Τρίτη 31 Μαρτίου 2026

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΒΑΊΩΝ

 

O nikitis tou 8anatou

Ο ΝΙΚΗΤΗΣ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ  [Κυριακή των Βαΐων (Ἰω. 12, 1-18)]

1. Ἡ χαρά ὅλων νικᾶ κάθε θάνατο

Μέ τήν εὐλογία καί τήν δύναμη τοῦ Θεοῦ ἤρθαμε ὅλοι σήμερα στήν ἁγία Ἐκκλησία νά τιμήσουμε καί νά δοξάσουμε τόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό. Καί νά τόν παρακαλέσουμε, ὅλοι μαζί, γιά τή σωτηρία μας καί ὁ καθένας χωριστά γιά τά προσωπικά του αἰτήματα. Καί εἴθε νά δεχθεῖ τήν προσευχή μας καί νά μᾶς εἰσακούσει σέ ὅ,τι ποθοῦμε καί σέ ὅ,τι τοῦ ζητᾶμε, κατά τήν ἁγία αὐτή ἡμέρα. Καί ὅλες τίς ἡμέρες τῆς ζωῆς μας νά μᾶς εἰσακούει, ὁ εὔσπλαγχνος καί φιλάνθρωπος Κύριος μας Ἰησοῦς Χριστός. Γιά τόν ὁποῖο ἕνα τροπάριο τῆς σημερινῆς ἑορτῆς λέγει:

«Ἡ πάντων χαρά, Χριστός ἡ ἀλήθεια, τό φῶς, ἡ ζωή, τοῦ κόσμου ἡ ἀνάστασις».

Ὁ Χριστός εἶναι «ἡ πάντων χαρά, ἡ ἀλήθεια, τό φῶς, ἡ ζωή, ἡ ἀνάσταση τοῦ κόσμου». Καί ἦλθε στόν κόσμο ἐπίτηδες γιά νά μᾶς δείξει, τί θέλει νά κάνει γιά μᾶς καί ποῦ θέλει νά μᾶς ἀνυψώσει. Ποῦ θέλει νά μᾶς ὁδηγήσει. Τί θέλει νά μᾶς δώσει. Πόσο μᾶς ἀγαπάει.

Εἶναι δυνατόν νά φανταστεῖ κανείς, ἀγάπη μεγαλύτερη ἀπό τό νά σταυρώνεται κάποιος γι’ αὐτόν; Ὁ μόνος πού σταυρώθηκε γιά μᾶς εἶναι ὁ Κύριος μας Ἰησοῦς Χριστός. Ἦλθε στόν κόσμο γιά νά μᾶς ἐλευθερώσει ἀπό κάθε κακό. Νά μᾶς βοηθήσει νά ἐλευθερωθοῦμε ἀπό κάθε κακό. «Γέγονε», λέει τό ἴδιο τροπάριο «τύπος ἀναστάσεως, πᾶσι παρέχων θείαν ἄφεσιν».

Αὐτό σημαίνει, ὅτι ὑπάρχει δύο εἰδῶν «θάνατος». Ὁ ἕνας εἶναι ὁ θάνατος τοῦ σώματος. Μισητό πράγμα. Κανένας δέν τόν θέλει. Τό πιό λυπηρό πράγμα· ὅταν χάνουμε ὁποιονδήποτε δικό μας ἄνθρωπο. Στενοχωρούμεθα περισσότερο ἀπό τό ὅτι νἄχε καταστραφεῖ τό σπίτι μας, ἡ περιουσία μας ὁλόκληρη. Πολύ περισσότερο, δέν ἔχει πιά ἀξία τίποτε ἀπό τά δικά μας, ὅταν πεθαίνουμε ἐμεῖς οἱ ἴδιοι. «Ἐπελθών ὁ θάνατος», λέει ἕνα τροπάριο τῆς κηδείας, «ταῦτα πάντα ἐξηφάνισται». Ὅταν ἔλθη ὁ θάνατος εἶχες, δέν εἶχες, ὑπάρχουν δέν ὑπάρχουν στόν κόσμο, πάψανε νά ἔχουν πιά καμία ἀξία. Μηδέν γίνανε.

Ὑπάρχει ὅμως καί ἕνας ἄλλος θάνατος. Πού εἶναι ὁ θάνατος τῆς ψυχῆς. Καί αὐτός εἶναι χειρότερος ἀπό τόν θάνατο τοῦ σώματος. Γιατί ὁ θάνατος τοῦ σώματος σημαίνει: τελείωσε τό σῶμα, ἀλλά ζεῖ ἡ ψυχή κοντά στό Θεό. Καί ζεῖ, τή ζωή τήν αἰώνια. Καί στήν αἰώνια Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Πού εἶναι χιλιάδες φορές καλύτερη ἀπό τή ζωή αὐτή.

Γιά φαντασθεῖτε ὅμως ἀδελφοί, ὅταν πεθάνει ἡ ψυχή, καί πεθάνει τόν αἰώνιο θάνατο, δηλαδή καταδικαστεῖ στήν αἰώνια κόλαση, νά βασανίζεται αἰώνια, κατάσταση ἀπό θάνατο χειρότερη, γιά φανταστεῖτε πόσο μεγάλο εἶναι τό κακό. Καί ὁ Χριστός ἦλθε στόν κόσμο γιά νά μᾶς ἐλευθερώσει ἀπό τόν θάνατο καί τοῦ σώματος καί τῆς ἁμαρτίας. Καί τόν θάνατο τῆς ψυχῆς.

2. Τό πιστοποιητικό τῆς ἀνάστασης

Κάποια ἡμέρα, λέει τό Εὐαγγέλιο, ἐνῶ καθόταν ὁ Χριστός μαζί μέ τούς μαθητές του, εἶπε ὁ ἴδιος:

—Πᾶμε τώρα νά ἰδοῦμε τόν Λάζαρο. Ὁ Λάζαρος ὁ φίλος μας εἶναι ἄρρωστος.

—Ἔ, καί ἄν εἶναι ἄρρωστος, θά γίνει καλά», τοῦ εἶπαν.

—Ὁ Λάζαρος ὁ φίλος μας» λέει «κεκοίμηται», κοιμήθηκε.

—Χριστέ μου, τοῦ λένε οἱ μαθητές, ἅμα κοιμήθηκε θά σηκωθεῖ ὅπως σηκώνονται οἱ ἄνθρωποι. Κοιμοῦνται καί σηκώνονται».

—Δέν καταλάβατε τί σᾶς λέω. Κοιμήθηκε σημαίνει πέθανε. Τόν χάσαμε τόν Λάζαρο. Ἀλλά πᾶμε νά τόν ξυπνήσομε. Πᾶμε.

Σηκώθηκαν λοιπόν καί φτάσανε στήν Βηθανίαν. Ὁ Λάζαρος εἶχε πεθάνει τέσσερες ἡμέρες. Τόν εἶχαν θάψει καί ἦταν τέσσερες ἡμέρες πεθαμένος.

Συνήθως, τήν πρώτη ἡμέρα, ὁ πεθαμένος κρατάει, δέν κρατάει.

Τήν δεύτερη ἡμέρα δέν κρατάει. Βρωμᾶ.

Τήν τρίτη ἡμέρα, δέν μπορεῖ νά πλησιάσει ἄνθρωπος.

Καί τήν τέταρτη... φεύγετε νά φεύγομε.

Οἱ Ἑβραῖοι, εἶχαν μιά συνήθεια. Ὅταν ἔθαβαν ἄνθρωπο, τήν πρώτη, δεύτερη, τρίτη ἡμέρα, ὅσες ἄντεχαν, ἄνοιγαν τόν τάφο, τόν σκέπαζαν πρόχειρα βέβαια στήν ἀρχή, καί κάθονταν καί τόν μοιρολογοῦσαν μερικές ἡμέρες. Μέχρι πού ἡ βρώμα ἦταν τέτοια πιά, πού δέν ἄντεχαν νά σταθοῦν ἐκεῖ μέ κανένα τρόπο. Τίς πρῶτες ἡμέρες, δεύτερη καί τρίτη ἡμέρα, γιά νά σταθοῦν λίγο γύρω του καί νά μοιρολογήσουν, ἔριχναν ἀρώματα ἐπάνω του. Νά κόβουν τήν βρώμα. Ἀλλά τί νά κάνουν τά ἀρώματα, μπροστά στή βρώμα τοῦ ψοφιμιοῦ; Θά ἔχει τύχει νά ἀκούσετε: «Ψοφίμι, τί φοβερή βρώμα πού βγάζει». Τότε ἔκλειναν τόν τάφο μία γιά πάντα. Καί ἔφευγαν.

Ἔφτασε ὁ Χριστός στή Βηθανία καί τόν ὑποδέχθηκε ἡ ἀδελφή τοῦ Λαζάρου ἡ Μαρία.

—Κύριε, ἄν ἤσουνα ἐδῶ, δέν θά πέθαινε ὁ ἀδελφός μου, τοῦ λέει.

—Μή φοβᾶσαι, ἀπαντᾶ ὁ Χριστός, «ἀναστήσεται ὁ ἀδελφός σου». Θά σηκωθεῖ.

Τοῦ λέει ἡ Μαρία.

—Κύριε, ἐγώ τό πιστεύω ὅτι θά σηκωθοῦμε ὅλοι καί θά ἀναστηθοῦμε ὅλοι, τήν ἡμέρα τοῦ τέλους τοῦ κόσμου. Ὅταν θά τελειώσει ὁ κόσμος αὐτός, θά ἀναστηθοῦμε ὅλοι.

—Ἐγώ εἶμαι ἡ ἀνάσταση καί ἡ ζωή, λέει ὁ Χριστός. Ἀπό μένα ἐξαρτᾶται ἡ ἀνάσταση. Ὅποιος πιστεύει σέ μένα, δέν θά δεῖ θάνατο. Ἀλλά ἐγώ θά τόν ἀναστήσω τήν ἡμέρα ἐκείνη. Ὅποιος πιστεύει σέ μένα, καί ἄν πεθάνει ἀκόμη, ἐγώ θά τοῦ δώσω ζωή.

Πῆγαν στόν τάφο καί λέει ὁ Χριστός:

—Ἀνοῖχτε τόν τάφο. Ἀνοῖχτε τον.

Πέφτουν ἐπάνω του.

—Μή Χριστέ μου, δέν ἀντέχει πιά ἄνθρωπος νά σταθεῖ κοντά του. Τέσσερες ἡμέρες εἶναι πεθαμένος. Μυρίζει, ἔχει βρωμίσει φοβερά βρωμάει.

Ἀλλά ὁ Χριστός ἐπέμεινε:

—Ἀνοῖξτε τόν τάφο.

Καί ἀνοίγοντας τόν τάφο, φώναξε:

—Λάζαρε, δεῦρο ἔξω. Ἔλα ἔξω.

Καί βγῆκε ὁ πεθαμένος. Πῶς βγῆκε;

Ἐμεῖς τούς βάζουμε τούς πεθαμένους στόν τάφο μέ τά ροῦχα τους. Τήν παλαιά ἐποχή οἱ Ἑβραῖοι τούς φάσκιωναν, ὅπως φασκιώναν τήν παλαιά ἐποχή τά μωρά παιδάκια. Χέρια καί πόδια. Γιά φανταστεῖτε... Χέρια καί πόδια φασκιωμένα, καί ὅταν διάταξε ὁ Χριστός ὁ Λάζαρος βγῆκε ἔξω.

Πῶς περπάτησε; Μέ τί πόδια περπάτησε, πού ἦταν φασκιωμένα;

Ὅταν διατάζει ὁ Χριστός πρέπει ὅλα νά γίνονται. Εἴτε εἶσαι δεμένος, εἴτε εἶσαι λυτός, πρέπει νά ἀνταποκρίνεσαι στήν ἐντολή του. Ὅτι ἐμπόδιο καί ἄν αἰσθάνεσαι, πρέπει νά τό ξεπερνᾶς, γιά νά ἐκτελέσεις τήν ἁγία ἐντολή του. Καί ὁ Λάζαρος, τέσσερες ἡμέρες πεθαμένος, ἄκουσε τήν φωνή τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ποῦ τήν ἄκουσε; Ποιός τήν ἄκουσε;

Τό σῶμα τό πεθαμένο καί τό διαλυμένο, τό βρωμισμένο;

Ἡ ψυχή του τήν ἄκουσε, πού ἦταν στόν Ἅδη.

Καί ξαναγύρισε καί μπῆκε μέσα στό σῶμα του καί τό σῶμα ἀπό ὑπακοή στό λόγο τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, πῆρε δύναμη καί δεμένο, περπάτησε καί βγῆκε ἔξω.

Καί ὅταν βγῆκε ἔξω καί πῆγε κοντά στόν Χριστό, τότε διάταξε ὁ Χριστός καί εἶπε: «Λύσατε αὐτόν. Τώρα λύστε τον, καί ἀφεῖστε τον νά περπατάει φυσιολογικά. Λύσατε αὐτόν καί ἄφετε αὐτόν ὑπάγειν». Περπάτησε, μέ τήν δύναμη τῆς ὑπακοῆς στόν ἅγιο λόγο τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Ἐκεῖνος ἦταν πεθαμένος σωματικά καί ἀναστήθηκε. Γιατί ἀναστήθηκε;

Λέει τό τροπάριο: «Τήν κοινήν ἀνάστασιν, πρό τοῦ σοῦ πάθους πιστούμενος, ἐκ νεκρῶν ἤγειρας τόν Λάζαρον». Γιά νά δώσεις πιστοποιητικό, Χριστέ μου, ὅτι κάποια ἡμέρα θά ἀναστηθοῦν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, ὅσο καί ἄν ἔχουν βρωμίσει, ὅσο καί ἄν ἔχουν διαλυθεῖ, ὅσο καί ἄν ἔχουν σαπίσει, ὅσο καί ἄν ἔχουν σβύσει καί δέν ὑπάρχει πιά οὔτε κοκκαλάκι τους. Ὅταν θά δώσεις ἐντολή, θά γυρίσουν πάλι στή ζωή. Καί θά ἀναστηθοῦνε μέ τά σώματά τους καί θά κληρονομήσουν τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ καί μέ τά σώματά τους. Γιατί καί τό σῶμα ἐκοπίασε.

