Πέμπτη 5 Φεβρουαρίου 2026

Ο ΑΣΩΤΟΣ, ΟΙ ΑΣΩΤΟΙ...ΚΙ ΕΜΕΙΣ



«Η ευαγγελική παραβολή πού διαβάζεται σήμερα είναι γνωστή σε όλους μας ως παραβολή του Ασώτου.·.
Ένας άνθρωπος έχει δύο γιους. Ό νεότερος γιος ζητάει χωρίς περιστροφές από τον πατέρα του το μερίδιο του από την κληρονομιά.…
Και ο πατέρας του δίνει το κομμάτι, το επιβάλλον μέρος της περιουσίας, πού ζητάει. Είναι άρχοντας αγάπης. Δεν ενδιαφέρεται για τον εαυτό του. Ενδιαφέρεται να σώσει το παιδί του. Αυτό βρίσκεται στο σκοπό της ζωής του, είναι η καταξίωση του, το είναι του. Δεν τον ενδιαφέρει τι θα πει ο κόσμος, όπως ενδιαφέρει τόσο πολύ εμάς για το πως θα χαρακτηρίσουν το παιδί μας για τις αστοχίες του, δεν τον ενδιαφέρει αν θα χάση το κύρος του, αν παρουσιαστεί ως πατέρας αποτυχημένος, με παιδί πού αφήνει το σπίτι και φεύγει μακριά. Η αγάπη του πατέρα πάει πιο μακριά απ' ό,τι μπορεί να πάει η κρίση του κόσμου η η ανταρσία του γιου του.
Για τον λόγο αυτό δεν του κάνει διδασκαλία με λόγια. Τώρα πρέπει να τον αφήσει να περιπλανηθεί, να πάθει, να μάθει, να δει προσωπικά το ψεύδος και τις ανυπόστατες απάτες.
Αυτό ξέρει ο πατέρας, ότι είναι κάτι θανάσιμα επικίνδυνο, αλλά δεν βλέπει άλλη λύση. Το μόνο πού μπορεί να κάνει είναι να τον συντροφεύει πάντοτε με την αγάπη του, πού υπάρχει στο σπίτι, αλλά απλώνεται παντού. Δίνει αγωγή στο παιδί του υποφέροντας μυστικά ολόκληρος, βγαίνοντας από σταυρό της αναμονής.
Το θέμα δεν είναι ο πατέρας να κρατήσει δια της βίας τον γιο κοντά του, αλλά να του δώσει τη δυνατότητα, να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις, ώστε ο ίδιος μόνος του να έλθει προς αυτόν. …
Και ο άσωτος φεύγει. Πηγαίνει για να ζήσει σε μια χώρα ξένη, όπου τα πάντα ξοδεύονται χωρίς να ανανεώνονται. Αλλά μετά από λίγο μένει μόνος. Οι φίλοι του έμειναν κοντά του όσο κράτησαν τα πλούτη του. Αρχίζει να ζει την έκπτωση και την εξαθλίωση. Και όταν πηγαίνει να ζητήσει βοήθεια τον σπρώχνουν πιο χαμηλά. Τον στέλνουν να βόσκει χοίρους, να ποιμάνει τα πάθη. Τον κάνουν χοιροβοσκό. Του αρνούνται τη φύση του, την ανθρωπιά του, την αξιοπρέπεια του, την ευγένεια του. Τον θεωρούν ζώο.
Η επιστροφή και η μετάνοια
Όμως, η δοκιμασία του νεότερου γιου στη μακρινή χώρα φανέρωσε και το τι έκρυβε μέσα τον, τι αντοχή είχε, τι έμεινα ανέπαφο, σε ποιόν να καταφύγει, που υπάρχει τροφή, ζωή και ανάσταση για όλους.
Και αρχίζει να μονολογεί: "Μπορεί να τα έχασα όλα! Μπορεί να χάθηκα κι εγώ Κυριολεκτικά να πέθανα. Άλλα υπάρχει κάτι πού δεν χάνεται, δεν πεθαίνει. Είναι ο πατέρας μου και η αγάπη τον. Δεν σκέφτομαι τα παιδιά του - είμαι ανάξιος για κατ τέτοιο - σκέφτομαι τους υπηρέτες του, πως τους φέρεται, πως τους χορταίνει. θα σηκωθώ και θα γυρίσω πίσω και θα πω στον πατέρα μου: Αμάρτησα στον ουρανό κα ενώπιον σου. Σε σένα που έχεις τέτοια αγάπη που γεμίζει ουρανό και γη. Σε σένα που ακόμη εδώ, στη μακρινή χώρα της στέρησης και της κόλασης, με συνοδεύεις. Δεν είμαι άξιος να λέγομαι γιος σου. Ξέπεσα, έχασα την υιοθεσία. Αυτή είναι η αμαρτία  μου. Δεν είναι η περιουσία σου που σπατάλησα. Καθύβρισα τη μια σχέση του παιδιού προς τον πατερά. Πάτερ ήμαρτον,
Ξέρετε, είναι σχετικά εύκολο να παραδεχθώ τα λάθη και τα ελαττώματα μου αλλά είναι πολύ δύσκολο να αναγνωρίσω ξαφνικά πως έχω προδώσει, πως έχω χάσει την πνευματική μου, την αληθινή μου ομορφιά, πως βρίσκομαι τόσο μακρύ: από το αληθινά μου σπίτι.
Και ο άσωτος παίρνει το δρόμο της επιστροφής. Πριν ακόμη φθάσει στο σπίτι, ο πατέρας τον βλέπει από μακριά και τρέχει. Χωρίς να του πει τίποτα, πέφτει ολόκληρος στην αγκαλιά του και τον καταφιλεί. Ήδη ο γιος κατάλαβε, πηρέ τη απάντηση. Ό πατέρας άκουσε την εξομολόγηση. Γιατί πάντοτε ήταν μαζί με το παιδί του. Αυτό το οποίο παρακαλώ να προσέξουμε είναι ότι η πρώτη λέξη της ομολογίας του δεν είναι "συγχώρα με", αλλά "πατέρα". Είναι το όνομα του πατέρα πού ανεβαίνει από τα βάθη του είναι του και του δίνει το θάρρος να ελπίζει.

Η πατρική αγάπη

Εκείνη τη στιγμή ο άσωτος ομολογεί το λάθος του και σιωπά. Δεν μπορεί να συνεχίσει. Τα χάνει με τον χείμαρρο της αγάπης του πατέρα πού τον διαλύει. Κα το λόγο παίρνει ο πατέρας πού μιλά ξεκάθαρα εν σιωπή. Δεν λέει στο παιδί του για τον εαυτό του. Ούτε αν πόνεσε, ούτε πόσο πόνεσε όταν έφυγε. Ούτε πόσο χαίρεται τώρα πού γύρισε. Ούτε τον μαλώνει για να δικαιώσει τον εαυτό του. Αυτά δε λέγονται. Διότι η μυσταγωγία της σχέσης τους ιερουργείται σε χώρο βαθειάς σιωπής. Πυράκτωμα αγάπης πού παραλύει τη γλωσσά. Έτσι νίκησε η πατρική αγάπη το θάνατο. Και άναψε τούτη η χαρά, το πανηγύρι πού ενδύεται και πάλι ο γιος την στολή την πρώτη, και φορά το δακτυλίδι της υιοθεσίας, και θύεται ο μόσχος ο σιτευτός». ( Αρχιμανδρίτης Βασίλειος. Ηγούμενος Ι. Μ. ΙΒΗΡΩΝ).

