Τετάρτη, 30 Δεκεμβρίου 2015

ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ 2016

«Θεέ θεών και Κύριε,
τρισυπόστατε φύσις,
απρόσιτε, αΐδιε,
άκτιστε και των όλων
δημιουργέ, παντοκράτορ,
σοι προσπίπτομεν πάντες
και σε καθικετεύομεν·

Το παρόν έτος τούτο,
ως αγαθός, ευλογήσας φύλαττε εν ειρήνη
τους  ( βασιλείς)  -άρχοντας και άπαντα τον
λαόν σου, οικτίρμον».

 

Σαν τ’ άγραφο χαρτί που τρομάζει αυτόν που πρέπει να το γεμίσει με της ψυχής του τα τραγούδια και τ’ αναστενάγματα, έτσι και ο νέος χρόνος, όπως ξανοίγεται σήμερα μπροστά μας, και τον υποδεχόμαστε με τόσες ευχές, με τόσες ελπίδες, με τόσες προσδοκίες, είναι αδύνατο να μην μας βάλει σε σκέψεις και προβληματισμούς. Χωρίς καν να το επιδιώξουμε, την ώρα που ξεφαντώνουμε και ξεφωνίζουμε για την εναλλαγή, την ίδια ακριβώς στιγμή η σκέψη μας στροβιλίζεται  γύρω από την έννοια και το αίσθημα του χρόνου. Του χρόνου που ο Κόντογλου χαρακτήρισε σαν φοβερή και ανεξιχνίαστη δύναμη. Δύναμη που αδυνατούμε να κατανοήσουμε και να προσδιορίσαμε. Το μόνο που μπορέσαμε να κάνουμε είναι, οι κάποιες οριοθετήσεις, οι κάποιοι διαχωρισμοί  στην αεναότητα του χρόνου, κάποια όρια στην αιωνιότητα, αν είναι δυνατόν να γίνει κάτι τέτοιο, τυπικά και μόνο, και αποκλειστικά για  δική μας ευκολία και συνεννόηση. Στην πραγματικότητα όμως την ζωή μας  μέσα στο χρόνο δεν την καθορίζουν οι αριθμοί – έτσι κι αλλιώς  εμείς τους καθορίσαμε κι αυτούς – αλλά η στάση μας  μέσα σ’ αυτόν, ο τρόπος που θα τον χειριστούμε.
«Γι’ αυτό ακριβώς, σημειώνει, στεκόμαστε περίφοβοι μπροστά στον καινούριο χρόνο μπροστά σ’ ένα τεχνητό χώρισμα, που βάλαμε στο πέλαγος του καιρού εμείς οι άνθρωποι, σαν να μην είναι η κάθε μέρα αρχή καινούριου χρόνου ».
Νέο λοιπόν έτος αδελφοί μου!. Καινούριος χρόνος, καρπός μιας αδιάκοπης και αέναης ροής χρόνων και καιρών,  του χρόνου πού κυλάει σαν το ρεύμα του ποταμού χωρίς ανάπαυ­λα. Τρέχει συνέχεια και σε κάθε κύλισμα συντομεύει το δικό μας χρόνο. Μικραίνει τις μέρες μας, συντέμνει το ταξίδι μας πάνω στη γη.
Και οι ευχές πληθωρικές! Διάπυρες και πάλι σήμερα,  στην αρχή του νέου χρόνου, οι ευχές οι προσδοκίες, οι ικεσίες, τα πάμπολλα «θέλω», οι προγραμματισμοί, από χείλη εκατομμυρίων ανθρώπων.
