Τρίτη 28 Ιουλίου 2026

ΚΥΡΙΑΚΗ Θ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ


H καθησύχαση της τρικυμίας ( Κυριακή Θ Ματθαίου )

κυριακηΘ_Ματθαιου

Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς

Ομιλία 32η στο Ευαγγέλιο με θέμα την καθησύχαση της τρικυμίας όπου γίνεται λόγος και για τους πειρασμούς.

Ένα κείμενο που πρέπει να διαβάσουμε όλοι μας. Ιδιαίτερα όσοι αυτόν τον καιρό πιέζονται από θλίψεις, όσοι απελπίζονται και νιώθουν απόγνωση.

Ο άγιος Γρηγόριος ερμη­νεύει και αυτή τη διήγηση με την αναγωγική μέθοδο. Ιστορικά αυτή αποτελεί έκθεση του θαύματος της ηρέμησης των κυμάτων, ηθικά όμως υποδηλώνει την μέσω των πειρασμών τελειοποίηση της πίστεως, ενώ αναγωγικά παριστάνει τη δυσκολία του έργου των Αποστόλων στον εθνικό κόσμο.

Ο Ιησούς Χρι­στός ανάγκασε τους μαθητές να μπουν στο πλοίο και να μεταβούν στην απέναντι όχθη πριν από αυτόν. Αφού έθρεψε προηγουμέ­νως σωματικά τις πέντε χιλιάδες, αποστέλλει τώρα τους μαθητές στην τρικυμιώδη θάλασσα των Εθνικών, για να κηρύξουν το Ευαγγέλιο, αντιμετωπίζοντας παντός είδους πειρασμούς. Η γνη­σιότητα της πίστεως στον Θεό χαρίζει υπομονή στους πειρα­σμούς, και αυτή πάλι τελειοποιεί την πίστη.

Οι άνθρωποι βέβαια λυπούνται για τους πειρασμούς, που έπρεπε να χαίρονται, και «παρ’ εμού», λέγει ο ομιλητής, «ταύτην μάλιστα ζητείτε την άνεσιν των σωματικών πειρασμών, ης εγώ μάλλον καταφρονήσας προς ύμας ήλθον συμπάσχειν υμίν αιρούμενος». Ήταν περίο­δος θλίψεως των Θεσσαλονικέων, πιθανώς λόγω πολιορκίας.

1. Ο αδελφόθεος Ιάκωβος λέγει, «να το θεωρείτε ως τη μεγαλύτερη χαρά εάν περιπέσετε σε διάφορους πειρασμούς». Δεν είπε απλώς να “χαίρεσθε”, αλλά «να το θεωρήσετε μεγάλη χαρά», πα­ραινώντας όχι να είναι κανείς αναίσθη­τος προς τα οδυνηρά πράγματα, γιατί αυτό είναι αδύνατο, αλλά εισηγείται να θεωρεί επικρατέστερο τον θεάρεστο λογισμό. Είπε, «κάθε χαρά», δηλαδή τέλεια, μέγιστη, ανελλιπή, και μάλιστα όταν οι πειρασμοί είναι ποικίλοι.

Γιατί; Επειδή με την υπομονή των πειρασμών γυμναζόμαστε και γινόμαστε και δοκιμώτεροι στα σχετικά με τον Θεό. Και όχι μόνο αυτό, αλλά και αναγνωριζόμαστε ως ευδόκιμοι. Γιατί αυτό λέγει και η Σοφία Σολομώντος για τους αγίους· «ότι υπέβαλε ο Θεός αυτούς σε δοκιμασίες και τους βρήκε άξιους του εαυτού του».

Αρα λοιπόν δεν είναι γι’ αυτούς ο πειρασμός αυτός άξιος κάθε χαράς; Αυτό αφού είπε και ο Θεός προς τον Ιώβ, τον απάλλαξε από τη λύπη για τον πειρασμό, λέγοντας· «νομίζεις ότι για άλλο λόγο σε μεταχειρίσθηκα έτσι, και όχι για να αποδειχθείς δίκαιος;».

Τί ήθελε να του πει με αυτό; Σε μεταχειρίσθηκα έτσι, για να δοκιμά­σω την πίστη σου προς εμένα, σε ευεξία, σε καλή φήμη και ευπορία, και φάνηκες δίκαιος, συμπεριφερόμενος ως προς αυτά σύμ­φωνα με το θέλημά μου, προς εμένα που σου τα πρόσφερα, δια­χειριζόμενος και διοικώντας αυτά όπως εγώ ήθελα· σε μεταχειρί­σθηκα έτσι, για να δοκιμάσω την πίστη σου σε μένα, σε καχεξία, σε αδοξία, σε απορία, και φάνηκες δίκαιος, λέγοντας· «αν δεχθή­καμε τα αγαθά από τα χέρια τού Κυρίου, τα κακά δεν θα τα υπο­μείναμε;».

2. Από πού λοιπόν προέρχεται η υπομονή στους πειρασμούς; Από τη γνησιότητα της πίστεως στον Θεό. Ώστε οι πειρασμοί είναι μέσα δοκιμασίας των πιστών. Γι’ αυτό ο αδελφός τού Κυ­ρίου Ιάκωβος, αφού μας παρήγγειλε να χαιρόμαστε όταν περιπέσομε σε πειρασμούς, πρόσθεσε· «η δοκιμασία της πίστεώς σας επεξεργάζεται υπομονή, και η υπομονή», λέγει, «ας έχει έργο τέλειο».

Κανένα, λέγει, από τα έργα της αρετής να μη κολοβώ­σεις, περιερχόμενος σε μαλθακότητα από την επίθεση των πειρα­σμών, αλλά μαζί με την υπομονή ας υπάρχει σε σένα και η τελειό­τητα της αρετής. Επειδή όμως ο άνθρωπος δεν πετυχαίνει την τελείωσή του μόνο με τα ακούσια, αλλά πρέπει να συνυπάρχουν και τα εκούσια, που είναι η σωφροσύνη, η δικαιοσύνη, η αγάπη προς τον Θεό και αναμεταξύ μας, και τα όσα ακολουθούν αυτήν, γιατί και αυτά μας χρειάζονται για την τελείωση, γι’ αυτό ο θείος αυτός απόστολος γράφοντας προς εμάς προσθέτει· «και η υπο­μονή ας έχει τέλειο έργο, για να είσθε τέλειοι και ολόκληροι, χω­ρίς να υστερείτε σε τίποτε», εννοώντας αυτό ακριβώς, ότι, αν θέλετε να δείχνετε τέλεια την προς τον Θεό πίστη σας, όχι μόνο να υποφέρετε γενναία πάσχοντας εξωτερικά, αλλά και οι ίδιοι από μόνοι σας να πράττετε τα θεάρεστα, έστω και αν είναι επίπονα· γιατί η πράξη και το πάθος, όταν συνεργάζονται μεταξύ τους για το αγαθό, παρέχουν στον άνθρωπο την κατά Θεόν τελείωση.

3. Πώς όμως δεν είπε, “να χαίρεσθε όταν πράττετε την αρετή”, αλλά «όταν είσθε σε πειρασμούς»; Γιατί το να ασκούμε την αρετή εξαρτάται από μας και βρίσκεται στην εξουσία μας, το να περιπέσομε όμως στους πειρασμούς δεν εξαρτάται από μας.

Επειδή όμως χωρίς αυτούς δεν υπάρχει τελείωση ή φανέρωση τής προς τον Θεό πίστεως, εκείνος που τρέχει προς την τελείωση τής πίστεως, όταν περιπέσει σε πειρασμούς, θα χαρεί που βρήκε το μέσο με το οποίο θα επιπετύχει την τελείωση.

Γιατί στους τέλειους ως προς την πίστη για τη φανέρωση της τελειότητάς τους συμβάλλουν ωφέλιμα οι πειρασμοί, το πλέον θαυμαστό όμως είναι ότι όταν συμβεί να ρθουν τελειοποιούν και τους ατελείς, πράγμα που γίνεται φανερό και από τα λόγια τού ευαγ­γελίου που αναγνώσθηκε σήμερα.

4. Ας τα παρουσιάσομε όμως αυτά από την αρχή στην αγάπη σας. «Τον καιρό εκείνο ανάγκαζε ο Ιησούς τους μαθητές του να μπουν στο πλοίο και να τον μεταφέρουν στην απέναντι όχθη, μέχρις ότου απολύσει τα πλήθη, και αφού απέλυσε τα πλήθη, ανέβηκε στο όρος για να προσευχηθεί ιδιαιτέρως». Και ερω­τούμε· ποιόν «εκείνον τον καιρό»;

Όταν έθρεψε πέντε χιλιάδες ανθρώπους, μαζί με τις γυναίκες και τα παιδιά, με πέντε άρτους και δύο ψάρια, και χόρτασαν τόσο πολύ, ώστε να γεμίσουν και δώδεκα κοφίνια με τα περισσεύματα των κλασμάτων, όπως ακούσαμε στις εκκλησίες την περασμένη Κυριακή (Την ογδόη Κυριακή Ματθαίου 14, 14-22).

5. Θα μπορούσε ίσως να απορήσει κανείς, για ποιο λόγο ανά­γκαζε τους μαθητές να μπουν στο πλοίο. Μπορούμε βέβαια να πούμε, ότι προγραμμάτιζε και τα στη συνέχεια, σπεύδοντας προς τα έργα τα οποία ήρθε να τελέσει πάνω στη γη. Εγώ όμως, γι’ αυτό θα απορούσα, αν δεν τους ανάγκαζε.

Επειδή δηλαδή εκεί­νος ήθελε να προβάλει σε όλους τον εαυτό του με τα έργα υπό­δειγμα κάθε καλού, έδειξε βέβαια πως πρέπει κανείς να συνανα­στρέφεται τα πλήθη προς ωφέλεια των ψυχών και των σωμάτων, υπολειπόταν όμως να δείξει και πως πρέπει συνευρίσκεται με τον Θεό, το να προσηλώνει δηλαδή το νου του σ’ αυτόν απαλ­λαγμένο από όλα τα επίγεια· πολύ βέβαια συμβάλλει σ’ αυτό η μόνωση και ερημία και η κατ’ αυτήν ησυχία.

Επειδή λοιπόν ήταν καιρός να διδάξει και αυτό, ότι είναι καλό η ερημία και ηρεμία, η προσευχή και η μόνωση, και γι’ αυτό έπρεπε να ανεβεί στο όρος, ώστε να προσευχηθεί μόνος, και οι μαθητές επιθυ­μούσαν να είναι μαζί τους αδιάκοπα, και δύσκολα δέχονταν ν’ αποσπασθούν από εκείνον, πώς θα ανέβαινε μόνος στο όρος αν δεν τους ανάγκαζε να μπουν στο πλοίο και να το οδηγήσουν στην απέναντι όχθη;

6. Πρέπει όμως να προσέξομε εδώ και κάτι άλλο· όπως δηλαδή τώρα, αφού θεράπευσε και δίδαξε και έθρεψε το πλήθος με θαυ­μαστό τρόπο, απολύοντάς τους και ανεβαίνοντας στο όρος, ανά­γκασε τους μαθητές να παραδώσουν τους εαυτούς τους στη θά­λασσα και στα κύματα, έτσι ύστερα, αφού με την ενανθρώπησή του θεράπευσε τη φύση μας, τη δίδαξε και την έθρεψε με τον εαυ­τό του, αφήνοντάς μας σωματικά και ανεβαίνοντας στον ουρανό, έστειλε τους μαθητές σ’ όλο τον κόσμο, με άλλα λόγια στην αλμυ­ρή, επειδή είναι γεμάτη από πειρασμούς, θάλασσα των εθνικών, σαν με σκάφος, με το ευαγγέλιο και την κατ’ αυτό Εκκλησία, με το οποίο παραδόθηκαν στους πειρασμούς. Και όχι μόνο τους έστειλε, αλλά και τους ανάγκασε.

