Τρίτη 27 Οκτωβρίου 2026

ΚΥ\ΡΙΑΚΗ Ε΄ ΛΟΥΚΑ

ΚΥ\ΡΙΑΚΗ  Ε΄ ΛΟΥΚΑ

ΠΛΟΥΣΙΟΣ ΚΑΙ  ΛΑΖΑΡΟΣ

Ιεροδιακόνου Ραφαήλ Μισιαούλη



Ο γλαφυρός παραβολικός λόγους του Κυρίου, διοχετεύει μέσα από την απλότητά του, μία πραγματική συγκλονιστική αποκάλυψη. Αποκαλύπτει την αγάπη του Θεού και την τραγικότητα του αρρωστημένου από την έπαρση ανθρώπου. Στην παραβολή, αρχικά περιγράφονται οι ανέσεις ενός πλουσίου και παράλληλα οι αντιξοότητες ενός φτωχού, του φτωχού Λαζάρου. Οι δύο αυτοί άνθρωποι της παραβολής, ο πλούσιος και ο φτωχός, εκπροσωπούν ο κάθε ένας αντίστοιχα την τάξη στην οποία ανήκει. Δύο άνθρωποι οι οποίοι δεν είναι άγνωστοι μεταξύ τους, αλλά γνωρίζονται και σχετίζονται. Στην παραβολή και οι δύο αυτοί άνθρωποι παρουσιάζονται να βρίσκονται σε δύο χώρους και καταστάσεις. Στην επίγεια ζωή και στην αιωνιότητα.

Μεγάλο χάσμα υπήρχε ανάμεσα στον πλούσιο και στον φτωχό Λάζαρο όχι μόνο μετά τον θάνατό τους, αλλά από την παρούσα ζωή. Ο πλούσιος, του οποίου ούτε καν αναφέρεται το όνομά του υπό του Ευαγγελιστού, ζούσε μέσα στην χλιδή, είχε φίλους τους οποίους καλούσε στο ανάκτορό του και τους παρέθετε πολυτελή γεύματα, πλούσιος στα κτήματα, στα εγκλήματα, στο χρυσό και στο δηλητήριο της αμαρτίας. Ενώ ο πτωχός Λάζαρος ζούσε μέσα στον πόνο και στην εγκατάλειψη, δεν είχε κανένα άνθρωπο στη ζωή παρά μόνο τα σκυλιά που τον περιτριγύριζαν με σκοπό να του αλείψουν τις πληγές του «καὶ οἱ κύνες ἐρχόμενοι ἀπέλειχον τὰ ἕλκη αὐτοῦ[1]». Ο πτωχός είχε καταντήσει σκελετός στην όψη. Μεγάλες διαφορές υπήρχαν μεταξύ των δύο αυτών προσώπων. Ο πλούσιος ήταν άνθρωπος στο σχήμα, ενώ ο πλούσιος άγγελος στην ψυχή, πλούσιος στα υλικά αγαθά, αλλά με γυμνή ψυχή. Ενώ ο Λάζαρος πτωχός στα υλικά αγαθά, αλλά με λαμπρή ψυχή. Ήταν άνθρωπος της αγάπης και της υπομονής. Δόξαζε το Θεό και με τα ψίχουλα και ευγνωμονούσε τον ανώνυμο πλούσιο. Ο πλούσιος είχε ασφαλώς την δυνατότητα να κερδίσει τη Βασιλεία του Θεού και να καταστήσει την ευτυχία του ατελεύτητη, με το να έδινε αγάπη στον πάσχοντα αδελφό του.

Ιεροδιακόνου Ραφαήλ Μισιαούλη

Ο γλαφυρός παραβολικός λόγους του Κυρίου, διοχετεύει μέσα από την απλότητά του, μία πραγματική συγκλονιστική αποκάλυψη. Αποκαλύπτει την αγάπη του Θεού και την τραγικότητα του αρρωστημένου από την έπαρση ανθρώπου. Στην παραβολή, αρχικά περιγράφονται οι ανέσεις ενός πλουσίου και παράλληλα οι αντιξοότητες ενός φτωχού, του φτωχού Λαζάρου. Οι δύο αυτοί άνθρωποι της παραβολής, ο πλούσιος και ο φτωχός, εκπροσωπούν ο κάθε ένας αντίστοιχα την τάξη στην οποία ανήκει. Δύο άνθρωποι οι οποίοι δεν είναι άγνωστοι μεταξύ τους, αλλά γνωρίζονται και σχετίζονται. Στην παραβολή και οι δύο αυτοί άνθρωποι παρουσιάζονται να βρίσκονται σε δύο χώρους και καταστάσεις. Στην επίγεια ζωή και στην αιωνιότητα.

Μεγάλο χάσμα υπήρχε ανάμεσα στον πλούσιο και στον φτωχό Λάζαρο όχι μόνο μετά τον θάνατό τους, αλλά από την παρούσα ζωή. Ο πλούσιος, του οποίου ούτε καν αναφέρεται το όνομά του υπό του Ευαγγελιστού, ζούσε μέσα στην χλιδή, είχε φίλους τους οποίους καλούσε στο ανάκτορό του και τους παρέθετε πολυτελή γεύματα, πλούσιος στα κτήματα, στα εγκλήματα, στο χρυσό και στο δηλητήριο της αμαρτίας. Ενώ ο πτωχός Λάζαρος ζούσε μέσα στον πόνο και στην εγκατάλειψη, δεν είχε κανένα άνθρωπο στη ζωή παρά μόνο τα σκυλιά που τον περιτριγύριζαν με σκοπό να του αλείψουν τις πληγές του «καὶ οἱ κύνες ἐρχόμενοι ἀπέλειχον τὰ ἕλκη αὐτοῦ[1]». Ο πτωχός είχε καταντήσει σκελετός στην όψη. Μεγάλες διαφορές υπήρχαν μεταξύ των δύο αυτών προσώπων. Ο πλούσιος ήταν άνθρωπος στο σχήμα, ενώ ο πλούσιος άγγελος στην ψυχή, πλούσιος στα υλικά αγαθά, αλλά με γυμνή ψυχή. Ενώ ο Λάζαρος πτωχός στα υλικά αγαθά, αλλά με λαμπρή ψυχή. Ήταν άνθρωπος της αγάπης και της υπομονής. Δόξαζε το Θεό και με τα ψίχουλα και ευγνωμονούσε τον ανώνυμο πλούσιο. Ο πλούσιος είχε ασφαλώς την δυνατότητα να κερδίσει τη Βασιλεία του Θεού και να καταστήσει την ευτυχία του ατελεύτητη, με το να έδινε αγάπη στον πάσχοντα αδελφό του.

