Σάββατο 2 Μαΐου 2026

ΑΝΘΡΩΠΟΝ ΖΗΤΩ...




 ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΟΥ



Δυο φωνές, δυο νοοτροπίες, δυο κόσμοι, ένα ευαγγελικό μήνυμα, σήμερα αδελφοί μου!
«Άνθρωπον ουκ έχω»! Είναι η μια φωνή. Η δική μας φωνή, Η σπαραξικάρδια και διαχρονική κραυγή του κόσμου.
«Θέλεις υγιείς γενέσθαι»; Η άλλη φωνή. Η γεμάτη ελπίδα και έλεος. Η φωνή που τόσο αναζητά ανέκαθεν ο κόσμος.
Αδελφοί μου!
Την τέταρτη Κυριακή από το Πάσχα ακούμε το ευαγγέλιο που μιλά για τη θεραπεία του παραλυτι­κού της Βηθεσδά. Εκεί  ένας παράλυτος τριάντα οκτώ χρόνια φωνάζει: Βοήθεια! Ακούει άραγε κανείς; Υπάρχει άραγε κάποιος που θ’  αφήσει τη βολή του και θα σταθεί να τον αφουγκραστεί;
Στις πρώτες τρεις Κυ­ριακές του Πάσχα, διαβάζουμε ευαγγέλια που αναφέρονται στις πρώτες εμφανίσεις του αναστημένου Χριστού. Στους μαθητές, στο Θωμά, στις Μυροφόρες. Το μήνυμα της Ανάστασης πρέπει να δοθεί πρώτα σ’ αυτούς. Αυτοί πρώτα πρέπει να κατανοήσουν ότι ο Ιησούς που τρία χρόνια ακολουθούσαν δεν ήτανε ένα απλός δάσκαλός αλλά ο αναμενόμενος Μεσσίας ο κύριος και Θεός τους. Αυτών ο φόβος πρέπει να μεταβληθεί τώρα σε χαρά, σε τόλμη, σε παθιασμένη αγάπη για το μήνυμα του Χριστού που θα σκορπίσουν από δω και πέρα στα πέρατα του κόσμου.
Στις υπόλοιπες τρεις, με πρώτη τη σημερινή, διαβάζουμε ευαγγέλια στα όποια γίνεται λόγος για ανάσταση ψυχική ανάσταση του ανθρώπου, ανάσταση δική μας.
Και η ανάσταση του Χρίστου και η εμφάνιση στους μαθητές του είναι η προϋπόθεση. Σήμερα ακού­με για τη θεραπεία του παραλυτικού, στην επόμενη Κυριακή για τη συνάντηση του Χριστού με τη Σαμαρείτιδα και τη μεθεπόμενη για τη θεραπεία του εκ γενετής τυφλού. Και στις τρεις περιπτώσεις έχουμε την ενέργεια τού Θεού, τη δράση τού Χριστού, πού ανασταίνει ανθρώπους από την κατά­σταση στην οποία βρίσκονται.
Αδελφοί μου!
Άνθρωπον ουκ έχω! Η διαχρονική, δραματική και σπαραξικάρδια φωνή του ανθρώπου! Φωνάζει βοήθεια, ο άνθρωπος! Παρά την πρόοδο, παρά τις πολυσύχναστες πόλεις, παρά τις καταπληκτικές επιστημονικές προόδους, ό άνθρωπος μένει μόνος, μένει αβοήθητος. Συστεγαζόμαστε και συνεργαζόμαστε. Αγκαλιαζόμαστε και διασκεδάζουμε. Τρέχουμε μαζί στις γιορτές και τα πανηγύρια. Ζούμε και κινούμαστε πάντα στην πολυκοσμία. Τίποτε όμως το ουσιαστικό. Όλα γίνονται, σχεδόν, συμβατικά, επιφανειακά. Χωρίς ειλικρίνεια. Χωρίς ανθρωπιά. Χωρίς Θεό.
Και ο παράλυτος του σημερινού Ευαγγελίου ζούσε το δικό του, διπλό δράμα. Όχι μόνο της αρρώστιας  του μα και την εγκατάλειψη του κόσμου. Ο παράλυτος ζητά κάποιον να του δώσει προσοχή. Να γυρίσει και να τον προσέξει στην ανάγκη του, Ζητά, σύντροφο και συνοδοιπόρο στην πονεμένη πορεία του. Τα τριάντα οχτώ χρόνια της ασθένειας του είναι μία περίοδος τραγικής θλίψεως και οδύνης. Βέβαια εκεί στη Βηθεσδά στην Κολυμβήθρα «κατέκειτο πλήθος πολύ που και αυτόν περίμεναν την απαλλαγή από τον αρρώστια τους. Αυτός όμως βίωνε την δική του πικρή εμπειρία.
Εδώ «Ανέβη ο Ιησούς … και ιδών ο Κύριος χρονιούντα άνθρωπον λέγει προς αυτόν· διά σε άνθρωπος γέγονα, διά σε σάρκα περιβέβλημαι και λέγεις άνθρωπον ουκ έχω; άρόν σου τον κράββατον και περιπάτει» (ἀπὸ τὴν Ὑμνολογία τῆς Ἑορτῆς).
Αδελφοί μου!
Τούτη την αφόρητη μοναξιά δεν τη βίωσε μόνο ο παράλυτος. Τη βιώνει καθημερινά ο άνθρωπος και στις μέρες μας και μάλιστα σε μια εποχή που οι στέγες των σπιτιών βρίσκονται πιο κοντά παρά ποτέ, ενώ παράλληλα ο άνθρωπος μιλά για πολιτισμό. Ποιου πολιτισμού όμως; Του πολιτισμού της  παραβίασης του δικαιώματος της ζωής, της τιμής, ή της περιουσίας; της ποικιλότροπη εκμετάλλευση μικρών και μεγάλων, της δαμόκλειας σπάθης της   οικονομικής κρίσης.
«Άνθρωπο ουκ έχω», φωνάζουν, σχεδόν, όλοι. Μικροί και μεγάλοι, πλούσιοι και φτωχοί, πολιτεία και εκκλησία. Όλοι οι θεσμοί, που κινδυνεύουν ν' απομείνουν ιστορικά μουσεία. Ζητείται, άνθρωπος. Ζητείται βοήθεια. Είναι σαν το Διογένη που γύριζε μέρα μεσημέρι με το φανάρι μέσα στον κόσμο, την πολυκοσμία και φώναζε «άνθρωπον ζητώ!».
Και ό άνθρωπος, στο ψάξιμό του, ψάχνει σε υποκατάστατα. Τρέχει δεξιά κι αριστερά, για να μην τρελαθεί. Τρέχει στα ναρκωτικά, στοιβάζεται στα ποικιλώνυμα κέντρα και προσπαθεί μέσα στον εκκωφαντικό θόρυβο τους να σπάσει τη μοναξιά του, προσπαθεί από διάφορες, ύποπτες και παραπλανητικές οργανώσεις να βρει μια ισορροπία στον εαυτό του, ψάχνει… ψάχνει… ψάχνει και λύση, δε βρίσκει. Και φωνάζει συνέχεια; Βοήθεια!
«Τι φοβερός που είναι ο κόσμος που ζούμε! Όπου στρέψεις το βλέμμα σου αντικρίζεις πόνο, αδικία, κακότητα, ένταση, αμαρτία, βία, πολέμους, δυστυχία. Γιατί άραγε; Και γιατί όλα αυτά να συνυπάρχουν με φυσική ομορφιά, με απαράμιλλη καλοσύνη, με ανθρώπινο μεγαλείο; Γιατί να εναλλάσσετε το καλό με το κακό; Γιατί να διαπλέκεται η δυστυχία με την ευτυχία; Γιατί να αντιπαλεύει αδιάκοπα το προκλητικό ερώτημα της θεϊκής απουσίας η και ανυπαρξίας με τη μυστική υποψία της θεϊκής παρουσίας»; Απόσπασμα από το βιβλίο Εκεί που δεν φαίνεται ο Θεός .ΝΙΚΟΛΑΟΥ Μ.Μ.& ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ
«Άνθρωπον ουκ έχω». Λόγια που εκφράζουν το μέγεθος της τραγωδίας και μάλιστα μιας τραγωδίας κοινωνικής. Αυτή δεν είναι κραυγή αγωνίας του παραλύτου. Είναι η δικαιολογημένη κραυγή μοναξιάς της κάθε εποχής και πολύ πιο πολύ της δικής μας. Γιατί, αν μοναξιά είναι η αίσθηση της απουσίας των άλλων ανθρώπων, πολύ πιο φοβερή είναι η  μοναξιά της αίσθησης  της παρουσίας πολλών, αλλά αδιάφορων ανθρώπων.
Και όμως, δεν είναι μόνο έτσι τα πράγματα. Δεν υπάρχει μόνο το μαύρο, μόνο το σκοτάδι. Υπάρχει και το φως. Μόνο που πρέπει ν’ ανοίξουμε τα μάτια μας, ν’  ανοίξουμε τ’ αυτιά μας,  για να δούμε, για ν’ ακούσουμε. Να δούμε τον εαυτό μας κάτω απ’ αυτό το φως, να δούμε το ξεστράτισμα μας, να δούμε πως πουθενά δεν μας βγάζει ο δρόμος που τραβάμε! Να ακούσουμε το παρήγορο θεϊκό λόγο: «θέλεις υγιής γενέσθαι:» Να ξεκόψουμε απ’ τα εφήμερα και τα παροδικά, και να στρέψουμε την προσοχή μας στο αιώνιο και το διαρκές. Σ’  όποια φάση μοναξιάς κι αν βρισκόμαστε ας μην ξεχνούμε πως ζει Κύριος ο Θεός. Αυτός με την παρουσία και την αγάπη Του σπάζει αυτή τη μοναξιά. Ας αναζητήσουμε καταφύγιο κοντά του.
 Μας γράφει ο φωτισμένος θεολόγος του 20ου αιώνα μακαριστός π. Αλέξανδρος Σμέμαν: «…Σ' αυτή λοιπόν τη συγκεκριμένη ευαγγελική ιστορία, τι είναι αιώνιο και διαρκές; Στο κέντρο της βρίσκονται σαφώς τα λόγια του παραλύτου προς το Χριστό, "άνθρωπον ουκ έχω". Αυτή είναι στ' αλήθεια η κραυγή του ανθρώπου πού φτάνει στο σημείο να γνωρίσει την τρομακτική δύναμη του ανθρώπινου εγωισμού και ναρκισσισμού. Ο καθένας για τον εαυτό του. Ψάχνοντας για το νούμερο ένα. Όλοι αυτοί, όλο αυτό το πλήθος των τυφλών, αρρώστων, παραλύτων, των "έκδεχομένων την του ύδατος κίνησιν", που μ' άλλα λόγια περιμένουν για βοήθεια, φροντίδα, θεραπεία, παρηγοριά. Ο καθένας όμως περιμένει μόνος του. για τον εαυτό του. Και όταν τα νερά ταράσσονται, όλοι σπρώχνονται ξεχνώντας ο ένας τον άλλο... Από την άποψη του ευαγγελίου, αυτή η "κολυμβήθρα" είναι φυσικά μια εικόνα του κόσμου, μια εικόνα της ανθρώπινης κοινωνίας, ένα σύμβολο της ίδιας της οργάνωσης της ανθρώπινης κοινωνίας…
Αδελφοί μου! "Θέλεις υγιής γενέσθαι;"  Ο παραλυτικός περίμενε ένα άνθρωπο βοηθό, βρήκε τον ίδιο τον Κύριο.
Εμείς που ψάχνουμε για βοήθεια. Μήπως στεκόμαστε δίπλα σε κάποιον σπουδαίο, κάποιον που είναι το μεγάλο μέσο, η μεγάλη δύναμη για να μας συμπαρασταθεί και να λύσει το πρόβλημά μας; Θα απογοητευτούμε πολύ. Και έχουμε πολλές φορές απογοητευθεί από τέτοιους. Όμως υπάρχει Θεός. Και η βοήθεια ξεκινά μέσα από τη ψυχή, όπου κατοικεί ο Κύριος. Περιμένει να εκδηλώσουμε το παράπονό μας. «Άνθρωπον ουκ έχω», έχω όμως Εσένα Κύριε. Από Σένα ζητώ βοήθεια, ανακούφιση, δύναμη για να αντιμετωπίσω τις δυσκολίες μου. Σε Σένα εμπιστεύομαι τις ανησυχίες μου, τις ελπίδες μου. Βοήθησέ με.