 

Τα δικά μας χρέη


            Μιλάμε, αδελφοί μου, για τον Άσωτο Υιό και τονίζουμε τη σημασία της επιστροφής. Σήμερα, όμως, όπως έχουν διαμορφωθεί τα πράγματα, αντί να μιλάμε για ασώτους υιούς, καλύτερα να μιλάμε πως δεν θα φτιάχνουμε άσωτους υιούς. Και ο καλύτερος τρόπος είναι να σταθούμε πλάι στους νέους με αγάπη και κατανόηση. Να τους πλησιάσουμε με ανοιχτά τ΄ αυτιά μας κι ακόμη πιο ανοιχτή την καρδιά μας. Η οικογένεια, πρώτα, οι δάσκαλοι μετά, οι διάφοροι κοινωνική θεσμοί, στο κατόπιν, με πρώτο - πρώτο το θεσμό της Εκκλη­σίας.
Ζούμε, αγαπητοί Χριστιανοί, σε μία εποχή φοβερών αντιφάσεων και ανισορροπίας. Κι αυτή ανισορροπία και οι αντιθέσεις ξεκινούν από αυτή την ίδια την οικογένεια, με τις νέες περί οικογενείας ιδέες, την ασυδοσία που μας έβαλαν μέσα σ’ αυτήν, τις ελευθεριάζουσες σχέσεις των μελών της και ακόμη αυτήν την απλή και μόνο συνύπαρξη των μελών της κάτω από την ίδια στέγη.
 Επεκτείνο­νται στους διάφορους θεσμούς όπως αυτού της Εκκλησίας, όπου,  όπως παρατηρούμε γίνεται ότι είναι δυνατόν ώστε αυτή να πληγεί. Καταβάλλονται καθημερινά και ασταμάτητα προσπάθειες για να μπει στο περιθώριο, να κλείσει το στόμα της και να μπει στην άκρη αφού πρώτα κλονιστεί η πίστη και η εμπιστοσύνη του Ελληνικού λαού σ’ αυτήν. Κάνουμε το κάθε το για να αποτρέψουμε την είσοδο της νεολαίας στην Εκκλησία – βλέπετε τι γίνεται κάθε μέρα -­­­­­­­­­­, χωρίς να μας νοιάζει πως τους οδηγούμε κάπου αλλού. Προτιμάμε να τους βλέπουμε στα καταγώγια και τα ναρκωτικά παρά στην Εκκλησία. Την Εκκλησία που δεν είναι αυτή που μας παρουσιάζουν. Γιατί τα πιο πολλά από αυτά είναι παραπλάνηση και παραπληροφόρηση είναι ενορχηστρωμένος πόλεμος. Είναι  αθεΐα και χρεωστούμενα σε φωνή καθαρή και ασυμβίβαστη, στα τεκταινόμενα από τους κοσμοκράτορας του αιώνος τούτου.   
Συνεχίζεται με τους δημογραφικούς, οικονομικούς και κοινωνικούς το­μείς όπου τα πάντα υπερχρεωμένα στις επιταγές που επιβάλλει η «Νέα Τάξη Πραγμάτων» της τόσο γλυκερώς επαγγελλόμενης «Νέας Εποχής» ξεπουλούν κάθε όσιο και ιερό και τα παιδιά καταπληγωμένα και ανυπεράσπιστα ζουν στο δικό τους μαρτύριο.
Δεν μπορούμε, λοιπόν, να μιλάμε για διαφθορά των νέων, όταν σε τόσες και τόσες περιπτώσεις, αρκούμαστε  σε μια γελοία και βλακωδέστατη υποσημείωση, του τύπου «βλάπτει σοβαρά την υγεία» και εμείς ζούμε με την ευφορία της αυταπάτης , ότι κάναμε το χρέος μας και με το παραπάνω. Λεν μπορούμε να μιλάμε για κοινωνικές αξίες, εξύψωση του κοινωνικού βίου, εξάλειψη της εγκληματικότητας, όταν τα ναρκωτικά περιφέρο­νται από χέρι σε χέρι, μπροστά στα μάτια μας, ακόμη και μέσα σε δημοτικά σχολεία. Όταν κάθε ώρα και στιγμή τα Μ.Μ.Ε. προβάλλουν σκηνές βίας και εγκληματικότητας. Σκηνές αισχρές και απαξιωτικές για το ανθρώπινο είδος. Όταν προωθούν το αφύσικο και χλευάζουν το φυσικό,  όταν  δεν μπορούμε πλέον να μιλάμε για ηθικό οικογενειακό βίο, αφού από τα κανάλια κατά κόρον προσβάλ­λεται ο ανέντιμος βίος η παράνομες σχέσεις η απλή συμβίωση, οι ανωμαλίες. Όταν έχουν δημιουργήσει  μια κατάσταση αφόρητη και επικίνδυνη για τα μάτια και τα αυτιά μας,  μια ατμόσφαιρα αποπνικτική απ’ τις βρωμερές αναθυμιάσεις βόθρων δυσοζόντων.
Πώς μπορούμε να απαιτήσουμε σωστή συ­μπεριφορά από τους νέους μας, όταν τα σχολεία μας έπαυσαν να είναι παιδαγωγικά καθιδρύματα και έγιναν μεταπρατήρια φτηνών γνώσεων; Όταν συζητάμε ότι και  αυτήν ακόμη η αναφορά σε Θεό, πίστη και Εκκλησία πρέπει να καταργηθεί. Να καταργηθούν τα Θρησκευτικά, η προσευχή, να φύγουν οι εικόνες από τα σχολεία;
Έχουμε, αδελφοί μου και σήμερα ασώτους υιούς, αλλά υπεύθυνοι δεν είναι εν πολλοίς οι άσωτοι. Αυτοί είναι τα θύματα των αντιφάσεων και της ανισορροπίας του δικού μας κοινωνικού κατεστημένου. Αντί να ζητούμε λοιπόν την επιστροφή των άσωτων, μάλλον απαιτείται η δική μας  γεν­ναία επιστροφή. Μάλλον πρέπει να δούμε εμείς πρώτα να «έλθουμε στον εαυτό μας», να ρθούμε στα συγκαλά μας, να βροντοφωνάξουμε το «ήμαρτον» και μετά να μιλήσουμε για «ασώτους υιούς».