Το Ευαγγέλιο αποκαλύπτει την έκπληξη του πλουσίου. Στον άδη όπου βασανιζόταν ο πλούσιος, σηκώνει τα μάτια του και βλέπει από μακριά τον Αβραάμ. Αλλά δεν βλέπει μόνο τον Αβραάμ, αλλά και τον Λάζαρο μαζί, στην αγκαλιά του Αβραάμ. Ο πλούσιος ζητάει από τον Αβραάμ να στείλει το Λάζαρο να βουτήξει το δάκτυλό του στο νερό και να δροσίσει λίγο την γλώσσα του διότι υπέφερε στην φλόγα του άδη. Δεν ζητάει ποσότητα ύδατος, παρά μόνο μια σταγόνα που θα μπορούσε να κρατήσει το δάκτυλο «ἵνα βάψῃ τὸ ἄκρον τοῦ δακτύλου αὐτοῦ ὕδατος[2]».  Όπως ο φτωχός Λάζαρος έτρωγε μόνο ψίχουλα, έτσι τώρα ο πλούσιος θέλει να δροσιστεί μόνο με σταγόνα. Και αυτό διότι όταν πάσχουμε υπερβολικά και η μικρότερη παρηγοριά λογίζεται μεγάλη. Ο Αβραάμ όμως αφού τον αποκάλεσε «παιδί μου» του εξήγησε ότι απόλαυσε τα αγαθά του στην ζωή του και ο Λάζαρος τα κακά. Τώρα υποφέρει ο πλούσιος ενώ παρηγορείται ο Λάζαρος[3].

Ο πλούσιος της παραβολής με όσο ακριβά και πολυτελή ενδύματα κι αν ντυνόταν ήταν στην κυριολεξία θεόγυμνος. Ο Αδάμ μετά την πτώση του, την απώλεια δηλαδή της λατρείας στο Δημιουργό του, της αγάπης στον συνάνθρωπό του και της ιερότητας στην ύπαρξή του, ένιωσε γυμνός. Ο πλούσιος είναι ένας Αδάμ που προσπαθεί να καλύψει το υπαρξιακό κενό της πτώσης με την ύλη, την σάρκα την καλλιέργεια όλων αυτών που τον οδήγησαν στην απογύμνωση. Έτσι το κενό μεγαλώνει περισσότερο και γίνεται η προσωπική του κόλαση.

Η σημερινή λοιπόν ευαγγελική περικοπή μας δίνει τη δυνατότητα να αναλογιστούμε πάνω σε κάποιες βασικές σταθερές τις πίστεως μας και του τρόπου που ο καθένας από εμάς βιώνει καθημερινά τη ζωή του μέσα στην Εκκλησία. Είναι πολύ εύκολο ιδικά στις μέρες μας να εντοπίσουμε ανθρώπους που κύριο χαρακτηριστικό τις καθημερινότητάς τους είναι η κατανάλωση των φυσικών πόρων αυτού εδώ του κόσμου. Χωρίς κανένα προβληματισμό για τις συνέπειες μίας τέτοιας στάσης ζωής μπορούμε όλοι μας να ξοδέψουμε αλόγιστα την περιουσία αυτού του κόσμου αρνούμενοι να δούμε ότι υπάρχουν κοντά μας άνθρωποι που έχουν ανάγκη και εκείνοι να γευτούν τους καρπούς που ανθρώπινος πολιτισμός παράγει και τελικά βρίσκονται στη γη για να ικανοποιήσουν όλους τους ανθρώπους. Αυτός που ζει νομίζοντας ότι όλα του ανήκουν, φτάνει στο σημείο να χάνει ακόμη και την ιδιότητα του προσώπου, αφού όπως βλέπουμε στη διήγησή μας ο πλούσιος δεν έχει όνομα, δεν ορίζεται ως ξεχωριστή προσωπικότητά, αλλά το είναι του εξαντλείται σε ό,τι απολαμβάνει.

Αδελφοί μου, ο Χριστός μας με την παραβολή αυτή, μας καλεί να βρούμε τον δρόμο μας. Μας παρουσίασε δύο τύπους ανθρώπων. Τον ένα που ονόμασε πλούσιο, για να τον αποφύγουμε, δείχνοντας μας μάλιστα την τραγική του κατάληξη. Τον άλλον που ονόμασε Λάζαρο, για να τον ακολουθήσουμε. Να γίνουμε δηλαδή και εμείς άνθρωποι που επικαλούμαστε καθημερινά το Θεό. Να στηριζόμαστε όχι στον εαυτό μας, όχι στις δικές μας δυνάμεις, αλλά σε Εκείνον. Να γνωρίσουμε τη σωματική και πνευματική μας αδυναμία και να καταλάβουμε ότι μπροστά στο Θεό είμαστε φτωχοί. Αυτό έκανε ο Λάζαρος και τώρα απολαμβάνει την χαρά του Παραδείσου. Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος μας συμβουλεύει: «Ταύτην την παραβολή γράψετε πλούσιοι και φτωχοί. Οι μεν πλούσιοι εις τους τοίχους του σπιτιού σας, οι δε φτωχοί εις τους τοίχους της καρδιάς σας. Και εάν ποτέ λησμονηθεί, να την εντυπώσετε εκ νέου στη μνήμη σα». Αμήν.

Θρησκευτικά Είδη



Τρίτη 20 Οκτωβρίου 2026

ΚΥΡΙΑΚΗ ΣΤ΄ ΛΟΥΚΑ. / "Τί σχέση ἔχεις ἐσύ μ' ἐμένα Ἰησοῦ, Υἱέ τοῦ Ὕψιστου Θεού;

 Ροῦχο δέν ντυνόταν οὔτε ἔμενε σέ σπίτι, ἀλλά ζοῦσε στά μνήματα. Ὅταν εἶδε τόν Ἰησοῦ, ἔβγαλε μιά κραυγή, ἔπεσε στά πόδια του καί τοῦ εἶπε μέ δυνατή φωνή:
 
"Τί σχέση ἔχεις ἐσύ μ' ἐμένα Ἰησοῦ, Υἱέ τοῦ Ὕψιστου Θεού; Σέ παρα­κα­λῶ μή μέ βασανίσεις".

          Αὐτά τά εἶπε, γιατί ὁ Ἰησοῦς εἶχε διατάξει τό δαιμονικό πνεῦμα νά βγεῖ ἀπό τόν ἄνθρω­πο. Ἀπό πολλά χρόνια τόν εἶχε στήν ἐξουσία του, καί γιά νά τόν συγκρατήσουν τόν ἔδεναν μέ ἁλυσίδες καί τοῦ ἔβαζαν στά πόδια σιδερένια δεσμά. Ἐκεῖνος ὅμως ἔσπαζε τά δε­σμά, καί τό δαιμόνιο τόν ὁδηγοῦσε στίς ἐρημιές. Ὁ Ἰησοῦς τόν ρώτησε: "Ποιό εἶναι τό ὄνομά σου;" Ἐκεῖνος ἀπάντησε: "Λεγεών"· γιατί εἴχαν μπεῖ μέσα του πολλά δαιμόνια.

           Τά δαιμόνια, λοιπόν, παρακαλοῦσαν τόν Ἰησοῦ νά μή τά διατάξει νά πάνε στήν ἄ­βυσσο.  Ἐκεῖ κοντά ἦταν ἕνα κοπάδι ἀπό πολλούς χοίρους πού ἔ­βοσκαν στά βουνά· καί τά δαιμόνια παρακαλοῦσαν τόν Ἰησοῦ νά τούς ἐπιτρέ­ψει νά μποῦν στούς χοίρους, καί τούς τό ἐπέτρε­ψε. Βγῆ­καν, λοιπόν, ἀπό τόν ἄνθρωπο καί μπῆκαν στούς χοί­ρους. Τότε τό κοπάδι ὅρμησε πρός τόν γκρεμό καί πνίγηκε στή λίμνη. Μόλις οἱ βοσκοί εἶδαν τί ἔγινε, ἔφυγαν καί πῆγαν καί τό εἶ­παν στήν πόλη καί στήν ὕπαιθρο. Βγῆκαν οἱ ἄνθρωποι νά δοῦν τί ἔγινε και ήρθαν κοντά στον Ιησού. Βρῆκαν τόν ἄνθρωπο ἀπό τόν ὁποῖο βγήκαν τα δαιμόνια να κάθεται δίπλα στόν Ἰησοῦ, νά φοράει ροῦχα και να φέρεται λογικά, και φοβήθηκαν.