Τρίτη 21 Απριλίου 2026

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ

 

Κυριακή των Μυροφόρων: Το παράδειγμα του Ιωσήφ και των Μυροφόρων στη ζωή μας

Χριστός Ανέστη!

Βρισκόμαστε στην Αναστάσιμη περίοδο, όπου όλα μέσα στην εκκλησία (ύμνοι, ευαγγελικές περικοπές, γιορτές κλπ.) διατρανώνουν το μήνυμα της Αναστάσεως του Χριστού· το μήνυμα της νίκης του θανάτου έναντι της ζωής.

Σήμερα, τρίτη Κυριακή από την Ανάστασή Του, εορτάζουμε τις πρώτες μάρτυρες της Αναστάσεως του Χριστού. Εορτάζουμε εκείνες τις γυναίκες, οι οποίες δεν πρόβαλαν καμία δικαιολογία και με πολύ θάρρος ήταν δίπλα σε όλα τα συμβαίνοντα, στη Σταύρωση, στην Αποκαθήλωση και στον Ενταφιασμό, αλλά και στην Ανάσταση.


Ο ευαγγελιστής Μάρκος αναφέρει ότι ο Ιωσήφ, μέλος του Συνεδρίου από την Αριμαθαία, εμφανίστηκε μπροστά στον Πιλάτο, «τολμήσας» με πολύ θάρρος, για να ζητήσει το σώμα του Χριστού για να Το ενταφιάσει. Αφού έμαθε ο Πιλάτος από τον Εκατόνταρχο ότι πέθανε, απέδωσε το σώμα στον Ιωσήφ.

Ο Ιωσήφ αγόρασε ένα καθαρό σεντόνι (έχει την έννοια ότι ο Χριστός για να κατοικήσει μέσα στους ανθρώπους πρέπει το σώμα να είναι αγνό και καθαρό), κατέβασε το σώμα από το σταυρό, το τύλιξε με το σεντόνι και το έθεσε μέσα σε ένα μνήμα που ήταν λαξευμένο στο βράχο και κύλησε μία μεγάλη πέτρα στην είσοδο του μνημείου. Όμως, η Μαρία η Μαγδαληνή και η Μαρία η μητέρα του Ιωσή κοιτούσαν από απόσταση, που τοποθέτησε το σώμα.

Θέλησαν να πάνε να αλείψουν το σώμα με μύρα και αφού αγόρασαν τα μύρα η Μαρία η Μαγδαληνή, η Μαρία η μητέρα του Ιακώβου και η Σαλώμη ξεκίνησαν την Κυριακή για να πάνε στο μνήμα.

Φθάνοντας στο μνήμα, έλεγαν μεταξύ τους: «τίς ἀποκυλίσει ἡμῖν τὸν λίθον ἐκ τῆς θύρας τοῦ μνημείου;» («Ποιος θα μας κυλήσει το λίθο από την είσοδο του μνημείου;»). Σηκώνοντας το βλέμμα τους, είδαν ότι ο λίθος είχε κυλήσει και δεν έφραζε την είσοδο.

«Εἰσελθοῦσαι εἰς τὸ μνημεῖον εἶδον νεανίσκον καθήμενον ἐν τοῖς δεξιοῖς, περιβεβλημένον στολὴν λευκήν, καὶ ἐξεθαμβήθησαν», («Όταν μπήκαν στο μνημείο είδαν έναν νεαρό να κάθεται στα δεξιά, φορώντας λευκή στολή και έμειναν έκθαμβες»).

Τις λέει ο άγγελος: «μὴ ἐκθαμβεῖσθε· ᾿Ιησοῦν ζητεῖτε τὸν Ναζαρηνὸν τὸν ἐσταυρωμένον· ἠγέρθη, οὐκ ἔστιν ὧδε· ἴδε ὁ τόπος ὅπου ἔθηκαν αὐτόν», («Μη μένετε έκπληκτες· ζητάτε τον Ιησού τον Ναζαρηνό που σταύρωσαν· Εγέρθηκε, δεν είναι εδώ· εδώ είναι ο τόπος που Τον έθεσαν»).

Συνεχίζει ο άγγελος και τους δίνει μία οδηγία να κηρύξουν την Ανάσταση στους μαθητές και στον Πέτρο και ότι θα συναντήσουν τον Αναστάντα Χριστό στη Γαλιλαία, όπως τις είπε. Οι Μυροφόρες εξήλθαν από το μνημείο, είχαν τρόμο και έκσταση και δεν είπαν σε κανένα γιατί φοβόντουσαν.

Ας σταθούμε σε 2 σημεία της ευαγγελικής διήγησης· το ένα, είναι η στάση του Ιωσήφ από την Αριμαθαία. Σύμφωνα με τον ιουδαϊκό νόμο, όσοι κατάδικοι πέθαιναν, δεν είχαν δικαίωμα ταφής γιατί τα σώματα πετιούνταν· για εκείνο το μέρος ήταν προορισμένο και το σώμα του Χριστού. Όμως, ο Ιωσήφ, θα λέγαμε θυσίασε τη ζωή του, και πήγε στον Πιλάτο για να ζητήσει το σώμα. Μπορούσε και ο Ιωσήφ να μην μπει σε αυτόν τον κόπο και την ταλαιπωρία και να επέρριπτε την συγκεκριμένη πράξη σε άλλους, στην Μάνα Του, στους μαθητές Του. Δεν το έκανε· γιατί Αυτός που θανατώθηκε, ήταν κάποτε δάσκαλός Του και όφειλε να κάνει κάτι γι’ Αυτόν από αγάπη και ευγνωμοσύνη.