Ποῦ κοπίασε; Νά ποῦμε ἕνα ἁπλό παράδειγμα.

Στήν ὀρθοστασία μέσα στήν Ἐκκλησία.

Στίς γονυκλισίες, γιά τήν προσευχή τοῦ Χριστοῦ μας.

Στήν νηστεία γιά τήν ὑπακοή στό θέλημα τοῦ Χριστοῦ.

Στά καλά ἔργα μέ τά χέρια.

Στά καλά λόγια μέ τό στόμα, γιά τήν δοξολογία τοῦ Χριστοῦ. Γιά τόν ἔπαινο καί γιά τήν παρηγορία τῶν ἀνθρώπων καί γιά ὁποιοδήποτε ἄλλο καλό.

Τά πόδια κοπίασαν γιά νά τρέχουν πάντα στό καλό καί ὅλο τό σῶμα γιά νά κάνει τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Αὐτό τό σῶμα θά δοξασθεῖ καί θά ἀπολαύσει ἑκατονταπλάσια καί χιλιαπλάσια ἀπό αὐτά πού ἄφησε καί στερήθηκε γιά τήν δόξα τοῦ Χριστοῦ καί γιά τήν ὑπακοή εἰς τό ἅγιο θέλημα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Πιστοποιητικό ἦταν ἡ ἀνάσταση τοῦ Λαζάρου, πού βρώμαγε καί ἦταν σάπιος, ὅτι θά ὑπάρξει καί θά γίνει ἡ ἀνάσταση τῶν νεκρῶν τήν ἡμέρα τῆς δευτέρας Παρουσίας τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ.

3. Τύπος τῆς πνευματικῆς ἀνάστασης

Ἀλλά ἡ ἀνάσταση τοῦ Λαζάρου ἦταν καί τύπος τῆς ἀνάστασης ἀπό τόν θάνατο τῆς ψυχῆς. Ἕνας βρωμισμένος ἄνθρωπος, σηκώνεται καί βγαίνει ἔξω. Ἕνας δεμένος ἄνθρωπος σηκώνεται καί βγαίνει ἀπό τόν τάφο. Ἔτσι εἶναι ὁ θάνατος τῆς ἁμαρτίας. Βρώμικη ψυχή. Καί δεμένη ψυχή. Ἀπό τί δεμένη; Ἀπό τά πάθη. Χειρότερα δεσμά καί χειρότερη δουλεία ἀπό τά πάθη δέν ὑπάρχει.

Νά πάρουμε τό σύγχρονο πάθος, τῶν ναρκωτικῶν. Τό ξέρει ὁ ἄνθρωπος ὅτι θά διαλυθεῖ καί θά πεθάνει. Τό ξέρει ὅτι ἔχει μπεῖ στό χαμό καί στόν ὄλεθρο. Καί πίσω δέν κάνει. Γιατί; Γιατί τόν ἔχει δέσει τό πάθος του. Χειροπόδαρα. Δεμένος. Δοῦλος. Καί πεθαμένος.

Τί βγάζει ἡ ψυχή του; Βρώμα βγάζει. Δυσωδία βγάζει. Γιατί ἀδελφοί μου; Ὅλα του τά ἔργα, ὅλες του οἱ κινήσεις, ὅλη του ἡ συμπεριφορά πρός τούς δικούς του, πρός τούς ἄλλους ἀνθρώπους, εἶναι βρώμα. Νά βρεῖ, νά πάρει, νά ἀποκτήσει, γιά νά πάρει μία πρέζα πού τόν ὁδηγεῖ στό θάνατο. Κλέβει τόν πατέρα του, κλέβει τήν μάνα του, κλέβει τήν ἀδελφή του κτλ.

Ἀνάλογα πράγματα εἶναι ἡ πορνεία καί ἡ μοιχεία.

Ἀνάλογα πράγματα εἶναι καί οἱ ἄλλες ἁμαρτίες πού δέν φαίνεται μέν ἡ βρώμα, τί βρώμα προκαλοῦν στήν ψυχή, ἀλλά τήν αἰσθάνονται, οἱ ἅγιοι καί οἱ ἄγγελοι καί προπαντός τήν αἰσθάνεται Ἐκεῖνος πού ἦλθε γιά νά σκορπίσει τήν εὐωδία του στόν κόσμο, καθαρίζοντάς μας ἀπό τήν βρώμα τῆς ἁμαρτίας. Καί μᾶς λέει: «ἔτσι καί ἄν εἴσαστε», αὐτή εἶναι ἡ φιλανθρωπία τοῦ Χριστοῦ, «ἔτσι καί ἄν εἴσαστε, βρώμικοι ἄνθρωποι, μέ βρωμισμένη ψυχή καί δεμένοι μέ τά πάθη χειροπόδαρα, ἀκοῦστε τόν λόγο τοῦ Χριστοῦ πού λέει: «Λάζαρε, δεῦρο ἔξω». Καί βάλτε δύναμη, πᾶρτε ἀπόφαση καί περπατᾶτε μέ τήν δύναμη τοῦ Χριστοῦ. Μέ τήν δύναμη τοῦ Χριστοῦ νά περπατήσετε. Ὄχι μέ τήν δική σας. Ἡ δύναμη τοῦ Χριστοῦ θά σᾶς ἐλευθερώσει ἀπό τό κακό, ἀπό τήν ἁμαρτία καί ἀπό τόν θάνατο».

Γι' αὐτό, ὅταν πηγαίνει ἕνας ἄνθρωπος νά ἐξομολογηθεῖ, ὅταν ἀρχίζει νά μετανιώνει, νά διορθώνεται, νά ἐγκαταλείπει τό κακό, τί λέμε;

«Τόν ἔλυσε, τόν ἔλυσε. Πῆγε στόν παπά καί τόν ἔλυσε». Τοῦ ἔλυσε τά χέρια καί τά πόδια. Τοῦ ἔδωκε τήν εἰρήνη καί τήν γαλήνη τῆς ψυχῆς. Τόν ἐκαθάρισε καί τόν ἔκανε πάλι ὑγιή ἄνθρωπο.

4. Ἡ ὁδός τοῦ Θεοῦ δέν εἶναι «καμάρι»

Μετά ἀπό αὐτό τό μεγάλο θαῦμα τῆς ἀναστάσεως τοῦ Λαζάρου μέ τό διπλό μήνυμα, γιά τό σῶμα καί γιά τήν ψυχή, πῆγε ὁ Χριστός στήν Ἱερουσαλήμ. Καί μπῆκε στήν Ἱερουσαλήμ καβάλα σέ ἕνα γαϊδουράκι. Μαζεύτηκε ὁ κόσμος πού εἶχε μάθει ὅτι ἀνάστησε τόν Λάζαρο καί χειροκροτοῦσε, κρατοῦσαν βάγια στά χέρια τους, σύμβολα τῆς νίκης ἐναντίον τοῦ θανάτου, ἔστρωναν τά ροῦχα τους κάτω, γιά νά πατήσει τό γαϊδούρι πού βάσταζε ἐπάνω τόν Χριστό καί τόν χειροκροτοῦσαν καί ἐφώναζαν: «Ὡσανά, Υἱέ Δαυΐδ. Εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου». Τό «Ὡσανά», σημαίνει «Σῶσε μας Χριστέ μου. Σῶσε μας Υἱέ τοῦ Δαυΐδ. Ἐσύ εἶσαι πού νικᾶς τόν θάνατο. Ὁ θάνατος εἶναι ὁ χειρότερος ἐχθρός μας. Ὁ θάνατος τῆς ψυχῆς εἶναι ἀκόμη χειρότερος. Ἐλευθέρωσέ μας, ἀπό τά κακά πού μᾶς βασανίζουν. Δῶσε εἰρήνη καί γαλήνη στή ζωή μας. Ἀξίωσέ μας τῆς Βασιλείας σου».

Αὐτά φώναζαν οἱ ἄνθρωποι. Καί τόν δοξολογοῦσαν σάν Βασιλέα τοῦ κόσμου.

Καί ὁ Βασιλιάς τοῦ κόσμου καθόταν σέ ἕνα γαϊδουράκι, γιατί ἤθελε νά μᾶς πεῖ: «Ἡ ὁδός τοῦ Θεοῦ δέν εἶναι τό καμάρι. Δέν εἶναι ἡ φιλοδοξία. Δέν εἶναι ὁ ἐγωισμός. Ἀλλά εἶναι ἡ ταπείνωση, ἡ καλωσύνη, ἡ ἀγάπη, ἡ συμπόνια». Ὅπως Ἐκεῖνος μᾶς συμπόνεσε καί ἔδειξε στόν κόσμο ὅλο τήν συμπόνια καί τήν καλωσύνη του, ἔτσι καί ἐμεῖς ἔχουμε ὑποχρέωση νά ξεχνᾶμε τόν ἑαυτό μας. Νά παραμερίζουμε τόν κακό ἑαυτό μας, τίς κακές μας ἐπιθυμίες καί διαθέσεις καί νά γεμίζουμε τήν καρδιά μας μέ τήν εὐωδία τοῦ Χριστοῦ, πού εἶναι ἡ ταπείνωση, ἡ ἀγάπη, ἡ καλωσύνη του, ἡ συγχώρησή του γιά ὅλους τούς ἐχθρούς του καί ὅλες οἱ ἄλλες ἅγιες ἀρετές πού κάνουν τόν ἄνθρωπο ἄγγελο.

5. Τό μύρο τῆς Μαρίας καί τό δικό μας

Ἀφοῦ ἔγινε ἡ εἴσοδος εἰς τήν Ἱερουσαλήμ μᾶς λέγει τό Εὐαγγέλιο, πῆγε ὁ Χριστός σέ κάποιο σπίτι. Ἐκεῖ πῆγε καί τόν βρῆκε ἡ ἀδελφή τοῦ Λαζάρου ἡ Μαρία εἶχε μαζί της ἕνα βαζάκι μέ ἕνα λίτρο μύρο, πολύτιμο ἄρωμα. Καί σήμερα εἶναι πολύ ἀκριβά. Τότε ἦταν πανάκριβα. Γιατί δέν ἦταν τόσο εὔκολο νά τά φτειάξουν, δέν ὑπῆρχαν τέτοια ἐργοστάσια πού ἔχουμε σήμερα. Ὅπως καί τότε καί τά ροῦχα ἦταν πανάκριβα. Θυμοῦνται οἱ μεγελύτεροι, ὅτι πρίν ἀπό τό «σαράντα» εἴμαστε ὅλοι μέ μπαλωμένα ροῦχα καί ξυπόλητοι. Σήμερα δόξᾳ τῷ Θεῷ, ἔχουμε ὅλοι καί ροῦχα καί παπούτσια. Τότε, στήν ἐποχή τοῦ Χριστοῦ, ἦταν ἀκόμη πιό φτωχοί οἱ ἄνθρωποι.

Καί τό λίτρο τοῦ μύρου ἦταν πανάκριβο.

Ἀλλά ἡ Μαρία δέν σκέφτηκε τήν δαπάνη. Γιατί ἤθελε νά πεῖ ἕνα «εὐχαριστῶ» στόν Χριστό πού ἀνέστησε τόν Λάζαρο, τόν ἀδελφό της, ἀπό τόν θάνατο. Τί εἴπαμε στήν ἀρχή; «Θάνατος ἀνθρώπου; Καλύτερα νά εἶχε γκρεμίσει τό σπίτι, καλύτερα νά εἶχαν ψοφήσει τά ζῶα ὅλα, καλύτερα νά εἶχαν καταστραφεῖ τά χωράφια, παρά θάνατος ἀνθρώπου. Καί μάλιστα ἀγαπητοῦ μας καί δικοῦ μας ἀνθρώπου, τοῦ ἀδελφοῦ μας».

Καί ἔτσι λοιπόν γιά νά τόν εὐχαριστήσει ἡ Μαρία τόν Χριστό, ἔχυσε τό μύρο ἐκεῖνο στά πόδια του, καί τοῦ τά ἔπλυνε μέ μύρο, γιά νά τοῦ πεῖ: «εὐχαριστῶ».

Ἐρώτημα τώρα. Ἐμεῖς τί κάνουμε γιά νά ποῦμε «εὐχαριστῶ» στόν Χριστό; Τί κάνουμε γιά νά λέμε «εὐχαριστῶ» στόν Χριστό γιά κεῖνα πού ἔκανε γιά μᾶς;

Ἔγιναν βέβαια λίγο παλαιά. Περίπου δυό χιλιάδες χρόνια πᾶνε, ἀλλά καί γιά μᾶς τά ἔκανε· τό ξέρουμε καί τό πιστεύομε. Καί πρέπει νά ἀγωνιζόμαστε νά μαθαίνουμε ὅσα ἔκανε ὁ Χριστός γιά μᾶς. Καί νά τά πιστεύουμε βαθειά. Γιατί αὐτά εἶναι ἡ ζωή. Ἡ ζωή εἶναι κοντά στόν Χριστό. Μακρυά ἀπό τόν Χριστό εἶναι μόνο θάνατος, δυσωδία, διάλυση.