Ὅσοι εἶχαν δεῖ τί εἶχε γίνει, τούς διηγήθηκαν πῶς ὁ δαιμονισμένος σώθηκε. Τότε ὅλο τό πλήθος ἀπό τήν περιοχή τῶν Γαδάρων παρακαλοῦσαν τόν Ἰησοῦ νά φύγει ἀπό κοντά τους, γιατί τούς εἶχε καταλάβει μεγάλος φόβος. Ἐκεῖνος μπῆκε στό πλοιάριο γιά νά γυρίσει πίσω. Ὁ ἄνθρωπος ἀπό τόν ὁποῖο εἶχαν βγεῖ τά δαι­μόνια τόν παρακαλοῦσε νά τόν πάρει μαζί του. Ὁ Ἰησοῦς ὅμως τοῦ ἀρνήθηκε λέγοντας: "Γύρισε στό σπίτι σου καί διηγήσου ὅσα ἔκανε σ' ἐσένα ὁ Θεός". Ἐκεῖνος ἔφυγε διαλαλώντας σ' ὅλη τήν πόλη ὅσα ἔκανε σ' αὐτόν ὁ Ἰησοῦς.-

...............................................................................................................

- Εσύ είσαι ο διάβολος;

- Είμαι; Αυτό νομίζεις;

- Δεν ξέρω... ναι αυτό νομίζω!

- Ε... Ναι αυτό πρέπει να είμαι...!

- Απόδειξέ το!

- Χέσε μας, είπε. Τι θες να κάνω; Να σου δείξω μια διχαλωτή οπλή; Κέρατα στο κεφάλι; Ουρά; Αναμμένα κάρβουνα στα μάτια; Αυτό θέλεις;

...............................................................................................................

Το παραπάνω είναι απόσπασμα από λογοτεχνικό βιβλίο του εικοστού πρώτου αιώνα στον οποίο πλέον ζούμε. Πολλοί βεβαίως σημερινοί άνθρωποι κουβαλάνε μέσα τους μια διανοητική απόρριψη της υποστάσεως του διαβόλου που τον θεωρούν ανύπαρκτο πρόσωπο, γέννημα του μεσαιωνικού ή γενικώς του παρελθοντικού σκοταδιού. Τότε που οι άνθρωποι αγνοούντες τα φυσικά δεδομένα, φανταζόντουσαν τον κεραυνό σαν θεό τους και τις αλλαγές του καιρού ως μηνύματα αυτού του "θεού" ή έστω ως απειλές του. Δεν θέλουν να αναζητήσουν διανοητικά τον Ζωντανό Θεό γιατί αντιλαμβάνονται το λογικό αδιέξοδο της ατελέσφορης προσπάθειας να κατανοήσεις Αυτόν, που σε ξεπερνά ως δημιουργός σου, που είναι υπερφυσικός ενώ εσύ έγκλειστος στα φυσικά και βιολογικά σου δεδομένα. Οι περισσότεροι όμως, όπως λέει ο ποιητής, ταλαιπωρούνται από μια "αιχμαλωσία" που εξαντλεί την πραγματικότητα στα φαινόμενα. "Μέσ᾿ στον υπνόσακο των ορατών η αιχμαλωσία μου" (Ν. Καρούζος).

Από την άλλη βουλιαγμένοι στον εγωισμό δεν μπορούν να εμπιστευτούν και να αγαπήσουν κανένα, γιατί ίσως ούτε ανιδιοτελή αγάπη έζησαν, ούτε να ελευθερωθούν μπορούν από την μεγάλη ιδέα για τον εαυτό τους και έτσι προτιμούν να προσκυνούν και να λατρεύουν τον εαυτό τους παρά τον Χριστό.

"Ταλαίπωρη γενιά θρεμμένη διαφωτισμό" (T. S. Eliot) δεν μπορεί να αποδεχθεί ο,τιδήποτε δεν προσλαμβάνεται από τους νευρώνες του εγκεφάλου της! Ακόμα και πελώρια διανοητικά μεγέθη (Στίβεν Χόκινγκ) εγκλωβίζονται στην απαίτηση να είναι η πραγματικότητα που ερευνούν κατά τις προδιαγραφές του τρόπου που θέλουν ή υποθέτουν. Ο κόσμος όμως υπάρχει και η ύπαρξή του από μόνη της θέτει θέμα Δημιουργού! Πώς θα συναντήσει και πολύ περισσότερο πώς θα εμπιστευθεί τον Δημιουργό ο κάθε άνθρωπος, είναι πελώριο θέμα και συγχρόνως είναι ο λόγος ύπαρξης της Εκκλησίας.

Αυτή η εμπιστοσύνη-πίστη είναι το διακύβευμα της ανθρώπινης προσπάθειας να γνωρίσει και να αγαπήσει Αυτόν που "πρῶτος ἠγάπησεν ἡμᾶς".

Όταν γνωρίσει κανείς την αλήθεια της Σταυρωμένης Αγάπης και εμπειρικά βιώσει τα θέματα μιας τέτοιας προσπάθειας και σχέσεως, που κατά βάσιν προέρχονται από την εγωιστική αυτοαναφορικότητα και την δυσκολία να βγει κανείς από τον εαυτό του και να αγαπήσει, τότε θα συνειδητοποιήσει ότι το όλο ζήτημα "παίζεται" μεταξύ καρδιάς και... κρίσης.

Οι κάτοικοι των Γαδάρων της Παλαιστίνης, βλέποντας τον δαιμονισμένο, που σαν εικόνα και τον γνώριζαν και τον τρόμαζαν, να είναι μετά την συνάντηση με τον Χριστό "ἰματισμένος καί σωφρονῶν" ενώ συγχρόνως τα γουρούνια τους να είναι πνιγμένα στην λίμνη, Τον παρακαλούν να φύγει από κοντά τους! Ο άνθρωπος όμως από τον οποίο είχαν βγει τα δαιμόνια τον παρακαλούσε να τον πάρει κοντά Του!!!

Οι Γαδαρηνοί έχουν δει για πολλά χρόνια "διχαλωτές οπλές", "κέρατα στο κεφάλι", "αναμμένα κάρβουνα στα μάτια". Δεν τους λείπουν αισθητές εντυπώσεις. Δεν αμφιβάλλουν για τον διάβολο έστω και αν δεν τον φαντάζονται... λεγεώνα! Όμως δεσμευμένοι στις υποδείξεις του διαβόλου προτιμούν το αμαρτωλό κέρδος και την ψευδαίσθηση της εξυπηρέτησης και εξασφάλισης από αυτό. Το θαύμα της θεραπείας δεν γεννάει στην καρδιά τους πίστη. Η εντύπωση από τα τόσα κραυγαλέα γεγονότα (θεραπεία-πνιγμός) δεν τους οδηγεί σε σχέση εμπιστοσύνης. Τους γεμίζει φόβο, που δεν γεννάει αγάπη, αλλά αγωνία μήπως αν αγαπήσουν πρέπει να... θυσιάσουν. Ανάμεσα στα πάθη και στον Θεό συνήθως... χάνει ο Θεός, γιατί είναι "μακρύτερα" από την καρδιά του ανθρώπου!