Εμείς· όταν παραστεί κάποια ανάγκη βοηθάμε τον συνάνθρωπο; Τρέχουμε να βοηθήσουμε εκεί που χρειάζεται μία βοήθεια;

Έμπρακτα, πραγματικά. Όχι, για να μας δουν οι άλλοι και να μας επευφημήσουν αλλά αθόρυβα και στην αφάνεια· να το ξέρει μόνο ο Θεός και εσύ.

Το δεύτερο σημείο που θα ήθελα να σταθούμε είναι οι Μυροφόρες γυναίκες. Πολλοί άνθρωποι διατρανώνουν ότι ο Χριστός δεν πέθανε επάνω στο σταυρό, αλλά λιποθύμησε και δεν έγινε η Ανάσταση που λένε οι ευαγγελιστές. Αυτές οι γυναίκες, εισήλθαν στο κενό μνημείο και πληροφορήθηκαν από τον άγγελο Κυρίου για την Ανάσταση. Έγιναν μεταδότες του χαρμόσυνου αγγέλματος της Αναστάσεώς Του στους μαθητές, αλλά και σε όλο τον κόσμο.

Ας προσπαθήσουμε να γίνουμε σαν τις Μυροφόρες· η ζωή μας να μεταδίδει το μήνυμα της Αναστάσεως αλλά και να ζούμε με την ελπίδα και την προοπτική της Αναστάσεως, αλλά και σαν τον Ιωσήφ· να ζούμε βοηθώντας τους άλλους και να εκφράζουμε την αγάπη και την ευγνωμοσύνη στους ανθρώπους. Να ζούμε, δίνοντας και προσφέροντας στους άλλους!

Χριστός Ανέστη!

Πέμπτη 16 Απριλίου 2026

ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ ΕΚ ΝΕΚΡΩΝ




(…)Σήμερον εορτάζομε την λαμπράν νίκην μας. Σήμερον ο Κύριος ημών έστησε το τρόπαιον κατά του θανάτου, κατέλυσε την τυραννία του διαβόλου και μας εχάρισε την οδόν της σωτηρίας δια της αναστάσεως. Όλοι χαίρομεν, σκιρτώμεν, αγαλλόμεθα.
(…)Σήμερον ο Χριστός ηλευθέρωσε την ανθρωπίνην φύσιν από την τυραννία του διαβόλου και την επανέφερεν εις την προηγουμένην της ευγένειαν.
(…)Σήμερον η σύναξις των αγγέλων και ο χορός όλων των ουρανίων δυνάμεων αγάλλονται δια την σωτηρίαν των ανθρώπων. Σκέψου, λοιπόν, αγαπητέ, το μέγεθος της χαράς, αφού και αι ουράνιαι δυνάμεις συνεορτάζουν με ημάς και χαίρουν επίσης δια τα ιδικά μας αγαθά.
(…)Όταν δεις όχι μόνον τους αγγέλους και την σύναξιν όλων των ουρανίων δυνάμεων, αλλά και αυτόν τον Κύριον των αγγέλων να συνεορτάζει μαζί μας, τι σου απομένει δια να ευφρανθείς; Λοιπόν, ας μη είναι κανείς κατηφής σήμερον… (Άγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος).
Το «Χριστός Ανέστη», αδελφοί μου, δονεί την ατμόσφαιρα απ' άκρου εις άκρον και πάλιν, αφού στην ορθόδοξη Εκκλησία δεν υπάρχει μεγαλύτερη εορτή από αυτήν της Αναστάσεως τού Κυρίου μας. Η Ανάσταση αποτελεί το επιστέγασμα όλων των εορτών, γιατί με αυτήν νικήθηκε ο «έσχατος εχθρός» τού ανθρώπου, ο θάνατος. Με την Ανάστασή Του ο Κύριος έδειξε ότι προοπτική τού ανθρώπου είναι η ζωή« ότι ο θάνατος είναι μέρος αυτής, αφού φάνηκε «η ζωή εν τάφω». « Εγώ ήλθον ίνα ζωήν έχωσιν και περισσόν έχωσιν είπε ο Ίδιος. Ώστε «θάνατος ουκέτι κυριεύει«» «τής ζωής γαρ ηξιώθημεν εν Χριστώ Ιησού». «Θανάτου εορτάζομεν νέκρωσιν, Άδου την καθαίρεσιν, άλλης βιοτής, τής αιωνίου, απαρχήν». Ό,τι πιο φυσικό λοιπόν να πανηγυρίζουμε και νά διατρανώνουμε τη χαρά μας μπροστά στο μοναδικό αυτό και εκπληκτικό γεγονός, το οποίο ανέτρεψε στην κυριολεξία όλα τα δεδομένα και όλες τις σταθερές τής ιστορικής πραγματικότητας!  
Τι σημαίνει όμως πανηγύρι και διατράνωση τής χαράς; Μήπως βεγγαλικά και βαρελότα και αυτοσχέδιες βόμβες, με τα οποία θρηνούμε κάθε χρόνο ένα σωρό θύματα και τα οποία προκαλούν τελικά την αγανάκτηση; Μήπως ακόμα σημαίνει, ξενύχτι και τραγούδια στη διαπασών και επιστροφή στο σπίτι ανατείλαντος του ηλίου, με ολοήμερο ύπνο όλη την Κυριακή του Πάσχα;   Μήπως τέλος το πανηγύρι τής Ανάστασης εκφράζεται κυρίως με το ψήσιμο τού οβελία, και των λοιπών εδεσμάτων, με τα οποία θα γεμίσει μέχρις εσχάτης πλήρωσης το στομάχι του ο πιστός, για νά βρει ανακούφιση έπειτα στην κατάποση χωνευτικών ή και μερικές φορές στην καταφυγή στα νοσοκομεία; Ασφαλώς και όχι! Τέτοιες αντιδράσεις για το πανηγύρι τής Ανάστασης πόρρω απέχουν από το κατά Χριστόν εκκλησιαστικό ήθος και το μόνο πού φανερώνουν είναι ότι ο πιστός είναι τελικώς άπιστος και ίσως και άθεος. Πράγματι! Το γεγονός ότι ένα μεγάλο τμήμα τού ορθοδόξου χριστιανικού λαού συμμετέχει στην Ανάσταση με το νά παραμένει μόνο στην τελετή τής δωδεκάτης νυχτερινής, για ν' ακούσει το «Χριστός Ανέστη», αν βέβαια το ακούσει, νά διαδηλώνει την υποτιθέμενη χαρά του με  θορυβώδη βαρελότα και παντιότροπο θόρυβο,  και νά κάνει έπειτα μεταβολή για νά επιπέσει στη μαγειρίτσα και τα λοιπά τού πασχαλινού τραπεζιού, τι άλλο δείχνει παρά την απουσία τού Χριστού και τής δύναμης τής Αναστάσεώς Του από τη ζωή των «Χριστιανών»! Το λέει μάλιστα και ο ψαλμικός στίχος τής αναστάσιμης ώρας: « Αναστήτω ο Θεός και διασκορπισθήτωσαν οι εχθροί Αυτού και φυγέτωσαν από προσώπου Αυτού οι μισούντες Αυτόν!» Και ω, τού θαύματος! Πραγματοποιείται επακριβώς το λεχθέν: Διασκορπίζονται οι εχθροί τού Χριστού (κρατώντας μάλιστα και αναμμένες αναστάσιμες λαμπάδες!) και φεύγουν από μπροστά Του όσοι Τον μισούν! Τέτοια άμεση εκπλήρωση αγιογραφικού λόγου πουθενά αλλού δεν απαντάται. Και δυστυχώς, η τραγική αυτή κατάσταση δεν επισημαίνεται μόνο στις πόλεις. Θα 'λεγε κανείς ότι κυρίως απαντάται στις επαρχίες και τα χωριά. Εκεί κατ εξοχήν βρίσκεται κανείς σε πολεμική ατμόσφαιρα. Εκεί πλήθος «ευγενικών» πιστών ετοιμάζεται νά πανηγυρίσει το Πάσχα με βόμβες και με ρουκέτες. Εκεί ο σκοπός τής Ανάστασης εξαντλείται στο ποίος θα καταφέρει  περισσότερο τον πανικό και την καταστροφή.
Πού είναι εκείνοι άραγε πού ισχυρίζονται ότι η ελληνική ύπαιθρος κρατάει την παράδοση τής ορθοδοξίας; Ποία σχέση μπορεί νά έχει το Πάσχα των Ελλήνων με τα εκφυλιστικά φαινόμενα, πού διαπιστώνουμε κάθε χρόνο τέτοια εποχή; Τι άλλο είναι οι αναφορές περί των ιδανικών συνθηκών εορτασμού τού Πάσχα στην επαρχία -τουλάχιστον σε πολλά μέρη τής επαρχίας - παρά ρομαντικές εκφράσεις εξιδανικευμένης παρελθοντικής εποχής; Δυστυχώς, αγριέψαμε ως άνθρωποι. Και την αγριότητα τής καρδιάς μας την αποκαλύπτουμε ακόμη και στα εκκλησιαστικά γεγονότα. Ακόμη και στις εορτές τής Εκκλησίας μας! Τι σημαίνει λοιπόν πανηγύρι αναστάσιμο και χαρά πασχαλινή; Σημαίνει πώς  γνήσια και αληθινά ο Χριστιανός, έχει επίγνωση τής παρουσίας τού Χριστού στη ζωή του και παράλληλα διαδηλώνει τη χαρά του; Μας το τονίζει σήμερα ο Θωμάς.
Αδελφοί μου!
Ο Θωμάς, σήμερα, κατανοεί το λάθος του, λάθος που εμείς συνεχίζουμε σε κάθε στιγμή της ζωής μας και μόλις ο Κύριος τον βοηθά ομολογεί ακλόνητα: «Εσύ είσαι ο Κύριός μου και ο Θεός μου». Με την ομολογία του αυτή ο Θωμάς δεν ξεπερνά απλά την αδυναμία της δυσπιστίας. Οδηγεί τον εαυτό του, σε μια κίνηση ευγνωμοσύνης και αφοσίωσης μπροστά στο θέαμα των νωπών πληγών που άφησαν τα καρφιά της σταύρωσης. Οδηγεί τον πιστό ση συναίσθηση ότι το σωτήριο πάθος του Χριστού δεν έγινε κάποτε, απλά και αόριστα ή γενικά. Το πάθος του Κυρίου ναι μεν πρόσφερε τη δυνατότητα της σωτηρίας σε όλους τους ανθρώπους δια μέσου των αιώνων, αλλά η αξία του βρίσκεται στο να αντιληφθεί ο καθένας μας ότι ο Ιησούς «έπαθεν υπέρ υμών» (Α' Πέτρ. β' 21).
Αν δεν αποδεχθούμε ο καθένας ξεχωριστά τον Ιησού σαν Σωτήρα τότε, σωτηρία δική μας, δεν μπορεί να υπάρξει. Είναι για τούτο που σήμερα ο Θωμάς, πέρα από τη δυσπιστία του, μας άφησε και μια μοναδική ομολογία: «ο Κύριός μου και ο Θεός μου». Με την ομολογία του αυτή δεν αποκήρυσσε απλά το λάθος του, αλλά αποκάλυπτε το ουσιαστικό περιεχόμενο της πίστης γύρω από το πρόσωπο του Ιησού. Δεν είπε «Εσύ είσαι ο Κύριος και Θεός μας», αλλά «εσύ είσαι ο Κύριός μου και ο Θεός μου». Εσύ είσαι αυτός που έπαθε και Αναστήθηκε για μένα. Άρα είναι σωτήρας δικός μου!
Είναι στ' αλήθεια εποικοδομητικό να φέρνουμε στη σκέψη μας την απιστία του Θωμά για να μπορούμε σε ανάλογες στιγμές να ξεπερνούμε την άρνηση. Αλάθητος είναι μόνο ο Θεός. Άρα αν κάποτε μέσα μας διακρίνουμε το σαράκι της απιστίας ας μην απογοητευτούμε. Ας φέρουμε στη σκέψη το Θωμά που δεν επέμεινε στην άρνηση. Ας υπακούσουμε στη σημερινή προτροπή του Κυρίου που μακαρίζει τις γενιές που θα πιστέψουν σ' Αυτόν χωρίς να χρειάζεται να δουν και τότε η δυσπιστία θα σβήσει και της Ανάστασης το φως θα φωτίσει τις ψυχές μας. Τότε θα νικήσουμε τους όποιους φόβους μπροστά στο φάσμα του θανάτου που πλανάται καθημερινά μπροστά μας. Τότε θα ανθίσει η ελπίδα και θα ωριμάσει ο καρπός της πίστης για ένα καινούριο κόσμο και μια ατέλειωτη ζωή κοντά στο Θεό.
Σε εποχές δύσκολες, όπως η δική μας, χρειάζεται πρώτα απ' όλα να συνειδητοποιήσουμε ότι υπάρχει ο κίνδυνος της δυσπιστίας αλλά και η ελπίδα της πρόληψης μιας ενδεχόμενης τραγωδίας τόσο σε ατομικό όσο και σε επίπεδο κοινωνικό. Σε εποχές που η αμφισβήτηση μεγαλώνει και η νεώτερη γενιά επαναστατεί με φανερά τα σημάδια της αγωνίας στα πρόσωπά τους, διερωτηθήκαμε γιατί υπάρχει το φαινόμενο αυτό; Διερωτηθήκαμε γιατί τα ιδανικά της πίστης και της Πατρίδας έχουν εξασθενήσει; Διερωτηθήκαμε γιατί έχει χαθεί ο πόθος της αρετής και το στοιχείο του σεβασμού στη νεώτερη γενιά; Πριν τους καταλογίσουμε ευθύνες ας στραφούμε με ειλικρίνεια στον εαυτό μας. Τότε ακριβώς θα διαπιστώσουμε τη δική μας ευθύνη. Γιατί την ώρα που χρειαζόταν η δική μας πίστη εμείς σπείραμε την αμφιβολία. Την ώρα που έπρεπε να δείξουμε αρετή και τόλμη προβάλαμε δειλία. Την ώρα που έπρεπε στην πράξη να δείξουμε σεβασμό είτε σε μεγαλύτερους είτε σε μικρότερους εμείς κυνικά τους εμπνεύσαμε την περιφρόνηση. Γιατί τώρα χύνουμε κροκοδείλια δάκρυα;
Αδελφοί μου, ας συντάξουμε τις δυνάμεις μας. Ας ξεκαθαρίσουμε με σαφήνεια τις αρχές και τα ιδανικά μας. Ας οριστικοποιήσουμε το περιεχόμενο της πίστης μας. Όσο κτυπά η αμφιβολία και οι πόρτες ανοιγοκλείνουν χωρίς αντίσταση, τότε θα πλανάται παντού ο φόβος του θανάτου. Η ανάσταση χρειάζεται ξεκάθαρη και προ παντός θερμή πίστη. Μια πίστη που θα συνδέει τον καθένα με τον προσωπικό Κύριο και Θεό του, όπως έγινε σήμερα και με το Θωμά. Μέσα από την προσωπική αυτή σύνδεση θα ανακαλύψει ότι ο Ιησούς είναι «η ανάστασις και η ζωή».