Ἀπό ποῦ νά ἀρχίσομε, ποῦ νά τελειώσομε; Νά ποῦμε μόνο ἕνα πράγμα. Ποῦ καταντάει ὁ ἄνθρωπος ὅταν σκεφθεῖ περισσότερο τόν ἑαυτό του καί δέν ὑπολογίσει γυναίκα καί παιδιά. Ἤ ἡ γυναίκα δέν ὑπολογίζει ἄνδρα καί παιδιά. Καί διαλυθεῖ τό σπίτι. Τί θλίψη, τί κατάντια, τί κακό γίνεται ἄν δέν σταθεῖ ὁ ἄλλος «βράχος». Καί τί λένε ὅλοι οἱ κοινωνιολόγοι;

«Τά παιδιά τῶν διεζευγμένων ἀνθρώπων κινδυνεύουν νά γίνουν ἀντικοινωνικοί τύποι καί οἱ περισσότεροι ἐγκληματίες προέρχονται ἀπό οἰκογένεις πού διαλύθησαν καί ἄφησαν τά παιδιά χωρίς τήν στοργή. Χωρίς νά καταλάβουν τί σημαίνει ἀγάπη. Καί ἔτσι γέμισαν οἱ καρδιές τους πόνο. Καί ὁ πόνος τους βγῆκε καί ἔγινε κακία, ἐκδικητικότητα καί δέν ξέρει ποῦ ξεσπάει».

Λέμε «ἐξ ὄνυχος τόν λέοντα». Τό ἀναφέρουμε γιά παράδειγμα. Κάθε ἀπομάκρυνση ἀπό τό θέλημα τοῦ Θεοῦ εἶναι θάνατος. Καί διάλυση. Καί καταστροφή. Πόσα «εὐχαριστῶ» πρέπει νά τοῦ λέμε τοῦ Χριστοῦ; Ἡμέρα καί νύχτα ἔπρεπε νά τόν δοξάζομε. Ἐρχόμαστε στήν Ἐκκλησία γιά νά τοῦ ποῦμε «εὐχαριστῶ». Καί τά πολυτιμότερα μύρα πού μποροῦμε νά τοῦ προσφέρομε, πολυτιμότερα ἀπό τά μύρα ἐκεῖνα πού ἔχυσε ἡ Μαρία, εἶναι νά χύνουμε στά πόδια του τά δάκρυά μας. Ὅταν προσευχόμαστε καί τόν παρακαλοῦμε νά συγχωρεῖ τίς ἁμαρτίες μας, νά μᾶς δίνει ζωή, νά μᾶς μᾶς δίνει χαρά καί εἰρήνη, νά στερεώνει τόν κόσμο του, νά γεμίζει τίς ψυχές ὅλου τοῦ κόσμου μέ τό καλό... Τό ἐπαναλαμβάνομε: τό πολυτιμότερο μύρο εἶναι τά δάκρυα πού χύνουμε ὅταν προσευχόμαστε. Μακάριος ὁ ἄνθρωπος πού προσευχόμενος τρέχουν τά μάτια του τά δάκρυα τῆς ἀγάπης πρός τόν Χριστό.

Πολυτιμότερο πράγμα λένε οἱ Πατέρες ἀπό τά δάκρυα τῆς μετανοίας καί τῆς ἀγάπης στόν Χριστό δέν ὑπάρχουν στόν κόσμο.

6. Τά δάκρυα τοῦ ληστῆ

Ἦταν παλιά ἕνας μεγάλος ληστής. Ληστής τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, σημαίνει ἄνθρωπος ἐγκληματικός. Ἔκλεβε γιά νά ἔχει ἐκεῖνος, διασκέδαζε, καί ἀφοῦ ἔφτανε μέχρι πού νά σκοτώνει ἀνθρώπους γιά νά πάρει χρήματα, φυσικό εἶναι ὅτι ἔκανε καί ὁποιαδήποτε ἄλλη ἁμαρτία πέρναγε ἀπό τό χέρι του. Καί ἀφοῦ ἔκανε πολλές ἁμαρτίες, κάποια στιγμή μετενόησε. Καί ἄρχισε νά κλαίει. Συναισθάνθηκε τίς ἁμαρτίες καί ἄρχισε νά κλαίει. Ἔκλαιγε, ἔκλαιγε, ἔκλαιγε, παρακαλώντας τόν Θεό καί ἔλεγε: «Λυπήσου με Χριστέ μου, λυπήσου με γιά τίς ἁμαρτίες μου. Δῶσ’ μου συγχώρηση σάν τόν ληστή. Σάν τόν τελώνη. Σάν τήν πόρνη. Καί σάν ὁποιοδήποτε ἄλλο χειρότερο ἁμαρτωλό, λυπήσου με».

Εἶχε ἕνα μαντήλι καί σκούπιζε τά δάκρυά του. Καί πέθανε ἀπό τά κλάματα.

Καί τότε, εἶδε ἕνας μεγάλος ἅγιος ἕνα ὅραμα. Εἶδε τήν ψυχή αὐτοῦ τοῦ ληστοῦ νά κρίνεται. Καί εἶδε τά δαιμόνια νά φέρνουν καί νά παρουσιάζουν τίς ἁμαρτίες του, τίς πολλές καί χαλεπές, καί ἀπάνθρωπες. Τίς ἔβαζαν ἐπάνω στή ζυγαριά. Ποῦ νά τίς βαστήξει.

Οἱ ἄγγελοι κοίταζαν, μετροῦσαν τίς ἁμαρτίες καί τά εἶχαν χαμένα.

Ἔψαξαν γιά καλά ἔργα καί δέν βρῆκαν τίποτε ἀπολύτως, ἐκτός ἀπό τό μαντήλι πού σκούπιζε τά δάκρυα του. Ἦταν τό μόνο τό ὁποῖο εἶχε νά παρουσιάσει ὁ ληστής. Ὅτι ἔκλαψε γιά τίς ἁμαρτίες του καί ὅτι βγῆκαν μερικά δάκρυα ἀπό τά μάτια του, τά ὁποῖα εἶχε μαζέψει στό μαντήλι.

Πῆραν οἱ ἄγγελοι τό μαντήλι, τό ἔβαλαν πάνω στή ζυγαριά, στόν ἄλλο δίσκο καί βάρυνε τόσο πού πετάχτηκαν καί ἐξαφανίστηκαν ὅλες οἱ ἁμαρτίες του. Καί χάρηκαν οἱ ἄγγελοι καί ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός πού εἶπε στόν πρῶτο ληστή ἐπάνω στό Σταυρό: «Ἀμήν λέγω σοι, σήμερον μετ’ ἐμοῦ ἔσῃ ἐν τῷ Παραδείσῳ», σέ παίρνω ἀπό σήμερα στόν Παράδεισο..., ὅταν ἐκεῖνος τοῦ εἶπε «Μνήσθητί μου Κύριε, ἐν τῇ Βασιλείᾳ σου», κατέβηκε ἀγκάλιασε τόν ληστή καί τόν ἐπῆρε εἰς τήν Βασιλεία του μέ δόξα καί χαρά. Γιατί ἐπόνεσε γιά τίς ἁμαρτίες του καί παρακάλεσε μέ δάκρυα τόν σωτήρα μας Ἰησοῦ Χριστό νά τόν συγχωρήσει.

Ἀγαπητοί μου ἀδελφοί,

Μακάριος ὁ ἄνθρωπος πού θυμᾶται τόν θάνατο ἀπό τόν ὁποῖο μᾶς ἀνάστησε ὁ Χριστός. Τόν θάνατο τῆς ψυχῆς.

Μακάριος ὁ ἄνθρωπος πού θυμᾶται ὅτι ὁ Χριστός ἀνάστησε τόν Λάζαρο καί σωματικά καί ψυχικά.

Μακάριος ὁ ἄνθρωπος πού περιμένει τήν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν.

Μακάριος ὁ ἄνθρωπος πού καταφεύγει συνεχῶς στόν Χριστό, γιά νά πάρει τήν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν του καί νά ἀναστηθεῖ ἀπό τόν θάνατο τῆς ἁμαρτίας.

Μακάριος ὁ ἄνθρωπος πού ψάχνει νά βρεῖ ἀφορμή καί εὐκαιρία νά βρίσκεται κοντά στόν Χριστό. Εἴτε διαβάζοντας τόν λόγο του, σπουδαῖο πράγμα, ποτέ δέν πρέπει νά τό παραλείπομε. Εἴτε προσευχόμενος, εἴτε νηστεύοντας, εἴτε κάνοντας καλά ἔργα, εἴτε καί προπαντός τό κύριο καί βασικό, πού δείχνει τόν φωτισμό τόν μεγάλο καί τήν δύναμη τῆς ψυχῆς, στρέφοντας τόν ἑαυτό του τήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, πού εἶναι ὁ τόπος πού τόν λατρεύομε, τόν δοξάζομε, τόν ἐπικαλούμεθα. Καί μᾶς εἰσακούει καί μᾶς δίδει διά τῶν ἱερέων του τίς εὐλογίες του καί τήν χάρη του καί τή ζωή του.

Εἴθε ἡ χάρη τοῦ Χριστοῦ νά ἐνσκηνώνει στίς ψυχές μας.

Νά μᾶς εὐλογεῖ, νά μᾶς δυναμώνει στόν κόπο τῆς ζωῆς καί στόν ἀγώνα γιά τήν εὐαρέστησή του.

Νά γεμίσει τή ζωή μας μέ χαρά καί μέ εἰρήνη.

Νά μᾶς ἀξιώσει νά περάσουμε καί τήν ἁγία Μεγάλη Ἑβδομάδα γεμάτοι ἀνάταση ψυχική, γεμάτοι ἀπό τήν εὐλογία του.

Καί νά φθάσουμε ὅλοι στήν ἁγία του ἀνάσταση, ἀρχή τῆς ἀναστάσεως τοῦ κόσμου -γιατί εἶναι ὁ πρωτότοκος ἐκ τῶν νεκρῶν- γεμάτοι μέ χαρά καί μέ εἰρήνη. Καί νά τόν εὐλογοῦμε καί νά τόν δοξάζουμε γιά πάντοτε.

Καί νά εἶναι γεμάτη ἡ ζωή μας, ὅλη ἡ ζωή μας ἀπό τήν χάρη του καί τήν εὐλογία του. Ἀμήν.-

 

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ ΜΕΛΕΤΙΟΥ (†)

ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία του στην Ἄνω Σκαφιδωτή, στίς 20/4/1997