Κάθε καρδιά γυρεύει ευτυχία. Ο δαιμονικός συριγμός είναι ακριβώς η πρόταση ευτυχίας μακρυά και χωρίς Αυτόν, που (τουλάχιστον) διαισθάνεσαι ότι σε έπλασε. Ο διάβολος είναι "φρονιμότερος" πάντων των θηρίων. Δεν απαιτεί κατ᾿ αρχάς και δεν φοβίζει. Προτιμά να περνάει στο σκοτάδι και την άγνοια της αφανούς-"ανυπαρξίας". Τον βολεύει. Η απόρριψη της ύπαρξης του από τους ανθρώπους τού είναι διευκόλυνση στις ενέργειές του! Όταν αυτοερωτευμένος δεν μπορείς να αγαπάς, τότε η καρδιά γεμίζει φθονερή κακία, αποκλεισμού από την αγάπη, κάθε ύπαρξης. Έτσι και ο διάβολος, από αγαπημένο δημιούργημα του Θεού (Εωσφόρος= αυτός που φέρνει το φως) αναστρέφει τον πορεία του, από την θέα του Θεού και "θεᾶται" μόνον τον εαυτό του!

Από την άλλη ο Θεός συνεχίζει να τον αγαπά όπως και πρώτα, γιατί μπορεί οι όμορφοι και θελκτικοί να προσελκύουν τον οποιονδήποτε, όμως μπορεί αυτή η λέξη να ονομαστεί αγάπη; Αληθινή αγάπη είναι να δέχεσαι τους ανθρώπους, όταν είναι μαραζωμένοι, κατεστραμμένοι, όπως τα ράκη και τα κουρέλια. Ο Θεός το μπορεί γιατί δεν έχει απλώς αγάπη αλλά ΕΙΝΑΙ ΑΓΑΠΗ. Ο Χριστός δεν πέθανε για τους καλούς και τους ωραίους. Πέθανε και για τον διάβολο, όμως αυτός τον ρωτάει απορώντας: "Τι σχέση έχεις εσύ με μένα Ιησού; Σε παρακαλώ μη με βασανίσεις".

Τρεις στάσεις περιγράφονται στο ευαγγελικό κείμενο απέναντι στον Θεό:

i. Τι σχέση έχεις εσύ με μένα Ιησού;

ii. Παρακαλούμε φύγε από κοντά μας!

iii. Παρακαλώ πάρε με μαζί Σου!

Α. Η πρώτη είναι δαιμονική. Είναι ο πρόλογος της προμετωπίδας της κόλασης: Είμαι όλος δικός μου. Δεν χρειάζομαι κανέναν και τίποτε. "Πλούσιος εἰμί καί πεπλούτηκα καί οὐδενός χρείαν ἔχω". Μέσα στην δυστυχία του αυτοεγκλεισμού, ο φθόνος και η ζήλεια και η διαβολή είναι οι συνηθέστεροι καρποί. Πόσο περισσότερο όταν όπως ο διάβολος, μπορείς να έχεις σαφή και όχι συνεσκιασμένη αντίληψη των πραγμάτων! Τότε δεν θέλεις σχέση με κανένα, ενώ θέλεις τους πάντες... μετόχους της δυστυχίας σου. Αυτό είναι ο διάβολος και αυτή την διαδρομή διαβολής και άρρωστης συμβουλευτικής προς τους ανθρώπους ακολουθεί. Αν οι άνθρωποι αυτά που τους ενσπείρει τα θεωρούν δικά τους και τοποθετήσεις τους... τόσο το χειρότερο!! "Τότε "κάτι" μου ζητά κι όλο παζαρεύει μα όσα κι αν δίνω δεν είναι αρκετά" (Ν. Πορτοκάλογλου).

Β. Όσοι ενστερνιστούν την δαιμονική προτροπή της αυτοεξασφάλισης μέσω αμαρτιών αποχτούν σταδιακά συγγένεια όχι με τον Χριστό, αλλά με δαιμονικές καταστάσεις. Ο Χριστός στο Ευαγγέλιο συζητάει και ρωτάει τους ανθρώπους τίνος είναι τέκνα! Πολλές φορές προσδιορίζει κατ᾿ ευθείαν την προέλευση λέγοντας: "Ἐκ τοῦ πατρός ἡμῶν τοῦ διαβόλου...". Σ᾿ αυτήν την περίπτωση η εγγύτητα του Χριστού γεννάει τον "μεγάλο φόβο" των ενοχών και ατυχώς την απώθηση του θέματος της "αλλαγής της υιοθεσίας" στο... μέλλον! Όλοι μας έχουμε την σφραγίδα του βαπτίσματος του Χριστού, αλλά πολλές φορές την συναναμιγνύουμε με αμαρτίες και δαιμονικές συμβουλές. Ο κόπος είναι να απομακρύνουμε από τις επιλογές μας και την καρδιά μας τις αμαρτίες και τους δαιμονικούς συριγμούς υπακούοντας στον "ἀγαπήσαντα ἡμᾶς μέχρι Σταυρού και θανάτου". Δεν το καταφέρνουμε πάντοτε και τότε παρακαλούμε... φύγε από κοντά μας.

Γ. Ο Χρίστος είπε στον Σίμωνα τον Φαρισαίο (Λουκ. 7, 42) ότι αγαπάει πολύ όποιος του χαρίστηκαν πολλά! Έτσι και μεις όταν συνειδητοποιούμε πλήρως από τι δαιμονικές καταστάσεις μας απάλλαξε και μας ελευθέρωσε ο "ἐλευθερωτής τῶν ψυχῶν ἡμῶν" τότε θα τον αγαπήσουμε πολύ. Ο δαιμονισμένος της περικοπής είχε την de facto γνώση της κατάστασής του και γι᾿ αυτό "ἠγάπησε πολύ". Εμείς φανταζόμαστε ότι οι δαιμονικές προτροπές που "τυραγνάνε" το μυαλό μας είναι απλώς σκέψεις... ελευθερίας και διαφωτισμού και γι᾿ αυτό έχοντας ασάφια για το ότι όλα παίζονται στην καρδιά δεν θεωρούμε ότι είμαστε... δαιμονισμένοι (φυσικά δεν είμαστε) και άρα μπορούμε να "κάνουμε" και χωρίς Αυτόν, που ο πρώην δαιμονισμένος παρακαλούσε να τον πάρει μαζί του!

Ας παρακαλέσουμε τον Χριστό να μας ελευθερώσει από κάθε δαιμονική συμβουλή που μας τυραννάει.

Ας καταλάβουμε ότι ο διάβολος δεν είναι ένας πρωταγωνιστής σε ταινία τρόμου, αλλά αυτόκλητος σύμβουλος-διαβολέας ενάντια στην τήρηση του θελήματος του Θεού από εμάς.

Ας παρακαλέσουμε τον Χριστό για καρδιά καθαρή και ευθεία ώστε να μπορούμε να Τον ικετεύουμε:

"Πάτερ ἡμῶν... ρῦσαι ἡμᾶς ἀπό τοῦ πονηροῦ". ΑΜΗΝ.