Τρίτη 31 Μαρτίου 2026

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΒΑΊΩΝ

 

O nikitis tou 8anatou

Ο ΝΙΚΗΤΗΣ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ  [Κυριακή των Βαΐων (Ἰω. 12, 1-18)]

1. Ἡ χαρά ὅλων νικᾶ κάθε θάνατο

Μέ τήν εὐλογία καί τήν δύναμη τοῦ Θεοῦ ἤρθαμε ὅλοι σήμερα στήν ἁγία Ἐκκλησία νά τιμήσουμε καί νά δοξάσουμε τόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό. Καί νά τόν παρακαλέσουμε, ὅλοι μαζί, γιά τή σωτηρία μας καί ὁ καθένας χωριστά γιά τά προσωπικά του αἰτήματα. Καί εἴθε νά δεχθεῖ τήν προσευχή μας καί νά μᾶς εἰσακούσει σέ ὅ,τι ποθοῦμε καί σέ ὅ,τι τοῦ ζητᾶμε, κατά τήν ἁγία αὐτή ἡμέρα. Καί ὅλες τίς ἡμέρες τῆς ζωῆς μας νά μᾶς εἰσακούει, ὁ εὔσπλαγχνος καί φιλάνθρωπος Κύριος μας Ἰησοῦς Χριστός. Γιά τόν ὁποῖο ἕνα τροπάριο τῆς σημερινῆς ἑορτῆς λέγει:

«Ἡ πάντων χαρά, Χριστός ἡ ἀλήθεια, τό φῶς, ἡ ζωή, τοῦ κόσμου ἡ ἀνάστασις».

Ὁ Χριστός εἶναι «ἡ πάντων χαρά, ἡ ἀλήθεια, τό φῶς, ἡ ζωή, ἡ ἀνάσταση τοῦ κόσμου». Καί ἦλθε στόν κόσμο ἐπίτηδες γιά νά μᾶς δείξει, τί θέλει νά κάνει γιά μᾶς καί ποῦ θέλει νά μᾶς ἀνυψώσει. Ποῦ θέλει νά μᾶς ὁδηγήσει. Τί θέλει νά μᾶς δώσει. Πόσο μᾶς ἀγαπάει.