Τρίτη 17 Μαρτίου 2026

ΚΥΡΙΑΚΗ Δ΄ΝΗΣΤΕΙΩΝ: Ιωάννου της Κλίμακος

Π[ΗΓΗ ΕΔΩ

Δύσκολος είναι ο δρόμος της αρετής, αδελφοί μου, γεμάτος αγκάθια και πειρασμούς, παγίδες και δυσκολίες. Κατά τις πνευματικές και πραγματικές εμπειρίες της παράδοσης μας ,όποιος αποφάσισε να σηκώσει τον σταυρό του και να γίνει στρατιώτης και ακόλουθος του Σταυρωμένου έχει να αντιμετωπίσει δαίμονες και φαντάσματα, γίγαντες αντιπάλους και εκδικητικούς νάνους. Πειρασμούς , πάθη, εμπαιγμούς, δισταγμούς , πόλεμο μέχρι εξόντωσης από τον κόσμο, αν είναι δυνατόν και πληγές θανάτου ακόμα, φτάνει να ξεστρατίσει και να λογιστεί υπήκοος της απάτης του αιώνα.
Όλα αυτά τα φρικτά και δεινά είναι τα φόβητρα μιας πνευματικής προσπάθειας για ανάβαση εν Χριστώ που όμως αποτελούν τη μία μόνο όψη του νομίσματος. Γιατί από την άλλη όψη , την μυστική και σε λίγους φανερή , αλλά όχι καταφρονεμένη ατενίζουμε πράγματα και υποθέσεις θαυμασμού και χαράς. Στεφάνια πνευματικά και βραβεία ακατάληπτα. Θέα του Θεού και μυστική ευφροσύνη, εμπειρία αποκάλυψης και χαρά της αληθινής ζωής. Δύσκολες οι αναβάσεις, ιστοί αράχνης τα πολεμήματα, θρασύδειλα σκιάχτρα τα τελώνια, δύσκολες μα κατορθωτές οι αρετές,βασιλικό διάδημα η κορυφή. Αυτή η παραβολική κλίμακα που παρουσιάζουμε βέβαια αναφέρεται στη θεματική της ημέρας: στη μνήμη του αγίου Ιωάννη του Σιναΐτη που είναι και συγγραφέας της "Κλίμακας".
Λιοντάρι και αετός ο Ιωάννης. Θεριό και άγγελος της ερήμου. Ζει κοντά στους αγίους και τους ασκητές. Καταγράφει τις αρετές τους και σκιαγραφεί τις πτώσεις τους. Γνωρίζει από προσωπική εμπειρία τί σημαίνει να ανεβαίνεις την κλίμακα των αρετών. Τί σημαίνει να σε προσκαλεί ο παράδεισος και να σε διεκδικεί η κόλαση. Γνωρίζει και καταγράφει τί σημαίνει ανάσταση και πτώση, ορμή και πισωγύρισμα, νήψη και ακηδία και μας το προσφέρει με λόγο ποιητικό,διαδακτικό, αληθινά θεολογικό. Στα συγγράμματα και τις υποθέσεις της "Κλίμακας", ο πιστός μπορεί να βρεί λες ολόκληρο το ευαγγέλιο και συνάμα την Ιερά Παράδοση εξηγημένη και αναλυμένη με τρόπο τέτοιο ώστε τα μυστικά να γίνονται κοινόχρηστα και τα απλά να παρουσιάζονται μεγαλόπρεπα. Όλη η ορθόδοξη χριστιανοσύνη ξεδίψασε από το βιβλίο αυτό.
Από την άλλη έχουμε την ευαγγελική περικοπή της ημέρας που αναφέρεται στη θεραπεία ενός δαιμονισμένου παιδιού. Δεν είναι άστοχη και ασύνδετη ίσως η περικοπή με τη μνήμη του αγίου Ιωάννη ως συγγραφέως της "Κλίμακας των αρετών", αν και δεν τέθηκε σ'αυτό το σημείο της Τεσσαρακοστής για αυτόν ακριβώς τον λόγο. Όταν ατενίζουμε τον εσωτερικό μας κόσμο και τον κόσμο γενικότερα, ας μην ψάξουμε να βρούμε τον δαιμονισμό της φύσης και του ανθρώπου στην φρικτή μόνο περίπτωση ενός ταλαίπωρου δαιμονισμένου. Ας κοιτάξουμε τα πράγματα πίσω από τα πράγματα. Ο δαιμονισμός και η πτώση είναι το ύπουλο σαράκι που τρώει ότι απομακρύνθηκε από την χάρη του Θεού, ότι είναι μακρυά και διάφορα από την αληθινή πηγή της ζώης. Διαστροφή και ασχημονία, κακότητα και μίσος, αντιπαλότητα και παραποίηση, φθορά και καταστροφή, εγωκεντρισμός και θεοποίηση των κτισμάτων. Ο κόσμος σε πολλές περιπτώσεις πορεύεται αντίστροφα. Σε μια κλίμακα οπισθοδρόμησης και πτώσης που κατάληξη έχει τον παμφάγο άδη και την ανυπαρξία. Η εκκλησιαστική και ασκητική ζωή είναι ο δρόμος που πάει ίσια, εξελικτικά προς την πραγμάτωση, την δικαίωση, την θέωση, το φυσικό , το αληθινό, το αυθεντικό,το θεϊκό. Η Εκκλησία κάθε χρονική στιγμή αλλά ιδιαίτερα την σαρακοστή, τώρα δηλαδή που μας βγάζει στην έρημο της άσκησης στην αυτογνωσία, μας προτείνει την συμπόρευση με το λογικό, αυτό που ο εσκοτισμένος νους βλέπει ως παράλογο γιατί συνήθισε να συμπορεύεται με την αμαρτία και να ηδονίζεται μέσα σ'αυτήν. Και ότι είναι λογικό είναι πάντα εκκλησιαστικό. Νηστεία και σαρακοστή σημαίνει κυρίως επιστροφή στην Εκκλησία και στον τρόπο ζωής που αυτή προτείνει, επιστροφή στο δρόμο της.
Το δίλημμα της σαρακοστής και το αεί δίλημμα που θέτει η Εκκλησία ως πραγματικότητα στον άνθρωπο κάθε εποχής είναι: δαιμονισμός ή θέωση. Και στις δύο περιπτώσεις ο άνθρωπος δεν μπορεί να διακρίνει την αλήθεια ή να αποδείξει και να αποτινάξει το ψέμα παρά μόνο μέσα από ένα ασφαλές και διαυγέστατο μέσο: το δίπτυχο προσευχή και νηστεία.
Καλό υπόλοιπο και καλό παράδεισο.

Παρασκευή 13 Μαρτίου 2026

ΚΥΡΙΑΚΗ Γ΄ΝΗΣΤΕΙΩΝ ΣΤΑΥΡΟΠΡΟΣΚΥΝΗΣΕΩΣ

 ΚΥΡΙΑΚΗ  Γ΄ ΝΗΣΤΕΙΩΝ  

Γράφει ὁ Ἱεροκῆρυξ

Ἀρχιμ. Νικάνωρ Καραγιάννης

    omikron 2 λόγος τοῦ σταυροῦ, σ’ ὅλες τὶς ἐποχὲς ἀκούγεται παράδοξα. Στὴν δική μας



 ὅμως ἡ ὁποία ἔχει θεοποιήσει τὴν ἄνεση καὶ τὴν εὐμάρεια ὁ λόγος τοῦ Σταυροῦ δὲν εἶναι μόνο ἀσυμβίβαστος, ἀλλά καὶ τρομακτικός στὴν λογικὴ τοῦ κόσμου. Εἶναι τρομακτικὸς  γιὰ τοὺς κανόνες τῆς ζωῆς του,  γιὰ τὶς ἐπιδιώξεις στὸ κυνήγι τῆς εὐδαιμονίας καὶ τῆς καλοπέρασης. Καὶ ὅμως τὸ εὐαγγέλιο ἐπιμένει σταθερὰ νὰ διακηρύσσει τὸν λόγο τοῦ Χριστοῦ «ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθείτω μοί». Ἡ αὐταπάρνηση καὶ ἡ ἄρση τοῦ σταυροῦ φανερώνουν τὴν αὐθεντικότητα τῆς κλήσης μας καὶ τοῦ προορισμοῦ μας. Τὰ ἠχηρὰ καὶ εὔκολα συνθήματα τοῦ κόσμου, ἂν καὶ ἀρχικὰ μᾶς γοητεύουν, τελικὰ μᾶς ἀπογοητεύουν, γιατί μᾶς παραπλανοῦν καὶ  παραμορφώνουν τὸ νόημα τῆς ζωῆς. Ἀποδεικνύουν τὴν ματαιότητα ὅλων τῶν ἀνθρωπίνων, ὅταν αὐτὰ δὲν εἶναι διαποτισμένα ἀπὸ τὸ πνεῦμα τοῦ Θεοῦ. Τὸ κήρυγμα τοῦ σταυροῦ σφραγισμένο ἀπὸ τὸ σταυρικὸ πάθος τοῦ Χριστοῦ ἐπισημαίνει ὅτι «ὅποιος θέλει νὰ σώσει τὴν ψυχή του θὰ τὴν χάσει, ἐνῶ ὅποιος χάσει τὴν ζωὴ τοῦ χάριν ἐμοῦ καὶ τοῦ εὐαγγελίου, θὰ τὴν σώσει». Ἐδῶ βρίσκεται ὁ δρόμος ποὺ διάλεξε ὁ Θεὸς, γιὰ νὰ ἔρθει στοὺς ἀνθρώπους καὶ γιὰ νὰ πᾶνε οἱ ἄνθρωποι στὸν Θεό. Πρόκειται γιὰ ἕναν δρόμο ἀντιφατικό. Ἕναν δρόμο ποὺ προκαλεῖ τὴν λογικὴ καὶ μᾶς προσκαλεῖ νά ἐμπιστευθοῦμε τὴν ἀλήθεια ποὺ ὁ Θεὸς μᾶς ἀποκάλυψε. Ἕναν δρόμο σκληρό, ἐπίπονο καὶ ὀδυνηρό, ποὺ ὅμως τὸ τέρμα του εἶναι λυτρωτικό. Ἀπαρνοῦμαι τὸ ἑαυτό μου σημαίνει ἀπελευθερώνομαι ἀπὸ τὸν ἀσφυκτικὸ κλοιὸ τοῦ ἐγώ. Ἀπελευθερώνομαι ἀπὸ τὸν παραλογισμὸ ποὺ μὲ ὠθεῖ νὰ ὑπερτονίζω καὶ νὰ ὑψώνω τὸν ἑαυτό μας σὲ εἴδωλο γύρω ἀπὸ  τὸ ὁποῖο ζητάω νὰ στρέφεται ἡ ζωὴ ἡ δική μου καὶ τῶν γύρω μου. Αὐτὸ εἶναι αὐτοκαταστροφικό. Γιατὶ κάθε φορὰ ποὺ ἀσχολούμαστε ἀποκλειστικὰ μὲ τὸν ἑαυτό μας καὶ μὲ τὴν ἱκανοποίηση τῶν δικῶν μας ἐπιθυμιῶν δὲν μποροῦμε νὰ αἰσθανθοῦμε τὶς ἀνάγκες τῶν ἄλλων. Ἔτσι ὅμως κλείνουμε τὴν πόρτα στὸν Θεό καί δέν μποροῦμε νὰ ἑνωθοῦμε μαζί Του.  

    Δὲν πρέπει νὰ ξεχνᾶμε ὅτι ἡ αὐταπάρνηση καὶ ἡ ἐν ὑπομονῇ καὶ ἐλπίδι ἄρση τοῦ σταυροῦ ὁδηγεῖ τὸν πιστὸ στὴν ἐν Χριστῷ ὑπέρβαση τοῦ μαρτυρίου του. Ὅπως παρατηρεῖ ἕνας λόγιος ἐπίσκοπος «Στὸν Γολγοθᾶ ὕπηρχαν τρεῖς σταυροί. Οἱ δύο ἦταν τὸ τέρμα τῆς πορείας δύο ληστῶν, ὁ μεσαῖος ἦταν ἁπλῶς ἕνα σταυροδρόμι. Διότι Ἐκεῖνος ποὺ ὑψώθηκε πάνω του εἶχε περάσει μιὰ ζωὴ ἀγάπης καὶ ἀλήθειας καὶ ὅδευε διὰ τοῦ Σταυροῦ πρὸς τὸν Πατέρα. Ἀλλὰ, ἀκόμη, ἡ χάρη καὶ ἡ δύναμη τοῦ Σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ ἐπηρέασε καὶ μεταμόρφωσε τὸν ἕναν ἀπὸ τοὺς δύο ἄλλους σταυροὺς κάνοντάς τον διὰ τῆς μετανοίας «θύραν» τοῦ παραδείσου. Αὐτὸ εἶναι μιὰ πολὺ οὐσιαστικὴ παρηγοριὰ γιὰ ὅσους σήμερα σηκώνουν σταυρὸ ἐνοχῆς.»

    Νὰ, λοιπὸν, γιατί ὁ Σταυρὸς τοῦ Χριστοῦ φωτίζει τὰ ἀδιέξοδα καὶ τὰ σκοτάδια ποὺ τόσο συχνὰ μᾶς φοβίζουν. Μᾶς ἀπελευθερώνει  ἀπὸ τὶς πλάνες καὶ τὰ εἴδωλα ποὺ  μᾶς αἰχμαλωτίζουν. Μᾶς θεραπεύει ἀπὸ τὰ πάθη καὶ τὶς ἀδυναμίες μας, ποὺ μᾶς ταλαιπωροῦν καὶ μᾶς βασανίζουν. Ὁ πόνος τοῦ Σταυροῦ θὰ φωτίζεται πάντοτε ἀπὸ τὴν χαρὰ τῆς Ἀνάστασης. Γιατὶ ἕνας σταυρὸς χωρὶς ἀνάσταση ἀποτελεῖ ἀποτυχία καὶ τραγῳδία, ἐνῶ μία ἀνάσταση χωρὶς σταυρὸ θὰ εἶναι μία νίκη χωρὶς βαρύτητα καὶ ἀξία. Ὁ σταυρὸς καὶ ἡ ἀνάσταση εἶναι ἀλληλένδετα ὄχι μόνο στὸ μυστήριο τῆς σωτηρίας μας, ἀλλὰ καὶ στὸν ἀγῶνα καὶ τὴν ζωὴ τοῦ πιστοῦ. Γὶ’ αὐτὸ ἡ θεληματικὴ ἄρση τοῦ σταυροῦ δὲν εἶναι μιὰ ἀρρωστημένη τάση τοῦ ἀνθρώπου ποὺ ζητᾶ ἱκανοποίηση στὴν ὀδύνη. Εἶναι πηγὴ δύναμης, ποὺ μεταμορφώνει τὶς δυσκολίες καὶ τὰ προβλήματα τῆς ζωῆς. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι μέσα ἀπὸ τὴν πάλη και τήν ἀγωνία τῆς ζωῆς, ἔστω καὶ ἂν δὲν νικᾶμε πάντοτε, τουλάχιστον ὡριμάζουμε πνευματικά, ὥστε νὰ ἀντέχουμε τοὺς πειρασμοὺς καὶ νὰ πορευόμαστε.

    Ὁ σταυρὸς δὲν εἶναι μόνο τὸ σημαντικότερο καὶ χαρακτηριστικότερο σύμβολο τοῦ χριστιανοῦ. Δὲν εἶναι μόνο ἡ ἔκφραση τοῦ ἀγώνα καὶ τῆς νίκης, τῆς θυσίας καὶ τῆς δόξας, τῆς ζωῆς καὶ τῆς σωτηρίας. «Ὁ Σταυρὸς εἶναι ἡ καθημερινὴ ἀπάντηση τοῦ Θεοῦ στὴν τραγῳδία καὶ ἀπόγνωση τοῦ ἁμαρτάνοντος ἀνθρώπου». Εἶναι τὸ θαῦμα τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, ποὺ  μᾶς περιμένει καρτερικά, γιὰ νὰ μᾶς σώσει.   Ἀμήν.