Σάββατο 31 Ιανουαρίου 2026

ΙΔΟΥ ΚΑΙΡΟΣ ΕΥΠΡΟΣΔΕΚΤΟΣ




 ΚΑΙΡΟΣ  ΕΥΠΡΟΣΔΕΚΤΟΣ




Με τη σημερινή Κυριακή, την Κυριακή του Τελώνου και του Φαρισαίου, αγαπητοί μου αδελφοί, δεν εγκαινιάζεται απλά η κατανυκτική περίοδος του Τριωδίου, ούτε και προβάλλονται παραβολικά δύο πρόσωπα της καθημερινότητας μας. Με τη σημερινή Κυριακή διευκρινίζονται και οριοθετούνται βασικά σημεία της ζωής. Είναι η πίστη, είναι η ευσέβεια, είναι η μετάνοια, είναι η ταπείνωση. Όλα αυτά διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο τόσο στην προσωπική μας σωτηρία, όσο και στη σωτηρία των άλλων.
Αδελφοί μου!
Και πάλι Τριώδιο! Και βέβαια αυτό δεν μας το θυμίζει αυτό μόνο η Εκκλησία μας, μα το τονίζουν καθημερινά τώρα και τόσοι άλλοι, κοσμικοί και μη. Εφημερίδες, τηλεόραση, περιοδικά, ραδιόφωνο, κέντρα διασκέδασης, σύλλογοι, και δημοτικές αρχές, όλοι μιλάνε για το τριώδιο. Τι γίνεται λοιπόν;
 Για την Εκκλησία μας, «Τριώδιο», είναι το βιβλίο που περιέχει τις ακολουθίες από την Κυριακή του Τελώνου και Φαρισαίου μέχρι και το πρωί του Μεγάλου Σαββάτου. Πήρε την ονομασία του από τα «τριώδια», δηλαδή τους κανόνες που απαρτίζονται από τρεις ωδές, ενώ όλο τον άλλο χρόνο αποτελούνται από 9 και τα οποία αποτελούν τον κύριο κορμό του βιβλίου. Κατ’ επέκταση «Τριώδιο» ονομάζεται όλη αυτή η χρονική περίοδος κατά την οποία η Εκκλησία έχει σε χρήση το βιβλίο αυτό.
Εάν ανατρέξουμε στις σελίδες του βιβλίου αυτού θα διαπιστώσουμε, από τους ύμνους που αναγράφονται εκεί, ότι είναι μια περίοδος προσευχής και τελωνικού στεναγμού. Αναφέρεται στην μετάνοια, στην ηρωική δηλαδή απόφαση επιστροφής στην περιοχή της χάριτος, από την οποία αποσπάται ο πιστός, όταν ακολουθεί «το ίδιον θέλημα»·  μιλά για την ειλικρινή γνώση του εαυτού μας· παροτρύνει  για αλλαγή πορείας και επιστροφή στην «παραδείσια σχέση».
Για τον πολύ κόσμο, όμως, έχει φορτιστεί η περίοδος αυτή με άλλο περιεχόμενο. Υπάρχει δυστυχώς μεγάλη σύγχυση.
Είναι, πράγματι, περίεργο, αγαπητοί Χριστιανοί, πως αυτή την περίοδο, ενώ η Εκκλησία προσπαθεί να αφαιρέσει τις μάσκες του ψεύδους και της υποκρισίας από τη ζωή μας, ο κόσμος γλεντά, ασύστολα και ανερυθρίαστα, μασκοφορεμένος, κρυμμένος πίσω από προσωπεία, πολλά από τα οποία αποκαλύπτουν εσωτερικές παραμορφώσεις και εξευτελίζουν το ανθρώπινο πρόσωπο. Βρίσκει τρόπο να αποκαλύψει  εσωτερικά «ειδεχθή προσωπεία», χωρίς την τόλμη που απαιτεί ο πόνος της μετάνοιας. Όμως μόνο με τη μετάνοια, στην οποία μας καλεί η περίοδος του Τριωδίου, αποκαθίσταται η διακοπείσα σχέση μας με τον Θεό. Είναι η αντίστροφη, της φυγής και της αποστασίας, πορεία. Τότε κυριάρχησε η υπερηφάνεια, η αλαζονεία και ο εγωισμός. Τώρα η ταπείνωση, είναι ανάγκη να νεκρώσει τα αντίθεα πάθη και η υπακοή στο θέλημα του Θεού, να λευκάνει την ψυχή και να ετοιμάσει κατάλυμα, για να υποδεχθεί Εκείνον. Η μετάνοια είναι ο μονόδρομος, της ανασυνδέσεώς μας με τον Θεό και η απαρχή μιας νέας σχέσεως. Γίνεται λοιπόν φανερό ότι την περίοδο του Τριωδίου είναι έντονη η αντίθεση του «κοσμικού» πνεύματος με το πνεύμα της Εκκλησίας. Και είναι, πράγματι, θλιβερό το πώς η εξαθλίωση του ανθρώπου, η παραμόρφωσή του, θεωρείται παράδοση και πολιτισμός. Είναι κάτι που κρίνει –με δυσάρεστα αποτελέσματα- την ελληνορθόδοξη Ποιότητά μας!
Γύρω, λοιπόν, από την καθαρότητα της πίστης και την ειλικρίνεια στην καθημερινή ζωή θα περιστραφεί αυτός ο αγώνας. Ολέθρια πάθη που θα παραταχθούν μπροστά μας θα είναι παραδείγματα προς αποφυγήν, ενώ οι αρετές θα είναι αθλήματα για αγώνα και στόχοι για να επιτευχθούν. Αρετές όπως η προσευχή, η νηστεία, η ταπεινοφροσύνη και η μετάνοια θ' ανοίξουν τον πνευματικό στίβο, προσκαλώντας μας για να τις κατακτήσουμε. Παράλληλα πάθη όπως η υψηλοφροσύνη και η υποκρισία όχι μόνο θα υπογραμμίζονται για αποφυγή, αλλά και θα στιγματίζονται σαν ενέργειες αντιθρησκευτικές και αντικοινωνικές.
Με τη σημερινή, λοιπόν, παραβολή του Τελώνου και του Φαρισαίου, αδελφοί μου, προβάλλουν κατά τρόπο παραστατικό οι σωστές αρετές και ξεσκεπάζονται τα πάθη. Μετάνοια και ταπεινοφροσύνη, υψηλοφροσύνη και υποκρισία αποκαλύπτονται σήμερα μπροστά μας. Πρωταγωνιστές δύο άνθρωποι της καθημερινής ζωής, που διαχρονικά είναι οι ίδιοι. Δυο άνθρωποι που στο πρόσωπο του καθενός μπορούμε να αναγνωρίσουμε τον ίδιο μας τον εαυτό. Φαρισαίος και Τελώνης. Ο πρώτος είναι η προσωποποίηση της υποκρισίας. Ο δεύτερος είναι η έκφραση της αδικίας και η ενσάρκωση της αμαρτωλότητας, αλλά συνάμα και της μετάνοιας και της δικαίωσης. Παρά την κραυγαλέα διαφορά τους, ως ένα σημείο έχουν σαν κοινό χαρακτηριστικό την αμαρτωλότητα, η οποία στην μεν περίπτωση του Τελώνη είναι οφθαλμοφανής, στη δε περίπτωση του Φαρισαίου καλύπτεται με επιμέλεια· σκεπάζεται με μάσκα. Για τούτο και είναι περισσότερο επικίνδυνη τόσο για τον ίδιο όσο και για τους άλλους, αφού μένει χωρίς τη δυνατότητα της αναγνώρισης και κατ' επέκταση, χωρίς τη δυνατότητα της μετάνοιας και της σωτηρίας. Ο Φαρισαϊσμός έχει μια πολύ βασική μορφή. Αυτή τη μορφή την απέδωσε σήμερα ο Κύριος πολύ παραστατικά. Έχει την ψευδαίσθηση της τελειότητας από τη μια και από την άλλη περιφρονεί όλους τους άλλους. Είναι τόση η αίσθηση της τελειότητάς, που εκφράζεται μέσα από τις «αρετές» και τις πολλαπλές ατέλειες των άλλων. Είναι ενάρετος ο Φαρισαίος, προσεύχεται, νηστεύει και κάνει ελεημοσύνες. Προπαντός όμως δεν έχει τα ελαττώματα των άλλων και ιδιαίτερα του Τελώνη, που είναι άρπαγας, άδικος, μοιχός, ανήθικος.
Όμως μέσα από τη σημερινή παραβολή ο Κύριος όχι μόνο καταδικάζει αυτή την υποκρισία, αλλά και την απορρίπτει. Την καταδικάζει γιατί δεν προσφέρει τη δυνατότητα στον άνθρωπο να αναγνωρίσει τις ατέλειες του, τον κρατά δέσμιο του εγωισμού του και τον αφήνει μακριά από τη σωτηρία. Η δικαίωση δεν μπορεί να είναι αυτοδικαίωση, μα προσφέρεται μόνο από το Θεό, όπως έγινε και με τον Τελώνη. Ο Τελώνης με την πραγματική του μετάνοια και ταπείνωση, την ειλικρινή αναγνώριση και συναίσθηση της αμαρτωλότητάς του, προσέλκυσε τη Χάρη του Θεού. Αντίθετα ο φαινομενικά ευσεβής και ενάρετος Φαρισαίος απορρίφθηκε από το Θεό γιατί δεν συμβάδιζαν ειλικρίνεια πίστεως, προθέσεων και πράξεων.
Αδελφοί μου, συγκλονιστική η αφήγηση του σημερινού Ευαγγελίου. Συγκλονιστικότερο το αποτέλεσμα: «Κατέβη ούτος δεδικαιωμένος... ή γαρ εκείνος». Με τον τρόπο αυτό  επιβεβαιώθηκε ότι η «δικαίωση» δεν κερδίζεται με ψεύτικους τίτλους, αλλά ούτε και κατ' επέκταση η σωτηρία με τίτλους φαρισαϊκούς. Η δικαίωση κερδίζεται μέσα από ειλικρίνεια προθέσεων και έργα πίστεως και αγάπης. Η δικαίωση προσφέρεται σαν δώρο από το Θεό στον άνθρωπο σαν έκφραση αποδοχής της ειλικρινούς του μετάνοιας και ταπεινοφροσύνης. Κατά συνέπεια ας επαναλάβουμε κι εμείς το του υμνωδού: «Φαρισαίου φύγωμεν υψηγορίαν και Τελώvου μάθωμεν το ταπεινόν εν στεναγμοίς προς τον Σωτήρα κράζοντες. Ίλαθι, μόνε ημίν ευδιάλακτε».
Αμήν.