Εάν κάποιος γνωρίζει τα σχετικά με τον Ιωάννη τον αγαπημένο από τον Χριστό θεολόγο, εάν κάποιος γνωρίζει γιατί επιτράπηκε η σχετικά με τον θάνατο του Στεφάνου θλίψη και ο διωγμός που ακολούθησε εκείνην, θα καταλάβει τί εννοώ· πράγματι δεν ήθελαν οι Απόστολοι να βγουν από τα Ιε­ροσόλυμα, αλλ’ επειδή αναγκάσθηκαν από τον διωγμό, διασπάρθηκαν στον κόσμο, και έτσι εκπλήρωσαν την αποστολή.

7. Και δεν αναγκάσθηκαν απλώς να διαπλεύσουν την κοσμική θάλασσα, μέσα στην οποία υπάρχει κάθε θλίψη και κάθε είδος πειρασμού, αλλά και να προχωρήσουν πέρα από αυτήν, δηλαδή να νικήσουν και να βρεθούν πέρα από τους πειρασμούς με τη νίκη.

Όμως δεν το κατόρθωσαν χωρίς τον Ιησού· γιατί λέγει· «το πλοίο ήδη βρισκόταν στο μέσο της θάλασσας βασανιζόμενο από τα κύματα· γιατί ήταν αντίθετος ο άνεμος». Δεν ήταν τότε περισ­σότερο αντίθετος σ’ αυτούς ο άψυχος άνεμος, όσο ήταν ο Δομετιανός και ο Τραϊανός και ο Νέρων αργότερα· ή καλύτερα αυτοί βέβαια και οι παρόμοιοι είναι άγρια κύματα εγειρόμενα φοβερά εναντίον τής Εκκλησίας, ενώ ο αντίθετος άνεμος που τους τα­ρακουνά και τους αναστατώνει είναι το πνεύμα της πονηρίας, ο αντικείμενος για πάντα στην Εκκλησία του Χριστού διάβολος.

«Κατά την τέταρτη όμως», λέγει «φυλακή της νύχτας πήγε προς αυτούς ο Ιησούς περπατώντας πάνω στη θάλασσα», δηλαδή μετά την ένατη ώρα της νύχτας· γιατί οι νυχτοφύλακες συνήθιζαν να διαιρούν το διάστημα της νύχτας σε τέσσερα διαδοχικά τμή­ματα, ώστε, σύμφωνα με τις ισημερίες, η αρχή της τέταρτης φυ­λακής να είναι αρχή της δέκατης ώρας της νύχτας.

Τους αφήνει βέβαια τόση ώρα να βασανίζονται από την τρικυμία, για να τους ασκήσει στην υπομονή και να τους κατα­στήσει καρτερικούς. Αλλά και μετά από αυτό αφού εμφανίσθη­κε σ’ αυτούς, τους επιτρέπει να τον νομίσουν φάντασμα και να φοβηθούν τόσο, ώστε από φόβο να κραυγάσουν, αν και πήγε για να τους σώσει.

Αυτό βέβαια θα μπορούσες να δεις και στην περίπτωση του παλαιού εκείνου λαού· όταν δηλαδή επρόκειτο να σχισθεί κατά τρόπο παράδοξο η θάλασσα στη μέση και να τους προσφέρει δρόμο σωτηρίας, τότε νόμιζαν ότι διατρέχουν τον έσχατο κίνδυνο, γιατί με την κατοπινή κύκλωση των εχθρών περισφίχθηκαν από άφευκτα κακά.

Και τώρα κατά την παρουσία του πριν από την απαλλαγή από τα δαιμόνια που τους κατείχαν έκανε την εμφάνιση ο σφοδρός συνταραγμός των ελευθερουμένων· γιατί έτσι οι ευεργεσίες γίνονται όχι μόνο αγα­πητές, αλλά και μόνιμες στη μνήμη εκείνων που ευεργετήθη­καν.

Και εμφανίζεται σ’ αυτούς τη στιγμή βέβαια που στην τρι­κυμία εκείνη επικαλούνταν τον Θεό των όλων, για να δείξει ότι αυτός είναι ο υπεράνω όλων Θεός που δίνει χέρι βοήθειας σ’ αυτούς που τον επικαλούνται. Περπατά επίσης πάνω στα κύμα­τα, ενώ η θάλασσα ήταν αγριεμένη, για να δείξει ολοκάθαρα, ότι αυτός είναι σύμφωνα με την προφητεία που βαδίζει πάνω στη θάλασσα σαν πάνω στο έδαφος, προς τον οποίο λέγει και ο Δαβίδ προφητικά· «οι δρόμοι σου είναι στη θάλασσα και τα μονοπάτια σου στα άφθονα ύδατα», και, «συ εξουσιάζεις τη δύναμη της θάλασσας, και συ καταπραΰνεις τον σάλο των κυ­μάτων της», πράγμα βέβαια που έκαμε αργότερα· γιατί μόλις τότε τους είδε φοβισμένους, επειδή δεν τον γνώρισαν, άλλωστε ήταν και νύχτα, μίλησε αμέσως προς αυτούς, γνωστοποιώντας τον εαυτό του από τη φωνή και λέγοντας· «εγώ είμαι, μη φο­βάσθε».

Εγώ είμαι, εγώ που είμαι Θεός πάντοτε και τελευταία έγινα άνθρωπος για χάρη σας, βλεπόμενος και ακουόμενος και έχοντας τη δύναμη να κάνω τα πάντα· γι’ αυτό και βαδίζω με το σώμα πάνω στα κύματα και μπορώ να δώσω και στους άλλους τη δυνατότητα αυτή. Πράγματι όταν ο Πέτρος είπε προς αυτόν, «Κύριε, αν είσαι συ, δώσε εντολή να ρθω προς εσένα περπατώ­ντας πάνω στα ύδατα», πρόσταξε και έγινε.

9. Αλλά ας επαναφέρομε τον λόγο στην προηγούμενη σειρά του, σύμφωνα με την οποία λέγαμε μεταφορικά, ότι οι μαθητές στάλθηκαν στην κοσμική θάλασσα των εθνών, καθώς ο Κύριος ανέβαινε στο ουράνιο ύψος σαν σε όρος και εκεί πρόσφερνε ασφαλώς τις ευχές για χάρη μας, σαν αρχιερέας που έγινε και εισήλθε στα ενδότερα του παραπετάσματος, «για να εξιλεώνει», σύμφωνα με τον απόστολο, «τις αμαρτίες του λαού».

Οι μαθητές λοιπόν που στάλθηκαν στην απέναντι όχθη, δηλαδή να νι­κήσουν και να ξεπεράσουν τους πειρατές, δεν νίκησαν ολο­κληρωτικά· γιατί ο αντικείμενος είναι ενεργής ακόμη και τα έθνη επιτίθενται με μανία εναντίον της Εκκλησίας του Χριστού. Κατά την τέταρτη όμως φυλακή της νύχτας, δηλαδή μετά τον φυσικό νόμο, μετά τον γραπτό νόμο, μετά την πρώτη παρουσία του Κυρίου και τον νόμο της χάριτος που δόθηκε κατ’ αυτήν, θα έρθει οπωσδήποτε ο καιρός τής δευτέρας παρουσίας του Χριστού, που αναλογεί ακριβώς στην τέταρτη φυλακή της νύχτας.

Τότε θα έρθει ο Κύριος καταπατώντας και καταργώντας και υποδουλώνοντας κάθε αρχή και εξουσία και δύναμη· γιατί πρό­κειται να καταργήσει περίλαμπρα και να καταπατήσει τα κύμα­τα που ξεσηκώνονται άγρια εναντίον της Εκκλησίας του.

10. Γιατί θυμόσαστε, ότι ο λόγος υποδήλωνε μεταφορικά με τα κύματα που κινούνται και ξεσηκώνονται από το αντικείμενο πνεύμα, τους άρχοντες του κόσμου· και για να παραλείψω την εξέταση των ενδιάμεσων λεπτομερειών, όταν ανέβηκαν αυτοί στο πλοίο και ο Ιησούς και ο Πέτρος που είχε μεταβεί προς αυτόν από το πλοίο, κόπασε ο άνεμος και αφού πέρασαν απέναντι, έφτασαν στην ξηρά.

Και πράγματι, όταν ο Κύριος και όλοι οι άγιοι που θα φύγουν από κοντά μας, τους οποίους υποδήλωσε ο Πέτρος, παραβρεθούν μαζί με μας κατά τη δευτέρα παρουσία του Χριστού, τότε το νοητό αντικείμενο πνεύμα θα καταργηθεί τελείως και εμείς, αφού περάσομε την πολυκύμαντη θάλασσα του βίου, θα εισέλθομε στη γη των πράων, απ’ όπου έχει δραπετεύσει κάθε πόνος, λύπη και στεναγμός. «Οι ευρισκόμενοι τότε στο πλοίο», λέγει, πήγαν και προσκύνησαν τον Ιησού, λέγοντας·

Αληθινά είσαι Υιός του Θεού». Και τότε βέβαια «κάθε γόνατο θα λυγίσει των επουρανίων και των επιγείων και καταχθονίων και κάθε γλώσσα θα ομολογήσει, ότι είναι Κύριος ο Ιησούς Χρι­στός προς δόξα τού Θεού Πατέρα».

11. Αλλά αφήνοντας την αλληγορική ερμηνεία, ας θυμηθούμε την αρχή των λόγων μας. Και αυτή ήταν, ότι οι πειρασμοί όταν έρχονται δεν ωφελούν μόνο τους τέλειους στην πίστη, όπως τον Ιώβ και τον Πέτρο και τον Παύλο και τους ομοίους, αλλά και τελειοποιούν τους ατελείς.

Γιατί εδώ όχι μόνο ο Πέτρος, ούτε μόνο οι άλλοι μαθητές, που ήταν και αυτοί ατελείς ακόμη, αλλά και όλοι που ήταν πάνω στο πλοίο, τόσο πολύ ωφελήθηκαν στην πίστη από εκείνον τον πειρασμό, ώστε προσήλθαν και προσκύνη­σαν τον Ιησού και είπαν προς αυτόν· «αληθινά είσαι Υιός τού Θεού». Αρα λοιπόν καλώς λέγει ο απόστολος που αναφέραμε στην αρχή· «μακάριος είναι ο άνθρωπος που υπομένει πειρασμό, γιατί, αφού αποδειχθεί άξιος, θα λάβει το στεφάνι της ζωής».