 


Τετάρτη 4 Μαρτίου 2026

ΚΥΡΙΑΚΗ Β΄ΝΗΣΤΕΙΩΝ


Επ ιφανίου Παπαντωνίου

Πρωτότυπο Κείμενο

Κατ’ ἀρχάς Σὺ, Κύριε, τὴν γῆν ἐθεμελίωσας, καὶ ἔργα τῶν χειρῶν σού εἰσιν οἱ οὐρανοί· αὐτοὶ ἀπολοῦνται, σὺ δὲ διαμένεις· καὶ πάντες ὡς ἱμάτιον παλαιωθήσονται, καὶ ὡσεὶ περιβόλαιον ἑλίξεις αὐτούς, καὶ ἀλλαγήσονται· σὺ δὲ ὁ αὐτὸς εἶ, καὶ τὰ ἔτη σου οὐκ ἐκλείψουσι. Πρὸς τίνα δὲ τῶν ἀγγέλων εἴρηκέ ποτε· κάθου ἐκ δεξιῶν μου ἕως ἂν θῶ τοὺς ἐχθρούς σου ὑποπόδιον τῶν ποδῶν σου; Οὐχὶ πάντες εἰσὶ λειτουργικὰ πνεύματα εἰς διακονίαν ἀποστελλόμενα διὰ τοὺς μέλλοντας κληρονομεῖν σωτηρίαν; Διὰ τοῦτο δεῖ περισσοτέρως ἡμᾶς προσέχειν τοῖς ἀκουσθεῖσι, μή ποτε παραρρυῶμεν. Εἰ γὰρ ὁ δι’ ἀγγέλων λαληθεὶς λόγος ἐγένετο βέβαιος, καὶ πᾶσα παράβασις καὶ παρακοὴ ἔλαβεν ἔνδικον μισθαποδοσίαν, πῶς ἡμεῖς ἐκφευξόμεθα τηλικαύτης ἀμελήσαντες σωτηρίας; Ἥτις ἀρχὴν λαβοῦσα λαλεῖσθαι διὰ τοῦ Κυρίου, ὑπὸ τῶν ἀκουσάντων εἰς ἡμᾶς ἐβεβαιώθη.

Νεοελληνική Απόδοση

Εσύ, Κύριε, αρχικά στερέωσες τη γη κι έργο δικό σου είναι οι ουρανοί. Αυτοί θα εξαφανιστούν, ενώ εσύ αιώνια παραμένεις. Τα πάντα θα παλιώσουνε σαν ρούχο. Σαν μανδύα θα τους τυλίξεις, και θ’ αλλάξουν. Εσύ όμως παραμένεις πάντα ο ίδιος, τα χρόνια σου ποτέ δε θα τελειώσουν. Σε κανέναν απ’ τους αγγέλους δεν είπε ποτέ ο Θεός: Κάθισε στα δεξιά μου, ωσότου υποτάξω τους εχθρούς σου κάτω από τα πόδια σου. Δεν είναι, λοιπόν, όλοι οι άγγελοι πνεύματα που υπηρετούν το Θεό κι αποστέλλονται απ’ αυτόν για να βοηθήσουν όσους μέλλουν να σωθούν; Γι’ αυτό κι εμείς πρέπει να μένουμε πιο σταθεροί στις αλήθειες που ακούσαμε, για να μην ξεστρατίσουμε ποτέ. Γιατί, αν ο λόγος που δόθηκε άλλοτε μέσω αγγέλων, αποδείχτηκε αληθινός, κι όσοι τον παρέβηκαν ή δεν υπάκουσαν σ’ αυτόν, δέχτηκαν την τιμωρία που τους έπρεπε, πώς είναι δυνατόν εμείς να ξεφύγουμε, αν δε δώσουμε την προσοχή που ταιριάζει σε μια τόσο σπουδαία σωτηρία; Τη σωτηρία αυτή, που άρχισε να διακηρύττει ο Κύριος, μας τη βεβαίωσαν όσοι άκουσαν το λόγο του.

Η θεότητα του Ιησού Χριστού

Ολόκληρη η Αγία Γραφή, αλλά ιδιαιτέρως η προς Εβραίους επιστολή του Αποστόλου Παύλου, είναι μια διακήρυξη της θεότητας του Χριστού.  Οι Εβραίοι χριστιανοί της Παλαιστίνης, αντιμετωπίζουν ένα σκληρό διωγμό και βρίσκονται στο δίλημμα ή να θρησκεύουν σύμφωνα με την παλαιά θρησκεία του Ισραήλ και να είναι ήσυχοι και ανενόχλητοι ή να πιστεύουν στον Χριστό, σύμφωνα με το ευαγγέλιο που κηρύχθηκε και να ανήκουν στους «παράνομους» και να διώκονται.  Έτσι πολλοί ολιγοπίστησαν και άρχισαν να σκέφτονται να γυρίσουν πίσω στην ιουδαϊκή θρησκεία, αμφισβητώντας τη θεότητα του Ιησού Χριστού.  Ο απόστολος Παύλος γράφει αυτή την επιστολή για να τους στηρίξει στην αληθινή πίστη, τη χριστιανική πίστη.  Παίρνει τον Ιησού ως τον κατεξοχήν εκπρόσωπο του Θεού (αφού ο Ιησούς Χριστός είναι και τέλειος Θεός) και τον συγκρίνει με όλους τους εκπροσώπους που έστειλε ο Θεός πριν απ’ αυτόν: με τους αγγέλους, με τον Μωϋσή, τον Ααρών και αποδεικνύει ότι ο Θεάνθρωπος  Ιησούς είναι ασύγκριτα ανώτερος απ’ όλους. Η εκκλησία αυτή την περίοδο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής που οδηγούμαστε προς τα Άγια Πάθη, τοποθετεί  τα αποστολικά αναγνώσματα των Κυριακών από την προς Εβραίους Επιστολή, έτσι ώστε να μας εντάξει στο όλο σταυροαναστάσιμο πνεύμα.

Στο σημερινό Αποστολικό Ανάγνωσμα, βλέπουμε τον Απόστολο Παύλο να δανείζεται στίχους από τον προφήτη Δαβίδ (Ψαλμ. 101) και ν’ αναφέρεται στην παντοδυναμία του Θεού, του ποιητού ουρανού και γης, ορατών και αοράτων, του δημιουργού ολόκληρου του σύμπαντος και των κτισμάτων. Τα κτίσματα κάποια στιγμή θα μεταβληθούν, θα ανανεωθούν, ενώ αντιθέτως ο Κύριος θα παραμείνει αμετάβλητος και αιώνιος. Ο θείος Απόστολος παραθέτει αυτές τις προφητείες θέλοντας να δείξει το ασύγκριτο μεγαλείο και την παντοτινή παρουσία του Υιού του Θεού πριν, τώρα και μετά το τέλος της δημιουργίας τόσο των ανθρώπων, όσο και των αγγέλων. Ο Κύριος είναι αυτός που πάντα ήταν και αυτός που έρχεται και αυτός που μένει στους αιώνες. Αντίθετα οι άγγελοι είχαν αρχή, όταν τους δημιούργησε ο Θεός και είχαν την δυνατότητα να μετατρέψουν το φρόνημα τους και να μετακινήσουν την προς τον Θεό ευσέβεια τους. Αδιάψευστο παράδειγμα αποτελεί ο Εωσφόρος, που εξαιτίας της δίψας του να γίνει ίσος με τον Θεό, παρέσυρε στην ανυπακοή πολλούς αγγέλους, οι οποίοι από αγαθοί έγιναν πονηροί.

Ο θρίαμβος του θεανθρώπου Ιησού Χριστού μετά την Ανάσταση και την Ανάληψη όπου κάθισε στα δεξιά του Πατρός ως Θεάνθρωπος και συνανύψωσε «εν δυνάμει» τους ανθρώπους. Όταν ένας αμαρτωλός μετανοεί και γίνεται μέτοχος των παθημάτων και της αναστάσεως του Κυρίου, τότε γι’ αυτόν το «εν δυνάμει» γίνεται «εν ενεργεία». Ο θρίαμβος του Κυρίου, είναι και δικός μας θρίαμβος. Ο Θεός Πατέρας δεν μιλάει πότε έτσι σε αγγέλους. Δεν καλεί κανένα άγγελο να καθίσει σύνθρονος στα δεξιά του. Και προπαντός δεν υπόσχεται σε κανένα άγγελο, ότι μια μέρα όλα θα τα υποτάξει στα πόδια του. «Είπεν ο Κύριος τω Κυρίω μου, κάθου εκ δεξιών μου, εως αν θω τους εχθρούς σου υποπόδιον των ποδών σου» (Ψαλμ 109). Ο ρόλος των αγγέλων λοιπόν δεν μπορεί να συγκριθεί με την παγκόσμια εξουσία του Χριστού. 
Στον αγώνα μας να φανούμε αντάξιοι ως μέλλοντες κληρονόμοι σωτηρίας, έχουμε εντεταλμένους από τον Θεό τους αγγέλους να διακονούν την υπόθεση αυτή. Μιλώντας ο Ιερός Χρυσόστομος για την ύψιστη αυτή τιμή, λέει σχετικά «Πρόσεχε, πως υψώνει το φρόνημα τους και δείχνει την μεγάλη τιμή, που μας κάνει ο Θεός αφού όρισε τους αγγέλους που είναι ανώτεροι μας, να έχουν αυτή την υπηρεσία προς όφελος μας» (ΕΠΕ 24,266)

 Δύο μεγάλες αρετές: πίστη και υπακοή

Η υπακοή προϋποθέτει την πίστη. Και οι δύο είναι μεγάλοι θησαυροί, μεγάλες αρετές. Ιδιαίτερα την περίοδο της Μ. Τεσσαρακοστής η Εκκλησία μας προσπαθεί με διάφορους τρόπους και μέσα να ενδυναμώσει την πίστη μας και να μας βοηθήσει να κάνουμε κτήμα μας την υπακοή.

Στην Παλαιά Διαθήκη προβάλλονται αρκετά παραδείγματα πίστης και υπακοή. Όπως ο πατριάρχης Αβραάμ. Ο Θεός γνωρίζει την πίστη του Αβραάμ, αλλά την δοκιμάζει με την υπακοή. Τον προστάζει να θυσιάσει τον μονογενή του, για τον οποίο είχε δώσει τόσες υποσχέσεις. Και όμως ο Αβραάμ παραδίνεται στο θείο θέλημα, το οποίο του επιβάλλει να βαδίζει στα τυφλά και να πράττει πράγματα των οποίων αγνοεί το νόημα. 
Η ανυπακοή των Πρωτοπλάστων είχε ως συνέπεια την απομάκρυνση του Θεού από τη ζωή τους, στερούμενοι έτσι τον παράδεισο. Ο άνθρωπος έχασε την ευλογημένη κοινωνία με το Θεό, πέθανε πνευματικά και ήλθε στην ψυχή του η ροπή προς το κακό, και στο σώμα του ο πόνος, ο κόπος, η θλίψη και ο θάνατος. Απ’ τον πνευματικό θάνατο επίγειο και αιώνιο, ήλθε ο Χριστός ως νέος Αδάμ να μας λυτρώσει. Προσέλαβε ολόκληρη την ανθρώπινη φύση και την θεράπευσε.

Ένα άλλο παράδειγμα είναι ο Μωυσής. Ο Μωυσής όταν έμαθε για την καταγωγή και την πίστη των ομοεθνών του, έφυγε από το παλάτι του Φαραώ. Προτίμησε τις κακουχίες, την στενή και τεθλιμμένη οδό, παρά τις πρόσκαιρες απολαύσεις. Ο Θεός τον κάλεσε στη συνέχεια σε ένα μεγάλο έργο: να οδηγήσει το λαό από τη δουλεία της Αιγύπτου στη γη της Επαγγελίας.

 Ο χριστιανός ενώπιον των ευθυνών του

Ο απόστολος Παύλος στη συνέχεια μας θέτει ενώπιον των ευθυνών μας. Αφού λοιπόν, λέγει, ο Κύριός μας είναι ο προαιώνιος Θεός, «διά τούτο δει περισσοτέρως ημάς προσέχειν τοις ακουσθείσι». Πρέπει περισσότερο να προσέχουμε σ’ αυτά που ακούσαμε και είναι λόγοι του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Διότι εάν δεν προσέξουμε, διατρέχουμε τον κίνδυνο να παρασυρθούμε και να πέσουμε έξω. Στο ιερό αυτό κείμενο ο Απόστολος Παύλος μας προειδοποιεί ότι κινδυνεύουμε να χάσουμε τη σωτηρία μας, εάν δεν δείξουμε την ανάλογη προσοχή στις θείες αλήθειες που μας αποκάλυψε ο Κύριος. Κινδυνεύουμε να τις συνηθίσουμε και σιγά-σιγά να χάσουμε το δρόμο μας. Και τότε θα είμαστε αναπολόγητοι την ημέρα της Κρίσεως. Διότι δεν μπορούμε να παίζουμε με το νόμο του Θεού και να τον περιφρονούμε. Γι’ αυτό ο θείος Απόστολος μας ζητά να δείξουμε σοβαρότητα και υπευθυνότητα απέναντι στο νόμο του Θεού. Να τον ακούμε με προσοχή και ενδιαφέρον. Πόσες φορές ακούμε στην εκκλησία το ιερό Ευαγγέλιο ή κάποιο κήρυγμα; Πόσες φορές διαβάζουμε στο σπίτι μας την Αγία Γραφή ή κάποιο πνευματικό βιβλίο; Κάθε φορά λοιπόν που ακούμε τον θείο λόγο, να κατανοούμε ότι είναι μεγίστης σπουδαιότητας. Και γι’ αυτό να τον ακούμε με πίστη και φόβο Θεού. Να τον μελετούμε συχνά και με προσοχή, συγκρατώντας τα θεία νοήματα στη μνήμη μας και στις καρδιές μας. Κι έτσι να ευθυγραμμίζουμε τη ζωή μας με το θείο νόμο. Για να μη χάσουμε την ψυχή μας, αλλά να κερδίσουμε τη σωτηρία μας και να αξιωθούμε να ζήσουμε κι εμείς μαζί με τον Κύριο στη Βασιλεία του αιωνίως.