Εἶναι δυνατόν νά φανταστεῖ κανείς, ἀγάπη μεγαλύτερη ἀπό τό νά σταυρώνεται κάποιος γι’ αὐτόν; Ὁ μόνος πού σταυρώθηκε γιά μᾶς εἶναι ὁ Κύριος μας Ἰησοῦς Χριστός. Ἦλθε στόν κόσμο γιά νά μᾶς ἐλευθερώσει ἀπό κάθε κακό. Νά μᾶς βοηθήσει νά ἐλευθερωθοῦμε ἀπό κάθε κακό. «Γέγονε», λέει τό ἴδιο τροπάριο «τύπος ἀναστάσεως, πᾶσι παρέχων θείαν ἄφεσιν».

Αὐτό σημαίνει, ὅτι ὑπάρχει δύο εἰδῶν «θάνατος». Ὁ ἕνας εἶναι ὁ θάνατος τοῦ σώματος. Μισητό πράγμα. Κανένας δέν τόν θέλει. Τό πιό λυπηρό πράγμα· ὅταν χάνουμε ὁποιονδήποτε δικό μας ἄνθρωπο. Στενοχωρούμεθα περισσότερο ἀπό τό ὅτι νἄχε καταστραφεῖ τό σπίτι μας, ἡ περιουσία μας ὁλόκληρη. Πολύ περισσότερο, δέν ἔχει πιά ἀξία τίποτε ἀπό τά δικά μας, ὅταν πεθαίνουμε ἐμεῖς οἱ ἴδιοι. «Ἐπελθών ὁ θάνατος», λέει ἕνα τροπάριο τῆς κηδείας, «ταῦτα πάντα ἐξηφάνισται». Ὅταν ἔλθη ὁ θάνατος εἶχες, δέν εἶχες, ὑπάρχουν δέν ὑπάρχουν στόν κόσμο, πάψανε νά ἔχουν πιά καμία ἀξία. Μηδέν γίνανε.

Ὑπάρχει ὅμως καί ἕνας ἄλλος θάνατος. Πού εἶναι ὁ θάνατος τῆς ψυχῆς. Καί αὐτός εἶναι χειρότερος ἀπό τόν θάνατο τοῦ σώματος. Γιατί ὁ θάνατος τοῦ σώματος σημαίνει: τελείωσε τό σῶμα, ἀλλά ζεῖ ἡ ψυχή κοντά στό Θεό. Καί ζεῖ, τή ζωή τήν αἰώνια. Καί στήν αἰώνια Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Πού εἶναι χιλιάδες φορές καλύτερη ἀπό τή ζωή αὐτή.

Γιά φαντασθεῖτε ὅμως ἀδελφοί, ὅταν πεθάνει ἡ ψυχή, καί πεθάνει τόν αἰώνιο θάνατο, δηλαδή καταδικαστεῖ στήν αἰώνια κόλαση, νά βασανίζεται αἰώνια, κατάσταση ἀπό θάνατο χειρότερη, γιά φανταστεῖτε πόσο μεγάλο εἶναι τό κακό. Καί ὁ Χριστός ἦλθε στόν κόσμο γιά νά μᾶς ἐλευθερώσει ἀπό τόν θάνατο καί τοῦ σώματος καί τῆς ἁμαρτίας. Καί τόν θάνατο τῆς ψυχῆς.

2. Τό πιστοποιητικό τῆς ἀνάστασης

Κάποια ἡμέρα, λέει τό Εὐαγγέλιο, ἐνῶ καθόταν ὁ Χριστός μαζί μέ τούς μαθητές του, εἶπε ὁ ἴδιος:

—Πᾶμε τώρα νά ἰδοῦμε τόν Λάζαρο. Ὁ Λάζαρος ὁ φίλος μας εἶναι ἄρρωστος.

—Ἔ, καί ἄν εἶναι ἄρρωστος, θά γίνει καλά», τοῦ εἶπαν.

—Ὁ Λάζαρος ὁ φίλος μας» λέει «κεκοίμηται», κοιμήθηκε.

—Χριστέ μου, τοῦ λένε οἱ μαθητές, ἅμα κοιμήθηκε θά σηκωθεῖ ὅπως σηκώνονται οἱ ἄνθρωποι. Κοιμοῦνται καί σηκώνονται».

—Δέν καταλάβατε τί σᾶς λέω. Κοιμήθηκε σημαίνει πέθανε. Τόν χάσαμε τόν Λάζαρο. Ἀλλά πᾶμε νά τόν ξυπνήσομε. Πᾶμε.

Σηκώθηκαν λοιπόν καί φτάσανε στήν Βηθανίαν. Ὁ Λάζαρος εἶχε πεθάνει τέσσερες ἡμέρες. Τόν εἶχαν θάψει καί ἦταν τέσσερες ἡμέρες πεθαμένος.

Συνήθως, τήν πρώτη ἡμέρα, ὁ πεθαμένος κρατάει, δέν κρατάει.

Τήν δεύτερη ἡμέρα δέν κρατάει. Βρωμᾶ.

Τήν τρίτη ἡμέρα, δέν μπορεῖ νά πλησιάσει ἄνθρωπος.

Καί τήν τέταρτη... φεύγετε νά φεύγομε.

Οἱ Ἑβραῖοι, εἶχαν μιά συνήθεια. Ὅταν ἔθαβαν ἄνθρωπο, τήν πρώτη, δεύτερη, τρίτη ἡμέρα, ὅσες ἄντεχαν, ἄνοιγαν τόν τάφο, τόν σκέπαζαν πρόχειρα βέβαια στήν ἀρχή, καί κάθονταν καί τόν μοιρολογοῦσαν μερικές ἡμέρες. Μέχρι πού ἡ βρώμα ἦταν τέτοια πιά, πού δέν ἄντεχαν νά σταθοῦν ἐκεῖ μέ κανένα τρόπο. Τίς πρῶτες ἡμέρες, δεύτερη καί τρίτη ἡμέρα, γιά νά σταθοῦν λίγο γύρω του καί νά μοιρολογήσουν, ἔριχναν ἀρώματα ἐπάνω του. Νά κόβουν τήν βρώμα. Ἀλλά τί νά κάνουν τά ἀρώματα, μπροστά στή βρώμα τοῦ ψοφιμιοῦ; Θά ἔχει τύχει νά ἀκούσετε: «Ψοφίμι, τί φοβερή βρώμα πού βγάζει». Τότε ἔκλειναν τόν τάφο μία γιά πάντα. Καί ἔφευγαν.

Ἔφτασε ὁ Χριστός στή Βηθανία καί τόν ὑποδέχθηκε ἡ ἀδελφή τοῦ Λαζάρου ἡ Μαρία.

—Κύριε, ἄν ἤσουνα ἐδῶ, δέν θά πέθαινε ὁ ἀδελφός μου, τοῦ λέει.

—Μή φοβᾶσαι, ἀπαντᾶ ὁ Χριστός, «ἀναστήσεται ὁ ἀδελφός σου». Θά σηκωθεῖ.

Τοῦ λέει ἡ Μαρία.

—Κύριε, ἐγώ τό πιστεύω ὅτι θά σηκωθοῦμε ὅλοι καί θά ἀναστηθοῦμε ὅλοι, τήν ἡμέρα τοῦ τέλους τοῦ κόσμου. Ὅταν θά τελειώσει ὁ κόσμος αὐτός, θά ἀναστηθοῦμε ὅλοι.

—Ἐγώ εἶμαι ἡ ἀνάσταση καί ἡ ζωή, λέει ὁ Χριστός. Ἀπό μένα ἐξαρτᾶται ἡ ἀνάσταση. Ὅποιος πιστεύει σέ μένα, δέν θά δεῖ θάνατο. Ἀλλά ἐγώ θά τόν ἀναστήσω τήν ἡμέρα ἐκείνη. Ὅποιος πιστεύει σέ μένα, καί ἄν πεθάνει ἀκόμη, ἐγώ θά τοῦ δώσω ζωή.

Πῆγαν στόν τάφο καί λέει ὁ Χριστός:

—Ἀνοῖχτε τόν τάφο. Ἀνοῖχτε τον.

Πέφτουν ἐπάνω του.

—Μή Χριστέ μου, δέν ἀντέχει πιά ἄνθρωπος νά σταθεῖ κοντά του. Τέσσερες ἡμέρες εἶναι πεθαμένος. Μυρίζει, ἔχει βρωμίσει φοβερά βρωμάει.

Ἀλλά ὁ Χριστός ἐπέμεινε:

—Ἀνοῖξτε τόν τάφο.

Καί ἀνοίγοντας τόν τάφο, φώναξε:

—Λάζαρε, δεῦρο ἔξω. Ἔλα ἔξω.

Καί βγῆκε ὁ πεθαμένος. Πῶς βγῆκε;

Ἐμεῖς τούς βάζουμε τούς πεθαμένους στόν τάφο μέ τά ροῦχα τους. Τήν παλαιά ἐποχή οἱ Ἑβραῖοι τούς φάσκιωναν, ὅπως φασκιώναν τήν παλαιά ἐποχή τά μωρά παιδάκια. Χέρια καί πόδια. Γιά φανταστεῖτε... Χέρια καί πόδια φασκιωμένα, καί ὅταν διάταξε ὁ Χριστός ὁ Λάζαρος βγῆκε ἔξω.