12. Δεν θέλω όμως, αδελφοί, να αγνοείτε ότι το είδος των πειρασμών είναι διπλό. Αλλά δεν εννοώ τώρα αυτό, ότι οι πειρασμοί δίνονται στους ανθρώπους λόγω ηδονής και οδύνης λόγω υγείας και νόσου, λόγω δόξας και αδοξίας, λόγω ευπορίας και απορίας, από τους οποίους πολύ χειρότεροι είναι οι διδόμενοι λόγω ηδονής και υγείας λόγω δόξας και ευπορίας· συμβαίνει βέβαια και αυτό, αλλά τώρα δεν σας ομιλώ γι’ αυτό το είδος των πειρασμών. Αλλά ποιά θέλω τώρα να γνωρίσετε; Προσέξτε και θα μάθετε.

Αυτός ο μέγας Ιάκωβος, ο κατά σάρκα καλούμενος αδελφός του Κυρίου, εξαιτίας τής κατά θεία οικονομία μνηστείας του Ιωσήφ με την Παρθενομήτορα Μαρία, αφού είπε, «να χαίρεσθε όταν περιπέσετε σε ποικίλους πειρασμούς», και ότι «είναι μακάριος ο άνθρωπος που υπομένει πειρασμό, γιατί θα λάβει το στεφάνι της ζωής», έπει­τα, όπως αν έλεγε κάποιος σ’ αυτόν, και όμως υπάρχουν κάποιοι που βλασφημούν στους πειρασμούς, άλλοι που απελπίζονται τε­λείως, άλλοι που περνούν και θηλειά στον εαυτό τους, και αν ο πειρασμός είναι από τους έμφυτους και σαρκικούς, από θυμό ίσως ή επιθυμία, άλλοι πολλές φορές περιέπεσαν σε φόνους, και άλλοι παρέδοσαν τους εαυτούς τους στην ακολασία· πώς λοιπόν ο πει­ρασμός προέρχεται από τον Θεό και είναι πρόξενος στεφάνων; Σα να απολογείται προς αυτούς που τα λέγουν αυτά ο Ιάκωβος προσθέτει· «κανένας που δέχεται πειρασμό να μη λέγει, πειράζο­μαι από τον Θεό· γιατί αυτός δεν πειράζει κανένα· γιατί ο Θεός είναι απείραστος από τα κακά».

Πειρασμό εδώ λέγει το κακό, δηλαδή την αμαρτία, και το να περιπέσει κανείς σ’ αυτήν, από την οποία έμεινε απείραστος και ο Χριστός, αν και βέβαια πειράσθηκε αλλιώς· γιατί λέγει· «από όσα έπαθε με τον πειρασμό που υπέμεινε, μπορεί να βοηθήσει αυτούς που πειράζονται»· αλλά και μετά τη βάπτισή του στον Ιορδάνη ανέβηκε στο όρος για να πειρασθεί σύμφωνα με τούς λόγους του ευαγγελίου.

13. Ώστε πειρασμοί λέγονται και τα λυπηρά που επέρχονται στους ανθρώπους απ’ έξω και προσβάλλουν το σώμα, και η ίδια η προσβολή του εχθρού, αν και είναι ανεύθυνος, αφού και τον Κύριο τον πρόσβαλε πειράζοντάς τον. Πειρασμοί λέγονται και οι αμαρτίες, κατά τις οποίες, όπως λέγει ο ίδιος ο Ιάκωβος, «καθέ­νας μας πειράζεται παρασυρόμενος και δελεαζόμενος από τη δική του επιθυμία· γιατί η επιθυμία», λέγει, «όταν συλλάβει το θύμα γεννά την αμαρτία, και η αμαρτία όταν πραγματοποιηθεί γεννά τον θάνατο».

Ποιόν θάνατο; Τον αιώνιο, που είναι ο εξαι­τίας της αμαρτίας χωρισμός του Θεού από την ψυχή. Αυτόν βέ­βαια τώρα από τον Αδάμ μέχρι τη συντέλεια τον ακολούθησε και ο θάνατος του σώματος, τότε όμως, στον μέλλοντα αιώνα, για εκείνους που δεν μετανόησαν εδώ θα ακολουθήσει η αφόρητη και χωρίς τέλος κόλαση της ψυχής και του σώματος, αφού κατα­δικασθούν δίκαια από εκείνον που μπορεί να καταστρέψει στη γέεννα του πυρός και ψυχή και σώμα.

14. Αυτόν τον πειρασμό ας τον αποφύγομε με όση δύναμη έχομε, αδελφοί· γιατί το να τον αποφύγομαι βρίσκεται στη δική μας εξουσία. Γι’ αυτό να λυπηθούμε, όταν δούμε τους εαυτούς μας να έχουν περιπέσει σ’ αυτόν. Εάν λυπηθούμε γι’ αυτό όσο χρειάζεται, θα προετοιμάσομε τον εαυτό μας για μετάνοια αμεταμέλητη προς σωτηρία.

Αυτόν τον πειρασμό έρχομαι και εγώ τώρα να αφαιρέσω από σάς, όχι αυτόν που πρόσκαιρα μόνο ζημιώνει και βλάπτει, αλλά εκείνον που βλάπτει αιώνια.

Γιατί ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός, του οποίου εμείς είμαστε διάκονοι με τη χάρη του, είναι αρχιερέας των μελλοντικών αγαθών, όχι των πρόσκαιρων, και εισήλθε με το αίμα του στα αληθινά άγια, αφού πέτυχε για μας λύτρωση όχι πρόσκαιρη, αλλά αιώνια· αυτήν ερχόμαστε και εμείς να σας προσφέρομε, αν πείθεσθε, την αιώνια απολύτρωση, των ψυχικών πειρασμών, και όχι των σω­ματικών γιατί σύμφωνα με τον απόστολο, τα όπλα μας δεν είναι σαρκικά, αλλά δυνατά με τη χάρη του Θεού προς καθαίρεση οχυρωμάτων, όχι των αισθητών, αλλά των κατασκευασμένων ενα­ντίον μας από τον νοητό εχθρό.

15. Σεις όμως μου φαίνεσθε ότι ούτε αντιλαμβάνεσθε ούτε ζη­τείτε την απολύτρωση των ψυχικών πειρασμών γιατί λυπείσθε για εκείνους τους πειρασμούς κυρίως, για τους οποίους έπρεπε να χαίρεσθε, καθόσον, αν θέλομε, μας προξενούν την αιώνια απολύτρωση, και από μένα αυτήν κυρίως ζητείτε, την εξάλειψη των σωματικών πειρασμών την οποία καταφρονώντας εγώ οπωσδή­ποτε, ήρθα προς εσάς, προτιμώντας να πάσχω μαζί με σας.

Και βέβαια, αν λυπούμαστε περισσότερο για τις αμαρτίες μας, παρά για τα βλαβερά που μας συμβαίνουν, όχι μόνο η σωτηρία της ψυχής και η αιώνια απολύτρωση θα είναι μαζί μας, αλλά και η απολύτρωση των πρόσκαιρων πειρασμών.

Γιατί από πού άραγε έγινε οδυνηρός και γεμάτος από στεναγμούς, φιλοπόλεμος και γεμάτος από συμφορές για μας ο βίος; Δεν έγινε από το ότι με την παράβαση της εντολής ρίξαμε τον εαυτό μας στον απαγορευμένο πειρασμό, δηλαδή την αμαρτία; Αν λοιπόν καθαρίσομε τώρα τον εαυτό μας από κάθε αμαρτία με τη μετάνοια, και εδώ θα υποστούμε μετριώτερους πειρασμούς, και στον κατάλληλο καιρό θα επιστρέψομε στον απαλλαγμένο από τη λύπη και τους πειρα­σμούς βίο.

16. Αφού λοιπόν επαναφέρομε τον εαυτό μας προς τον σωτήριο αυτό λογισμό, να μη λυπούμαστε και στενοχωρούμαστε για τις σωματικές μάλλον προσβολές, αλλά για τις ψυχικές ζημίες, που είναι πραγματικά πειρασμοί και άξιοι αληθινά λύπης, ώστε να λέμε και προς τον Θεό όπως ακριβώς μας δίδαξε, «μη μας βάλεις σε πειρασμό», τον απαγορευμένο και υπεύθυνο οπωσδήποτε πει­ρασμό, «αλλά απάλλαξέ μας από τον πονηρό, γιατί δική σου είναι η βασιλεία και η δύναμη και η δόξα στους αιώνες των αιώνων». Γένοιτο.

(Πηγή: Γρηγορίου Παλαμά Έργα, ΕΠΕ, τόμος 10, Πατερικαί Εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»)

H καθησύχαση της τρικυμίας ( Κυριακή Θ Ματθαίου )

κυριακηΘ_Ματθαιου

Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς

Ομιλία 32η στο Ευαγγέλιο με θέμα την καθησύχαση της τρικυμίας όπου γίνεται λόγος και για τους πειρασμούς.

Ένα κείμενο που πρέπει να διαβάσουμε όλοι μας. Ιδιαίτερα όσοι αυτόν τον καιρό πιέζονται από θλίψεις, όσοι απελπίζονται και νιώθουν απόγνωση.

Ο άγιος Γρηγόριος ερμη­νεύει και αυτή τη διήγηση με την αναγωγική μέθοδο. Ιστορικά αυτή αποτελεί έκθεση του θαύματος της ηρέμησης των κυμάτων, ηθικά όμως υποδηλώνει την μέσω των πειρασμών τελειοποίηση της πίστεως, ενώ αναγωγικά παριστάνει τη δυσκολία του έργου των Αποστόλων στον εθνικό κόσμο.

Ο Ιησούς Χρι­στός ανάγκασε τους μαθητές να μπουν στο πλοίο και να μεταβούν στην απέναντι όχθη πριν από αυτόν. Αφού έθρεψε προηγουμέ­νως σωματικά τις πέντε χιλιάδες, αποστέλλει τώρα τους μαθητές στην τρικυμιώδη θάλασσα των Εθνικών, για να κηρύξουν το Ευαγγέλιο, αντιμετωπίζοντας παντός είδους πειρασμούς. Η γνη­σιότητα της πίστεως στον Θεό χαρίζει υπομονή στους πειρα­σμούς, και αυτή πάλι τελειοποιεί την πίστη.

Οι άνθρωποι βέβαια λυπούνται για τους πειρασμούς, που έπρεπε να χαίρονται, και «παρ’ εμού», λέγει ο ομιλητής, «ταύτην μάλιστα ζητείτε την άνεσιν των σωματικών πειρασμών, ης εγώ μάλλον καταφρονήσας προς ύμας ήλθον συμπάσχειν υμίν αιρούμενος». Ήταν περίο­δος θλίψεως των Θεσσαλονικέων, πιθανώς λόγω πολιορκίας.

1. Ο αδελφόθεος Ιάκωβος λέγει, «να το θεωρείτε ως τη μεγαλύτερη χαρά εάν περιπέσετε σε διάφορους πειρασμούς». Δεν είπε απλώς να “χαίρεσθε”, αλλά «να το θεωρήσετε μεγάλη χαρά», πα­ραινώντας όχι να είναι κανείς αναίσθη­τος προς τα οδυνηρά πράγματα, γιατί αυτό είναι αδύνατο, αλλά εισηγείται να θεωρεί επικρατέστερο τον θεάρεστο λογισμό. Είπε, «κάθε χαρά», δηλαδή τέλεια, μέγιστη, ανελλιπή, και μάλιστα όταν οι πειρασμοί είναι ποικίλοι.