Διάπυρη βέβαια και η δική μας ευχή προς “ τον τούς χρόνους και καιρούς εν τη ιδία εξουσία αυτού έχοντα ”  φιλάνθρωπο Κύριο, που μας χαρίζει ακόμη έναν νέο χρόνο, που μας προσφέρει μια ακόμη πίστωση χρόνου για να επιτελέσουμε προορισμό μας, για να ευλογήσει την νέα χρονιά που αρχίζει σήμερα.
Πρωτοχρονιά λοιπόν και πάλι, αγαπητοί αδελφοί. Γέλια και χαρές, ευχές και πανηγυρισμοί, δώρα ,ξεφαντώματα… προγράμματα, ελπίδες, προσδοκίες.
Και τι λοιπόν; Μήπως μόνο η πρώτη του Γενάρη  είναι μέρα πρόσφορη για όλα αυτά; Μόνο σήμερα έχουμε τη δυνατότητα της ελπίδας, του προγραμματισμού, της ανασκόπησης, του επαναπροσδιορισμού των πράξεων μας  και της ανασύνταξης των δυνάμεων για κάτι καλύτερο; Μόνο την Πρωτοχρονιά βλέπουμε  τα λάθη μας, τη στραβή πορεία μας, τις αποκοτιές μας, την ανταρσία μας απέναντι στο Θεό κι αρχίζουμε με νέες αποφάσεις  καινούρια όνειρα, αυτοκριτικές  και μεγαλόστομα κηρύγματα για «Νέα, πλέον, Εποχή» ; 
Μήπως η κάθε μας μέρα, η κάθε μας ώρα, το κάθε λεπτό δεν είναι μια καινούρια αρχή; Μήπως σε κάθε στιγμή της ζωής μας δεν μας δίνεται η ευκαιρία για μια νέα αρχή;
Είναι λοιπόν, αγαπητοί Χριστιανοί, ο χρόνος δώρο Θεού πανάκριβο κι αν τον αφήσουμε να χαθεί η πιο μεγάλη συμφορά, όπως έλεγε ο Μιχαήλ Άγγελος. Ο δε Μ Βασίλειος τονίζει ότι: «Ρει γαρ ο χρόνος και ουκ εκδέχεται τον βραδύνοντα». Δεν περιμένει κανέναν ο χρόνος. Είναι δε η πιο μεγάλη ζημιά που μπορούμε να πάθουμε  αν άσκοπα τον σπαταλήσουμε. Αν μια μόνο φορά κάθε 365 μέρες τα βάζουμε όλα τούτα στο μυαλό μας.
            Έτσι τον χρόνο τον κερδίζει αυτός που τον αξιοποιεί με προοπτικές αιωνιότητας. Αυτός που εργάζεται συστηματικά στη διάρκεια αυτής της πρόσκαιρης ζωής, με σκοπό να κληρονομήσει την ατελεύτητη. Αυτός που ανταλλάσσει το φευγαλέο παρόν και όλα τα τερπνά του, με την άσβεστη γλυκύτητα του μέλλοντος. Αυτός  που δεν κοιτάζει πως θα κερδίσει τον κόσμο όλο, αδιαφορώντας για τη ψυχή του και το σπουδαιότερο δεν την ανταλλάσσει μ’ όλους τους θησαυρούς της γης.
      Μπαίνουμε λοιπόν σήμερα στο νέο έτος εν μέσω πολλών δυσχερειών, υλικών και πνευματικών. Η φτώχεια, η ανέχεια, η ανεργία σε συνδυασμό με τις δυσμενείς και σίγουρα κατευθυνόμενες οικονομικές συνθήκες και οι  κατά πολύ αμφιλεγόμενες επιδημίες από τη μία μεριά, η αμφισβήτηση αξιών και ιδανικών και η έντονη απαξίωση των θεσμών από την άλλη, καθιστούν την εποχή μας, δύσκολη και απαράκλητη! Καθημερινώς διαπιστώνεται ότι ο κόσμος «κείται εν τω πονηρώ».!