Παρασκευή 23 Ιανουαρίου 2026

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΕ΄ ΛΟΥΚΑ / ΖΑΚΧΑΙΟΥ

 

Κυριακή ΙΕ’ Λουκά: Λόγος εις τον Ζακχαίον (Αγ. Αμφιλόχιος, Επίσκοπος Ικονίου)

Λόγος του Αγίου Αμφιλοχίου, Επισκόπου Ικονίου, εις τον Ζακχαίον
Τίποτα δεν παρακινεί τόσον την ψυχή προς ευφροσύνην, όσον ο φόβος του Θεού και η αποχή των κακών, ο δρόμος της μετανοίας και ο τρόπος της εξομολογήσεως. Όθεν και σήμερα ο Δαυίδ εμακάριζεν αυτούς των οποίων συνεχωρήθησαν οι αμαρτίες, φανερώνοντας την φιλανθρωπία του Χριστού, και συγχρόνως προπαρασκευάζοντας τους αμαρτωλούς να προστρέξουν στην μετάνοια. «Μακάριοι», λέγει, «ων αφέθησαν αι ανομίαι, και ων επεκαλύφθησαν αι αμαρτίαι». Όποιος λοιπόν ημπορεί να αισθανθή σαν την πόρνην και τον τελώνην, ας τρέξη στις ακενώτους πηγές της σωτηρίας του Χριστού. Δεν είναι δυνατόν χωρίς μετάνοια να λάβη κανείς την λύση των κακών, ούτε να επιτύχη τον μακαρισμόν, έστω και αν είναι Προφήτης ή Απόστολος ή και Ευαγγελιστής. Πράγματι όλοι από την ιδίαν πηγή έχουν αντλήσει. Μεταξύ των Προφητών ο ίδιος ο Δαυίδ, ο οποίος και μετά την μοιχείαν παραμένει Προφήτης, με την Χάριν Εκείνου που τον συνεχώρησε. Από τους Αποστόλους ο Πέτρος και ο Παύλος, από τους οποίους ο μεν ένας έχει «τας κλεις της βασιλείας» μετά την άρνησιν, ο δε άλλος κατέστη Απόστολος των εθνών μετά την δίωξη, μετατρέποντας τον ιουδαϊκόν ζήλον σε ευαγγελικόν τρόπο. Και μέσα στα Ευαγγέλια εγνώρισα σωζόμενον τελώνην, όχι μόνο τον Ματθαίον, αλλά μαζί μ’ αυτόν και άλλους δύο. Ο ένας από αυτούς, προσευχόμενος και κτυπώντας το στήθος του όπου υπήρχε ο θησαυρός των κακών, και μη τολμώντας να σταθή στον ναό με τα χέρια και το βλέμμα υψωμένα, όχι μόνον εδικαιώθη, αλλά και εστεφανώθη, εν αντιθέσει με τον Φαρισαίον. Και ο σημερινός Ζακχαίος, αφού ανέβη στο δένδρον, όπου πολλές φορές είχε σταθεί για να κατασκοπεύη μη του διαφύγη κάποιος έμπορος και μείνει αφορολόγητος, τώρα επρόσεχε μη του διαφύγη απαρατήρητος ο έμπορος του ουρανού και της γης, ο οποίος είχε μέσα του τον άσυλον θησαυρόν της Βασιλείας των Ουρανών.
Για να μη συγχέωμεν όμως τις ιστορίες των τελωνών μεταξύ τους, ας διαπραγματευθούμε σήμερα, εάν νομίζετε, και ας εξετάσωμε λεπτομερέστερα την υπόθεση μόνον του Ζακχαίου. «Εισελθών» ο Ιησούς, λέγει, «διήρχετο την Ιεριχώ. Και ιδού ανήρ ονόματι καλούμενος Ζακχαίος, και ούτος ην αρχιτελώνης». Δεν μνημονεύει ο Ευαγγελιστής την Ιεριχώ χωρίς λόγον, αλλά επειδή πρόκειται να ειπή ότι ένας Τελώνης εφιλοξένησε στον οίκο του τον Θεόν. Ήταν απίστευτο το πράγμα. Γι αυτό αναφέρει πρώτα την πατρίδα, για να μας υπομνήση την πόρνην Ραάβ, και έτσι να μας φανή παράδοξος η μεταστροφή του Ζακχαίου. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίον ανέφερε την Ιεριχώ. Να φέρωμε στον νου μας την πόρνην Ραάβ, και να συγκρίνωμε τον τρόπο της σωτηρίας αυτών των δύο. Όπως δηλαδή η Ραάβ, η πόρνη, εδέχθη τον Ιησού του Ναυή ως κατάσκοπο και τον έκρυψε, έτσι και ο Ζακχαίος, ο τελώνης, εδέχθη και έθρεψε στον οίκο του τον αληθινόν Ιησούν, τον κατάσκοπο της διανοίας μας. Εκείνη εδέχθη τον Ιησού του Ναυή, ο οποίος εισήγαγε τον λαό στην γην της επαγγελίας. Αυτός δέχεται τον αληθινόν Ιησούν, ο οποίος ήλθε για να μας εισαγάγη στην Βασιλείαν των Ουρανών. Εκείνη εδέχθη τον παλαιόν Ιησούν, ο οποίος κατηδάφισε τα τείχη της Ιεριχούς. Αυτός εδέχθη τον αληθινόν Ιησούν, ο οποίος κατεδάφισε των Ιουδαίων τον ναόν. διότι ο ίδιος είπεν οτι «ου μη μείνη ώδε λίθος επί λίθον, ος ου καταλυθήσεται». Η πόρνη εδέχθη τον Ιησούν εκείνον, ο οποίος εισήγαγε δια μέσου του Ιορδάνου τον λαόν «εις γην ρέουσαν γάλα και μέλι». Ο τελώνης εδέχθη τον αληθινόν Ιησούν, ο οποίος εισήγαγε δια του Βαπτίσματος τους πιστούς όπου «οφθαλμός ουκ είδε και ους ουκ ήκουσε, και επί καρδίαν ανθρώπου ουκ ανέβη». Η Ραάβ εδέχθη εκείνον τον Ιησούν, ο οποίος εξήγαγε το σταφύλι από την γην της επαγγελίας. Ο Ζακχαίος υπεδέχθη τον αληθινόν Ιησούν, ο οποίος εισήγαγε τον ληστήν στον Παράδεισο. Έχει όμως και κάποιο άλλο μυστικόν νόημα η πόλις, κρυμμένο μέσα στην πηγή της. Η πηγή της Ιεριχούς ήταν κάποτε μητέρα της στειρώσεως, τροφός της ακαρπίας, επειδή το νερό της ήταν ελαττωματικόν. Ενώ είχε το ρείθρον αχανές και έρεε αθόρυβα σαν λάδι, οι προσερχόμενοι περιωρίζοντο μόνο να την βλέπουν και αναχωρούσαν διψασμένοι. Διότι δεν ήταν ακίνδυνος γι’ αυτούς η πόσις. Επρόκειτο πράγματι περί ύδατος ολεθρίου. Το κάλλος της πηγής παρακινούσε τους περαστικούς να σπεύσουν για να πιουν, όμως ο φόβος της βλάβης ανέκοπτε την προθυμία τους. Όθεν, επειδή η πηγή έρεε ματαίως, οι περίοικοι, που πολλές φορές επήγαιναν εκεί, εγόγγυζαν από την δίψα που τους προκαλούσε όχι η ανυδρία αλλά η θέα των υδάτων. Και επειδή δεν είχαν την δυνατότητα να ικανοποιήσουν το πάθος αυτό της δίψης, παρεπονούντο αγανακτισμένοι και απευθύνοντο προς αυτήν λέγοντας: «Τι ρέεις ματαίως, ω πηγή; Θα ήσουν καλλιτέρα αν δεν φαινόσουν, αν είχες κρυφθή στα όρη και στις άμμους και στις ερημίες, όπου δεν θα είχες πολλούς μάρτυρες του κακού». Και γιατί το νερό δεν ήταν πόσιμον; Επειδή ενέκρωνε τα σώματα όσων το έπιναν. Αν έπινε άνδρας, δεν εγίνετο πατέρας, ούτε γυναίκα εγίνετο μητέρα, διότι έχανε την χάρη της μητρότητος. Και όχι μόνον αυτό, αλλά και η γη που εδέχετο αυτό το νερό, ηρνείτο την συνήθη βλάστησή της, και οι εύσκιοι φοίνικες με την τόσην χάρη τους εξεδύοντο την στολή των φύλλων και, για να το ειπούμε με ένα λόγον, ο,τιδήποτε είχε την ατυχία να έλθη σε επαφή με το νερόν αυτό, ερημώνετο. Τοιαύτη ήταν η πηγή, όταν περιήρχετο παλαιά την Ιεριχώ, έως ότου ήλθεν ο Προφήτης Ελισαίος, επήρε αλάτι και το έρριψε στην πηγή, και έτσι εζωοποίησε τα ύδατα. «Τάδε λέγει Κύριος», αναφέρει η Γραφή. «ίαμαι τα ύδατα ταύτα». Αυτά λέγει εκείνος που πάντοτε, όταν ομιλή, τον λόγο του τον κάνει έργο: «Να μη προέλθη πλέον από σας άγονος και στείρα», είπε, και το νερό μετεβλήθη, και οι γαστέρες άρχισαν να ωδίνουν, και η γη να βλαστάνη, και οι άμπελοι να θάλλουν, και η ελαία να επιδεικνύη την ιδικήν της χάρη. Και έτσι οι περίοικοι συμφιλιώθησαν με την πηγή τους, και ενώ παλαιά πολεμούσαν και επολεμούντο, τώρα την ποθούσαν και την επεσκέπτοντο.
Κάτι σπουδαίον όμως θέλει να ειπή το αίνιγμα της πηγής. Αύτη η πηγή, που έρρεεν αφθόνως και παλαιά έδιδε άχρηστο και άγονο νερό, ήταν προτύπωσις της Εκκλησίας.
Πράγματι, πριν από τον Χριστόν, κάθε θρησκεία ήταν τόσον ασεβής ώστε, αν κάποιος άνδρας έπινε από το νερό της πηγής της, έχανε ακόμη και την ιδιότητα να είναι άνθρωπος, και από την συμπλοκήν του με τα είδωλα ηρνείτο την λογικήν φύση της ψυχής. Η δε γυναίκα δεν εγίνετο μητέρα αρετών, δεν έτικτε βλαστήματα σωφροσύνης, ούτε ανέβλυζε το λευκόν της ευσεβείας γάλα. Ενώ όμως αυτή ήταν η κατάστασις της πηγής, ήλθεν ο Κύριος, και αφού έβαλε μέσα της ως άλας τους Αποστόλους, έκαμε τα ύδατά της εύγεστα και πόσιμα. Και ότι ήσαν άλας οι Απόστολοι, άκου τον Χριστόν που λέγει προς αυτούς: «Υμείς εστέ το άλας της γης». Η στείρα και άγονος, όταν μετέλαβε από τα άλατα των Αποστόλων, έγινε πολύγονος, όπως λέγει ο Προφήτης…