Γιατί; Επειδή με την υπομονή των πειρασμών γυμναζόμαστε και γινόμαστε και δοκιμώτεροι στα σχετικά με τον Θεό. Και όχι μόνο αυτό, αλλά και αναγνωριζόμαστε ως ευδόκιμοι. Γιατί αυτό λέγει και η Σοφία Σολομώντος για τους αγίους· «ότι υπέβαλε ο Θεός αυτούς σε δοκιμασίες και τους βρήκε άξιους του εαυτού του».

Αρα λοιπόν δεν είναι γι’ αυτούς ο πειρασμός αυτός άξιος κάθε χαράς; Αυτό αφού είπε και ο Θεός προς τον Ιώβ, τον απάλλαξε από τη λύπη για τον πειρασμό, λέγοντας· «νομίζεις ότι για άλλο λόγο σε μεταχειρίσθηκα έτσι, και όχι για να αποδειχθείς δίκαιος;».

Τί ήθελε να του πει με αυτό; Σε μεταχειρίσθηκα έτσι, για να δοκιμά­σω την πίστη σου προς εμένα, σε ευεξία, σε καλή φήμη και ευπορία, και φάνηκες δίκαιος, συμπεριφερόμενος ως προς αυτά σύμ­φωνα με το θέλημά μου, προς εμένα που σου τα πρόσφερα, δια­χειριζόμενος και διοικώντας αυτά όπως εγώ ήθελα· σε μεταχειρί­σθηκα έτσι, για να δοκιμάσω την πίστη σου σε μένα, σε καχεξία, σε αδοξία, σε απορία, και φάνηκες δίκαιος, λέγοντας· «αν δεχθή­καμε τα αγαθά από τα χέρια τού Κυρίου, τα κακά δεν θα τα υπο­μείναμε;».

2. Από πού λοιπόν προέρχεται η υπομονή στους πειρασμούς; Από τη γνησιότητα της πίστεως στον Θεό. Ώστε οι πειρασμοί είναι μέσα δοκιμασίας των πιστών. Γι’ αυτό ο αδελφός τού Κυ­ρίου Ιάκωβος, αφού μας παρήγγειλε να χαιρόμαστε όταν περιπέσομε σε πειρασμούς, πρόσθεσε· «η δοκιμασία της πίστεώς σας επεξεργάζεται υπομονή, και η υπομονή», λέγει, «ας έχει έργο τέλειο».

Κανένα, λέγει, από τα έργα της αρετής να μη κολοβώ­σεις, περιερχόμενος σε μαλθακότητα από την επίθεση των πειρα­σμών, αλλά μαζί με την υπομονή ας υπάρχει σε σένα και η τελειό­τητα της αρετής. Επειδή όμως ο άνθρωπος δεν πετυχαίνει την τελείωσή του μόνο με τα ακούσια, αλλά πρέπει να συνυπάρχουν και τα εκούσια, που είναι η σωφροσύνη, η δικαιοσύνη, η αγάπη προς τον Θεό και αναμεταξύ μας, και τα όσα ακολουθούν αυτήν, γιατί και αυτά μας χρειάζονται για την τελείωση, γι’ αυτό ο θείος αυτός απόστολος γράφοντας προς εμάς προσθέτει· «και η υπο­μονή ας έχει τέλειο έργο, για να είσθε τέλειοι και ολόκληροι, χω­ρίς να υστερείτε σε τίποτε», εννοώντας αυτό ακριβώς, ότι, αν θέλετε να δείχνετε τέλεια την προς τον Θεό πίστη σας, όχι μόνο να υποφέρετε γενναία πάσχοντας εξωτερικά, αλλά και οι ίδιοι από μόνοι σας να πράττετε τα θεάρεστα, έστω και αν είναι επίπονα· γιατί η πράξη και το πάθος, όταν συνεργάζονται μεταξύ τους για το αγαθό, παρέχουν στον άνθρωπο την κατά Θεόν τελείωση.

3. Πώς όμως δεν είπε, “να χαίρεσθε όταν πράττετε την αρετή”, αλλά «όταν είσθε σε πειρασμούς»; Γιατί το να ασκούμε την αρετή εξαρτάται από μας και βρίσκεται στην εξουσία μας, το να περιπέσομε όμως στους πειρασμούς δεν εξαρτάται από μας.

Επειδή όμως χωρίς αυτούς δεν υπάρχει τελείωση ή φανέρωση τής προς τον Θεό πίστεως, εκείνος που τρέχει προς την τελείωση τής πίστεως, όταν περιπέσει σε πειρασμούς, θα χαρεί που βρήκε το μέσο με το οποίο θα επιπετύχει την τελείωση.

Γιατί στους τέλειους ως προς την πίστη για τη φανέρωση της τελειότητάς τους συμβάλλουν ωφέλιμα οι πειρασμοί, το πλέον θαυμαστό όμως είναι ότι όταν συμβεί να ρθουν τελειοποιούν και τους ατελείς, πράγμα που γίνεται φανερό και από τα λόγια τού ευαγ­γελίου που αναγνώσθηκε σήμερα.

4. Ας τα παρουσιάσομε όμως αυτά από την αρχή στην αγάπη σας. «Τον καιρό εκείνο ανάγκαζε ο Ιησούς τους μαθητές του να μπουν στο πλοίο και να τον μεταφέρουν στην απέναντι όχθη, μέχρις ότου απολύσει τα πλήθη, και αφού απέλυσε τα πλήθη, ανέβηκε στο όρος για να προσευχηθεί ιδιαιτέρως». Και ερω­τούμε· ποιόν «εκείνον τον καιρό»;

Όταν έθρεψε πέντε χιλιάδες ανθρώπους, μαζί με τις γυναίκες και τα παιδιά, με πέντε άρτους και δύο ψάρια, και χόρτασαν τόσο πολύ, ώστε να γεμίσουν και δώδεκα κοφίνια με τα περισσεύματα των κλασμάτων, όπως ακούσαμε στις εκκλησίες την περασμένη Κυριακή (Την ογδόη Κυριακή Ματθαίου 14, 14-22).

5. Θα μπορούσε ίσως να απορήσει κανείς, για ποιο λόγο ανά­γκαζε τους μαθητές να μπουν στο πλοίο. Μπορούμε βέβαια να πούμε, ότι προγραμμάτιζε και τα στη συνέχεια, σπεύδοντας προς τα έργα τα οποία ήρθε να τελέσει πάνω στη γη. Εγώ όμως, γι’ αυτό θα απορούσα, αν δεν τους ανάγκαζε.

Επειδή δηλαδή εκεί­νος ήθελε να προβάλει σε όλους τον εαυτό του με τα έργα υπό­δειγμα κάθε καλού, έδειξε βέβαια πως πρέπει κανείς να συνανα­στρέφεται τα πλήθη προς ωφέλεια των ψυχών και των σωμάτων, υπολειπόταν όμως να δείξει και πως πρέπει συνευρίσκεται με τον Θεό, το να προσηλώνει δηλαδή το νου του σ’ αυτόν απαλ­λαγμένο από όλα τα επίγεια· πολύ βέβαια συμβάλλει σ’ αυτό η μόνωση και ερημία και η κατ’ αυτήν ησυχία.

Επειδή λοιπόν ήταν καιρός να διδάξει και αυτό, ότι είναι καλό η ερημία και ηρεμία, η προσευχή και η μόνωση, και γι’ αυτό έπρεπε να ανεβεί στο όρος, ώστε να προσευχηθεί μόνος, και οι μαθητές επιθυ­μούσαν να είναι μαζί τους αδιάκοπα, και δύσκολα δέχονταν ν’ αποσπασθούν από εκείνον, πώς θα ανέβαινε μόνος στο όρος αν δεν τους ανάγκαζε να μπουν στο πλοίο και να το οδηγήσουν στην απέναντι όχθη;

6. Πρέπει όμως να προσέξομε εδώ και κάτι άλλο· όπως δηλαδή τώρα, αφού θεράπευσε και δίδαξε και έθρεψε το πλήθος με θαυ­μαστό τρόπο, απολύοντάς τους και ανεβαίνοντας στο όρος, ανά­γκασε τους μαθητές να παραδώσουν τους εαυτούς τους στη θά­λασσα και στα κύματα, έτσι ύστερα, αφού με την ενανθρώπησή του θεράπευσε τη φύση μας, τη δίδαξε και την έθρεψε με τον εαυ­τό του, αφήνοντάς μας σωματικά και ανεβαίνοντας στον ουρανό, έστειλε τους μαθητές σ’ όλο τον κόσμο, με άλλα λόγια στην αλμυ­ρή, επειδή είναι γεμάτη από πειρασμούς, θάλασσα των εθνικών, σαν με σκάφος, με το ευαγγέλιο και την κατ’ αυτό Εκκλησία, με το οποίο παραδόθηκαν στους πειρασμούς. Και όχι μόνο τους έστειλε, αλλά και τους ανάγκασε.

Εάν κάποιος γνωρίζει τα σχετικά με τον Ιωάννη τον αγαπημένο από τον Χριστό θεολόγο, εάν κάποιος γνωρίζει γιατί επιτράπηκε η σχετικά με τον θάνατο του Στεφάνου θλίψη και ο διωγμός που ακολούθησε εκείνην, θα καταλάβει τί εννοώ· πράγματι δεν ήθελαν οι Απόστολοι να βγουν από τα Ιε­ροσόλυμα, αλλ’ επειδή αναγκάσθηκαν από τον διωγμό, διασπάρθηκαν στον κόσμο, και έτσι εκπλήρωσαν την αποστολή.

7. Και δεν αναγκάσθηκαν απλώς να διαπλεύσουν την κοσμική θάλασσα, μέσα στην οποία υπάρχει κάθε θλίψη και κάθε είδος πειρασμού, αλλά και να προχωρήσουν πέρα από αυτήν, δηλαδή να νικήσουν και να βρεθούν πέρα από τους πειρασμούς με τη νίκη.

Όμως δεν το κατόρθωσαν χωρίς τον Ιησού· γιατί λέγει· «το πλοίο ήδη βρισκόταν στο μέσο της θάλασσας βασανιζόμενο από τα κύματα· γιατί ήταν αντίθετος ο άνεμος». Δεν ήταν τότε περισ­σότερο αντίθετος σ’ αυτούς ο άψυχος άνεμος, όσο ήταν ο Δομετιανός και ο Τραϊανός και ο Νέρων αργότερα· ή καλύτερα αυτοί βέβαια και οι παρόμοιοι είναι άγρια κύματα εγειρόμενα φοβερά εναντίον τής Εκκλησίας, ενώ ο αντίθετος άνεμος που τους τα­ρακουνά και τους αναστατώνει είναι το πνεύμα της πονηρίας, ο αντικείμενος για πάντα στην Εκκλησία του Χριστού διάβολος.