π. Θεοδόσιος Μαρτζούχος


Πέμπτη 8 Οκτωβρίου 2026

Μνήμη της Ζ' Οικουμενικής Συνόδου

 Ὑπέρμαχοι σοὶ τοῖς λόγων ὅπλοις, Λόγε,

Ἐχθροὺς τροποῦνται τῶν σεβαστῶν εἰκόνων.

Ταῖς τῶν Ἁγίων Πατέρων πρεσβείαις, ὁ Θεός, ἐλέησον ἡμᾶς.

Τρίτη 29 Σεπτεμβρίου 2026

ΚΥΡΙΑΚΉ Β ΛΟΥΚΆ

 

Κυριακή για την Κυριακή Β’ Λουκά

(Λκ. στ΄ 31-36)

Διανύουμε, αγαπητοί αδελφοί, από την προηγούμενη Κυριακή την περίοδο αυτή που στην λειτουργική γλώσσα της Εκκλησίας μας ονομάζεται περίοδος του Λουκά. Δηλαδή, μετά από την εορτή της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού μέχρι τις παραμονές του Τριωδίου οι ευαγγελικές περικοπές που διαβάζονται καθημερινά εκτός τις μέρες μεγάλων εορτών είναι από το Ευαγγέλιο του Λουκά.

Έτσι, αφού την περασμένη Κυριακή κληθήκαμε όλοι μας μαζί με του πρώτους μαθητές του Κυρίου μας να τον ακολουθήσουμε, έρχεται η σημερνή ευαγγελική περικοπή που ακούσαμε για να χαράξει και δείξει τον δρόμο που καλούμαστε να πορευθούμε.

Πραγματικά από τις δυσκολότερες αλλά και ουσιαστικότερες περικοπές. Πολύ εύστοχα ονομάστηκε ως ο Χρυσός Κανόνας και αποτελεί τον πυρήνα της χριστιανικής ηθικής.

Ο δρόμος που χαράσσεται συνοψίζεται σε δύο ρήματα. Μάλιστα και τα δύο ξεκινούν με τις ίδιες ακριβώς συλλαβές: Αγαπάτε και Αγαθαποιείτε! Δύο λέξεις κλειδιά, δικλείδες ασφαλείας για την πνευματική μας ζωή. Αγάπη και Αγαθωσύνη. Και θα πει κανείς: ωραία λοιπόν! να αγαπάμε, να κάνουμε και το καλό και τα πετύχαμε όλα.

Είναι όμως τόσο απλή και επιδερμική η ερμηνεία αλλά και η βίωση αυτών των λέξεων; Εύκολα λέμε το σ’ αγαπώ αλλά για να γίνει αληθινό πρέπει να επιχειρήσουμε μια υπέρβαση. Να ξεπεράσουμε την φίλαυτη, την εύκολη, την φυσική και δυστυχώς τις περισσότερες φορές συναλλαγματική αγάπη. Θα σου δώσω για να μου δώσεις, θα σου κάνω για να μου κάνεις…

Μα αγαπώ και κάνω το καλό μόνο εκεί που μας αγαπούν και υπάρχει ανταπόδοση; Και ρωτά σήμερα ο Χριστός: «ποία ὑμῖν χάρις ἐστί;». Ποιο δηλαδή το όφελος, το κέρδος, η εύνοια που θα λάβεις; Αυτό το κάνουν και οι άθεοι και οι ασεβείς διότι κίνητρο τους είναι ο εγωπαθής υπολογισμός. Η συμπεριφορά τους είναι απλή αντανάκλαση των αισθημάτων που έχουν οι άλλοι γι’ αυτούς. Όμως έτσι τελικά χτίζουμε ένα τείχος, μία φυλακή στην οποία εγκλωβιζόμαστε, μέσα στην μιζέρια, την στεναχώρια και την δυστυχία.

Γιατί φτάσαμε έως εδώ; Γιατί δεν καταλάβαμε ότι αγαπώ και πράττω το αγαθό δεν είναι θεωρία ή ιδεολογία αλλά είναι τρόπος ζωής. Είναι μια αγκαλιά σε όλους ανεξαιρέτως. Η αγάπη μπορεί να μην είναι πάντα συμφωνία, πάντα όμως είναι θυσία. Η αγάπη δεν είναι πάντα φιλία, πάντα όμως είναι προσφορά και συγγνώμη. Η αγάπη είναι η θεϊκή πνοή μέσα μας.

Αν το κατανοήσουμε αυτό, τότε έρχεται και το αποτέλεσμα που στο ευαγγελικό κείμενο αποδίδεται τρεις φορές με την λέξη Χάρις. Ποια είναι αυτή; «Καὶ ἔσεσθε υἱοὶ ὑψίστου». Θα είστε δηλαδή τα γνήσια παιδιά του Θεού.

Όλοι οι άνθρωποι είναι πλάσματα του Θεού. Υιοί, παιδιά όμως Υψίστου γίνονται όσοι αγαπούν και αγαθοποιούν, χωρίς να ανησυχούν για αποτελέσματα, αγαπούν και αυτούς ακόμα που τους αντιπαθούν και τους κατατρέχουν, τους εχθρούς τους· ευεργετούν και εκείνους που ποτέ δεν θα τους ανταποδώσουν, σκορπώντας απλόχερα σε όλους χωρίς διακρίσεις χρώματος, φυλής, καταγωγής. Σε ένα τέτοιο θείο μεγαλείο είναι ανάγκη να ατενίζουμε και να βαδίζουμε αν θέλουμε να είμαστε πραγματικά «υιοί Υψίστου».

Προτού όμως κλείσουμε ας προσέξουμε μία λεπτομέρεια. Δεν είπε ο Κύριος αν νηστεύετε θα είστε όμοιοι με τον Ουράνιο Πατέρα σας. Ούτε είπε αν είστε εγκρατείς, ή αν προσεύχεσθε θα είστε όμοιοι με τον ουράνιο Πατέρα σας. Αλλά τι λέγει: Γίνεσθε, να είστε δηλαδή, σπλαχνικοί προς όλους όπως σπλαχνικός είναι ο Ουράνιος Πατέρας σας.

Και ίσως σκανδαλισθεί κάποιος και πει: Δηλαδή η αγάπη και η αγαθοσύνη ακυρώνουν όλες τις άλλες αρετές και τον αγώνα της πνευματικής μας ζωής; Δεν χρειάζεται η νηστεία, η προσευχή, η εγκράτεια, η μελέτη;

Την απάντηση θα μας την δώσει ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης. Όλοι μας η ζωή (λέγει) είναι ένα οικοδόμημα, το οποίο για να χτιστεί απαιτεί πολλή προσευχή, νηστεία, δάκρυα, εγκράτεια, μελέτη Αγίας Γραφής. Αν όμως στο οικοδόμημα  σου δεν προσθέσεις την οροφή, την στέγη, τότε όλα τα άλλα είναι καταδικασμένα να καταστραφούν και να χαθούν ολοσχερώς. Δίχως αγάπη και αγαθοσύνη όλες οι άλλες αρετές είναι άχρηστες. Αλλά!! Και η στέγη της οικίας δεν μπορεί να σταθεί από μόνη της αν από κάτω λείπουν όλα τα στοιχεία εκείνα που την συγκρατούν. Επομένως και η αληθινή και ορθή αγάπη δεν μπορεί να σταθεί αν από κάτω δεν υπάρχουν οι υπόλοιπες αρετές.