Πῶς περπάτησε; Μέ τί πόδια περπάτησε, πού ἦταν φασκιωμένα;

Ὅταν διατάζει ὁ Χριστός πρέπει ὅλα νά γίνονται. Εἴτε εἶσαι δεμένος, εἴτε εἶσαι λυτός, πρέπει νά ἀνταποκρίνεσαι στήν ἐντολή του. Ὅτι ἐμπόδιο καί ἄν αἰσθάνεσαι, πρέπει νά τό ξεπερνᾶς, γιά νά ἐκτελέσεις τήν ἁγία ἐντολή του. Καί ὁ Λάζαρος, τέσσερες ἡμέρες πεθαμένος, ἄκουσε τήν φωνή τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ποῦ τήν ἄκουσε; Ποιός τήν ἄκουσε;

Τό σῶμα τό πεθαμένο καί τό διαλυμένο, τό βρωμισμένο;

Ἡ ψυχή του τήν ἄκουσε, πού ἦταν στόν Ἅδη.

Καί ξαναγύρισε καί μπῆκε μέσα στό σῶμα του καί τό σῶμα ἀπό ὑπακοή στό λόγο τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, πῆρε δύναμη καί δεμένο, περπάτησε καί βγῆκε ἔξω.

Καί ὅταν βγῆκε ἔξω καί πῆγε κοντά στόν Χριστό, τότε διάταξε ὁ Χριστός καί εἶπε: «Λύσατε αὐτόν. Τώρα λύστε τον, καί ἀφεῖστε τον νά περπατάει φυσιολογικά. Λύσατε αὐτόν καί ἄφετε αὐτόν ὑπάγειν». Περπάτησε, μέ τήν δύναμη τῆς ὑπακοῆς στόν ἅγιο λόγο τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Ἐκεῖνος ἦταν πεθαμένος σωματικά καί ἀναστήθηκε. Γιατί ἀναστήθηκε;

Λέει τό τροπάριο: «Τήν κοινήν ἀνάστασιν, πρό τοῦ σοῦ πάθους πιστούμενος, ἐκ νεκρῶν ἤγειρας τόν Λάζαρον». Γιά νά δώσεις πιστοποιητικό, Χριστέ μου, ὅτι κάποια ἡμέρα θά ἀναστηθοῦν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, ὅσο καί ἄν ἔχουν βρωμίσει, ὅσο καί ἄν ἔχουν διαλυθεῖ, ὅσο καί ἄν ἔχουν σαπίσει, ὅσο καί ἄν ἔχουν σβύσει καί δέν ὑπάρχει πιά οὔτε κοκκαλάκι τους. Ὅταν θά δώσεις ἐντολή, θά γυρίσουν πάλι στή ζωή. Καί θά ἀναστηθοῦνε μέ τά σώματά τους καί θά κληρονομήσουν τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ καί μέ τά σώματά τους. Γιατί καί τό σῶμα ἐκοπίασε.

Ποῦ κοπίασε; Νά ποῦμε ἕνα ἁπλό παράδειγμα.

Στήν ὀρθοστασία μέσα στήν Ἐκκλησία.

Στίς γονυκλισίες, γιά τήν προσευχή τοῦ Χριστοῦ μας.

Στήν νηστεία γιά τήν ὑπακοή στό θέλημα τοῦ Χριστοῦ.

Στά καλά ἔργα μέ τά χέρια.

Στά καλά λόγια μέ τό στόμα, γιά τήν δοξολογία τοῦ Χριστοῦ. Γιά τόν ἔπαινο καί γιά τήν παρηγορία τῶν ἀνθρώπων καί γιά ὁποιοδήποτε ἄλλο καλό.

Τά πόδια κοπίασαν γιά νά τρέχουν πάντα στό καλό καί ὅλο τό σῶμα γιά νά κάνει τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Αὐτό τό σῶμα θά δοξασθεῖ καί θά ἀπολαύσει ἑκατονταπλάσια καί χιλιαπλάσια ἀπό αὐτά πού ἄφησε καί στερήθηκε γιά τήν δόξα τοῦ Χριστοῦ καί γιά τήν ὑπακοή εἰς τό ἅγιο θέλημα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Πιστοποιητικό ἦταν ἡ ἀνάσταση τοῦ Λαζάρου, πού βρώμαγε καί ἦταν σάπιος, ὅτι θά ὑπάρξει καί θά γίνει ἡ ἀνάσταση τῶν νεκρῶν τήν ἡμέρα τῆς δευτέρας Παρουσίας τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ.

3. Τύπος τῆς πνευματικῆς ἀνάστασης

Ἀλλά ἡ ἀνάσταση τοῦ Λαζάρου ἦταν καί τύπος τῆς ἀνάστασης ἀπό τόν θάνατο τῆς ψυχῆς. Ἕνας βρωμισμένος ἄνθρωπος, σηκώνεται καί βγαίνει ἔξω. Ἕνας δεμένος ἄνθρωπος σηκώνεται καί βγαίνει ἀπό τόν τάφο. Ἔτσι εἶναι ὁ θάνατος τῆς ἁμαρτίας. Βρώμικη ψυχή. Καί δεμένη ψυχή. Ἀπό τί δεμένη; Ἀπό τά πάθη. Χειρότερα δεσμά καί χειρότερη δουλεία ἀπό τά πάθη δέν ὑπάρχει.

Νά πάρουμε τό σύγχρονο πάθος, τῶν ναρκωτικῶν. Τό ξέρει ὁ ἄνθρωπος ὅτι θά διαλυθεῖ καί θά πεθάνει. Τό ξέρει ὅτι ἔχει μπεῖ στό χαμό καί στόν ὄλεθρο. Καί πίσω δέν κάνει. Γιατί; Γιατί τόν ἔχει δέσει τό πάθος του. Χειροπόδαρα. Δεμένος. Δοῦλος. Καί πεθαμένος.

Τί βγάζει ἡ ψυχή του; Βρώμα βγάζει. Δυσωδία βγάζει. Γιατί ἀδελφοί μου; Ὅλα του τά ἔργα, ὅλες του οἱ κινήσεις, ὅλη του ἡ συμπεριφορά πρός τούς δικούς του, πρός τούς ἄλλους ἀνθρώπους, εἶναι βρώμα. Νά βρεῖ, νά πάρει, νά ἀποκτήσει, γιά νά πάρει μία πρέζα πού τόν ὁδηγεῖ στό θάνατο. Κλέβει τόν πατέρα του, κλέβει τήν μάνα του, κλέβει τήν ἀδελφή του κτλ.

Ἀνάλογα πράγματα εἶναι ἡ πορνεία καί ἡ μοιχεία.

Ἀνάλογα πράγματα εἶναι καί οἱ ἄλλες ἁμαρτίες πού δέν φαίνεται μέν ἡ βρώμα, τί βρώμα προκαλοῦν στήν ψυχή, ἀλλά τήν αἰσθάνονται, οἱ ἅγιοι καί οἱ ἄγγελοι καί προπαντός τήν αἰσθάνεται Ἐκεῖνος πού ἦλθε γιά νά σκορπίσει τήν εὐωδία του στόν κόσμο, καθαρίζοντάς μας ἀπό τήν βρώμα τῆς ἁμαρτίας. Καί μᾶς λέει: «ἔτσι καί ἄν εἴσαστε», αὐτή εἶναι ἡ φιλανθρωπία τοῦ Χριστοῦ, «ἔτσι καί ἄν εἴσαστε, βρώμικοι ἄνθρωποι, μέ βρωμισμένη ψυχή καί δεμένοι μέ τά πάθη χειροπόδαρα, ἀκοῦστε τόν λόγο τοῦ Χριστοῦ πού λέει: «Λάζαρε, δεῦρο ἔξω». Καί βάλτε δύναμη, πᾶρτε ἀπόφαση καί περπατᾶτε μέ τήν δύναμη τοῦ Χριστοῦ. Μέ τήν δύναμη τοῦ Χριστοῦ νά περπατήσετε. Ὄχι μέ τήν δική σας. Ἡ δύναμη τοῦ Χριστοῦ θά σᾶς ἐλευθερώσει ἀπό τό κακό, ἀπό τήν ἁμαρτία καί ἀπό τόν θάνατο».

Γι' αὐτό, ὅταν πηγαίνει ἕνας ἄνθρωπος νά ἐξομολογηθεῖ, ὅταν ἀρχίζει νά μετανιώνει, νά διορθώνεται, νά ἐγκαταλείπει τό κακό, τί λέμε;

«Τόν ἔλυσε, τόν ἔλυσε. Πῆγε στόν παπά καί τόν ἔλυσε». Τοῦ ἔλυσε τά χέρια καί τά πόδια. Τοῦ ἔδωκε τήν εἰρήνη καί τήν γαλήνη τῆς ψυχῆς. Τόν ἐκαθάρισε καί τόν ἔκανε πάλι ὑγιή ἄνθρωπο.