Ήλθε λοιπόν ο Ιησούς στην Ιεριχώ, η πηγή κοντά στους ποτιζομένους από την πηγήν, η πολυδύναμος χάρις προς την πολύδενδρο και πολύρρυτον πόλιν. «Καί ιδού ανήρ ονόματι καλούμενος Ζακχαίος, και αυτός ην αρχιτελώνης». Διπλό το κακόν, ότι και ησχολείτο με άδικον τέχνη, και ότι ήταν αρχηγός των κακώς ασχολουμένων με αυτήν. Όχι μόνον ημάρτανε, αλλά είχε και την ευθύνη για ό,τι κακόν έκαμαν οι άλλοι. Απέκλειε τις λεωφόρους για τους οδοιπόρους, και τους υπεχρέωνε να περάσουν από τον παράπλευρον δρόμο της αδικίας του. Ούτε τους ληστάς εμιμείτο, όταν παρεμόνευε τους διερχομένους, ούτε ανέμενε τους οδοιπόρους από ζήλον φιλοξενίας, αλλά, έχοντας ως νόμο την αδικίαν, εφορολογούσε τους ξένους κόπους, μιμούμενος την άσπλαγχνον αδηφαγία των κηφήνων. Όπως δηλαδή οι κηφήνες τρυγούν τον κάματο των μελισσών χωρίς να συμμετέχουν στους κόπους των, έτσι και οι τελώνες κάθονται αργόσχολοι στα σταυροδρόμια και ληστεύουν τους κόπους των ξένων οδοιπόρων.Κάποιος έπλεε στην θάλασσα, έδωσε μάχες με τις τρικυμίες, επολέμησε με τους ανέμους, διέσχισε μεγάλο και ανυπότακτον πέλαγος, και ο Ζακχαίος έσπευδε να του αφαιρέση το κέρδος με την φορολογία. Άλλος ήταν βοσκός και ταλαιπωρείτο από την ξηρασία και τον καύσωνα, συζούσε με τις βροχές, τα χιόνια και την πάχνη, και είχε ως καλύβη τις προεξοχές των βράχων, τροφή του το τυρί και το γάλα, και ένδυμα ακατέργαστο το δέρμα των προβάτων. Έπεσε όμως ο πτωχός, ο αγροίκος αυτός που έχει ως κατοικία του τα όρη, στα χέρια του Ζακχαίου, ο οποίος απεδεκάτισε τα ζώα του, τον ελήστευσε νομίμως, χωρίς ξίφος τον έσφαξε. Παίρνει ο δράστης το μαχαίρι του, και το αιμόφυρτον αποκομμένο μέλος και απομακρύνεται με αναισθησία, για να αποφύγη την δυσφορία του πάθους, αφήνοντάς τον από ανούσιο πτωχεία πληγωμένο να αποθάνη, αφού πονά μέχρι θανάτου. Δεν φεύγει η ψυχή του άπαξ δια παντός, αλλά θνήσκει σιγά σιγά και συνεχώς. Και για να το ειπώ συντόμως, τόσον ανεπιθύμητος ήταν ο Ζακχαίος για τους εμπόρους, τους οδοιπόρους, τους βουκόλους και τους βοσκούς, όσον τα απόρθητα φρούρια για τους στρατιώτες, οι ύφαλοι για τους πλοιάρχους και οι ύποπτες κινήσεις για τους πολεμιστάς.