Παρ’ όλα αυτά εμείς περιορίζουμε αβασάνιστα την καλή διαχείριση του χρόνου μας μέσα στην παγκοσμιοποιημένη οικονομία, όπου τα πάντα, ακόμα και η ίδια η ψυχή μας τιμαριθμοποιείται, όπου το υποκείμενο γίνεται αντικείμενο και το πρόσωπο ένας απειροελάχιστος κόκκος άμμου μέσα σε μια ανώνυμη και άμορφη μάζα.
Αλλά και ιδιωτικά δεν βλέπουμε δεν οραματιστούμε καλλίτερα. Τα μοναδικά οράματα μας είναι στο τι θα αγοράσουμε, στο τι θα φάμε, στο πως θα ντυθούμε, στο ποιους τραγουδιστές και καλλιτέχνες θα ακούσουμε, στο πως θα είμαστε εμείς οι κερδισμένοι, στο πως θα εξαπατήσουμε τον άλλον, στο πως θα αναδειχτούμε. Σε ότι δηλαδή χαϊδεύει τις αισθήσεις μας και τον προφίλ μας.
Και η τελική διαπίστωση μας.
Αυξάνει το άγχος, επιτείνεται η δυστυχία, η ευτυχία συνεχώς απομακρύνεται από κοντά μας και καταντά ουτοπία. Κι αυτή είναι η τραγωδία του συγχρόνου ανθρώπου: Να κυνηγά την ευτυχία στα μονοπάτια της θλίψης και του θανάτου. Σαν το μυθικό Σίσυφο που αγκομαχούσε να σπρώξει τον βράχο προς την κορυφή του βουνού. Μόλις κόντευε να τα καταφέρει ο βράχος ξέφευγε και κατρακυλούσε και άντε πάλι από την αρχή…
Η χάρη όμως του Θεού, αυτή που σήμερα μας συγκέντρωσε στους Ιερούς Ναούς μας έχει την δύναμη ν’  αλλάξει τα δεδομένα! Εδώ με την συμμετοχή μας στη σημερινή εορταστική ημέρα και την προσευχή της εκκλησίας μας ζητούμε ελπίδα!  Ζητούμε από τον Κύριο μας να αγιάσει τον χρόνο που ανέτειλε και να τον καταστήσει ωφέλιμο για τη σωτηρία μας, για τη σωτηρία της ανθρωπότητας, χαρίζοντας με τις πρεσβείες του σήμερα εορταζομένου Μεγάλου Βασιλείου, ένα καλλίτερο «αύριο» για όλους!
«Είναι δυνατός ο Θεός, γράφει ο Μ. Βασίλειος, να δώσει λύση στην αμηχανία της ζωής μας και να μας χαρίσει αναπνοή και ανάπαυση από μακρούς πόνους! Και όταν έχουμε αυτή την ελπίδα της θεϊκής παρηγορίας, τότε με υπομονή αντιμετωπίζουμε τις θλίψεις, με τις οποίες η αμαρτίες ξεχρεώνουμε... η σε εντονότερο πνευματικό αγώνα προσκαλούμαστε, έχοντας τη βεβαιότητα, πως ο Κύριος ως δίκαιος αθλοθέτης δεν θα αφήσει να πειρασθούμε περισσότερο από τις δυνάμεις μα».