«Κατά την τέταρτη όμως», λέγει «φυλακή της νύχτας πήγε προς αυτούς ο Ιησούς περπατώντας πάνω στη θάλασσα», δηλαδή μετά την ένατη ώρα της νύχτας· γιατί οι νυχτοφύλακες συνήθιζαν να διαιρούν το διάστημα της νύχτας σε τέσσερα διαδοχικά τμή­ματα, ώστε, σύμφωνα με τις ισημερίες, η αρχή της τέταρτης φυ­λακής να είναι αρχή της δέκατης ώρας της νύχτας.

Τους αφήνει βέβαια τόση ώρα να βασανίζονται από την τρικυμία, για να τους ασκήσει στην υπομονή και να τους κατα­στήσει καρτερικούς. Αλλά και μετά από αυτό αφού εμφανίσθη­κε σ’ αυτούς, τους επιτρέπει να τον νομίσουν φάντασμα και να φοβηθούν τόσο, ώστε από φόβο να κραυγάσουν, αν και πήγε για να τους σώσει.

Αυτό βέβαια θα μπορούσες να δεις και στην περίπτωση του παλαιού εκείνου λαού· όταν δηλαδή επρόκειτο να σχισθεί κατά τρόπο παράδοξο η θάλασσα στη μέση και να τους προσφέρει δρόμο σωτηρίας, τότε νόμιζαν ότι διατρέχουν τον έσχατο κίνδυνο, γιατί με την κατοπινή κύκλωση των εχθρών περισφίχθηκαν από άφευκτα κακά.

Και τώρα κατά την παρουσία του πριν από την απαλλαγή από τα δαιμόνια που τους κατείχαν έκανε την εμφάνιση ο σφοδρός συνταραγμός των ελευθερουμένων· γιατί έτσι οι ευεργεσίες γίνονται όχι μόνο αγα­πητές, αλλά και μόνιμες στη μνήμη εκείνων που ευεργετήθη­καν.

Και εμφανίζεται σ’ αυτούς τη στιγμή βέβαια που στην τρι­κυμία εκείνη επικαλούνταν τον Θεό των όλων, για να δείξει ότι αυτός είναι ο υπεράνω όλων Θεός που δίνει χέρι βοήθειας σ’ αυτούς που τον επικαλούνται. Περπατά επίσης πάνω στα κύμα­τα, ενώ η θάλασσα ήταν αγριεμένη, για να δείξει ολοκάθαρα, ότι αυτός είναι σύμφωνα με την προφητεία που βαδίζει πάνω στη θάλασσα σαν πάνω στο έδαφος, προς τον οποίο λέγει και ο Δαβίδ προφητικά· «οι δρόμοι σου είναι στη θάλασσα και τα μονοπάτια σου στα άφθονα ύδατα», και, «συ εξουσιάζεις τη δύναμη της θάλασσας, και συ καταπραΰνεις τον σάλο των κυ­μάτων της», πράγμα βέβαια που έκαμε αργότερα· γιατί μόλις τότε τους είδε φοβισμένους, επειδή δεν τον γνώρισαν, άλλωστε ήταν και νύχτα, μίλησε αμέσως προς αυτούς, γνωστοποιώντας τον εαυτό του από τη φωνή και λέγοντας· «εγώ είμαι, μη φο­βάσθε».

Εγώ είμαι, εγώ που είμαι Θεός πάντοτε και τελευταία έγινα άνθρωπος για χάρη σας, βλεπόμενος και ακουόμενος και έχοντας τη δύναμη να κάνω τα πάντα· γι’ αυτό και βαδίζω με το σώμα πάνω στα κύματα και μπορώ να δώσω και στους άλλους τη δυνατότητα αυτή. Πράγματι όταν ο Πέτρος είπε προς αυτόν, «Κύριε, αν είσαι συ, δώσε εντολή να ρθω προς εσένα περπατώ­ντας πάνω στα ύδατα», πρόσταξε και έγινε.

9. Αλλά ας επαναφέρομε τον λόγο στην προηγούμενη σειρά του, σύμφωνα με την οποία λέγαμε μεταφορικά, ότι οι μαθητές στάλθηκαν στην κοσμική θάλασσα των εθνών, καθώς ο Κύριος ανέβαινε στο ουράνιο ύψος σαν σε όρος και εκεί πρόσφερνε ασφαλώς τις ευχές για χάρη μας, σαν αρχιερέας που έγινε και εισήλθε στα ενδότερα του παραπετάσματος, «για να εξιλεώνει», σύμφωνα με τον απόστολο, «τις αμαρτίες του λαού».

Οι μαθητές λοιπόν που στάλθηκαν στην απέναντι όχθη, δηλαδή να νι­κήσουν και να ξεπεράσουν τους πειρατές, δεν νίκησαν ολο­κληρωτικά· γιατί ο αντικείμενος είναι ενεργής ακόμη και τα έθνη επιτίθενται με μανία εναντίον της Εκκλησίας του Χριστού. Κατά την τέταρτη όμως φυλακή της νύχτας, δηλαδή μετά τον φυσικό νόμο, μετά τον γραπτό νόμο, μετά την πρώτη παρουσία του Κυρίου και τον νόμο της χάριτος που δόθηκε κατ’ αυτήν, θα έρθει οπωσδήποτε ο καιρός τής δευτέρας παρουσίας του Χριστού, που αναλογεί ακριβώς στην τέταρτη φυλακή της νύχτας.

Τότε θα έρθει ο Κύριος καταπατώντας και καταργώντας και υποδουλώνοντας κάθε αρχή και εξουσία και δύναμη· γιατί πρό­κειται να καταργήσει περίλαμπρα και να καταπατήσει τα κύμα­τα που ξεσηκώνονται άγρια εναντίον της Εκκλησίας του.

10. Γιατί θυμόσαστε, ότι ο λόγος υποδήλωνε μεταφορικά με τα κύματα που κινούνται και ξεσηκώνονται από το αντικείμενο πνεύμα, τους άρχοντες του κόσμου· και για να παραλείψω την εξέταση των ενδιάμεσων λεπτομερειών, όταν ανέβηκαν αυτοί στο πλοίο και ο Ιησούς και ο Πέτρος που είχε μεταβεί προς αυτόν από το πλοίο, κόπασε ο άνεμος και αφού πέρασαν απέναντι, έφτασαν στην ξηρά.

Και πράγματι, όταν ο Κύριος και όλοι οι άγιοι που θα φύγουν από κοντά μας, τους οποίους υποδήλωσε ο Πέτρος, παραβρεθούν μαζί με μας κατά τη δευτέρα παρουσία του Χριστού, τότε το νοητό αντικείμενο πνεύμα θα καταργηθεί τελείως και εμείς, αφού περάσομε την πολυκύμαντη θάλασσα του βίου, θα εισέλθομε στη γη των πράων, απ’ όπου έχει δραπετεύσει κάθε πόνος, λύπη και στεναγμός. «Οι ευρισκόμενοι τότε στο πλοίο», λέγει, πήγαν και προσκύνησαν τον Ιησού, λέγοντας·

Αληθινά είσαι Υιός του Θεού». Και τότε βέβαια «κάθε γόνατο θα λυγίσει των επουρανίων και των επιγείων και καταχθονίων και κάθε γλώσσα θα ομολογήσει, ότι είναι Κύριος ο Ιησούς Χρι­στός προς δόξα τού Θεού Πατέρα».

11. Αλλά αφήνοντας την αλληγορική ερμηνεία, ας θυμηθούμε την αρχή των λόγων μας. Και αυτή ήταν, ότι οι πειρασμοί όταν έρχονται δεν ωφελούν μόνο τους τέλειους στην πίστη, όπως τον Ιώβ και τον Πέτρο και τον Παύλο και τους ομοίους, αλλά και τελειοποιούν τους ατελείς.

Γιατί εδώ όχι μόνο ο Πέτρος, ούτε μόνο οι άλλοι μαθητές, που ήταν και αυτοί ατελείς ακόμη, αλλά και όλοι που ήταν πάνω στο πλοίο, τόσο πολύ ωφελήθηκαν στην πίστη από εκείνον τον πειρασμό, ώστε προσήλθαν και προσκύνη­σαν τον Ιησού και είπαν προς αυτόν· «αληθινά είσαι Υιός τού Θεού». Αρα λοιπόν καλώς λέγει ο απόστολος που αναφέραμε στην αρχή· «μακάριος είναι ο άνθρωπος που υπομένει πειρασμό, γιατί, αφού αποδειχθεί άξιος, θα λάβει το στεφάνι της ζωής».

12. Δεν θέλω όμως, αδελφοί, να αγνοείτε ότι το είδος των πειρασμών είναι διπλό. Αλλά δεν εννοώ τώρα αυτό, ότι οι πειρασμοί δίνονται στους ανθρώπους λόγω ηδονής και οδύνης λόγω υγείας και νόσου, λόγω δόξας και αδοξίας, λόγω ευπορίας και απορίας, από τους οποίους πολύ χειρότεροι είναι οι διδόμενοι λόγω ηδονής και υγείας λόγω δόξας και ευπορίας· συμβαίνει βέβαια και αυτό, αλλά τώρα δεν σας ομιλώ γι’ αυτό το είδος των πειρασμών. Αλλά ποιά θέλω τώρα να γνωρίσετε; Προσέξτε και θα μάθετε.

Αυτός ο μέγας Ιάκωβος, ο κατά σάρκα καλούμενος αδελφός του Κυρίου, εξαιτίας τής κατά θεία οικονομία μνηστείας του Ιωσήφ με την Παρθενομήτορα Μαρία, αφού είπε, «να χαίρεσθε όταν περιπέσετε σε ποικίλους πειρασμούς», και ότι «είναι μακάριος ο άνθρωπος που υπομένει πειρασμό, γιατί θα λάβει το στεφάνι της ζωής», έπει­τα, όπως αν έλεγε κάποιος σ’ αυτόν, και όμως υπάρχουν κάποιοι που βλασφημούν στους πειρασμούς, άλλοι που απελπίζονται τε­λείως, άλλοι που περνούν και θηλειά στον εαυτό τους, και αν ο πειρασμός είναι από τους έμφυτους και σαρκικούς, από θυμό ίσως ή επιθυμία, άλλοι πολλές φορές περιέπεσαν σε φόνους, και άλλοι παρέδοσαν τους εαυτούς τους στην ακολασία· πώς λοιπόν ο πει­ρασμός προέρχεται από τον Θεό και είναι πρόξενος στεφάνων; Σα να απολογείται προς αυτούς που τα λέγουν αυτά ο Ιάκωβος προσθέτει· «κανένας που δέχεται πειρασμό να μη λέγει, πειράζο­μαι από τον Θεό· γιατί αυτός δεν πειράζει κανένα· γιατί ο Θεός είναι απείραστος από τα κακά».

Πειρασμό εδώ λέγει το κακό, δηλαδή την αμαρτία, και το να περιπέσει κανείς σ’ αυτήν, από την οποία έμεινε απείραστος και ο Χριστός, αν και βέβαια πειράσθηκε αλλιώς· γιατί λέγει· «από όσα έπαθε με τον πειρασμό που υπέμεινε, μπορεί να βοηθήσει αυτούς που πειράζονται»· αλλά και μετά τη βάπτισή του στον Ιορδάνη ανέβηκε στο όρος για να πειρασθεί σύμφωνα με τούς λόγους του ευαγγελίου.