Δευτέρα 23 Φεβρουαρίου 2026

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

 kiriaki orthodoxias

«Λόγος εἰς τήν Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας»

                                                         Ἁγίου Λουκᾶ, ἀρχιεπίσκοπου Κριμαίας

Τὴν πρώτη Κυριακὴ τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία πανηγυρίζει τὸ θρίαμβο τῆς Ὀρθοδοξίας, τῆς ὀρθῆς πίστεως, ἡ ὁποία καταπάτησε ὅλες τίς αἱρέσεις καὶ στερεώθηκε γιὰ πάντα. Γι' αὐτὸ ἡ Κυριακὴ αὐτὴ καλεῖται Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξίας. Οἱ αἱρέσεις φάνηκαν ἤδη ἀπαρχῆς τοῦ χριστιανισμοῦ. Οἱ ἴδιοι οἱ Ἀπόστολοι τοῦ Χριστοῦ προειδοποιοῦσαν τοὺς συγχρόνους τους, καὶ μαζί τους καὶ ἐμᾶς, γιὰ τὸν κίνδυνο ἀπὸ τοὺς ψευδοδιδασκάλους.

Ὁ Ἅγιος Ἀπόστολος Πέτρος στὴ Β' Καθολικὴ ἐπιστολὴ γράφει τὸ ἑξῆς: «Ἐγένοντο δὲ καὶ ψευδοπροφῆται ἐν τῷ λαῷ, ὡς καὶ ἐν ὑμῖν ἔσονται ψευδοδιδάσκαλοι, οἵτινες παρεισάξουσιν αἱρέσεις ἀπωλείας, καὶ τὸν ἀγοράσαντα αὐτοὺς δεσπότην ἀρνούμενοι, ἐπάγοντες ἐαυτοῖς ταχινὴν ἀπώλειαν, καὶ πολλοὶ ἐξακολουθήσουσιν αὐτῶν ταῖς ἀσελγείαις, δι' οὖς ἡ ὁδὸς τῆς ἀληθείας βλασφημηθήσεται» (Β' Πέτ. 2, 1-2).

Ὁ Ἅγιος Ἀπόστολος Παῦλος, ἐπιστρέφοντας στὴν Παλαιστίνη ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, ἔκανε στάση στὴν Ἔφεσο. Ἐκεῖ στοὺς χριστιανοὺς κατοίκους τῆς πόλεως ἔλεγε: «Ἐγὼ γὰρ οἶδα τοῦτο, ὅτι εἰσελεύσονται μετὰ τὴν ἄφιξίν μου λύκοι βαροῖς εἰς ὑμᾶς μὴ φειδόμενοι τοῦ ποιμνίου, καὶ ἐξ ὑμῶν αὐτῶν ἀναστήσονται ἄνδρες λαλοῦντες διεστραμμένα τοῦ ἀποσπᾶν τοὺς μαθητᾶς ὀπίσω αὐτῶν» (Πράξ. 20, 29-30).

Πολλοὶ τέτοιοι ψευδοδιδάσκαλοι καὶ σχισματικοὶ ὑπῆρχαν στοὺς πρώτους αἰῶνες τοῦ χριστιανισμοῦ. Μερικὲς αἱρέσεις τάραζαν τὴν Ἐκκλησία ὁλόκληρους αἰῶνες, ὅπως γιὰ παράδειγμα οἱ αἱρέσεις τοῦ Ἀρείου, τοῦ Μακεδονίου, τοῦ Εὐτηχοῦς, τοῦ Διοσκόρου, τοῦ Νεστορίου καὶ ἐπίσης ἡ αἵρεση τῆς εἰκονομαχίας. Οἱ αἱρέσεις αὐτὲς προκάλεσαν πολλὲς διαταραχὲς στὴν Ἐκκλησία καὶ τὴν βασάνισαν πολύ. Ὑπῆρχαν πολλοὶ ὁμολογητὲς καὶ μάρτυρες ποὺ ἔχυσαν τὸ αἷμα τους ὑπερασπιζόμενοι τὴν ἀληθινὴ πίστη στὸν ἀγῶνα κατὰ τῶν ψευδοδιδασκάλων καὶ τῶν αἱρετικῶν.

Ὑπῆρχαν ἐπίσης καὶ πολλοὶ καὶ μεγάλοι ἱεράρχες οἱ ὁποῖοι καὶ αὐτοὶ ὑπέφεραν πολλοὺς διωγμοὺς καὶ πολλὲς φορὲς ἐξορίστηκαν. Ὁ Ἅγιος Φλαβιανός, πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, γιὰ παράδειγμα, σὲ μία σύνοδο ὑπὸ τὴν προεδρία τοῦ Διοσκόρου, ἡ ὁποία καλεῖται «λειστρική», χτυπήθηκε τόσο ἄγρια ποὺ μετὰ ἀπὸ τρεῖς ἡμέρες πέθανε.

Ἡ τελευταία στὴ σειρὰ τῶν αἱρέσεων, ἡ αἵρεση τῆς εἰκονομαχίας, ἦταν αὐτὴ ποὺ ἐπέφερε τὰ περισσότερα βάσανα στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας. Ἡ αἵρεση αὐτὴ ἐμφανίστηκε γιὰ πρώτη φορᾶ στὰ χρόνια τοῦ αὐτοκράτορα Λέοντος τοῦ Ἰσαύρου, ὁ ὁποῖος ἀνέβηκε στὸ θρόνο τὸ 717. Ἀνέβηκε στὸ θρόνο μὲ τὴ βοήθεια τοῦ στρατοῦ ὅπου ὑπῆρχαν πολλοὶ ἀντίπαλοι τῆς προσκυνήσεως τῶν ἁγίων εἰκόνων. Ἐπειδὴ ἤθελε νὰ εὐαρεστήσει τὸ στρατὸ ἄρχισε σκληρὸ διωγμὸ κατὰ τῶν εἰκονοφίλων.

Ὁ διωγμὸς αὐτὸς συνεχίστηκε καὶ στὰ χρόνια τοῦ αὐτοκράτορα Κωνσταντίνου τοῦ Κοπρωνύμου, ὁ ὁποῖος διαδέχτηκε στὸ θρόνο τὸν Λέοντα. Ἡ κόπρος σημαίνει τὰ κόπρανα. Ὀνομάστηκε Κοπρώνυμος διότι κατὰ τὴν βάπτισή του μόλυνε τὴν κολυμβήθρα. Οἱ δυὸ αὐτοὶ αὐτοκράτορες γιὰ πολλὰ χρόνια εἶχαν τὴν ἐξουσία στὰ χέρια τους καὶ προκάλεσαν πολλὰ δεινὰ στὴν Ἐκκλησία. Μετὰ ἀπὸ αὐτοὺς ὑπῆρχαν καὶ ἄλλοι αὐτοκράτορες εἰκονομάχοι, οἱ ὁποῖοι συνέχισαν τὸ ἔργο τῶν προκατόχων τους καὶ βασάνισαν τὴν Ἐκκλησία ἐπὶ ὁλόκληρα χρόνια.

Δὲν μποροῦμε νὰ περιγράψουμε τὰ βάσανα ποὺ ὑπέφερε ἡ Ἐκκλησία στὰ χρόνια τῆς εἰκονομαχίας καὶ ἰδιαίτερα οἱ μοναχοὶ οἱ ὁποῖοι βρίσκονταν στὴν πρώτη γραμμὴ τοῦ ἀγῶνα τῶν ἱερῶν εἰκόνων. Οἱ αὐτοκράτορες εἰκονομάχοι ἔκλεισαν πολλὰ μοναστήρια, πολλὲς ἐκκλησίες ὅπου ὑπῆρχαν εἰκόνες τὶς ἔκαναν ἀποθῆκες. Τοὺς μοναχούς τούς βασάνιζαν ἄγρια: τοὺς ἔβγαζαν μάτια, τοὺς ἔκοβαν μύτες, ἔσπαζαν εἰκόνες πάνω στὸ κεφάλι τους. Τοὺς ἁγιογράφους μὲ τὰ πυρακτωμένα σίδερα τοὺς ἔκαιγαν τὰ δάκτυλα.

Μόνο, τότε, ὅταν στὸ θρόνο τοῦ Βυζαντίου ἀνέβηκε ἡ αὐτοκράτειρα Εἰρήνη, σταμάτησε ὁ διωγμὸς ἀλλὰ ὄχι ὁριστικά. Τὸ 787 ἡ Εἰρήνη συγκάλεσε τὴν Ζ' Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, ἡ ὁποία διατύπωσε τὴν ὀρθόδοξη διδασκαλία περὶ τῆς τιμητικῆς προσκύνησης τῶν ἱερῶν εἰκόνων. Ἀλλὰ καὶ μετὰ τὴ σύνοδο ὑπῆρχαν αὐτοκράτορες εἰκονομάχοι, ὅπως, γιὰ παράδειγμα, ὁ Μιχαὴλ καὶ ἄλλοι. Ἡ αἵρεση αὐτὴ συντρίφτηκε ὁριστικὰ μόνο ἐπὶ τῆς θεοσεβέστατης Αὐγούστας Θεοδώρας, ὅταν τὸ 842 συγκλήθηκε ἡ τοπικὴ σύνοδος στὴν Κωνσταντινούπολη ἡ ὁποία ἐπικύρωσε τὴν ὀρθόδοξη διδασκαλία. Ἡ σύνοδος αὐτὴ ἀναθεμάτισε ὅλους αὐτοὺς ποὺ τολμοῦν νὰ λένε ὅτι ἡ προσκύνηση τῶν ἱερῶν εἰκόνων εἶναι εἰδωλολατρία καὶ οἱ ὀρθόδοξοι χριστιανοὶ εἶναι εἰδωλολάτρες.

Καὶ ἐδῶ οἱ αἱρετικοί μᾶς λένε ἀκριβῶς αὐτὸ τὸ πρᾶγμα. Τολμοῦν νὰ ἀποκαλοῦν τὶς εἰκόνες μας εἴδωλα καὶ ἐμᾶς εἰδωλολάτρες. Καὶ μέχρι ποῦ φτάνει τὸ θράσος τους; Θὰ σᾶς πῶ ἕνα περιστατικὸ ποὺ ἔγινε πρόσφατα σὲ μία πόλη τῆς Σιβηρίας. Τὴν ὥρα τῆς λειτουργίας δυὸ βαπτιστὲς μπῆκαν μέσα στὴν ἐκκλησία καὶ ἄρχισαν ἐκεῖ νὰ φωνάζουν ὅτι οἱ ὀρθόδοξοι εἶναι εἰδωλολάτρες καὶ οἱ εἰκόνες τοὺς εἴδωλα. Τί ἀνοησία!

Πῶς τολμοῦν αὐτοὶ νὰ ἀνοίγουν τὸ ἀκάθαρτο στόμα τους καὶ νὰ λένε αὐτὰ τὰ λόγια ποὺ στάζουν δηλητήριο, ἀποκαλώντας μας εἰδωλολάτρες καὶ τὶς εἰκόνες μας εἴδωλα; Αὐτὸ δείχνει πὼς δὲν ἔχουν κατανοήσει σωστὰ τὴν δεύτερη ἐντολὴ τοῦ Μωσαϊκοῦ νόμου: «οὐ ποιήσεις σ' ἐαυτῷ εἴδωλον οὐδὲ παντὸς ὁμοίωμα, ὅσα ἐν τῷ οὐρανῷ ἄνω καὶ ὅσα ἐν τῇ γῇ κάτω καὶ ὅσα ἐν τοῖς ὕδασιν ὑποκάτω τῆς γῆς. Οὐ προσκυνήσεις αὐτοῖς οὐδὲ μὴ λατρεύσεις αὐτοῖς» (Ἔξ. 20,4).

Τί σημαίνει αὐτὴ ἡ ἐντολή; Νομίζω ὅτι τὸ νόημά της εἶναι ξεκάθαρο. Ἡ ἐντολὴ αὐτὴ ἀπαγορεύει ἀντὶ νὰ προσκυνᾶμε τὸν Ἕνα, Μοναδικὸ καὶ Ἀληθινὸ Θεὸ νὰ κατασκευάζουμε εἴδωλα καὶ νὰ τὰ προσκυνᾶμε. Ὅπως τὸ ἔκαναν οἱ ἀρχαῖοι λαοί: οἱ Ἀσσύριοι, οἱ Βαβυλώνιοι, οἱ Αἰγύπτιοι, οἱ Ἕλληνες, οἱ Ρωμαῖοι καὶ ἄλλοι...

Αὐτὴ εἶναι ἡ εἰδωλολατρία. Ἡ δική μας ὅμως ἡ προσκύνηση τῶν ἱερῶν εἰκόνων μοιάζει σὲ τίποτα μὲ τὴν εἰδωλολατρία; Ἀσφαλῶς ὄχι. Τὰ εἴδωλα ἀπεικόνιζαν κάτι ποὺ δὲν ὑπάρχει στὴν πραγματικότητα, ποὺ εἶναι καρπὸς φαντασίας. Οἱ δικές μας εἰκόνες εἰκονίζουν τὴν πραγματικότητα. Πραγματικά, δὲν ζοῦσε μεταξύ μας ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, τὸν Ὁποῖον δοξάζουμε καὶ τὶς εἰκόνες τοῦ Ὁποίου προσκυνᾶμε; Δὲν ζοῦσε μεταξύ μας ἡ Παναγία, τὴν ὁποία ζωγράφισε ὁ Ἅγιος ἀπόστολος καὶ εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς; Τὴν εἰκόνα του αὐτὴ τὴν εὐλόγισε ἡ ἴδια ἡ Θεοτόκος, λέγοντας ὅτι ἡ χάρη της θὰ εἶναι πάντα μ' αὐτὴ τὴν εἰκόνα. Ξέρετε πόσα θαύματα γίνονται ἀπὸ τὶς εἰκόνες τῆς Παναγίας.