Είναι να απορεί κανείς, αδελφοί μου, μπροστά στο παράδοξο των ημερών, όταν παρατηρεί την χαρά και την φωταγωγία, ενώ παράλληλα αντιλαμβάνεται ότι για πολλούς δεν αποτελούν παρά ένα ευχάριστο διάλειμμα της ρουτίνας των βιοτικών μεριμνών, ένα περίτεχνο, όμορφο και φανταχτερό περιτύλιγμα χαράς, από το οποίο όμως λείπει το περιεχόμενο. Μόλις παρέλθουν τούτες οι ημέρες, ο βίος μας συνεχίζει και πάλι με τους ίδιους ρυθμούς, χωρίς να έχει αλλάξει κάτι μέσα μας, χωρίς να έχει συνειδητοποιηθεί ότι όσο ο άνθρωπος ξεχνάει τη θνητότητα του, όσο εργάζεται σαν άσοφος  και παντοτινός κυρίαρχος των πάντων ξεχνώντας ότι οι μέρες του είναι μετρημένες…
Όμως! Η εικονική πραγματικότητα της φωταγωγίας, των φαντασμαγορικών σόου, του καταναλωτισμού, της διασκέδασης, των δώρων και των τυπικά επαναλαμβανόμενων ευχών δεν έχουν να προσφέρουν τίποτε το ουσιαστικό αφού «Όπου δεν υπάρχουν Θεοί, εξουσιάζουν φαντάσματα" όπως είχε πει ο Novalis, Γερμανός ποιητής. Και είναι πολύ φυσικό. Είναι αδύνατον  οι κοσμικές δυνάμεις να ισορροπήσουν από μόνες τους. Μόνο μ’ αυτές, η ζυγαριά γέρνει από τη μια μεριά. Χρειάζεται και το πνεύμα. Χρειάζεται και η ψυχή. Απαιτείται και ο Θεός! Αν τον εξοστρακίσουμε, αν ανακηρύξουμε τον εαυτό μας Θεό, τότε παραχωρούμε το χώρο στα φαντάσματα. Φαντάσματα που συνεχώς θα τα βρίσκουμε μπροστά μας!
«Για μεγάλο διάστημα, επισημαίνει και πάλι ο Μέγας Βασίλειος, υπηρετούμε τη σάρκα μας με σκοπό την απόλαυση. Ας παραμείνουμε λίγο περισσότερο στη διακονία της ψυχής μας. Ας προσπαθήσουμε με ακρίβεια να δώσουμε στον καθένα ό,τι έχει ανάγκη. Στη σάρκα διατροφές και σκεπάσματα και στην ψυχή δόγματα ευσεβείας, αγωγή, αρετή και διόρθωση των παθών. Να ζήσουμε με τον Κύριο και θα μας δώσει ό,τι η καρδιά μας επιθυμεί»!
Ο καιρός λοιπόν, αδελφοί μου, είναι τόσο λίγος! Μόνο στιγμές περνούν πριν το βέλος του χρόνου σφυρίξει πετώντας προς το μοιραίο στόχο. Είναι κρίμα η καθυστέρηση! Εδώ, ανάμεσά μας, δίπλα μας, στέκεται Κάποιος: «ιδού έστηκα επί την θύραν και κρούω» (Αποκ. 3, 20). Αν Τον κοιτάζαμε, θα βλέπαμε τέτοια χαρά, τέτοια περίσσεια ζωής, που σίγουρα θα καταλαβαίναμε το νόημα της διαφορετικότητας, θα βλέπαμε το πρόσωπο αυτής της φευγαλέας και μυστηριώδους λέξης «ευτυχία».