13. Ώστε πειρασμοί λέγονται και τα λυπηρά που επέρχονται στους ανθρώπους απ’ έξω και προσβάλλουν το σώμα, και η ίδια η προσβολή του εχθρού, αν και είναι ανεύθυνος, αφού και τον Κύριο τον πρόσβαλε πειράζοντάς τον. Πειρασμοί λέγονται και οι αμαρτίες, κατά τις οποίες, όπως λέγει ο ίδιος ο Ιάκωβος, «καθέ­νας μας πειράζεται παρασυρόμενος και δελεαζόμενος από τη δική του επιθυμία· γιατί η επιθυμία», λέγει, «όταν συλλάβει το θύμα γεννά την αμαρτία, και η αμαρτία όταν πραγματοποιηθεί γεννά τον θάνατο».

Ποιόν θάνατο; Τον αιώνιο, που είναι ο εξαι­τίας της αμαρτίας χωρισμός του Θεού από την ψυχή. Αυτόν βέ­βαια τώρα από τον Αδάμ μέχρι τη συντέλεια τον ακολούθησε και ο θάνατος του σώματος, τότε όμως, στον μέλλοντα αιώνα, για εκείνους που δεν μετανόησαν εδώ θα ακολουθήσει η αφόρητη και χωρίς τέλος κόλαση της ψυχής και του σώματος, αφού κατα­δικασθούν δίκαια από εκείνον που μπορεί να καταστρέψει στη γέεννα του πυρός και ψυχή και σώμα.

14. Αυτόν τον πειρασμό ας τον αποφύγομε με όση δύναμη έχομε, αδελφοί· γιατί το να τον αποφύγομαι βρίσκεται στη δική μας εξουσία. Γι’ αυτό να λυπηθούμε, όταν δούμε τους εαυτούς μας να έχουν περιπέσει σ’ αυτόν. Εάν λυπηθούμε γι’ αυτό όσο χρειάζεται, θα προετοιμάσομε τον εαυτό μας για μετάνοια αμεταμέλητη προς σωτηρία.

Αυτόν τον πειρασμό έρχομαι και εγώ τώρα να αφαιρέσω από σάς, όχι αυτόν που πρόσκαιρα μόνο ζημιώνει και βλάπτει, αλλά εκείνον που βλάπτει αιώνια.

Γιατί ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός, του οποίου εμείς είμαστε διάκονοι με τη χάρη του, είναι αρχιερέας των μελλοντικών αγαθών, όχι των πρόσκαιρων, και εισήλθε με το αίμα του στα αληθινά άγια, αφού πέτυχε για μας λύτρωση όχι πρόσκαιρη, αλλά αιώνια· αυτήν ερχόμαστε και εμείς να σας προσφέρομε, αν πείθεσθε, την αιώνια απολύτρωση, των ψυχικών πειρασμών, και όχι των σω­ματικών γιατί σύμφωνα με τον απόστολο, τα όπλα μας δεν είναι σαρκικά, αλλά δυνατά με τη χάρη του Θεού προς καθαίρεση οχυρωμάτων, όχι των αισθητών, αλλά των κατασκευασμένων ενα­ντίον μας από τον νοητό εχθρό.

15. Σεις όμως μου φαίνεσθε ότι ούτε αντιλαμβάνεσθε ούτε ζη­τείτε την απολύτρωση των ψυχικών πειρασμών γιατί λυπείσθε για εκείνους τους πειρασμούς κυρίως, για τους οποίους έπρεπε να χαίρεσθε, καθόσον, αν θέλομε, μας προξενούν την αιώνια απολύτρωση, και από μένα αυτήν κυρίως ζητείτε, την εξάλειψη των σωματικών πειρασμών την οποία καταφρονώντας εγώ οπωσδή­ποτε, ήρθα προς εσάς, προτιμώντας να πάσχω μαζί με σας.

Και βέβαια, αν λυπούμαστε περισσότερο για τις αμαρτίες μας, παρά για τα βλαβερά που μας συμβαίνουν, όχι μόνο η σωτηρία της ψυχής και η αιώνια απολύτρωση θα είναι μαζί μας, αλλά και η απολύτρωση των πρόσκαιρων πειρασμών.

Γιατί από πού άραγε έγινε οδυνηρός και γεμάτος από στεναγμούς, φιλοπόλεμος και γεμάτος από συμφορές για μας ο βίος; Δεν έγινε από το ότι με την παράβαση της εντολής ρίξαμε τον εαυτό μας στον απαγορευμένο πειρασμό, δηλαδή την αμαρτία; Αν λοιπόν καθαρίσομε τώρα τον εαυτό μας από κάθε αμαρτία με τη μετάνοια, και εδώ θα υποστούμε μετριώτερους πειρασμούς, και στον κατάλληλο καιρό θα επιστρέψομε στον απαλλαγμένο από τη λύπη και τους πειρα­σμούς βίο.

16. Αφού λοιπόν επαναφέρομε τον εαυτό μας προς τον σωτήριο αυτό λογισμό, να μη λυπούμαστε και στενοχωρούμαστε για τις σωματικές μάλλον προσβολές, αλλά για τις ψυχικές ζημίες, που είναι πραγματικά πειρασμοί και άξιοι αληθινά λύπης, ώστε να λέμε και προς τον Θεό όπως ακριβώς μας δίδαξε, «μη μας βάλεις σε πειρασμό», τον απαγορευμένο και υπεύθυνο οπωσδήποτε πει­ρασμό, «αλλά απάλλαξέ μας από τον πονηρό, γιατί δική σου είναι η βασιλεία και η δύναμη και η δόξα στους αιώνες των αιώνων». Γένοιτο.

(Πηγή: Γρηγορίου Παλαμά Έργα, ΕΠΕ, τόμος 10, Πατερικαί Εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»)

Τετάρτη 22 Ιουλίου 2026

 

ΚΥΡΙΑΚΗ Η΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

Γράφει ὁ Ἱεροκῆρυξ

Ἀρχιμ. Νικάνωρ Καραγιάννης



 

            να ἀπὸ τὰ πιὸ μεγαλειώδη καὶ ἐντυπωσιακὰ θαύματα μᾶς παρουσιάζει τὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα τῆς ὄγδοης Κυριακῆς τοῦ Ματθαίου περιγράφοντας τὸν χορτασμὸ τῶν πέντε χιλιάδων ἀνδρῶν σὲ μιὰ ἔρημη γωνιὰ τῆς παλαιστινιακῆς γῆς. Σύμφωνα μὲ τὸν εὐαγγελιστὴ Ματθαῖο ὅταν ὁ Ἰησοῦς πληροφορήθηκε τὸν ἀποκεφαλισμὸ τοῦ Βαπτιστῆ Ἰωάννη ἀποσύρθηκε σὲ κάποιο ἔρημο τόπο. Οἱ κάτοικοι τῶν γύρω περιοχῶν μόλις ἔμαθαν τὴν ἀναχώρησή του τὸν ἀκολούθησαν. Ὁ Κύριος βλέποντας τὸ συγκεντρωμένο πλῆθος τὸ λυπήθηκε καὶ δὲν θέλησε νὰ τὸ ἀπογοητεύσει γιαυτὸ συνέχισε τὸ ἔργο του θεραπεύοντας ἀρρώστους καὶ διδάσκοντας τοὺς ἄλλους. Ὅμως ἡ ὥρα περνοῦσε καὶ οἱ μαθητὲς ὑπενθύμισαν στὸν Χριστὸ ὅτι ἔπρεπε νὰ διώξει τὸν κόσμο γιὰ νὰ προμηθευθεῖ τρόφιμα. Ὁ Ἰησοῦς στρέφει τὸ βλέμμα του στὸν οὐρανὸ εὐλογεῖ καὶ κόβει τὰ πέντε ψωμιὰ καὶ τὰ δίνει στοὺς μαθητὲς γιὰ νὰ τὰ μοιράσουν στὸ πλῆθος!!! Τὸ ἀποτέλεσμα ἦταν ὄχι μόνο νὰ χορτάσουν πέντε χιλιάδες ἄνδρες χωρὶς νὰ ὑπολογίζονται οἱ γυναῖκες καὶ τὰ παιδιὰ ἀλλὰ νὰ περισσέψουν καὶ δώδεκα κοφίνια γεμάτα.

           Οἱ ἑρμηνευτὲς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας τότε ἀλλὰ καὶ οἱ βιβλικοὶ θεολόγοι σήμερα ἐξηγοῦν τὸ νόημα καὶ τὸν σκοπὸ τῶν θαυμάτων τοῦ Κυρίου ποὺ ἀσφαλῶς δὲν εἶναι ὁ ἐντυπωσιασμὸς καὶ ἡ ἱκανοποίηση μόνο ἀπὸ θεϊκὸ οἶκτο κάποιων ἀνθρώπινων ἀναγκῶν. Κάθε φορὰ ποὺ διαβάζουμε ἕνα θαῦμα τῶν εὐαγγελίων πρέπει νὰ σκεφτόμαστε ὅτι ἀποτελεῖ τὴν ἀπάντηση στὸ ἐρώτημα ποιὸς εἶναι ὁ Χριστὸς καὶ ποιὸ τὸ ἔργο Του. Ἡ ἐπιβεβαίωση τῆς μεσσιανικῆς ἰδιότητα τοῦ Χριστοῦ εἶναι ὀφθαλμοφανὴς στόχος τῶν εὐαγγελιστῶν. Ὅμως ἡ ἐπαλήθευση τῶν προφητικῶν προσδοκιῶν καὶ ἡ ἐκπλήρωση τῶν αἰτημάτων καὶ τῶν ἀναγκῶν τοῦ φτωχοῦ καὶ καταπιεσμένου ἰουδαϊκοῦ λαοῦ δὲν εἶναι τὸ ζητούμενο τοῦ σημερινοῦ χριστιανοῦ. Ὁ σημερινὸς σκεπτόμενος ἄνθρωπος στέκεται ἀδιάφορος μπροστὰ στὶς εὐαγγελικὲς διηγήσεις τῶν θαυμάτων ἔστω καὶ ἂν θεωρητικὰ τὶς ἀποδέχεται. Ἡ δικαιολογία του σαφής. Ὅλες αὐτὲς οἱ ἀφηγήσεις εἶναι γνωστὲς καὶ παλιὲς ἀλλὰ δὲν ἔχουν κανένα ἐνδιαφέρον γιὰ τὸν ἄνθρωπο τοῦ καιροῦ μας. Καὶ ὅμως ἡ Ἐκκλησία προβάλλει αὐτὲς τὶς μακρινὲς ἱστορίες τῶν εἴκοσι αἰώνων ὄχι μόνο γιὰ νὰ μᾶς θυμίσει τί ἔγινε «τῷ καιρῷ ἐκείνω» ἀλλὰ κυρίως γιὰ νὰ μᾶς μάθει ὅτι ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ εἶναι διαχρονικὸς καὶ ἐπίκαιρος γιὰ τὸν ἄνθρωπο κάθε ἐποχῆς καὶ τόπου. Ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ μᾶς ἀκουμπᾷ κάθε φορά ποὺ ἔχουμε ἀνοιχτὰ τὰ μάτια τῆς πίστης γιὰ νὰ βλέπουμε τὴν ζωὴ μας μέσα στὸ φῶς τοῦ Θεοῦ. Τὸ κάθε θαῦμα μᾶς ἀγγίζει κάθε φορά ποὺ μᾶς μεταγγίζει τὴν ζωντανὴ παρουσία καὶ τὴν ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ στὸ ἐδῶ καὶ τώρα τῆς καθημερινότητάς μας. Τότε βλέπουμε τὸν Θεὸ νὰ ἀπαντᾷ στὰ ἐρωτήματα καὶ τὶς ἀνάγκες μας ἀλλά καὶ κατανοοῦμε τὴν σιωπή Του στὰ ἀνεκπλήρωτα ὄνειρα καὶ τὶς ἐπιθυμίες μας.