Καὶ οἱ ἄλλες εἰκόνες, δὲν εἰκονίζονται σ' αὐτὲς πραγματικὰ πρόσωπα τῶν ἁγίων τοῦ Θεοῦ ποῦ ζοῦσαν ἐδῶ πάνω στὴ γῆ; Οἱ εἰκόνες τους αὐτὲς εἶναι τὰ πορτραίτα τους καὶ μὲ κανένα τρόπο δὲν εἶναι εἴδωλα. Μόνο ἀσεβὲς καὶ ἀκάθαρτο στόμα τολμᾶ νὰ λέει ὅτι οἱ εἰκόνες μας εἶναι εἴδωλα καὶ ἐμεῖς εἴμαστε εἰδωλολάτρες. Νὰ σιωπήσουν οἱ ἀσεβεῖς διότι ἡ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος ἀπήγγειλε τὸ ἀνάθεμα ἐναντίον τους.

Νὰ τὸ ξέρετε, νὰ τὸ θυμᾶστε καὶ νὰ μὴν συναναστρέφεστε μὲ τοὺς αἱρετικούς. Νὰ μὴν ἀπομακρύνεστε ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, μὴ σχίζετε τὸ χιτῶνα τοῦ Χριστοῦ. Νὰ θυμᾶστε ὅτι ὁ Χριστὸς στὴν ἀρχιερατική του προσευχὴ παρακαλοῦσε τὸν Πατέρα Του, λέγοντας: «ἶνα πάντες ἕν ὦσι, καθὼς σύ, πάτερ, ἐν ἐμοὶ καγῶ ἐν σοῖ, ἶνα καὶ αὐτοὶ ἐν ἠμῖν ἓν ὦσιν, ἵνα ὁ κόσμος πιστεύσει ὅτι σὺ μὲ ἀπέστειλας» (Ἰω. 17, 21). Ὁ Κύριος θέλει ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας. Οἱ σχισματικοί, οἱ ὁποῖοι βρίσκουν σφάλματα στὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, ἀπομακρύνονται ἀπ' αὐτὴν καὶ πιστεύουν ὅτι θὰ βροῦν τὴ σωτηρία στὶς αἱρετικές τους ὀργανώσεις.

Ξέρετε ὅμως τί ἔλεγαν οἱ μεγάλοι ἅγιοι γιὰ τοὺς ἀνθρώπους ποῦ σχίζουν τὸ χιτῶνα τοῦ Χριστοῦ; Ὁ Ἅγιος Κυπριανός, ἐπίσκοπος Καρθαγένης, εἶπε ὅτι οἱ ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι ἀπομακρύνονται ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία καὶ δὲν ἔχουν κοινωνία μαζί της καὶ μάρτυρες νὰ εἶναι, ἀκόμα καὶ μὲ τὸ αἷμα τους, δὲν καθαρίζουν τὴν ἁμαρτία τους διότι ἡ βαριὰ αὐτὴ ἁμαρτία τῆς διαίρεσης τῆς Ἐκκλησίας δὲν καθαρίζεται οὔτε μὲ τὸ αἷμα. Καὶ ὁ ἅγιος ἱερομάρτυρας Ἰγνάτιος ὁ Θεοφόρος εἶπε ὅτι αὐτὸς ποὺ προκαλεῖ σχίσμα στὴν Ἐκκλησία δὲ θὰ κληρονομήσει τὴν βασιλεία τοῦ Θεοῦ.

Ὅλοι οἱ αἱρετικοί, ὅμως, εἶναι κήρυκες τοῦ σχίσματος. Ἐνῷ ὁ ἀπόστολος λέει: «Παρακαλῶ δὲ ὑμᾶς, ἀδελφοί, σκοπεῖν τοὺς τᾶς διχοστασίας καὶ τὰ σκάνδαλα παρὰ τὴν διδαχὴν ἣν ὑμεῖς ἐμάθετε ποιοῦντας, καὶ ἐκκλίνατε ἀπ' αὐτῶν» (Ρωμ. 16, 17). Καὶ στὴν ἄλλη ἐπιστολὴ του λέει τὸ ἑξῆς: «εἰ τὶς ὑμᾶς εὐαγγελίζεται παρ' ὃ παρελάβετε, ἀνάθεμα ἔστω» (Γαλ. 1, 9). Καὶ ὅλοι οἱ αἱρετικοὶ εὐαγγελίζουν ὄχι αὐτὸ ποὺ εὐαγγελίζει ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἡ ὁποία μᾶς γέννησε πνευματικά.

Θυμηθεῖτε καὶ τὸν λόγο τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁ Ὁποῖος εἶπε στοὺς ἀποστόλους καὶ μέσῳ αὐτῶν σὲ μᾶς τοὺς διαδόχους τους: «Ὁ ἀκούων ὑμῶν ἐμοῦ ἀκούει, καὶ ὁ ἀθετῶν ὑμᾶς ἐμὲ ἀθετεῖ ὁ δὲ ἐμὲ ἀθετῶν ἀθετεῖ τὸν ἀποστείλαντά με» (Λκ. 10, 16).Τρομερὰ εἶναι αὐτὰ τὰ λόγια τοῦ Κυρίου. Νὰ τὰ θυμᾶστε πάντοτε. Νὰ μὴν ξεχνᾶτε καὶ αὐτὴν τὴν ἡμέρα, τὴν ἡμέρα τοῦ θριάμβου τῆς ὀρθοδόξου πίστεως. Ἡ πίστη αὐτὴ διατυπώθηκε ὁριστικὰ στὴν Ζ' Οἰκουμενικὴ Σύνοδο ἡ ὁποία στερέωσε τὴν Ὀρθοδοξία καὶ καταπάτησε ὅλες τὶς αἱρέσεις καὶ τὰ σχίσματα.

Πάνω ἀπὸ χίλια χρόνια πέρασαν ἀπὸ τότε ποὺ ἔγινε ἡ Ζ' Οἰκουμενικὴ Σύνοδος καὶ δὲν ἔχουν ξαναγίνει Οἰκουμενικὲς Σύνοδοι. Γιατί; Οἱ λόγοι εἶναι πολιτικοί. Δὲν ὑπῆρχε δυνατότητα νὰ συγκληθοῦν. Ἀλλὰ νὰ μὴν λυπόμαστε ποὺ δὲν ἔγιναν ἄλλες καὶ δὲν γίνονται σήμερα οἱ Οἰκουμενικὲς Σύνοδοι. Αὐτὲς οἱ ἑπτὰ ποὺ ἔχουμε, τακτοποίησαν ὅλα τὰ ζητήματα καὶ ἔλυσαν ὅλα τὰ προβλήματα ποὺ εἶχε ἡ Ἐκκλησία μὲ τὶς αἱρέσεις καὶ στερέωσαν τὴν ὀρθόδοξη πίστη.

Θὰ πεῖτε πὼς σήμερα ἔχουμε πολλὲς καινούριες αἱρέσεις καὶ σχίσματα. Ναί, ἔχετε δίκαιο. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ξέρουμε πὼς οἱ καινούριες αὐτὲς αἱρέσεις δὲν λένε τίποτε καινούριο ἀλλὰ ἐπαναλαμβάνουν αὐτὰ ποὺ ἤδη ἔχουν πεῖ οἱ παλαιοὶ αἱρετικοί. Καὶ ὅλες αὐτὲς οἱ αἱρέσεις ἀναθεματίστηκαν ἀπὸ τὴν Ζ' Οἰκουμενικὴ Σύνοδο. Γι' αὐτό μας ἀρκοῦν οἱ ἀποφάσεις τῶν ἑπτὰ Οἰκουμενικῶν Συνόδων καὶ ἰδιαίτερα τῆς Ἑβδόμης. Γι' αὐτὸ καὶ χαιρόμαστε καὶ πανηγυρίζουμε σήμερα τὸ θρίαμβο τῆς Ὀρθοδοξίας τὴ ὁποία ἐξέφρασε καὶ στερέωσε ἡ Ζ' Οἰκουμενικὴ Σύνοδος.

Ἀκριβῶς γι' αὐτὸ τὸ λόγο ὁρίστηκε αὐτὴ τὴν ἡμέρα νὰ ψάλλεται δοξολογία ὡς εὐχαριστία στὸ Θεὸ γιὰ τὴν στερέωση τῆς Ὀρθοδοξίας.

πηγή: Ἁγίου Λουκᾶ Ἀρχιεπισκόπου Κριμαίας - Λόγοι καὶ Ὁμιλίες τόμος Α', ἐκδ. «Ὀρθόδοξος Κυψέλη

Τρίτη 17 Φεβρουαρίου 2026

Κυριακή της Τυρινής:

 

Κυριακή της Τυρινής: Η συγχώρησις των αδελφών προϋπόθεσις της ενώσεώς μας με τον Χριστό

 

† Αρχ. Γεώργιος Καψάνης, Προηγούμενος Ι. Μ. Γρηγορίου Αγίου Όρους

Ομιλία εις την Τράπεζαν της Συγχωρήσεως, τη 24η Φεβρουάριου 1992, Κυριακή της Τυρινής.

 

Ευαχριστούμε τον Κύριο, που μας αξίωσε κι απόψε, αδελφωμένοι όλοι, να εορτάσουμε την Κυριακή της Τυρινής· και θα μας αξιώση μετ’ ολίγον να συγχωρηθούμε και συγχωρημένοι και αγαπημένοι να μπούμε στην ευλογημένη και αγία περίοδο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής.

Είναι Παράδοσις της Εκκλησίας μας και του Ορθοδόξου Γένους μας απόψε οι ορθόδοξοι Χριστιανοί και στις πόλεις και στα χωριά, εκεί που υπήρχε παλαιότερα ευσέβεια και όπου υπάρχει ακόμα κάποια ευσέβεια, οι Χριστιανοί να πηγαίνουν στον Εσπερινό της Συγχωρήσεως, να ακούν τα ωραία γράμματα, τα οποία ωθούν την ψυχή του ανθρώπου προς τον πνευματικό αγώνα, και εν συνεχεία να συγχωρούνται από τον ιερέα και μεταξύ των. Και μετά να πηγαίνουν στα σπίτια των, να παραθέτουν κοινή τράπεζα, συγγενείς και φίλοι, και να ευφραίνωνται οικογενειακώς. Και συγχωρεμένοι όλοι οι Χριστιανοί να αρχίζουν την Αγία και Μεγάλη Τεσσαρακοστή, και μάλιστα σε μερικά μέρη να κρατούν και το Τριήμερο.

Δυστυχώς τα ξενικά έθιμα, τα οποία εισέβαλαν στον τόπο μας τα τελευταία χρόνια, κατήργησαν εν πολλοίς αυτήν την ευλογημένη συνήθεια, αυτό το ωραίο ορθόδοξο χριστιανικό έθιμο. Αλλά και κάποια κατάλοιπα του αρχαίου ειδωλολατρικού Ελληνισμού, τα οποία δυστυχώς μέχρι τώρα δεν ξερίζωσε ο Χριστιανισμός και στην πατρίδα μας, οι καρναβαλικές εορτές, οι οποίες τώρα και για λόγους κερδοσκοπικούς προβάλλονται, αντιστρατεύονται αυτήν την ωραία και πνευματική συνήθεια του Ορθοδόξου λαού μας. Το αποτέλεσμα είναι να διασκεδάζη ο λαός αυτές τις ημέρες, αλλά όχι χριστιανικά, και γι’ αυτό να μή έχη και αληθινή χαρά. Ο διάβολος τα κατάφερε έτσι, ώστε οι ημέρες αυτές για πολλούς αδελφούς μας Έλληνες Χριστιανούς από ημέρες πνευματικής προετοιμασίας που είναι για τον αγώνα της Μεγάλης Τεσσαρακοστής να γίνωνται ημέρες μεγάλων αμαρτημάτων και αισχρουργιών, διά τας οποίας ο Απόστολος Παύλος λέγει ότι «αισχρόν έστι και λέγειν» (Έφεσ. ε΄ 12). Ιδίως στις πόλεις εκείνες που γίνονται οι καρναβαλικές εορτές ακολουθούν πολλές φρικτές αμαρτίες των ανθρώπων. Χαίρεται ο διάβολος και λυπείται ο Χριστός. Και όλα αυτά στην Ορθόδοξο πατρίδα μας.

Στο Άγιον Όρος, δόξα τω Θεώ, διατηρείται η Παράδοσις η Ελληνορθόδοξη. Γι’ αυτό και εμείς απόψε συγκεντρωνόμαστε εδώ να τελέσουμε τον Εσπερινό της αγάπης, και μετά και το δείπνο της αγάπης, όπως οι πρώτοι Χριστιανοί που τελούσαν τις αγάπες.