ΚΑΛΟ ΚΙ ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΟ ΤΟ ΝΕΟ ΕΤΟΣ


Παρασκευή, 6 Νοεμβρίου 2015

ΣΥΝΑΞΙΣ ΤΩΝ ΠΑΜΜΕΓΙΣΤΩΝ ΤΑΞΙΑΡΧΩΝ

          «Αδελφοί, αν ο λόγος που δόθηκε άλλοτε μέσω αγγέλων, αποδείχτηκε αληθινός, κι όσοι τον παρέβηκαν η δεν υπάκουσαν σ  ατόν, δέχτηκαν την τιμωρία που τους έπρεπε, πως είναι δυνατόν εμείς να ξεφύγουμε, αν δεν δώσουμε την προσοχή που ταιριάζει σε μία τόσο σπουδαία σωτηρία; Τη σωτηρία αυτή, που άρχισε να διακηρύττει ο Κύριος, μας τη βεβαίωσαν όσοι άκουσαν το λόγο του. Κι ο Θεός πρόσθεσε τη μαρτυρία του γι’ αυτήν, με κάθε λογής θαυματουργικές ενέργειες και με τις διάφορες δωρεές των χαρισμάτων του Αγίου Πνεύματος, σύμφωνα με το θέλημά του.
          Το μελλοντικό κόσμο, για τον οποίο μιλάμε, ο Θεός δεν τον υπέταξε στους αγγέλους. Αντίθετα, όπως λέει κάπου η Γραφή, τι είναι ο άνθρωπος για να τον σκέπτεσαι; η ο υιός του ανθρώπου για να τον φροντίζεις; Τον έκανες λίγο κατώτερο από τους αγγέλους, τον στεφάνωσες με δόξα και τιμή. Όλα τα υπέταξες κάτω από τα πόδια του. Λέγοντας όλα τα υπέταξες σ’ αυτόν, εννοεί πως τίποτε δεν άφησε που να μην το υποτάξει σ ατόν. Ως τώρα όμως δε βλέπουμε να είναι όλα υποταγμένα σ’ αυτόν. Βλέπουμε όμως ότι ο Ιησούς, που έγινε για ένα χρονικό διάστημα κατώτερος από τους αγγέλους, στεφανώθηκε με δόξα και τιμή εξαιτίας του θανάτου του. Γιατί η χάρη του Θεού θέλησε αυτός να γευτεί το θάνατο για το καλό όλων. Ο Θεός, λοιπόν, η αρχή και ο σκοπός των πάντων, ενώ οδήγησε πολλούς υιούς στη δόξα, έπρεπε με το πάθος να οδηγήσει το χορηγό της σωτηρίας τους στην ολοκλήρωση του έργου του». 