4. Ἡ ὁδός τοῦ Θεοῦ δέν εἶναι «καμάρι»

Μετά ἀπό αὐτό τό μεγάλο θαῦμα τῆς ἀναστάσεως τοῦ Λαζάρου μέ τό διπλό μήνυμα, γιά τό σῶμα καί γιά τήν ψυχή, πῆγε ὁ Χριστός στήν Ἱερουσαλήμ. Καί μπῆκε στήν Ἱερουσαλήμ καβάλα σέ ἕνα γαϊδουράκι. Μαζεύτηκε ὁ κόσμος πού εἶχε μάθει ὅτι ἀνάστησε τόν Λάζαρο καί χειροκροτοῦσε, κρατοῦσαν βάγια στά χέρια τους, σύμβολα τῆς νίκης ἐναντίον τοῦ θανάτου, ἔστρωναν τά ροῦχα τους κάτω, γιά νά πατήσει τό γαϊδούρι πού βάσταζε ἐπάνω τόν Χριστό καί τόν χειροκροτοῦσαν καί ἐφώναζαν: «Ὡσανά, Υἱέ Δαυΐδ. Εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου». Τό «Ὡσανά», σημαίνει «Σῶσε μας Χριστέ μου. Σῶσε μας Υἱέ τοῦ Δαυΐδ. Ἐσύ εἶσαι πού νικᾶς τόν θάνατο. Ὁ θάνατος εἶναι ὁ χειρότερος ἐχθρός μας. Ὁ θάνατος τῆς ψυχῆς εἶναι ἀκόμη χειρότερος. Ἐλευθέρωσέ μας, ἀπό τά κακά πού μᾶς βασανίζουν. Δῶσε εἰρήνη καί γαλήνη στή ζωή μας. Ἀξίωσέ μας τῆς Βασιλείας σου».

Αὐτά φώναζαν οἱ ἄνθρωποι. Καί τόν δοξολογοῦσαν σάν Βασιλέα τοῦ κόσμου.

Καί ὁ Βασιλιάς τοῦ κόσμου καθόταν σέ ἕνα γαϊδουράκι, γιατί ἤθελε νά μᾶς πεῖ: «Ἡ ὁδός τοῦ Θεοῦ δέν εἶναι τό καμάρι. Δέν εἶναι ἡ φιλοδοξία. Δέν εἶναι ὁ ἐγωισμός. Ἀλλά εἶναι ἡ ταπείνωση, ἡ καλωσύνη, ἡ ἀγάπη, ἡ συμπόνια». Ὅπως Ἐκεῖνος μᾶς συμπόνεσε καί ἔδειξε στόν κόσμο ὅλο τήν συμπόνια καί τήν καλωσύνη του, ἔτσι καί ἐμεῖς ἔχουμε ὑποχρέωση νά ξεχνᾶμε τόν ἑαυτό μας. Νά παραμερίζουμε τόν κακό ἑαυτό μας, τίς κακές μας ἐπιθυμίες καί διαθέσεις καί νά γεμίζουμε τήν καρδιά μας μέ τήν εὐωδία τοῦ Χριστοῦ, πού εἶναι ἡ ταπείνωση, ἡ ἀγάπη, ἡ καλωσύνη του, ἡ συγχώρησή του γιά ὅλους τούς ἐχθρούς του καί ὅλες οἱ ἄλλες ἅγιες ἀρετές πού κάνουν τόν ἄνθρωπο ἄγγελο.

5. Τό μύρο τῆς Μαρίας καί τό δικό μας

Ἀφοῦ ἔγινε ἡ εἴσοδος εἰς τήν Ἱερουσαλήμ μᾶς λέγει τό Εὐαγγέλιο, πῆγε ὁ Χριστός σέ κάποιο σπίτι. Ἐκεῖ πῆγε καί τόν βρῆκε ἡ ἀδελφή τοῦ Λαζάρου ἡ Μαρία εἶχε μαζί της ἕνα βαζάκι μέ ἕνα λίτρο μύρο, πολύτιμο ἄρωμα. Καί σήμερα εἶναι πολύ ἀκριβά. Τότε ἦταν πανάκριβα. Γιατί δέν ἦταν τόσο εὔκολο νά τά φτειάξουν, δέν ὑπῆρχαν τέτοια ἐργοστάσια πού ἔχουμε σήμερα. Ὅπως καί τότε καί τά ροῦχα ἦταν πανάκριβα. Θυμοῦνται οἱ μεγελύτεροι, ὅτι πρίν ἀπό τό «σαράντα» εἴμαστε ὅλοι μέ μπαλωμένα ροῦχα καί ξυπόλητοι. Σήμερα δόξᾳ τῷ Θεῷ, ἔχουμε ὅλοι καί ροῦχα καί παπούτσια. Τότε, στήν ἐποχή τοῦ Χριστοῦ, ἦταν ἀκόμη πιό φτωχοί οἱ ἄνθρωποι.

Καί τό λίτρο τοῦ μύρου ἦταν πανάκριβο.

Ἀλλά ἡ Μαρία δέν σκέφτηκε τήν δαπάνη. Γιατί ἤθελε νά πεῖ ἕνα «εὐχαριστῶ» στόν Χριστό πού ἀνέστησε τόν Λάζαρο, τόν ἀδελφό της, ἀπό τόν θάνατο. Τί εἴπαμε στήν ἀρχή; «Θάνατος ἀνθρώπου; Καλύτερα νά εἶχε γκρεμίσει τό σπίτι, καλύτερα νά εἶχαν ψοφήσει τά ζῶα ὅλα, καλύτερα νά εἶχαν καταστραφεῖ τά χωράφια, παρά θάνατος ἀνθρώπου. Καί μάλιστα ἀγαπητοῦ μας καί δικοῦ μας ἀνθρώπου, τοῦ ἀδελφοῦ μας».

Καί ἔτσι λοιπόν γιά νά τόν εὐχαριστήσει ἡ Μαρία τόν Χριστό, ἔχυσε τό μύρο ἐκεῖνο στά πόδια του, καί τοῦ τά ἔπλυνε μέ μύρο, γιά νά τοῦ πεῖ: «εὐχαριστῶ».

Ἐρώτημα τώρα. Ἐμεῖς τί κάνουμε γιά νά ποῦμε «εὐχαριστῶ» στόν Χριστό; Τί κάνουμε γιά νά λέμε «εὐχαριστῶ» στόν Χριστό γιά κεῖνα πού ἔκανε γιά μᾶς;

Ἔγιναν βέβαια λίγο παλαιά. Περίπου δυό χιλιάδες χρόνια πᾶνε, ἀλλά καί γιά μᾶς τά ἔκανε· τό ξέρουμε καί τό πιστεύομε. Καί πρέπει νά ἀγωνιζόμαστε νά μαθαίνουμε ὅσα ἔκανε ὁ Χριστός γιά μᾶς. Καί νά τά πιστεύουμε βαθειά. Γιατί αὐτά εἶναι ἡ ζωή. Ἡ ζωή εἶναι κοντά στόν Χριστό. Μακρυά ἀπό τόν Χριστό εἶναι μόνο θάνατος, δυσωδία, διάλυση.

Ἀπό ποῦ νά ἀρχίσομε, ποῦ νά τελειώσομε; Νά ποῦμε μόνο ἕνα πράγμα. Ποῦ καταντάει ὁ ἄνθρωπος ὅταν σκεφθεῖ περισσότερο τόν ἑαυτό του καί δέν ὑπολογίσει γυναίκα καί παιδιά. Ἤ ἡ γυναίκα δέν ὑπολογίζει ἄνδρα καί παιδιά. Καί διαλυθεῖ τό σπίτι. Τί θλίψη, τί κατάντια, τί κακό γίνεται ἄν δέν σταθεῖ ὁ ἄλλος «βράχος». Καί τί λένε ὅλοι οἱ κοινωνιολόγοι;

«Τά παιδιά τῶν διεζευγμένων ἀνθρώπων κινδυνεύουν νά γίνουν ἀντικοινωνικοί τύποι καί οἱ περισσότεροι ἐγκληματίες προέρχονται ἀπό οἰκογένεις πού διαλύθησαν καί ἄφησαν τά παιδιά χωρίς τήν στοργή. Χωρίς νά καταλάβουν τί σημαίνει ἀγάπη. Καί ἔτσι γέμισαν οἱ καρδιές τους πόνο. Καί ὁ πόνος τους βγῆκε καί ἔγινε κακία, ἐκδικητικότητα καί δέν ξέρει ποῦ ξεσπάει».