           Τὸ θαῦμα τοῦ χορτασμοῦ τῶν πέντε χιλιάδων ἀπὸ τὸν Χριστὸ δὲν ἔλυσε βέβαια τὸ πρόβλημα τῆς πείνας ποὺ ταλαιπωρεῖ ἀκόμη καὶ σήμερα ἕνα μεγάλο κομμάτι τοῦ πληθυσμοῦ τῆς γῆς μας γιατί δὲν ἦταν αὐτὸς ὁ σκοπός του. Εἶναι ὅμως μιὰ ἠχηρὴ ἀπάντηση σὲ ὅλους αὐτοὺς ποὺ κατηγοροῦν τὸν Χριστιανισμό, ὅτι περιφρονεῖ, ὑποτιμᾷ καὶ καταπιέζει κάθε ὑλικὴ ἀνάγκη τοῦ ἀνθρώπου. Μιὰ τέτοια στάση ὁδηγεῖ στὴν μὴ ρεαλιστικὴ ἀντιμετώπιση τῆς ζωῆς. Τὸ θαῦμα τοῦ χορτασμοῦ μᾶς λέει ὅτι εἴμαστε ὄντα ζωντανὰ ποὺ πεινᾶμε γιατί ὅτι ζεῖ ἔχει ἀνάγκες. Οἱ ὑλικές μας ἀνάγκες λοιπόν ἁγιάζονται ὅταν τὶς φέρνουμε μὲ ἐμπιστοσύνη μπροστὰ στὸν Θεό. Ἀκόμη καὶ οἱ καθημερινὲς ἀπασχολήσεις μας ἁγιάζονται «διὰ λόγου Θεοῦ καὶ ἐντέυξεως», ὅπως μᾶς λέει ὁ Ἀπόστολος. Ἡ ἐγγύτητά μας μὲ τὸν Θεό, δὲν πρέπει νὰ μᾶς κάνει νὰ χάνουμε τὴν ἐπαφὴ μὲ τὴν πραγματικότητα ἀλλὰ νὰ τὴν παίρνουμε σοβαρὰ ὑπόψη. Δὲν πρέπει νὰ ὑποκαθιστοῦμε τὴν φροντίδα γιὰ τὸ σῶμα μὲ τὴν φροντίδα γιὰ τὴν ψυχή. Δὲν μποροῦμε νὰ δώσουμε γιὰ παράδειγμα σὲ ἕνα πεινασμένο ἀντὶ γιὰ ψωμὶ πνευματικὸ λόγο, γιατί τότε εἶναι σὰν νὰ τοῦ δίνουμε πέτρες. Δὲν μποροῦμε μὲ τὸ πρόσχημα τῆς προσευχῆς νὰ ἀπομακρυνόμαστε ἀπὸ τὴν ἐργασία ποὺ μὲ αὐτὴ κερδίζουμε τὸ ψωμί μας μὲ τὴν εὐρύτερη ἔννοια. Πεινᾶμε ὄχι μόνο γιὰ ψωμὶ ἀλλὰ ἔχουμε καὶ «λιμὸ τοῦ ἀκούσαι λόγον Κυρίου». Ἔτσι καταλαβαίνουμε πόσο ἐξαρτημένη εἶναι ἡ ζωή μας ἀπὸ τὸν Θεό. Ἐμεῖς ζητᾶμε καὶ Ἐκεῖνος μᾶς δίνει. Ἐκεῖνος προσφέρει καὶ ἐμεῖς δεχόμαστε καὶ εὐχαριστοῦμε. Αὐτὴ εἶναι ἴσως ἡ προέκταση τοῦ βαθύτερου νοήματος αὐτοῦ του θαύματος στὴν καθημερινότητά μας. Ἀμήν.

Τρίτη 14 Ιουλίου 2026

Κυριακή ΣΤ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ τῶν Ἁγίων Πατέρων τῆς Δ΄ Οἰκ. Συνόδου

 


Κυριακή τῶν Ἁγίων Πατέρων τῆς Δ΄ Οἰκ. Συνόδου – Ἀποστολικὸ Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 19 Ἰουλίου 2026

Ἀποστολικό Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 19 Ἰουλίου 2026, Κυριακή τῶν Ἁγίων Πατέρων τῆς Δ΄ Οἰκ. Συνόδου (Τίτ. γ΄ 8-15)

Τέκνον Τίτε, πιστὸς ὁ λό­­γος· καὶ περὶ τούτων βούλομαί σε διαβε­βαι­­­­­οῦ­σθαι, ἵνα φροντίζωσι καλῶν ἔργων προΐστασθαι οἱ πε­­πι­­στευ­­κότες τῷ Θεῷ. ταῦτά ἐστι τὰ καλὰ καὶ ὠφέλιμα τοῖς ἀν­θρώποις· μωρὰς δὲ ζη­­τήσεις καὶ γενεαλογίας καὶ ἔ­ρεις καὶ μά­χας νομικὰς περιίστασο· εἰ­σὶ γὰρ ἀνωφελεῖς καὶ μάται­οι. αἱρετικὸν ἄνθρωπον μετὰ μί­­αν καὶ δευτέραν νουθεσίαν πα­ραι­τοῦ, εἰδὼς ὅτι ἐξέ­στραπται ὁ τοιοῦτος καὶ ἁμαρτάνει ὢν αὐτοκατάκριτος. Ὅταν πέμψω Ἀρτεμᾶν πρός σε ἢ Τυχικόν, σπούδασον ἐλθεῖν πρός με εἰς Νι­κόπολιν· ἐκεῖ γὰρ κέκρικα παραχειμάσαι. Ζηνᾶν τὸν νο­μι­κὸν καὶ Ἀπολλὼ σπουδαίως πρόπεμψον, ἵνα μηδὲν αὐτοῖς λείπῃ. μανθανέτωσαν δὲ καὶ οἱ ἡμέτεροι καλῶν ἔρ­γων προ­ΐ­στασθαι εἰς τὰς ἀναγ­καί­ας χρείας, ἵνα μὴ ὦσιν ἄ­καρ­ποι. Ἀσπάζονταί σε οἱ μετ᾿ ἐ­μοῦ πάντες. ἄσπασαι τοὺς φι­λοῦν­τας ἡμᾶς ἐν πίστει. Ἡ χάρις μετὰ πάντων ὑμῶν· ἀμήν.

ΣΚΕΨΕΙΣ – ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ – ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ

1. «Τὰ πάγχρυσα στόματα τοῦ Λόγου»

«Πάγχρυσα στόματα τοῦ Λόγου»! Ἔτσι ὀνομάζει ὁ ἱερὸς ὑμνογράφος τοὺς 630 θεοφόρους Πατέρες, ποὺ συγκρότησαν τὴν Δ΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο στὴ Χαλκηδόνα τῆς Μικρᾶς Ἀσίας τὸ 451 καὶ τοὺς ὁποίους τιμᾶ σήμερα ἡ Ἐκκλησία μας. Στὸ δοξαστικὸ τῶν Αἴνων τοῦ Ὄρθρου μὲ πολλὲς ποιητικὲς ἐκφράσεις τοὺς ἐγκωμιάζει καὶ μεταξὺ τῶν ἄλλων τοὺς ἀποδίδει τὸν τιμητικὸ αὐτὸ χαρακτηρισμό, ποὺ σημαίνει τὰ ὁλόχρυσα στόματα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ, διότι δάνεισαν τὸν λόγο τους στὸν Θεὸ Λόγο.

Εἶναι εὔστοχος ὁ χαρακτηρισμὸς αὐτός, διὀτι, ὅ,τι δίδαξαν οἱ ἅγιοι αὐτοὶ Πατέρες, ἦταν ἐμπνευσμένο ἀπὸ τὸν Κύριο. Ἀποκάλυψαν μὲ τὸν λόγο τους ποιός ἀκριβῶς εἶναι ὁ Χριστός. Διατύπωσαν μὲ ἀκρίβεια τὴν ἀλήθεια περὶ τοῦ Προσώπου του. Ὀρθοτόμησαν τὸν λόγο τῆς ἀληθείας γιὰ τὶς δύο τέλειες φύσεις τοῦ Κυρίου, τὴ θεία καὶ τὴν ἀνθρώπινη, καὶ γιὰ τὴν ἀχώριστη καὶ ἀσύγχυτη ἕνωσή τους στὸ ἕνα Πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Προάσπισαν ἔτσι τὴν Ἐκκλησία ἀπὸ δύο φοβερὲς αἱρέσεις, τὸν Νεστοριανισμὸ καὶ τὸν Μονοφυσιτισμό, μὲ φρόνημα θυσιαστικό. Χάρη στὴ δική τους συμβολὴ διασώθηκε ἀνόθευτο τὸ ὀρθὸ δόγμα, ὥστε νὰ μποροῦμε οἱ πιστοὶ κάθε ἐποχῆς νὰ λατρεύουμε ὀρθοδόξως τὸν ἀληθινὸ Θεὸ καὶ μὲ τὴ δική του Χάρι νὰ κληρονομοῦμε τὴ σωτηρία.

2. Ἀπόσταση ἀπὸ τοὺς πλανεμένους

Ἡ ἀποστολικὴ περικοπὴ τῆς θείας Λειτουργίας ἀναγινώσκεται πρὸς τιμὴν τῶν Ἁγίων Πατέρων ἀπὸ τὴν πρὸς Τίτον Ἐπιστολή. Μεταξὺ τῶν ἄλλων πολύτιμων συμβουλῶν, ποὺ δίνει ὁ ἀπόστολος Παῦλος στὸν μαθητή του Τίτο, πρῶτο Ἐπίσκοπο Κρήτης, τοῦ γράφει καὶ τὸ ἑξῆς: «αἱρετι­κὸν ἄνθρωπον μετὰ μίαν καὶ δευτέραν νουθεσίαν παραιτοῦ». Δηλαδή, αἱρετικὸ ἄνθρωπο, ποὺ ἐπιμένει νὰ δημιουργεῖ σκάνδαλα καὶ διαιρέσεις στὴν Ἐκκλησία, μολονότι τὸν συμβούλευσες γιὰ πρώτη καὶ δεύτερη φορά, παράτησέ τον καὶ ἀπόφευγέ τον. Διότι ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ἔχει διαστραφεῖ καὶ ἁμαρτάνει, γιὰ τὴν ἁμαρτία του δὲ ἐλέγχεται καὶ κατακρίνεται ἀπὸ τὴ συνείδησή του.