Σήμερα, αγαπητοί μου αδελφοί, γιορτάζουμε τη «Σύναξη των Αρχαγγέλων Μιχαήλ και Γαβριήλ και των λοιπών ασωμάτων και ουρανίων Δυνάμεων». Οι Άγγελοι σύμφωνα με τη διδασκαλία της Εκκλησίας μας είναι δημιουργήματα του Τριαδικού Θεού, που δημιουργήθηκαν πριν από τον υλικό κόσμο και τον άνθρωπο. Οι Άγγελοι βρίσκονται ανάμεσα στο Θεό και τον άνθρωπο. Είναι άυλα, πνευματικά όντα. Δεν έχουν υλικό σώμα, αλλά πνευματικές υπάρξεις γι' αυτό και δεν είναι ορατοί. Είναι αγγελιοφόροι του Θεού και διακονούν "τους μέλλοντας κληρονομείν σωτηρίαν", όπως ακούσαμε στο σημερινό αποστολικό ανάγνωσμα.
          Όταν αποστέλλονται από τον άγιο Θεό στους ανθρώπους παρουσιάζονται με μορφή και φωνή ανθρώπου και μάλιστα νέου, προς καθοδήγηση και εξυπηρέτηση των. Να μερικά αδιάσειστα παραδείγματα από την Αγία Γραφή: Τρεις άγγελοι παρουσιάζονται στον Αβραάμ και φιλοξενούνται στη σκηνή του, ο Αρχάγγελος Γαβριήλ φέρνει το μήνυμα της σωτηρίας στην Παναγία, την ημέρα του Ευαγγελισμού, άγγελοι ανακοινώνουν στους βοσκούς τη γέννηση του Μεσσία, άγγελοι στη Μεταμόρφωση του Χριστού, στον κενό τάφο την ημέρα της Ανάστασης, στην Ανάληψη, άγγελοι αοράτως λατρεύουν το Θεό μαζί με τους ανθρώπους, όταν η Εκκλησία τελεί τη θεία λειτουργία.
          Κάθε άνθρωπος και κάθε λαός έχουν το φύλακα άγγελό τους καθώς ακούμε στη θεία λειτουργία: "άγγελον ειρήνης, πιστόν οδηγόν, φύλακα των ψυχων καί των σωμάτων ημών". Επικαλούμαστε λοιπόν στις προσευχές μας τους αγγέλους και τους παρακαλούμε να μας περιστοιχίσουν "ίνα τη παρεμβολή αυτών φρουρούμενοι καί οδηγούμενοι καταντήσωμεν εις την ενότητα της πίστεως".  
          Το αποστολικό ανάγνωσμα αναφέρεται ακόμη στην προνομιακή θέση του ανθρώπου μέσα στη δημιουργία. Ο άνθρωπος δηλαδή έχει τη μεγαλύτερη αξία μέσα στην κτίση, αφού τίποτε δεν άφησε ο Θεός που να μην το υποτάξει σ' αυτόν. Από που πηγάζει όμως αυτή η αξία του ανθρώπου; Είναι γιατί ο Θεός ενεφύσησε μέσα του "πνοή ζωής", του έδωσε δηλαδή ψυχή. Γι’ αυτόν τον άνθρωπο που είναι εικόνα του Θεού, για όλους εμάς, υπάρχει η κτίση, υπάρχουν οι άγγελοι, υπάρχει ο Παράδεισος. Γι' αυτό και ο ίδιος ο Θεός, ο Ιησούς Χριστός, μετά την απομάκρυνση του ανθρώπου από τον Παράδεισο έγινε για χάρη μας κατώτερος από τους αγγέλους για ένα χρονικό διάστημα, καταδέχτηκε να ταπεινωθεί, πήρε του δούλου τη μορφή και φόρεσε το ανθρώπινο σχήμα. Κήρυξε το Ευαγγέλιό του στους ανθρώπους και αυτό παραδόθηκε σε μας από εκείνους που τον είδαν και τον άκουσαν και ακόμη βεβαιώθηκε με πολλές θαυματουργικές ενέργειες που γίνονταν ανάμεσα στους πιστούς.
          Δεν έμεινε όμως μόνο στη διδασκαλία Του ο Χριστός, οδηγήθηκε εκούσια στο θάνατο και μάλιστα το σταυρικό για να στεφανωθεί στη συνέχεια με δόξα και τιμή για το καλό όλων των ανθρώπων. Έγινε λοιπόν ο Βασιλεύς της δόξης για να προσφέρει στους πιστούς σωτηρία που δεν είναι τίποτε άλλο παρά ζωή αληθινή και συμμετοχή στη δόξα του. Όσοι πιστοί μετέχουν αυτής της δόξης δοξάζονται και η δόξα λάμπει στις καρδιές τους και φωτίζονται τα πρόσωπά τους από τη χάρη και την ενέργεια του Θεού. Αλλά ασυγκρίτως μεγαλύτερη θα είναι η δόξα που περιμένει τους πιστούς στη μελλοντική Βασιλεία του Θεού, τότε που θα είναι ίσοι με τους αγγέλους και θα γευτούν όσα "ετοίμασε ο Θεός γι' αυτούς πού τόν γαπούν, όσα μάτι δέν είδε, αυτί δέν άκουσε καί λογισμός νθρώπου δέν έβαλε στό νού".
          Τόση και τέτοια δόξα μας περιμένει, αγαπητοί μου αδελφοί, μπροστά στην οποία όλες οι δόξες και οι τιμές αυτού του κόσμου δεν αποτελούν παρά σκια που χάνεται και όνειρο που φεύγει. Μ' αυτή την προσδοκία πορευόμαστε για να συναντήσουμε τον Κύριο "ερχόμενον μετά δόξης" και περιστοιχιζόμενο με τις στρατιές των αγγέλων. Αξίζει να αμελήσουμε τηλικαύτης σωτηρίας; Αμήν.