Λέμε «ἐξ ὄνυχος τόν λέοντα». Τό ἀναφέρουμε γιά παράδειγμα. Κάθε ἀπομάκρυνση ἀπό τό θέλημα τοῦ Θεοῦ εἶναι θάνατος. Καί διάλυση. Καί καταστροφή. Πόσα «εὐχαριστῶ» πρέπει νά τοῦ λέμε τοῦ Χριστοῦ; Ἡμέρα καί νύχτα ἔπρεπε νά τόν δοξάζομε. Ἐρχόμαστε στήν Ἐκκλησία γιά νά τοῦ ποῦμε «εὐχαριστῶ». Καί τά πολυτιμότερα μύρα πού μποροῦμε νά τοῦ προσφέρομε, πολυτιμότερα ἀπό τά μύρα ἐκεῖνα πού ἔχυσε ἡ Μαρία, εἶναι νά χύνουμε στά πόδια του τά δάκρυά μας. Ὅταν προσευχόμαστε καί τόν παρακαλοῦμε νά συγχωρεῖ τίς ἁμαρτίες μας, νά μᾶς δίνει ζωή, νά μᾶς μᾶς δίνει χαρά καί εἰρήνη, νά στερεώνει τόν κόσμο του, νά γεμίζει τίς ψυχές ὅλου τοῦ κόσμου μέ τό καλό... Τό ἐπαναλαμβάνομε: τό πολυτιμότερο μύρο εἶναι τά δάκρυα πού χύνουμε ὅταν προσευχόμαστε. Μακάριος ὁ ἄνθρωπος πού προσευχόμενος τρέχουν τά μάτια του τά δάκρυα τῆς ἀγάπης πρός τόν Χριστό.

Πολυτιμότερο πράγμα λένε οἱ Πατέρες ἀπό τά δάκρυα τῆς μετανοίας καί τῆς ἀγάπης στόν Χριστό δέν ὑπάρχουν στόν κόσμο.

6. Τά δάκρυα τοῦ ληστῆ

Ἦταν παλιά ἕνας μεγάλος ληστής. Ληστής τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, σημαίνει ἄνθρωπος ἐγκληματικός. Ἔκλεβε γιά νά ἔχει ἐκεῖνος, διασκέδαζε, καί ἀφοῦ ἔφτανε μέχρι πού νά σκοτώνει ἀνθρώπους γιά νά πάρει χρήματα, φυσικό εἶναι ὅτι ἔκανε καί ὁποιαδήποτε ἄλλη ἁμαρτία πέρναγε ἀπό τό χέρι του. Καί ἀφοῦ ἔκανε πολλές ἁμαρτίες, κάποια στιγμή μετενόησε. Καί ἄρχισε νά κλαίει. Συναισθάνθηκε τίς ἁμαρτίες καί ἄρχισε νά κλαίει. Ἔκλαιγε, ἔκλαιγε, ἔκλαιγε, παρακαλώντας τόν Θεό καί ἔλεγε: «Λυπήσου με Χριστέ μου, λυπήσου με γιά τίς ἁμαρτίες μου. Δῶσ’ μου συγχώρηση σάν τόν ληστή. Σάν τόν τελώνη. Σάν τήν πόρνη. Καί σάν ὁποιοδήποτε ἄλλο χειρότερο ἁμαρτωλό, λυπήσου με».

Εἶχε ἕνα μαντήλι καί σκούπιζε τά δάκρυά του. Καί πέθανε ἀπό τά κλάματα.

Καί τότε, εἶδε ἕνας μεγάλος ἅγιος ἕνα ὅραμα. Εἶδε τήν ψυχή αὐτοῦ τοῦ ληστοῦ νά κρίνεται. Καί εἶδε τά δαιμόνια νά φέρνουν καί νά παρουσιάζουν τίς ἁμαρτίες του, τίς πολλές καί χαλεπές, καί ἀπάνθρωπες. Τίς ἔβαζαν ἐπάνω στή ζυγαριά. Ποῦ νά τίς βαστήξει.

Οἱ ἄγγελοι κοίταζαν, μετροῦσαν τίς ἁμαρτίες καί τά εἶχαν χαμένα.

Ἔψαξαν γιά καλά ἔργα καί δέν βρῆκαν τίποτε ἀπολύτως, ἐκτός ἀπό τό μαντήλι πού σκούπιζε τά δάκρυα του. Ἦταν τό μόνο τό ὁποῖο εἶχε νά παρουσιάσει ὁ ληστής. Ὅτι ἔκλαψε γιά τίς ἁμαρτίες του καί ὅτι βγῆκαν μερικά δάκρυα ἀπό τά μάτια του, τά ὁποῖα εἶχε μαζέψει στό μαντήλι.

Πῆραν οἱ ἄγγελοι τό μαντήλι, τό ἔβαλαν πάνω στή ζυγαριά, στόν ἄλλο δίσκο καί βάρυνε τόσο πού πετάχτηκαν καί ἐξαφανίστηκαν ὅλες οἱ ἁμαρτίες του. Καί χάρηκαν οἱ ἄγγελοι καί ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός πού εἶπε στόν πρῶτο ληστή ἐπάνω στό Σταυρό: «Ἀμήν λέγω σοι, σήμερον μετ’ ἐμοῦ ἔσῃ ἐν τῷ Παραδείσῳ», σέ παίρνω ἀπό σήμερα στόν Παράδεισο..., ὅταν ἐκεῖνος τοῦ εἶπε «Μνήσθητί μου Κύριε, ἐν τῇ Βασιλείᾳ σου», κατέβηκε ἀγκάλιασε τόν ληστή καί τόν ἐπῆρε εἰς τήν Βασιλεία του μέ δόξα καί χαρά. Γιατί ἐπόνεσε γιά τίς ἁμαρτίες του καί παρακάλεσε μέ δάκρυα τόν σωτήρα μας Ἰησοῦ Χριστό νά τόν συγχωρήσει.

Ἀγαπητοί μου ἀδελφοί,

Μακάριος ὁ ἄνθρωπος πού θυμᾶται τόν θάνατο ἀπό τόν ὁποῖο μᾶς ἀνάστησε ὁ Χριστός. Τόν θάνατο τῆς ψυχῆς.

Μακάριος ὁ ἄνθρωπος πού θυμᾶται ὅτι ὁ Χριστός ἀνάστησε τόν Λάζαρο καί σωματικά καί ψυχικά.

Μακάριος ὁ ἄνθρωπος πού περιμένει τήν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν.

Μακάριος ὁ ἄνθρωπος πού καταφεύγει συνεχῶς στόν Χριστό, γιά νά πάρει τήν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν του καί νά ἀναστηθεῖ ἀπό τόν θάνατο τῆς ἁμαρτίας.

Μακάριος ὁ ἄνθρωπος πού ψάχνει νά βρεῖ ἀφορμή καί εὐκαιρία νά βρίσκεται κοντά στόν Χριστό. Εἴτε διαβάζοντας τόν λόγο του, σπουδαῖο πράγμα, ποτέ δέν πρέπει νά τό παραλείπομε. Εἴτε προσευχόμενος, εἴτε νηστεύοντας, εἴτε κάνοντας καλά ἔργα, εἴτε καί προπαντός τό κύριο καί βασικό, πού δείχνει τόν φωτισμό τόν μεγάλο καί τήν δύναμη τῆς ψυχῆς, στρέφοντας τόν ἑαυτό του τήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, πού εἶναι ὁ τόπος πού τόν λατρεύομε, τόν δοξάζομε, τόν ἐπικαλούμεθα. Καί μᾶς εἰσακούει καί μᾶς δίδει διά τῶν ἱερέων του τίς εὐλογίες του καί τήν χάρη του καί τή ζωή του.

Εἴθε ἡ χάρη τοῦ Χριστοῦ νά ἐνσκηνώνει στίς ψυχές μας.

Νά μᾶς εὐλογεῖ, νά μᾶς δυναμώνει στόν κόπο τῆς ζωῆς καί στόν ἀγώνα γιά τήν εὐαρέστησή του.

Νά γεμίσει τή ζωή μας μέ χαρά καί μέ εἰρήνη.

Νά μᾶς ἀξιώσει νά περάσουμε καί τήν ἁγία Μεγάλη Ἑβδομάδα γεμάτοι ἀνάταση ψυχική, γεμάτοι ἀπό τήν εὐλογία του.

Καί νά φθάσουμε ὅλοι στήν ἁγία του ἀνάσταση, ἀρχή τῆς ἀναστάσεως τοῦ κόσμου -γιατί εἶναι ὁ πρωτότοκος ἐκ τῶν νεκρῶν- γεμάτοι μέ χαρά καί μέ εἰρήνη. Καί νά τόν εὐλογοῦμε καί νά τόν δοξάζουμε γιά πάντοτε.

Καί νά εἶναι γεμάτη ἡ ζωή μας, ὅλη ἡ ζωή μας ἀπό τήν χάρη του καί τήν εὐλογία του. Ἀμήν.-

 

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ ΜΕΛΕΤΙΟΥ (†)

ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία του στην Ἄνω Σκαφιδωτή, στίς 20/4/1997