Όμως αυτός, ο οποίος τόσην μανίαν εδείκνυε για την παράλογο συλλογή των χρημάτων, ζητούσε τώρα να ιδή τον Ιησούν, και δεν ημπορούσε. Τον ημπόδιζε το μικρό του ανάστημα και το βάρος της αδικίας. Τελικά όμως θεραπεύει το μειονέκτημα του αναστήματος με την συνετήν του έμπνευση. Τρέχει ενωρίτερα και ανεβαίνει σε κάποιαν συκομορέα, και κρύπτεται μέσα στο πλούσιο φύλλωμά της, πιστεύοντας ότι βλέπει χωρίς να φαίνεται, επειδή ενόμιζε ότι θα διαφύγη της προσοχής του Παντογνώστου. Το ίδιο έπαθε και η αιμορροούσα, νομίζοντας ότι θα κλέψη τον Ιησούν, ο οποίος αρέσκεται σε παρόμοιες περιπτώσεις να κλέπτεται. Αλλά εκείνη τουλάχιστον επλησίασε και ήψατο των ιματίων του, ενώ αυτός έφθασε τον Χριστόν από μακριά, δια μέσου της πίστεως. Ανεβαίνει λοιπόν στο δένδρο, θεραπεύοντας τα κακά που προήλθαν από τον Αδάμ. Ο ένας πλανάται από το δένδρο και απομακρύνεται από τον Θεόν, ενώ ο άλλος σώζεται από το δένδρον, επειδή επιθυμεί να ιδή τον Θεόν. Διότι όταν ήκουσε ότι κάνει πολλά και παράδοξα θαύματα, και ότι εκτός από τα σώματα θεραπεύει και τις ψυχές, και από τις μεν ψυχές αφαιρεί τις αμαρτίες, στα δε σώματα χαρίζει την απάθειαν, επεθύμησε να τον ιδή, αυτόν ο οποίος συγχωρεί τα πάντα στους πάντες, και συλλογίζετο μέσα του: «Ποίος να είναι άραγε αυτός ο Ιησούς που καθαρίζει λεπρούς, θεραπεύει τυφλούς και συγχωρεί τις αμαρτίες όσων του το ζητούν; Πώς μοιάζει άραγε, πώς να είναι η μορφή του; Άραγε τα γνωρίζει όλα; Έχει άραγε υπ’ όψιν του και τις σκέψεις των απόντων, ή μόνον τους λογισμούς αυτών που είναι κοντά του εξετάζει; Άραγε ανιχνεύει ως Θεός τα νοήματα της καρδίας καθενός; Πώς λοιπόν θα τα μάθω όλα αυτά; Ποίος θα μου τα διδάξη; Ποίος άλλος; Η προσωπική πείρα, αυτή είναι διδάσκαλος για όλα. Θα ανέβω στο δένδρο, και θα καλυφθώ από το πλούσιο φύλλωμά του. Κρύπτομαι και έτσι μαθαίνω αν ημπορώ να σωθώ. Εάν αντιληφθή την κίνησιν αυτή της ψυχής μου, τότε θα μάθω ότι εξαλείφει και την αμαρτία της ψυχής μου. Με αυτόν λοιπόν τον τρόπο θα καταλάβω ότι γνωρίζει τα κρυπτά των λογισμών. Εάν με ιδή μέσα σ’ αυτόν τον συνωστισμό, και όχι μόνον με ιδή αλλά ανακαλύψη και της ψυχής μου τον έρωτα. Θα προτιμήσω να τα απορρίψω όλα για να βρω το ένα. Θέλω να μιμηθώ τον Ματθαίο. Και εκείνος τελώνης ήταν όπως εγώ, όμως δεν προσέτρεξε αυθαιρέτως, αλλά προσεκλήθη από τον Ιησού και υπήκουσε. Ο Ματθαίος, φαντάζομαι, καθώς είδε τον Ιησούν, τον ενόμισεν ως έναν από τους οδοιπόρους. Εβαθούλωσε τις παλάμες και άνοιξε, ως συνήθως, τις αγκάλες του, έτοιμος να αρπάξη. Αντί όμως να φορολογήση, όπως ήθελε, τον Χριστόν, εφορολογήθη από αυτόν, και όχι μόνον φαινομενικώς, αλλά προσφέροντας όλον του τον εαυτόν. Πράγματι, την στιγμή που ήκουσε «ακολούθει μοι», υπερέβη την κλίση με την προθυμία του, τρέχοντας όσον ημπορούσε γρηγορότερα πίσω από αυτόν που τον προσείλκυσε. Εάν λοιπόν προσκαλή και τελώνες, και όχι μόνον προσκαλεί, αλλά και δικαιώνει, δεν με βλάπτει η σωρεία των παρελθόντων μου κακών. Διότι, αν ο Ελισσαίος, ρίπτοντας αλάτι στην πηγή μας, μετέβαλε σε γόνιμο το άγονο νερό της, οπωσδήποτε και αυτός, αν αλατίση με την χάρη την ψυχή μου, θα την διεγείρη προς καρπογονίαν αρετής.
Καθώς εσυλλογίζετο αυτά «ήλθεν επί τον τόπον ο Ιησούς, και αναβλέψας είδεν αυτόν και είπε προς αυτόν: Ζακχαίε, σπεύσας κατάβηθι». Έχεις ανεβεί στο δένδρον ως τελώνης, κατέβα από το δένδρον ως φιλόθεος. Κατέβα από το ξύλον αυτό στην γη, για να ανεβής δια του σταυρού προς τον ουρανόν. Ανήλθες σ’ ένα δένδρον, από τους ανθρώπους κρυπτόμενος, ανέρχεσαι δια του σταυρού στους αγγέλους χαριζόμενος. «Σπεύσας» λοιπόν «κατάβηθι’ σήμερον γαρ εν οίκω σου δει με μείναι». Ω, τι ανέκφραστη χάρις! Τι απερίγραπτος φιλανθρωπία! Δεν θα είναι πλέον ακάθαρτος ο οίκος του τελώνου. Κάθε κακό θα αποδράση από αυτόν, διότι όπου φιλοξενείται ο Ιησούς, τα πάντα μεταβάλλονται προς το καλλίτερον. «Ζακχαίε», λέγει. «σπεύσας κατάβηθι’ σήμερον γαρ εν τω οίκω σου δεί με μείναι». Τι να είπω; Παράδεισος έγινε η οικία του τελώνου. Ό,τι βλέπω στην περίπτωση του ληστού, το ίδιο και τώρα στον Ζακχαίον. Είπε στον ληστή «Σήμερον μετ’ εμού έση εν τω Παραδείσω», και συγχρόνως τον παρέλαβε από το ξύλο και τον έβαλε στον Παράδεισον. Είπε στον Ζακχαίο. «Σήμερον εν τω οίκω σου δει με μείναι», και συγχρόνως τον έλαβε μαζί του και εισήλθε, κάνοντας τον οίκο του Παράδεισο πριν από τον Παράδεισο…
Καθώς όμως παρακολουθούσαν τα γενόμενα οι απόγονοι εκείνων που παλαιά αγανακτούσαν και παρεπονούντο για την πηγήν, οι άγευστοι της θείας δυνάμεως και αγαθότητος, σαν να ελυπούντο για την σωτηρία του αρχιτελώνου, εγόγγυζαν μέσα τους λέγοντες ότι «παρά αμαρτωλώ ανδρί εισήλθεν καταλύσαι». Ω, εργάτες της καταφρονήσεως, και γεωργοί της ραθυμίας! Σεις τι είσθε, δίκαιοι ή αμαρτωλοί; Δεν είσθε μοχθηρότεροι από όλους τους ανθρώπους; Πώς λοιπόν ο Ιησούς ήλθε και εσκήνωσε μεταξύ σας; Πώς εγεννήθη μεταξύ σας, ανετράφη, ανδρώθη, έπιεν, έφαγε; Γιατί λοιπόν παραβλέπετε τα ιδικά σας τραύματα, και ανιχνεύετε τα πταίσματα του πλησίον; Και εκτός αυτού, γιατί άλλοτε λέγετε τον Χριστόν αμαρτωλόν, και άλλοτε δίκαιον; Όταν εθεράπευσε τον εκ γενετής τυφλό, τον απεκαλέσατε αμαρτωλό, λέγοντας «δος δόξαν τω Θεώ. Ημείς γαρ οίδαμεν ότι αμαρτωλός εστίν», επειδη λύει το Σάββατο. Τώρα που ήλθε κάτω από την στέγη του τελώνου, τον διασύρετε ενώπιον όλων ως μη δίκαιον, διότι συντρώγει αναξίως με αμαρτωλούς. Αν θεραπεύση τυφλόν, τον λέγετε αμαρτωλόν, αν συμφάγη με αμαρτωλούς τον διασύρετε, ότι συντρώγει αναξίως με αμαρτωλούς. Τι λοιπόν; Να μη θεραπεύση τυφλόν το Σάββατο για να μη νομισθή αμαρτωλός; Να μη φάγη με τελώνες για να θεωρηθή δίκαιος; Γιατί τον κατηγορείτε; Και πού αλλού έπρεπε να τεθή το φως, παρά σε μέρος σκοτεινό; Πού έπρεπε να έλθη ο ιατρός; Να μη προστρέξη σ’ αυτούς που υποφέρουν; «Ου χρείαν έχουσιν οι ισχύοντες ιατρού, αλλά οι κακώς έχοντες». Πού έπρεπε να παρουσιασθή ο αμνός του Θεού; Όχι προς τους τελώνες και αμαρτωλούς, ώστε να λάβη το φορτίο τους επάνω του, να τους ελαφρύνη, και έτσι να τους καταστήση ικανούς για τα υψηλότερα; Ματαίως τον κακολογείτε. Έχει εκπληρωθή σε σας αυτό που ελέχθη, ότι «οι τελώναι και αι πόρναι προάγουσιν υμάς (σας προλαμβάνουν δηλαδή) εις την βασιλείαν των ουρανών».
«Σταθείς δε Ζακχαίος είπε προς τον Κυριον. Ιδού τα ημίση των υπαρχόντων μου, Κύριε, δίδωμι τοις πτωχοίς” και ει τινος εσυκοφάντησα αποδίδωμι τετραπλούν». Τώρα που έχω δεχθή στον οίκο μου εσέ τον προστάτη των πτωχών, δεν ανέχομαι πλέον να αδικώ τους πτωχούς, δεν με κατέχει πλέον ο φόβος μήπως δεν συλλέξω χρήματα, αφού εφιλοξένησα αυτόν που χαρίζει τον πλούτον τον ακένωτον. Δεν παραμονεύω πλέον τους οδοιπόρους, αφού συνήντησα στον δρόμο της ζωής μου τον Ύψιστον Θεόν, που κατέβη στην γη με μορφήν ανθρώπου, για να χαρίση αμνηστεία και να σχίση το χειρόγραφον των αμαρτιών μας…
Μολονότι όμως είναι ο όντως πλούσιος, έζησε ως πτωχός. Γι’ αυτό και ο Ζακχαίος έλεγε «Αι αλώπεκες φωλεούς έχουσι, και τα πετεινά του ουρανού κατασκηνώσεις, συ δε ουκ έχεις που την κεφαλήν κλίνη». Ας χαθούν οι επίσημες αυλές και τα προαύλια, οι οικοδομικές μεγαλουργίες, οι λαμπροί και περιφανείς οίκοι. Αντί όλων αυτών μόνον τον ακένωτον πλούτο της πτωχείας σου ζητώ. Αλλά επειδή αδυνατώ να διηγηθώ επαξίως τον πλούτο της ψυχής του Ζακχαίου, ας αφήσωμε τον λόγο στον πλούσιον σε αρετές Πατέρα, ο οποίος θα ομιλήση στην καρδία του καθενός. Στον φιλόξενον αρμόζει να διηγήται τις αρετές του φιλόξενου, προς αίνεσιν μεν αυτού, στηριγμόν δε ιδικόν σας και στέφανον της Εκκλησίας, τιμήν δε του Χριστού «ω η δόξα και το κράτος εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν».
(4ος αιών, ΒΕΠΕΣ τόμ. 71, σελ. 114, Από το βιβλίο “Πατερικόν Κυριακοδρόμιον”, σελίς 439 και εξής. Επιμέλεια κειμένου: Δημήτρης Δημουλάς)

