευστοι της θείας δυνάμεως και αγαθότητος, σαν να ελυπούντο για την σωτηρία του αρχιτελώνου, εγόγγυζαν μέσα τους λέγοντες ότι «παρά αμαρτωλώ ανδρί εισήλθεν καταλύσαι». Ω, εργάτες της καταφρονήσεως, και γεωργοί της ραθυμίας! Σεις τι είσθε, δίκαιοι ή αμαρτωλοί; Δεν είσθε μοχθηρότεροι από όλους τους ανθρώπους; Πώς λοιπόν ο Ιησούς ήλθε και εσκήνωσε μεταξύ σας; Πώς εγεννήθη μεταξύ σας, ανετράφη, ανδρώθη, έπιεν, έφαγε; Γιατί λοιπόν παραβλέπετε τα ιδικά σας τραύματα, και ανιχνεύετε τα πταίσματα του πλησίον; Και εκτός αυτού, γιατί άλλοτε λέγετε τον Χριστόν αμαρτωλόν, και άλλοτε δίκαιον; Όταν εθεράπευσε τον εκ γενετής τυφλό, τον απεκαλέσατε αμαρτωλό, λέγοντας «δος δόξαν τω Θεώ. Ημείς γαρ οίδαμεν ότι αμαρτωλός εστίν», επειδη λύει το Σάββατο. Τώρα που ήλθε κάτω από την στέγη του τελώνου, τον διασύρετε ενώπιον όλων ως μη δίκαιον, διότι συντρώγει αναξίως με αμαρτωλούς. Αν θεραπεύση τυφλόν, τον λέγετε αμαρτωλόν, αν συμφάγη με αμαρτωλούς τον διασύρετε, ότι συντρώγει αναξίως με αμαρτωλούς. Τι λοιπόν; Να μη θεραπεύση τυφλόν το Σάββατο για να μη νομισθή αμαρτωλός; Να μη φάγη με τελώνες για να θεωρηθή δίκαιος; Γιατί τον κατηγορείτε; Και πού αλλού έπρεπε να τεθή το φως, παρά σε μέρος σκοτεινό; Πού έπρεπε να έλθη ο ιατρός; Να μη προστρέξη σ’ αυτούς που υποφέρουν; «Ου χρείαν έχουσιν οι ισχύοντες ιατρού, αλλά οι κακώς έχοντες». Πού έπρεπε να παρουσιασθή ο αμνός του Θεού; Όχι προς τους τελώνες και αμαρτωλούς, ώστε να λάβη το φορτίο τους επάνω του, να τους ελαφρύνη, και έτσι να τους καταστήση ικανούς για τα υψηλότερα; Ματαίως τον κακολογείτε. Έχει εκπληρωθή σε σας αυτό που ελέχθη, ότι «οι τελώναι και αι πόρναι προάγουσιν υμάς (σας προλαμβάνουν δηλαδή) εις την βασιλείαν των ουρανών».
«Σταθείς δε Ζακχαίος είπε προς τον Κυριον. Ιδού τα ημίση των υπαρχόντων μου, Κύριε, δίδωμι τοις πτωχοίς” και ει τινος εσυκοφάντησα αποδίδωμι τετραπλούν». Τώρα που έχω δεχθή στον οίκο μου εσέ τον προστάτη των πτωχών, δεν ανέχομαι πλέον να αδικώ τους πτωχούς, δεν με κατέχει πλέον ο φόβος μήπως δεν συλλέξω χρήματα, αφού εφιλοξένησα αυτόν που χαρίζει τον πλούτον τον ακένωτον. Δεν παραμονεύω πλέον τους οδοιπόρους, αφού συνήντησα στον δρόμο της ζωής μου τον Ύψιστον Θεόν, που κατέβη στην γη με μορφήν ανθρώπου, για να χαρίση αμνηστεία και να σχίση το χειρόγραφον των αμαρτιών μας…
Μολονότι όμως είναι ο όντως πλούσιος, έζησε ως πτωχός. Γι’ αυτό και ο Ζακχαίος έλεγε «Αι αλώπεκες φωλεούς έχουσι, και τα πετεινά του ουρανού κατασκηνώσεις, συ δε ουκ έχεις που την κεφαλήν κλίνη». Ας χαθούν οι επίσημες αυλές και τα προαύλια, οι οικοδομικές μεγαλουργίες, οι λαμπροί και περιφανείς οίκοι. Αντί όλων αυτών μόνον τον ακένωτον πλούτο της πτωχείας σου ζητώ. Αλλά επειδή αδυνατώ να διηγηθώ επαξίως τον πλούτο της ψυχής του Ζακχαίου, ας αφήσωμε τον λόγο στον πλούσιον σε αρετές Πατέρα, ο οποίος θα ομιλήση στην καρδία του καθενός. Στον φιλόξενον αρμόζει να διηγήται τις αρετές του φιλόξενου, προς αίνεσιν μεν αυτού, στηριγμόν δε ιδικόν σας και στέφανον της Εκκλησίας, τιμήν δε του Χριστού «ω η δόξα και το κράτος εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν».
(4ος αιών, ΒΕΠΕΣ τόμ. 71, σελ. 114, Από το βιβλίο “Πατερικόν Κυριακοδρόμιον”, σελίς 439 και εξής. Επιμέλεια κειμένου: Δημήτρης Δημουλάς)