Επομένως δίχως αγάπη και αγαθοσύνη γινόμαστε σαν τον φαρισαίο της παραβολής και σαν το πρεσβύτερο αδελφό του ασώτου Υιού. Γινόμαστε δένδρα άκαρπα που δυστυχώς φέρουν μόνο φύλλα δίχως καρπούς.

Αδελφοί! Πράγματι, όπως ειπώθηκε και στη αρχή, ζόρικη η σημερινή ευαγγελική περικοπή. Καλούμαστε όμως όλοι να αγωνισθούμε κι ας έχουμε τις πτώσεις μας και τις ατέλειες μας. Μηδέν απελπίζοντες  όπως είπε σήμερα ο Χριστός… Αυτός θα έρθει να συμπληρώσει τα ελλείποντα και τα ασθενή. Αρκεί να θέτουμε πάντα το ερώτημα στον εαυτό μας: Εσύ! Τίνος Παιδί είσαι;

Άμα ο άνθρωπος δεν αγαπάει τον Χριστό δεν θα αγαπήσει ποτέ τον κόπο να βγει από την φίλαυτη αγάπη και να αποκτήσει την ανιδιοτελή. Δεν θα το καταλαβαίνει. Δεν θα το πιστεύει καν.

Είναι αυτή η δαιμονική παροιμία: «Με το Σταυρό στο χέρι πας;»

Ε, ναι!! με τον Σταυρό στο χέρι πάει ο Χριστιανός.

Μόνο έτσι θα βγούμε στην απλωσιά μιας αγάπης που θα κάνει την καρδιά μας ευρύχωρη και γεμάτη χαρά και ευτυχία…

Γιατί;  Γιατί θα είμαστε Υιοί Υψίστου

Αμήν

ΙΕΡΆ ΜΗΤΡΌΠΟΛΙΣ ΦΛΩΡΊΝΗΣ ΠΡΕΣΠΏΝ ΚΑΙ ΕΟΡΔΑΊΑΣ

Τρίτη 22 Σεπτεμβρίου 2026

ΚΥΡΙΑΚΗ Α΄ ΛΟΥΚΑ

 (Αποσπάσματα από την ομιλία ΙΔ΄ του αγίου Ιωάννου, αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως του Χρυσοστ


όμου)

«καὶ λέγει αὐτοῖς· δεῦτε ὀπίσω μου καὶ ποιήσω ὑμᾶς ἁλιεῖς ἀνθρώπων».

(…)Και περπατώντας κοντά στη θάλασσα της Γαλιλαίας, είδε δύο αδελφούς, τον Σίμωνα, που, με το όνομα το οποίο του έδωσε αργότερα ο Κύριος, ονομάστηκε Πέτρος και τον Ανδρέα τον αδελφό του. Έριχναν τα δίχτυα τους στη θάλασσα, σαν ψαράδες που ήσαν. «Ακολουθήστε με, τους είπε, και θα σας κάνω αλιείς ανθρώπων». Αυτοί λοιπόν, αφού άφησαν αμέσως τα δίχτυα, Τον ακολούθησαν.

«οἱ δὲ εὐθέως ἀφέντες τὰ δίκτυα ἠκολούθησαν αὐτῷ». Πρόσεξε την πίστη και την υπακοή τους. Διότι αν και βρίσκονταν στο μέσο της εργασίας τους (γνωρίζετε βέβαια πόσο απαιτητική είναι η αλιεία), όταν άκουσαν την προτροπή του Κυρίου δεν ανέβαλαν, ούτε το μετέθεσαν γι΄ αργότερα, ούτε είπαν· «Άμα γυρίσουμε στο σπίτι, ας συνεννοηθούμε πρώτα με τους δικούς μας». Αλλά αφού εγκατέλειψαν τα πάντα, Τον ακολούθησαν, όπως ο Ελισσαίος ακολούθησε κάποτε τον προφήτη Ηλία. Πραγματικά αυτού του είδους την υπακοή ζητεί από μας για τη μετάνοιά μας ο Χριστός, ώστε μήτε δευτερολέπτου αναβολή να μην κάνουμε, ακόμα κι αν κάτι από τα πιο απαραίτητα προς το ζην μας επείγει, όπως κρίνουμε. Γι’ αυτό και κάποιον άλλον που Τον πλησίασε και ζήτησε να πάει πρώτα να θάψει τον πατέρα του, μήτε αυτό δεν τον άφησε να κάνει, δείχνοντας ότι από όλα πρέπει να προτιμούμε να Τον ακολουθήσουμε και να γίνουμε μαθητές Του.

Εάν πάλι θεωρείς ότι Τον ακολούθησαν επειδή ήταν μεγάλη η υπόσχεση, και πάλι τους θαυμάζω γι’ αυτό και ακόμη περισσότερο, επειδή παρόλο που δεν είχαν δει ακόμα κανένα θαυματουργικό σημείο, πίστεψαν σε τόσο μεγάλη υπόσχεση και όλα τα άλλα τα θεώρησαν δευτερεύοντα μπροστά στο να Τον ακολουθήσουν. Γιατί με όποια λόγια αλιεύτηκαν οι ίδιοι, πίστεψαν ότι με αυτά θα μπορούσαν κι άλλους να αλιεύσουν και να τους οδηγήσουν στη σωτηρία των ψυχών τους. Και σ΄ αυτούς μεν αυτήν την υπόσχεση έδωσε, σ΄εκείνους όμως που ήταν μαζί με τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη, τίποτα παρόμοιο δεν λέγει˙ διότι η υπακοή αυτών που πρώτους κάλεσε (δηλ. του Ανδρέα και του Πέτρου), είχε προετοιμάσει πλέον και αυτούς. Εξάλλου πολλά είχαν ακούσει και προηγουμένως γι’ Αυτόν.

Και πρόσεξε πώς υπαινίσσεται με ακρίβεια και την φτώχεια τους· τους βρήκε να ράβουν τα δίχτυα τους. Τόσο μεγάλη ήταν η φτώχεια τους, ώστε να διορθώνουν τα χαλασμένα, επειδή δεν μπορούσαν ν’ αγοράσουν άλλα. Δεν ήταν κι αυτή τότε μικρή ένδειξη αρετής, το να υποφέρουν με ευκολία και αγόγγυστα την φτώχεια, το να αποκτούν την τροφή τους με τίμιο μόχθο, το να συνδέονται μεταξύ τους με τη δύναμη της αγάπης, το να έχουν μαζί τους και τον γέρο πατέρα τους και να τον περιποιούνται.

Αφού λοιπόν τους έκανε μαθητές Του, τότε αρχίζει να θαυματουργεί ενώπιόν τους, βεβαιώνοντας με τα έργα Του ό,τι είχε πει γι’ Αυτόν ο Βαπτιστής Ιωάννης. Βρισκόταν αδιάκοπα στις συναγωγές και με την πράξη Του αυτή τους δίδασκε ότι δεν είναι κάποιος αντίθετος, ούτε πλάνος, αλλά έχει έρθει με το θέλημα του Θεού, κατόπιν κοινής Τους συμφωνίας. Και συχνάζοντας στις συναγωγές, δεν κήρυττε μόνο, αλλά και πολλά θαύματα επιτελούσε.