Σάββατο 17 Ιανουαρίου 2026

Ο ΜΕΓΑΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ


O Iανουάριος είναι ο κατ’ εξοχήν μήνας των Πατέρων. Πράγματι, μια ματιά αν ρίξουμε στις αγιολογικές του σελίδες, εύκολα διαπιστώνεται η παραπάνω αλήθεια. Έτσι γιορτάζουν: Ο Mέγας Bασίλειος , ο Γεώργιος ο Xοζεβίτης, ο Γρηγόριος ο Nύσσης , ο όσιος Θεοδόσιος ο Kοινοβιάρχης , ο Mέγας Aντώνιος , ο Mέγας Aθανάσιος  και μαζί του ο Kύριλλος Aλεξανδρείας, ο Mάρκος ο Eυγενικός , ο Mέγας Eυθύμιος , ο Γρηγόριος ο Θεολόγος  ο Iωάννης ο Xρυσοστόμος. Eνώ στις 30 έχει καθιερωθεί από τα τέλη του 11ου αι. η εορτή των τριών Iεραρχών Bασιλείου, Γρηγορίου και Iωάννου του Xρυσοστόμου.
H κάθε μια από όλες αυτές τις γιορταζόμενες πατερικές μορφές έχει να επιδείξει μια σημαντική προσφορά, αλλά και παρουσία μέσα από την οποία καταξιώθηκε στην εκκλησιαστική συνείδηση και γι’ αυτό ονομάστηκαν «Πατέρες της Eκκλησίας».
Αγαπητοί Χριστιανοί.
 O κάθε Πατέρας ζει σε μοναδικό βαθμό την εικόνα της αλήθειας, αλλά και σε βάθος την εμπειρία του θείου. «Aυτό είχε σαν αποτέλεσμα η σκέψη τους και το έργο τους να ταυτίζεται με την αγωνιώδη και λυτρωτική πορεία της ίδιας της Eκκλησίας. Oύτε τους Πατέρες κατανοούμε έξω από την Eκκλησία, ούτε την Eκκλησία χωρίς Πατέρες».(Kαθ. Στυλιανός Παπαδόπουλος).Κι αυτό ακριβώς το βλέπουμε στη παμμέγιστη μορφή που σήμερα, 18 Ιανουαρίου, η Εκκλησία μας τιμά.
Η αποκοπή από την αλήθεια, για την οποία υπεραμύνθηκε, όπως και όλοι οι πατέρες, η αίρεση, στον χώρο της Εκκλησίας είναι, αδελφοί μου, ό,τι μια βαριά αρρώστια στο ανθρώπινο σώμα. Ένα καρκίνωμα που αν δεν εκδιωχθεί θέτει σε κίνδυνο την πνευματική υγεία των μελών της. Γι’ αυτό η Εκκλησία, το πραγματικό σώμα του Χριστού, από αγάπη και φιλανθρωπία, δια των υγιών μελών της, των αγίων, πολεμά τις αιρέσεις, όπως το ανοσοποιητικό σύστημα ενός υγιούς οργανισμού τον ιό που προκαλεί την ασθένεια. Τους αιρετικούς όμως δεν τους θεωρεί εχθρούς της, αφού άλλωστε η Εκκλησία δεν έχει εχθρούς, αλλά άρρωστα μέλη της, τα οποία αγαπά και προσπαθεί να θεραπεύσει.