Γνωρίζουμε ότι ο σκοπός της ζωής μας είναι η ένωσίς μας με τον Θεό. Αυτός είναι ο ανώτερος, ο ύψιστος, ο μεγάλος, ο τελικός σκοπός της ζωής μας. Όλοι οι άλλοι σκοποί είναι δευτερεύοντες και επίγειοι. Π.χ. το να μάθουμε κάποια τέχνη ή κάποια επιστήμη, το να φτιάξουμε κάποιο σπίτι, το να κάνουμε οικογένεια. Καλά είναι κι αυτά, αλλά αυτά δεν είναι ο τελικός σκοπός της ζωής μας. Διότι μπορεί να τα πραγματοποίηση αυτά ο άνθρωπος και να επιτύχη κοσμικά και ανθρώπινα, αλλά αν δεν επιτύχη την ένωσί του με τον Θεό, είναι αποτυχημένος από την άποψι του αιωνίου προορισμού του. Μπορεί πρόσκαιρα να επέτυχε σ’ αυτό τον κόσμο, αλλά αιώνια απέτυχε.

Αυτός ο ύψιστος σκοπός της ζωής μας, που πρέπει να επιδιώκουμε μέσα σε όλα τα ανθρώπινα και πέρα απ’ όλα τα ανθρώπινα, επιτυγχάνεται μέσα στην αγία μας Εκκλησία.

Η Εκκλησία μας είναι εκείνη που μας διδάσκει αυτόν τον μεγάλο σκοπό της ζωής μας, αλλά και που μας βοηθάει να τον πραγματοποιήσουμε. Και να, μία βοήθεια που μας δίνει η Εκκλησία για να πραγματοποιήσουμε αυτόν τον μεγάλο σκοπό της ζωής μας: Η Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Είναι η περίοδος, κατά την οποία με τις ωραίες ακολουθίες, τα ωραία γράμματα που ψάλλει η Εκκλησία μας, τις ωραίες αναγνώσεις, τα ωραία τυπικά, μας υπενθυμίζει ότι ο σκοπός μας είναι να ενωθούμε με τον Θεό. Και ότι για τον σκοπό αυτό πρέπει να αγωνισθούμε. Χωρίς αγώνα δεν μπορεί ο άνθρωπος να ενωθή με τον Θεό. Δεν θα αναλύσω απόψε στην αγάπη σας ποιός είναι αυτός ο αγώνας, γιατί λίγο ως πολύ το γνωρίζουμε. Θέλω όμως να τονίσω, διότι το καλεί η ημέρα, ότι η ένωσις με τον Θεό είναι συγχρόνως και ένωσις με τους αδελφούς μας, τους συνανθρώπους μας. Δεν μπορούμε να ενωθούμε με τον Θεό, αν δεν είμαστε ενωμένοι με τους συνανθρώπους μας. Κάθε τι το οποίο μας χωρίζει από τους συνανθρώπους μας, μας χωρίζει κι από τον Θεό.

Γι’ αυτό είναι μεγάλη ανάγκη να είμαστε συνεχώς ενωμένοι πνευματικά με τους συνανθρώπους μας, για να είμαστε ενωμένοι με τον Θεό. Προκειμένου να αφαιρέσουμε κάθε εμπόδιο το οποίον μας χωρίζει από τους συνανθρώπους μας, έχουμε εμείς οι Χριστιανοί την συγχώρησι. Με την συγχώρησι αποκαθιστούμε την ενότητα, την αγάπη, την ομοψυχία, την ειρήνη. Ο πειρασμός, τα πάθη μας, ο εγωϊσμός μας, συνεχώς μας βάζουν εμπόδια στο ν’ αγαπούμε τον συνάνθρωπό μας, στο να τον συγχωρούμε. Μας δημιουργούν μέσα μας ψυχρότητες, επιθετικότητες, κακούς λογισμούς, καχυποψίες, παράπονα για τον συνάνθρωπό μας, άλλοτε δίκαια και άλλοτε άδικα. Αυτά όλα όμως μας χωρίζουν από τον συνάνθρωπό μας. Κι όταν λέω συνάνθρωπό μας, δεν εννοώ τον άγνωστο, αλλά αυτόν με τον οποίον συμπορευόμεθα στον δρόμο της ζωής μας, που για μας μεν τους μοναχούς είναι όσοι αποτελούν την αδελφότητα της Μονής αλλά και οι αδελφοί μας που μας επισκέπτονται, οι προσκυνηταί της Μονής, οι εργαζόμενοι στη Μονή, οι άνθρωποι που περνούν από το Μοναστήρι μας. Όλοι αυτοί είναι οι πλησίον, για τους οποίους ομιλεί ο Κύριος στο ιερό Ευαγγέλιο. Για σας δε τους κοσμικούς πλησίον είναι οι συγγενείς σας, η σύζυγός σας, οι γονείς σας, τα αδέλφια σας, τα παιδιά σας, οι συνεργάτες σας, οι συμμαθηταί σας στα σχολεία. Αυτούς όλους τους ανθρώπους καλούμεθα να τους έχωμε μέσα στην καρδιά μας, να τους αγαπούμε, να τους χωράμε μέσα μας.

Δεν μπορούμε να ενωθούμε με τον Θεό, όταν δεν αισθανόμαστε ό,τι αισθάνεται ο Θεός για τους ανθρώπους. Η καρδιά του Θεού είναι ανοικτή. Χωράει όλο τον κόσμο. Και χωράει και εκείνους οι οποίοι τον υβρίζουν και τον βλασφημούν. Η καρδιά του Χριστού, όταν σταυρωνόταν, χωρούσε εκείνους που τον εσταύρωναν. Κι όχι μόνο τους συγχωρούσε, αλλά και τους εδικαιολογούσε: «Πάτερ, άφες αυτοίς· ού γάρ οίδασι τι ποιούσι» (Λουκ. κγ΄ 34). Και η καρδιά του Χριστιανού πρέπει να είναι μια καρδιά Θεομίμητος και Χριστομίμητος, να είναι ανοικτή πάντα και να χωράη πάντα όλους τους ανθρώπους, και εκείνους για τους οποίους έχει παράπονα και εκείνους οι οποίοι τον έχουν αδικήσει.

Να, ένα μεγάλο αγώνισμα για μας τους Χριστιανούς: Η συγχωρητικότης, η ανοχή, η επιείκεια, η κατανόησις. Δύσκολο το αγώνισμα, αλλά πολύ αναγκαίο για την ένωσί μας με τον Θεό, για την ειρήνη της ψυχής μας, για την σωτηρία της ψυχής μας. Είναι πολύ εύκολο να δημιουργηθή μεταξύ μας ψυχρότης και αντιπάθεια. Αλλά η συγγνώμη, που θα ζητήσουμε ο ένας απ’ τον άλλο και θα δώσουμε ο ένας στον άλλο, αμέσως διορθώνει το κακό, λιγοστεύει την απόστασι, φέρνει τον ένα κοντά στον άλλο, έτσι που ο ένας να χωράη μέσα στον άλλο κι όλοι μαζί να χωράμε μέσα στον Θεό. Τί ευλογία μεγάλη! Να χωράη ο ένας μέσα στον άλλο κι όλοι να χωράμε μέσα στον Θεό. Κι όπως ο Θεός μας χωράει όλους μέσα στην απεριόριστη ευρυχωρία της θείας αγάπης του, έτσι κι εμείς να διευρυνθούμε και να χωράμε όλους τους αδελφούς μας μέσα στην αγάπη μας.

Τί κακό πράγμα είναι να στενεύη κανείς και να μη χωράη κανένα στην καρδιά του ή να χωράη ελάχιστα μόνο πρόσωπα. Αυτό εχει πάθει κι ο εχθρός της σωτηρίας μας, ο διάβολος. Ενώ ο Θεός είναι ανοικτός σ’ όλο τον κόσμο, ο διάβολος είναι κλειστός σ’ όλο τον κόσμο. Ο διάβολος δεν μπορεί να ανοιχθή σε κανένα. Είναι κλεισμένος σε μια φοβερή μοναξιά και εγωκεντρισμό. Δεν αγαπάει κανένα, αλλά μισεί όλους και θέλει το κακό όλων.

Τί ωραίο πράγμα να διευρύνεται ο Χριστιανός. Όσο περνά η ζωή του, να ανοίγη η καρδιά του, να χωράη όλους και ν’ αγαπάη όλους. Αυτό το αγώνισμα πρέπει να κρατήση σε όλη μας την ζωή. Όσο περνούν τα χρόνια μας, τόσο πιο πολύ να διευρυνώμεθα πνευματικά, να ανοιγόμαστε και να χωράμε, όπως είπα, μέσα μας όλους τους αδελφούς μας.

Αυτή η Αγία και Μεγάλη Τεσσαρακοστή θα μας δώση την δυνατότητα ν’ αγωνισθούμε. Σε λίγο θα βάλουμε μετάνοια μεταξύ μας και θα ζητήσουμε συγχώρησι. Θα ζητήσουμε συγχώρησι πρώτα από τον Κύριο και Θεό και Πλάστη και Κριτή μας, ενώπιον του οποίου όλη μας η ζωή, και τα φανερά και τα κρυπτά, είναι γνωστά. Μετά απ’ την Παναγία μας, η οποία προΐσταται της Εκκλησίας των λελυτρωμένων και είναι η Μητέρα μας και η Μητέρα όλων των Χριστιανών κι όλου του κόσμου, και ιδιαίτερα η Προστάτις και Έφορος και Ηγουμένη και Γερόντισσα του Αγιωνύμου τούτου Όρους, στο οποίον και εμείς οι ανάξιοι καταξιωθήκαμε να εγκαταβιώνουμε. Έχουμε μια ιδιαίτερη ευθύνη απέναντι της Παναγίας, γιατί αυτή μας εκάλεσε εδώ, αυτή μας κρατάει εδώ κι αυτή περιμένει πολλά από μας. Και γι’ αυτό και από την Παναγία μας ζητούμε συγχώρησι, για όσες φορές την απογοητεύουμε.

Και μετά ζητούμε συγχώρησι και από τους Αγίους μας, που είναι οι μεγαλύτεροι αδελφοί μας και οι οποίοι μας παρακολουθούν, μας βοηθούν, μας συμπαρίστανται και περιμένουν να φιλοτιμηθούμε στον πνευματικό αγώνα.

Ζητάμε συγχώρησι και μεταξύ μας, και ιδίως από όποιον αδελφό έτυχε λόγω της αδυναμίας μας, του εγωισμού μας και των παθών μας, κάποτε να ψυχρανθούμε, να ανταλλάξουμε ένα λόγο που δεν έπρεπε ν’ ανταλλάξουμε ή να κρατήσουμε κάποιο αρνητικό αίσθημα μέσα μας γι’ αυτόν, που, όσο λεπτό κι αν είναι, όμως αποτελεί εμπόδιο στην πλήρη και τελεία κοινωνία μας με τον αδελφό.

Μακάρι να βοηθήση ο Θεός να αξιωθούμε όλοι να προχωρούμε σ’ αυτή την ψυχική ενότητα, να μην έχουμε μια εξωτερική και συμβατική και τυπική ένωσι, αλλά να έχουμε μία καρδιακή ένωσι και περιχώρησι και αγάπη και παραδοχή και αποδοχή ο ένας για τον άλλον. Και όσο περνούν τα χρόνια της ζωής μας, τόσο και πιο πολύ να ενωνόμαστε μεταξύ μας και να ενωνόμαστε με τον Θεό.

Η αλήθεια είναι ότι, όσο πιο πολύ πλησιάζουμε τον Θεό, θα πλησιάζουμε και μεταξύ μας. Και όσο πιο πολύ πλησιάζουμε μεταξύ μας, θα πλησιάζουμε στον Θεό.

Ζητούμε την Χάρι του Θεού, τις πρεσβείες της Παναγίας μας και των Αγίων μας, για να αγωνιστούμε αυτόν τον αγώνα, να τον έχουμε πάντοτε προ οφθαλμών μας και να τον επιτύχουμε.

Αλλά και σε σας αδελφοί μας, που συμμετέχετε απόψε στο δείπνο της αγάπης και της συγχωρήσεως και που είστε διά του Αγίου Βαπτίσματος μέλη τίμια του Αγίου Σώματος του Χριστού, ευχόμεθα να κάνετε αυτόν τον αγώνα στο διάστημα της επιγείου ζωής σας και να αξιωθήτε κάθε μέρα να προοδεύετε σ’ αυτόν τον αγώνα, να ενώνεστε πιο πολύ μεταξύ σας και με τον Θεό. Και αυτό θα σας δίνη πολλή χαρά και πολλή ευλογία. Διότι η αληθινή χαρά προέρχεται από την αγάπη. Και εκεί που βασιλεύει η αγάπη, υπάρχει και η πραγματική ευτυχία. Ενώ εκεί που λείπει η αγάπη, υπάρχει το ανικανοποίητο κενό.

Με αυτές τις ταπεινές σκέψεις εύχομαι να περάσουμε όλοι την Αγία και Μεγάλη Τεσσαρακοστή με υγεία, με προσευχή, με μνήμη Θεού, και να αξιωθούμε ανανεωμένοι πνευματικά να εορτάσουμε με αγία χαρά και την ένδοξο και λαμπροφόρο Ανάστασι του Κυρίου μας, η οποία θα είναι και το προοίμιο της απολαύσεως εκ μέρους μας της αιωνίου βασιλείας του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος μας Ιησού Χριστού.

Ως πρώτος τη τάξει κατά Χάριν Θεού αδελφός της Μονής μας και πατήρ σας πνευματικός, πρώτος σας βάζω μετάνοια και ζητώ απ’ όλους σας συγχώρησι και συγχωρώ πάντας από καρδίας.

 

(Ετήσια έκδοσις της Ιεράς Μονής Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους, «Ο Όσιος Γρηγόριος», περίοδος Β΄, έτος 2012, αριθμ. 37)