Πραγματικά σε κάθε περίπτωση κατά την οποία συμβαίνει κάτι το νέο και παράδοξο και εισάγεται κάποιος νέος τρόπος ζωής, συνηθίζει ο Θεός να κάνει θαύματα, προσφέροντας εγγύηση της δυνάμεώς Του προς εκείνους που πρόκειται να δεχτούν τους νόμους Του. Έτσι όταν επρόκειτο να πλάσει τον άνθρωπο, δημιούργησε όλον τον κόσμο και τότε του έδωσε εκείνο τον νόμο μέσα στον παράδεισο. Και όταν ήταν να δώσει νόμους στον Νώε, πάλι μεγάλα θαύματα έκαμε, με τα οποία αναδημιουργούσε όλη την πλάση και τη φοβερή εκείνη τρικυμιώδη θάλασσα την έκανε να κυριαρχεί επί της γης για ένα ολόκληρο χρόνο και με όλα αυτά, μέσα σε τόσο χαλασμό, διέσωσε τον δίκαιο εκείνο. Και στα χρόνια του Αβραάμ παρουσίασε πολλά θαύματα, όπως είναι η νίκη στον πόλεμο, η πληγή κατά του Φαραώ, και η απαλλαγή από τους κινδύνους. Μα κι όταν επρόκειτο να θεσπίσει τους νόμους στους Εβραίους, έδειξε πρώτα τα θαυμαστά εκείνα και μεγάλα σημεία και έπειτα τους έδωσε τον Νόμο.

Έτσι λοιπόν κι εδώ, θέλοντας να δώσει έναν ανώτερο τρόπο ζωής και να τους πει όσα ποτέ δεν είχαν ακούσει μέχρι εκείνη τη στιγμή, επιβεβαιώνει τους λόγους με την επιτέλεση των θαυμάτων. Επειδή δηλαδή δεν φαινόταν η βασιλεία που κήρυττε, αυτήν την αφανή, με τα ορατά σε όλους θαύματα, την καθιστά φανερή. Και πρόσεξε την απλότητα του Ευαγγελιστού, πως δε μας διηγείται χωριστά κάθε περίπτωση όσων θεραπεύονταν, αλλά με τρόπο συνοπτικό μας ενημερώνει για τα αναρίθμητα θαύματα. Του έφεραν, λέει, όλους όσοι ταλαιπωρούνταν από λογής ασθένειες και βασανίζονταν, δαιμονισμένους, σεληνιαζομένους, παραλυτικούς και τους θεράπευσε.

Αλλά γεννιέται το ακόλουθο ερώτημα: για ποιον λόγο από κανέναν από τους θεραπευθέντες δεν ζήτησε την πίστη, ούτε είπε αυτό που έπειτα φανερά έλεγε· «Πιστεύετε ότι μπορώ να το κάνω αυτό»; Επειδή δεν είχε δώσει ακόμα απόδειξη της δυνάμεώς Του. Εξ άλλου και μόνο το γεγονός ότι προσέρχονταν μόνοι τους και έφερναν ασθενείς κοντά στον Χριστό, δεν αποδεικνύει τυχαία πίστη. Διότι τους έφερναν από μακριά, πράγμα το οποίο δε θα έκαναν, αν δεν πίστευαν πολύ οι ίδιοι για τη δύναμή Του.

Ας Τον ακολουθήσουμε λοιπόν κι εμείς. Γιατί έχομε πολλές ασθένειες της ψυχής κι αυτές θέλει πρώτα να θεραπεύσει. Γι’ αυτό αποκαθιστά τις σωματικές ασθένειες, για να απομακρύνει τις ψυχικές από την ψυχή μας. Ας έρθουμε λοιπόν κοντά Του και τίποτα βιοτικό ας μην Του ζητήσουμε παρά μόνο συγχώρηση των αμαρτιών μας· την παραχωρεί και τώρα, αν τη ζητούμε σοβαρά. Τότε βέβαια είχε φτάσει η φήμη Του ως τη Συρία (Ματθ. 4,24: καὶ ἀπῆλθεν ἡ ἀκοὴ αὐτοῦ εἰς ὅλην τὴν Συρίαν, καὶ προσήνεγκαν αὐτῷ πάντας τοὺς κακῶς ἔχοντας ποικίλαις νόσοις καὶ βασάνοις συνεχομένους, καὶ δαιμονιζομένους καὶ σεληνιαζομένους καὶ παραλυτικούς, καὶ ἐθεράπευσεν αὐτούς), ενώ τώρα έχει εξαπλωθεί σε ολόκληρη την οικουμένη. Κι εκείνοι έτρεχαν προς Αυτόν, όταν άκουγαν μόνο πως θεράπευσε δαιμονισμένους· συ όμως που έχεις περισσότερες και μεγαλύτερες αποδείξεις για τη δύναμή Του, γιατί δε σηκώνεσαι να τρέξεις σ’ Αυτόν; Κι εκείνοι άφησαν και πατρίδα και φίλους και συγγενείς· συ όμως δε θέλεις μήτε το σπίτι σου ν’ αφήσεις, για να πας κοντά Του και να λάβεις πολύ περισσότερα; Και μήτε που ζητoύμε αυτό από σένα. Άφησε μόνο την κακή συνήθεια και, μένοντας στο σπίτι σου μαζί με τους δικούς σου, θα μπορέσεις εύκολα να σωθείς.

Τώρα αν έχουμε μια σωματική πάθηση, κάνουμε τα πάντα και καταφεύγουμε σε κάθε μέσο, προκειμένου να απαλλαγούμε από αυτήν. Αν όμως η ψυχή μας είναι σε κακή κατάσταση, αναβάλλουμε και βραδύνουμε να κάνουμε κάτι. Γι’ αυτό ακριβώς δεν γλυτώνουμε ούτε από τα σαρκικά παθήματα, επειδή εμείς θεωρούμε τα αναγκαία ως πάρεργα και τα πάρεργα ως αναγκαία και ενώ αφήνουμε την πηγή των κακών, θέλουμε να καθαρίσουμε τα ρυάκια. Διότι το ότι βέβαια αιτία των σωματικών ασθενειών, είναι η κακία της ψυχής, το δήλωσε και ο παράλυτος επί τριάντα οκτώ χρόνια καθώς και αυτός ο παράλυτος που τον κατέβασαν από τη στέγη ενώπιον του Ιησού και ο Κάιν πριν απ’ αυτούς. Αλλά και από πολλές άλλες περιπτώσεις μπορεί ο καθένας να το διαπιστώσει αυτό. Ας αφανίσουμε λοιπόν την πηγή των κακών και τότε θα στερέψουν όλα τα ρεύματα των ασθενειών. Δεν είναι μόνο η παράλυση ασθένεια, αλλά και η αμαρτία· και η δεύτερη μάλιστα είναι πολύ πιο σοβαρή ασθένεια από την πρώτη, τόσο μάλιστα, όσο ανώτερη είναι από το σώμα η ψυχή.