Δὲν εἶναι δυστυχῶς σπάνιο τὸ φαινόμενο νὰ βλέπουμε ἀνθρώπους νὰ παρεκκλίνουν κάποτε ἀπὸ τὴν ὀρθὴ πίστη καὶ νὰ δημιουργοῦν ἔριδες καὶ σχίσματα. Ἄλλοτε δὲ νὰ παρασύρονται σὲ χαλάρωση τοῦ ἤθους καὶ τοῦ τρόπου ζωῆς. Ὁ ἐγωισμὸς καὶ ἡ αὐτοπεποίθηση σκοτίζουν πάντοτε τοὺς πνευματικοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ μπορεῖ νὰ ὁδηγήσουν σὲ πλάνη, ἀκόμη καὶ σὲ πνευματικὴ νέκρωση. Στὶς περιπτώσεις αὐτὲς οἱ ὑπόλοιποι πιστοὶ ἔχουμε χρέος νὰ ἐνδιαφερθοῦμε γιὰ τὸν πνευματικὰ ἀσθενὴ ἀδελφό μας. Νὰ τὸν πλησιάσουμε καὶ νὰ τὸν συμβουλεύσουμε μὲ φιλάνθρωπη διάθεση καὶ ταπεινὸ φρόνημα, καὶ ὄχι μόνο μία φορά.

Ὅταν ὅμως διαπιστώνουμε κάποια ἐμ­μονὴ στὴν πλάνη καὶ τὴ διαστροφή του, ὁ Ἀπόστολος μᾶς προτρέπει νὰ τὸν ἀφήνουμε· νὰ σταματοῦμε τότε τὶς συμβουλές. Δὲν πρόκειται νὰ φέρουν ἄλλωστε κάποιο ἀποτέλεσμα. Ἡ Ἐκκλησία ἔχει ὄχι μόνο τὸ δικαίωμα, ἀλλὰ καὶ τὴν ὑποχρέωση νὰ κρατεῖ ἀπόσταση ἀπὸ αὐτόν, ποὺ μὲ ἐμμονὴ ἐπιλέγει τὴν πλάνη. Διότι ἔχει εὐθύνη νὰ διασφαλίζει τὴν ἀλήθεια τῆς πίστεως καὶ νὰ περιφρουρεῖ τὰ ζωντανὰ μέλη της.Ὑπάρχουν μάλιστα πολλὲς περιπτώσεις ποὺ ἡ ἀπόσταση αὐτὴ ἔχει ἀποβεῖ ὠφέλιμη, καθὼς ἀφυπνίζει τὸν πνευματικὰ ἀσθενὴ καὶ τὸν φέρνει σὲ συναίσθηση τῆς πλάνης του.

3. Μὲ τὴ δύναμη τῆς Χάριτος

Ὁ θεοκίνητος Ἀπόστολος ἐπισφραγίζει τὴν Ἐπιστολή του μὲ μία πολὺ σημαν­τικὴ εὐχή: «Ἡ χάρις μετὰ πάντων ὑμῶν», γράφει στὸν Τίτο καὶ στοὺς πιστούς. Δηλαδή, σᾶς εὔχομαι ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ νὰ εἶναι μὲ ὅλους σας. Ὁ Ἀπόστολος γνώριζε πολὺ καλὰ τὴ σημασία τῆς Χάριτος στὴν πνευματικὴ πορεία τοῦ πιστοῦ. Εἶχε ἀκούσει ἄλλωστε ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Κύριο τὸν θαυμαστὸ ἐκεῖνο λόγο: «Ἀρκεῖ σοι ἡ χάρις μου» (Β΄ Κορ. ιβ΄ 9). Σοῦ εἶναι ἀρκετὴ ἡ Χάρις ποὺ σοῦ δίνω γιὰ νὰ σηκώσεις τὴ δοκιμασία σου. Διότι ἡ δύναμή μου ἀποκαλύπτεται, ὅταν ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἀσθενὴς καὶ μὲ τὴ δική μου ἐνίσχυση κατορθώνει θαυμαστὰ ἔργα. Εἶχε νιώσει ὁ Ἀπόστολος τὴ δύναμη τῆς Χάριτος στοὺς φοβεροὺς πειρασμοὺς καὶ στὶς ἀσθένειες ποὺ ἀντιμετώπισε. Γι᾿ αὐτὸ εὔχεται στὸν Τίτο καὶ στοὺς πιστοὺς ποὺ τὸν περιστοιχίζουν, νὰ τοὺς συνοδεύει ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ, ἡ λυτρωτικὴ δύναμη ποὺ ἀπέρρευσε ἀπὸ τὴ σταυρικὴ Θυσία τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀπαραίτητη καὶ γιὰ τὴ δική μας πνευματικὴ ζωή. Αὐτὴ θεραπεύει τὶς πνευματικὲς ἀσθένειες, ἀναπληρώνει τὶς ἐλλείψεις, ἐνισχύει στὶς θλίψεις, στηρίζει στοὺς πειρασμούς. Αὐτὴ φέρνει τὴν ἐπιτυχία στὶς προσπάθειές μας. Δὲν ἀρκοῦν οἱ δικοί μας κόποι, ποὺ ἀσφαλῶς εἶναι ἀπαραίτητοι. Ἀπαιτεῖται ἡ συνέργεια τῆς Χάριτος. Τὴ Χάρι τοῦ Θεοῦ πρέπει νὰ ἐπιζητοῦμε κι ἐμεῖς. Καὶ θὰ τὴ λαμβάνουμε μὲ τὴν ἐνεργὴ μετοχή μας στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἡ ταμειοῦχος τῆς Χάριτος. Τὴ Χάρι τοῦ Θεοῦ νὰ ἑλκύουμε, ὥστε μὲ τὴ δύναμή της νὰ ἀξιωθοῦμε νὰ ἀπολαύσουμε καὶ τὴν αἰώνια σωτηρία.

Πέμπτη 9 Ιουλίου 2026

ΚΥΡΙΑΚΗ ΣΤ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

ΚΥΡΙΑΚΗ ΣΤ΄ΜΑΤΘΑΙΟΥ

 ΚΥΡΙΑΚΗ ΣΤ΄ΜΑΤΘΑΙΟΥ

†Αρχιμανδρίτη Ανανία Κουστένη

Ο Θεάνθρωπος συγχωρεί τις αμαρτίες μας και θεραπεύει τα νοσήματά μας

Έκτη Κυριακή του Ματθαίου σήμερα, αγαπητοί. Ο Χριστός μας, αφού έφυγε απ΄ τη χώρα των Γεργεσηνών, όπου είχε πάει και δεν Τον ήθελαν, επέστρεψε στην Καπερναούμ. Μόλις πάτησε το πόδι Του στη δεύτερη αγαπημένη Του πατρίδα, Του έφεραν να θεραπεύσει έναν παραλυτικό επάνω στο κρεββάτι του. Είναι αλήθεια πως, αν κάποιοι δεν θέλουν τον Χριστό μας, υπάρχουν άλλοι που Τον αγαπούν και παίρνουν τα ελέη και την αγάπη και τη γιατρειά Του. Αυτό, ως Έλληνες Ορθόδοξοι, ας το βάλομε βαθιά στην ψυχή μας.

Κι ο Κύριος είδε τον παραλυτικό και αυτόν που τον μετέφερε, και θαύμασε την πίστη τους. Και τότε, κοιτάζοντας τον παραλυτικό βαθιά, τον είδε να είναι φοβισμένος, και του είπεː «Έχε θάρρος, παιδί μου. Οι αμαρτίες σου συγχωρούνται. Εγώ είμαι Θεάνθρωπος και φιλάνθρωπος και παντοδύναμος, και δεν με εμποδίζει καμία αμαρτία και καμία ασθένεια· όλα τα υπερβαίνω και τα νικώ». Και σκεφθείτε τη χαρά εκείνου του ανθρώπου, με τα αθάνατα αυτά ρήματα του Χριστού μας στην αφεντιά του.

Ήσαν, όμως, κοντά και οι οχιές, οι Γραμματείς, οι Νομοδιδάσκαλοι, οι ντόπιοι και οι φερμένοι από την Ιερουσαλήμ εκείνες τις ημέρες, και άρχισαν να σκέπτονται στραβά και να κακιώνουν και να φθονούν. Κι έλεγαν μέσα τους τολμούσαν να το πουν κι απ΄ έξω; «Ποιος ειν΄ αυτός που συγχωράει αμαρτίες; Ένας μόνο έχει το δικαίωμα· ο Θεός».

Και ο Κύριος, ο Ιησούς, επειδή είναι και Θεός, διάβασε τις σκέψεις τους και τα βουλεύματα τους, και τους ομίλησε και τους είπεː «Εσείς θεωρείτε δύσκολο να σηκώσω τον Παράλυτο, και εύκολο να του συγχωρήσω τις αμαρτίες. Εγώ τα βλέπω διαφορετικά· θεραπεύω την αιτία και εκλείπει και το αποτέλεσμα. Επειδή, όμως, εσείς τα βλέπετε έτσι, ας το κάνομε κι έτσι. Συγχώρεσα τις αμαρτίες, το πιο δύσκολο, και τώρα λέω στον Παραλυτικόː “Σήκω επάνω, πάρε το κρεββάτι σου, και πήγαινε στο σπίτι σου”»  Αυτός είναι ο Θεάνθρωπος, αυτός είναι ο Χριστός μας, ο Κύριος, ο βασιλέας της αγάπης, ο βασιλέας του πόνου, η μέγιστη χαρά μας, η πρώτη και στερνή μας αγάπη.

Και σηκώθηκε, λοιπόν, ο Παραλυτικός, πήρε το κρεββάτι του και πήγε στο σπίτι του, στους δικούς του. Και εκείνοι, που ήσαν μάρτυρες της αρρώστιας του, να γίνουν μαζί με τους άλλους και μάρτυρες της γιατρειάς του. Κι ο κοσμάκης, τότε, εθαύμασε και εδόξασε τον Θεό, που έδωκε τέτοια εξουσία στους ανθρώπους. Έτσι είναι ο απλός λαός, που πιστεύει στον Κύριο και στην αγία Του Εκκλησία· και θαυμάζει και δοξάζει το Θεό, το φιλάνθρωπο Χριστό μας, ο Οποίος, Θεάνθρωπος ων, έχει αυτή την εξουσία· να συγχωρεί αμαρτίες και να θεραπεύει αρρώστιες. Κι αυτή την εξουσία και τη Χάρη τη μεταβίβασε και στην Εκκλησία Του, στον ιερό κλήρο αλλά και στους πιστούς Χριστιανούς.

Ας μένουμε, λοιπόν, στην αγία του Χριστού Εκκλησία, με πίστη και με αγάπη και υπομονή. Κι ας αγαπάμε τον Χριστό μας. Και Κείνος, τότε, και τις αμαρτίες μας θα συγχωρεί, και την υγεία θα μας δίνει, άμα χρειάζεται, και όλα θα μας τα προσφέρει.    

Πηγή: Αρχιμανδρίτη Ανανία Κουστένη, Το Κήρυγμα Της Κυριακής, Από την Κυριακή μετά την Πεντηκοστή, Τόμος: Β΄, εκδ. Ακτή, Λευκωσία 2009, σελ. 43-45.