Ο Μέγας Αθανάσιος αγωνίστηκε όσο λίγοι για την διαφύλαξη των αληθειών της πίστεως που προσπαθούσαν να αλλοιώσουν οι αιρετικοί, οι οποίοι τον πολέμησαν με λύσσα. Με συκοφαντίες και κάθε λογής μηχανορραφίες κατάφεραν, πολλές φορές, να τον εξορίσουν και να τον απομακρύνουν από το ποίμνιό του. Αξιοσημείωτο είναι το ότι από τα σαρανταέξι χρόνια που ήταν Αρχιεπίσκοπος Αλεξανδρείας, τα δεξαέξι τα πέρασε στην εξορία. Αλλά και από εκεί δεν έπαψε να μάχεται υπέρ του ποιμνίου του και εναντίον της αιρέσεως.
Η αίρεση δημιουργεί φατρίες και σχίσματα, κομματιάζει και διαιρεί. Ο άγιος Πέτρος Αλεξανδρείας είχε την ευλογία να δη τον Χριστό, ο οποίος όμως φορούσε ένα χιτώνα ξεσχισμένο. Στην ερώτηση του αγίου, ποίος σου έσχιζε τον χιτώνα, ο Χριστός απάντησε: “Άρειος ο άφρων”. Η λέξη αίρεση παράγεται από το ρήμα αίρω που σημαίνει εκλέγω. Οι αιρετικοί επιλέγουν ένα κομμάτι της αλήθειας που τους βοηθά να στηρίξουν τις απόψεις τους και απορρίπτουν την αλήθεια στο σύνολό της. Αυτό δημιουργεί πολλά προβλήματα, διότι όταν αλλοιώνεται η πίστη χάνεται ο ορθός τρόπος ζωής. Ο Άρειος υποστήριζε ότι ο Χριστός δεν είναι Θεός, αλλά κτίσμα του Θεού “δημιουργηθέν εν χρόνω” και επομένως, όπως όλα τα κτίσματα, έχει αρχή και τέλος. Αν είναι αλήθεια όμως αυτό, τότε ο Χριστός δεν μπορεί να σώσει τον άνθρωπο, αφού μόνο ο Θεός έχει αυτή την δυνατότητα. Εμείς όμως γνωρίζουμε από την αγία Γραφή, αλλά και από την πείρα της Εκκλησίας, ότι ο Χριστός σαρκώθηκε για να σώσει και να θέση τον άνθρωπο.
Στην πρώτη οικουμενική σύνοδο, η οποία καταδίκασε τις διδασκαλίες του Αρείου, συμμετείχε, σε νεαρή ηλικία (γύρω στα 26), και ο άγιος Αθανάσιος, Διάκονος τότε, ως εκπρόσωπος του Πατριάρχη Αλεξανδρείας και με ατράνταχτα επιχειρήματα κατέδειξε την πλάνη και το ψεύδος των διδασκαλιών του Αρείου. Αλλά και αργότερα ως Αρχιεπίσκοπος Αλεξανδρείας με δυνατό λόγο, προφορικό και γραπτό, διατύπωσε με σαφήνεια τις αλήθειες τις οποίες οι αιρετικοί διέστρεφαν. Ότι, δηλαδή, ο Χριστός δεν είναι κτίσμα, αλλά ο Υιός και Λόγος του Θεού.
Η Εκκλησία, αδελφοί μου, σε λίγους ανθρώπους έχει δώσει την προσωνυμία Μέγας. Μεταξύ αυτών εξέχουσα θέση κατέχει ο άγιος Αθανάσιος. Πολύ πετυχημένα είναι τα παρακάτω που έχουν γραφεί γι’ αυτόν: “Σπανίως το επωνύμιο Μέγας εκάλυψε τόσον ουσιαστικό περιεχόμενο όσον εις την περίπτωσιν του Αθανασίου Αλεξανδρείας. Μέγας εις τον ζήλο, μέγας εις την αγάπη, μέγας εις την αγιότητα, μέγας εις την ορθοδοξία.


Με αυτά τα προσόντα του είναι τώρα τόσον ζωντανός εις την συνείδηση του χριστιανικού πληρώματος όσον ήτο και όταν ζούσε σωματικώς”. Αλλά και ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος τον επιμνημόσυνο λόγο του στον μέγα Αθανάσιο, αρχίζει με την χαρακτηριστική φράση, “Αθανάσιο επαινών, αρετήν επαινέσομαι”. Πράγματι υπήρξε υπόδειγμα αρετής, αφού αυτή είναι καρπός αληθινής κοινωνίας με τον ζώντα Τριαδικό Θεό.
Αγαπητοί Χριστιανοί.
Στους καιρούς μας όλο και πιο αναγκαία γίνεται η καταφυγή στην πείρα των Πατέρων. Oι άγιες μορφές τους γίνονται καταφύγιο όλων όσων ζητούν να βρουν τη γνησιότητα εκείνου του τρόπου ζωής, που δίνει την άλλη αίσθηση που παρέβλεψε η κίβδηλη εποχή μας. Παράλληλα, είναι αμέτρητοι και εκείνοι, που καταφεύγουν στη σπουδή των κειμένων, τα οποία η ένθεος σοφία τους κατέγραψε και η Παράδοση της Eκκλησίας μας κληροδότησε. Σπουδάζοντας τα κείμενά τους, σπουδάζουμε την αγία βιοτή και πολιτεία τους, πληροφορούμαστε ακόμη τους αγώνες, που έδωσαν για την επικράτηση της αληθινής πίστεως, αυτό που εμείς σήμερα βιώνουμε σάν Oρθόδοξη Παράδοση. H ευσέβεια, η αγιότητα, και η ευρύτητα της σκέψεώς τους γίνεται η διδαχή για την οικοδομή του σώματος των πιστών. Mε το παράδειγμα και το ήθος τους βιώνουν εν Aγίω Πνεύματι την Aλήθεια του Eυαγγελίου, και έτσι επάξια παίρνουν την τιμή του Πατέρα και γίνονται κανόνας ζωής για το πλήρωμα της Eκκλησίας. Όλοι οι Πατέρες, και μάλιστα οι λεγόμενοι Mεγάλοι Πατέρες, υπερασπίστηκαν με σθένος την αλήθειά σε κρίσιμες για την Eκκλησία στιγμές, όταν οι αιρετικοί την αμφισβήτησαν, «θεοπνεύστως» καθορίζοντας με σαφήνεια την αλήθεια της πίστεως μας.
Oι Πατέρες λοιπόν,αγαπητοί Χριστιανοί, δεν κομίζουν με τις διδασκαλίες τους κάτι καινούργιο, αλλά παρουσιάζουν βιωματικά, εμπειρικά, την ένσαρκη Aλήθεια της Eκκλησίας. Δεν είναι οι θεωρητικοί, που θεωρούν και αναθεωρούν, και προσαρμόζουν μια αρχική θεωρία σε νέα δεδομένα. H αλήθεια δεν αλλάζει ούτε με τις εποχές, ούτε με νέες αντιλήψεις. H εν Xριστώ Aλήθεια είναι η Aποκάλυψη του Θεού και ο αποκαλυπτόμενος είναι ο Λόγος του Θεού, που γίνεται άνθρωπος για μας και τη σωτηρία μας. Έτσι, οι Πατέρες είναι οι διδακτοί του Λόγου του Θεού και μέσα από την πείρα τους μας προσφέρουν πνευματική τροφή τον Σαρκωθέντα Λόγο. Αυτοί πρέπει να είναι τα πρότυπα και τα ινδάλματα μας.Αυτούς πρέπει να ακολουθάμε, σ’ αυτους έχουμε χρέος να μοιάσουμε και σε κανέναν άλλον.