Ας έρθουμε λοιπόν και τώρα κοντά Του και ας Τον παρακαλέσουμε να σφίξει την ψυχή μας που έχει παραλύσει και αφού αφήσουμε κάθε βιοτική μέριμνα, ας φροντίζουμε μόνο για τα πνευματικά. Εάν με δύναμη προσηλωθείς στα πνευματικά, τότε φρόντιζε και για τα γήινα. Μήτε πάλι ν’ αδιαφορείς για την αμαρτία σου, επειδή δεν αισθάνεσαι πόνο· γι’ αυτό ακριβώς να στενάζεις περισσότερο, επειδή δεν αισθάνεσαι οδύνη για τις αμαρτίες σου. Αυτό δε συμβαίνει επειδή δεν δαγκώνει η αμαρτία, αλλά επειδή είναι αναίσθητη η ψυχή που σφάλλει. Σκέψου λοιπόν ότι όσοι αισθάνονται τα δικά τους αμαρτήματα, πως στενάζουν σπαρακτικότερα από όσους κομματιάζονται ή καίγονται, πόσα κάνουν και πόσα υποφέρουν, πόσο πενθούν και οδύρονται, για ν’ απαλλαγούν από την πονηρά συνείδηση. Δε θα το έκαναν αυτό, αν δεν ένιωθαν σφοδρό ψυχικό πόνο.

Εκείνο λοιπόν που είναι το καλύτερο είναι να μην αμαρτάνουμε καθόλου, ύστερα όμως απ΄ αυτό, είναι το να συναισθανόμαστε την αμαρτία και να διορθωνόμαστε. Διότι αν μας λείπει αυτό, πώς θα παρακαλέσουμε τον Θεό και θα ζητήσουμε τη συγχώρηση των αμαρτιών μας, εμείς που καθόλου δε δίνουμε καμία σημασία σ΄αυτά; Πραγματικά, όταν εσύ, που αμάρτησες, δε θέλεις μήτε αυτό ν’ αναγνωρίσεις, ότι δηλαδή αμάρτησες, για ποια αμαρτήματα θα παρακαλέσεις τον Θεό; Γι’ αυτά που δεν αναγνωρίζεις; Και πώς θα αντιληφθείς το μέγεθος της ευεργεσίας; Ομολόγησε λοιπόν μία μία τις αμαρτίες σου, για να μάθεις για ποιες παίρνεις συγχώρηση, για να αισθανθείς ευγνωμοσύνη προς τον Ευεργέτη σου.

Εσύ όμως όταν εξοργίσεις κάποιον άνθρωπο, και φίλους και γείτονες και θυρωρούς παρακαλείς και χρήματα ξοδεύεις και χάνεις πολλές ημέρες να πηγαίνεις να τον βρίσκεις και να παρακαλείς, και αν μια και δυο και αμέτρητες φορές σε αποκρούσει ο θυμωμένος, δεν ησυχάζεις αλλά μεγαλώνει η αγωνία σου και πληθαίνεις τις παρακλήσεις. Όταν όμως θυμώσει ο Θεός των όλων, αδρανούμε και ησυχάζουμε και αδιαφορούμε και διασκεδάζουμε και μεθούμε και εκτελούμε όλες τις συνηθισμένες μας πράξεις. Πότε θα μπορέσουμε να Τον εξιλεώσουμε; Και πώς με αυτή μας την συμπεριφορά δε θα Τον εξοργίσουμε περισσότερο; Πιο πολύ από την αμαρτία, Τον κάνει να αγανακτεί περισσότερο και να οργίζεται η απουσία της λύπης για την αμαρτία. Γι’ αυτό αξίζει να κατεβούμε μέσα στη γη και μήτε τον ήλιο ν’ αντικρίζουμε μήτε ν’ αναπνέουμε καθόλου, γιατί παρόλο που έχουμε έναν τόσο επιεική Κύριο, Τον θυμώνουμε και αφού Τον θυμώνουμε, τουλάχιστον δεν μετανοούμε. Αντίθετα, Εκείνος, ούτε όταν θυμώνει, δεν μας μισεί ούτε μας αποστρέφεται, αλλά θέλει να μας τραβήξει, έστω και με τον τρόπο αυτό. Γιατί αν μας ευεργετούσε αδιάκοπα και εμείς Τον υβρίζαμε, περισσότερο θα Τον περιφρονούσαμε. Για να μη γίνει αυτό, μας αποστρέφεται προς στιγμήν, για να μας έχει κοντά Του παντοτινά.

Ας έχουμε θάρρος λοιπόν στην φιλανθρωπία Του κι ας επιδείξουμε μετάνοια με επιμέλεια για τη διόρθωσή μας, πριν φτάσει η ημέρα εκείνη του θανάτου μας και εξής, που η μετάνοια δε θα μπορεί να μας ωφελήσει πλέον. Τώρα όλα είναι στο χέρι μας· τότε όμως η απόφαση είναι μόνο στο χέρι του δικαστού. Ας προσπέσουμε λοιπόν στον φιλάνθρωπο Κύριό μας κι ας εξομολογηθούμε στον πνευματικό μας (Ψαλμ. 94, 2: «προφθάσωμεν τὸ πρόσωπον αὐτοῦ ἐν ἐξομολογήσει»), ας κλάψουμε κι ας θρηνήσουμε. Αν μπορέσουμε να καταπραΰνουμε τον δικαστή πριν από την δίκη (: την ημέρα της κρίσεως) και μας συγχωρέσει τα αμαρτήματά μας, τότε δε θα χρειαστεί μήτε να μπούμε στο δικαστήριο. Όπως πάλι αν δε γίνει αυτό, θα ακούσει την απολογία μας μπροστά σε ολόκληρη την οικουμένη που θα είναι παρούσα και δεν έχουμε καμιά ελπίδα για συγχώρηση. Διότι κανένας από εκείνους που δεν πήραν άφεση για τα αμαρτήματά τους εδώ στη γη, όταν φτάσει εκεί, δε θα μπορέσει ν’ αποφύγει τις ευθύνες του γι’ αυτά. Αλλά όπως οι φυλακισμένοι εδώ με τις αλυσίδες τους οδηγούνται στο δικαστήριο, έτσι κι όλες οι ψυχές όταν φύγουν από δω βεβαρημένες μ’ όλες τις πολύπλοκες αλυσίδες των αμαρτημάτων τους, οδηγούνται στο φοβερό βήμα. Πραγματικά, η παρούσα ζωή δε διαφέρει καθόλου από μια φυλακή. Αλλά όπως στο κτίριο της φυλακής όταν εισέλθουμε, τους βλέπουμε όλους αλυσοδεμένους, έτσι και τώρα όταν εξέλθουμε από τη φαινομενική και εισχωρήσουμε μέσα στη ζωή καθενός και μέσα στην ψυχή του, θα τη βρούμε δεμένη με αλυσίδες χειρότερες από τις σιδερένιες.

Για όλα αυτά λοιπόν, ας παρακαλέσουμε τον Λυτρωτή των ψυχών μας, και τα δεσμά μας να σπάσει και τον σκληρό αυτόν φύλακα να απομακρύνει· να μας απαλλάξει από το ασήκωτο φορτίο των σιδερένιων εκείνων αλυσίδων και να κάνει το φρόνημά μας ελαφρότερο και από το φτερό. Έτσι θα πετύχουμε, και μάλιστα σε σύντομο χρόνο, να απαλλαγούμε από τα βάρη που μας πιέζουν, να αντιληφθούμε πού ζούσαμε έως τότε, και ακόμη να κερδίσουμε την ελευθερία που αρμόζει σε μας. Αυτήν μακάρι να πετύχουμε όλοι με την χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, στον οποίο ανήκει η δόξα και η εξουσία στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

 

(Πηγή: Ιερού Χρυσοστόμου έργα, Πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος Παλαμάς», ομιλία ΙΔ΄, τόμος 9, σελ. 445-459, Θεσσαλονίκη 1978. Επιμέλεια: Ελένη Λιναρδάκη)