Παρασκευή, 30 Οκτωβρίου 2015

ΚΟΣΜΑΣ ΚΑΙ ΔΑΜΙΑΝΟΣ. ΟΙ ΓΙΑΤΡΟΙ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ

Σήμερα 1η Νοεμβρίου η εορτή των Αγίων και θαυματουργών Αναργύρων Κοσμά και Δαμιανού.
Τα αδέρφια Κοσμάς και Δαμιανός, οι οποίοι έζησαν την εποχή που αυτοκράτορας των Ρωμαίων ήταν ο Καρίνος, ήταν γιατροί στο επάγγελμα και παρείχαν ιάσεις σε όλους όσους είχαν ανάγκη, και για αντάλλαγμα δεν έπαιρναν χρήματα, αλλά το μόνο πού ζητούσαν ήταν να πιστεύσουν στον Χριστό.
Κάποιοι όμως καλοθελητές διέβαλαν τους αγίους στον αυτοκράτορα και του είπαν ότι οι θεραπείες και τα θαύματα που επιτελούσαν τα έκαναν με μαγικές τέχνες. Τότε οι Άγιοι Ανάργυροι επειδή δεν ήθελαν να πάνε άλλους αντί αυτών στον αυτοκράτορα, προσήλθαν μόνοι τους ενώπιον του ο οποίος και προσπάθησε να τους μεταπείσει να αρνηθούν τον Χριστό. Εκείνοι όμως όχι μόνο δεν αρνήθηκαν την πίστη τους, αλλά κατάφεραν να μεταπείσουν και να αλλάξουν και τον ίδιο τον αυτοκράτορα, αφού και ο ίδιος δέχτηκε τις θεραπευτικές τους ιάσεις. Αργότερα όμως, μετά από μεγάλο χρονικό διάστημα, οι Άγιοι φθονήθηκαν από τον ίδιο τον δάσκαλο που τούς είχε μάθει την ιατρική επιστήμη, γιατί είχαν αποκτήσει μεγάλη δόξα και φήμη. Γι’ αυτό τον λόγο τους ανέβασε σε κάποιο όρος για να μαζέψουν δήθεν κάποια βότανα και εκεί τους επιτέθηκε με πέτρες και τους θανάτωσε.

Αδελφοί μου!
«Έχουμε ακούσει σήμερα στο αποστολικό ανάγνωσμα τον θαυμαστό λόγο του αγίου αποστόλου Παύλου περί αγάπης. Κανείς άλλος δεν μιλάει έτσι περί αγάπης όπως ο θείος Παύλος· μας έδειξε την πραγματική ουσία της αγάπης και τη σπουδαιότητά της. Η αγάπη είναι το κέντρο όλης της χριστιανικής διδασκαλίας, όλου του Ευαγγελίου. Ας προσπαθήσουμε να καταλάβουμε το βάθος του θείου αυτού λόγου του αγίου αποστόλου, όπως μας το καταγράφει ένας άλλος άγιος επίσης ιατρός ο Άγιος Λουκάς ο ιατρός επίσκοπος Κριμαίας.
«Εάν ταις γλώσσαις των ανθρώπων λαλώ και των αγγέλων, αγάπην δε μη έχω, γέγονα χαλκός ηχών ή κύμβαλον αλαλάζον» Ο ήχος της χάλκινης καμπάνας ή ο αλαλαγμός του κυμβάλου είναι κενός, δεν έχει περιεχόμενο. Κούφιος είναι εκείνος ο άνθρωπος, ο οποίος γνωρίζει όλες τις γλώσσες, ακόμα και τη γλώσσα των αγγέλων, και δεν έχει αγάπη.
 «Και εάν έχω προφητείαν και ειδώ τα μυστήρια πάντα και πάσαν την γνώσιν, και εάν έχω πάσαν την πίστιν, ώστε όρη μεθιστάνειν, αγάπην δε μη έχω, ουδέν ειμί». Βλέπετε πόσο μεγάλη σημασία έχει η αγάπη· ο θείος απόστολος λέει ότι είναι ασύγκριτα πιο μεγάλη και από την πίστη που μετακινεί τα βουνά και από τη γνώση που γνωρίζει όλα τα μυστήρια.
 «Και εάν ψωμίσω πάντα τα υπάρχοντά μου, και εάν παραδώ το σώμα μου ίνα καυθήσομαι, αγάπην δε μη έχω, ουδέν ωφελούμαι». Μάταια είναι η θυσία εκείνων των ανθρώπων που παραδίδουν το σώμα τους στον θάνατο και στη φωτιά για να καεί και δεν έχουν αγάπη. Διότι και αυτά τα έργα, το να δώσει κανείς τη ζωή του ή να μοιράσει όλα τα υπάρχοντά του, μπορεί να τα κάνει ο άνθρωπος χωρίς αγάπη, για άλλους σκοπούς, πονηρούς. Μπορεί κάποιος να μοιράσει την περιουσία του από κενοδοξία, επειδή θέλει να φαίνεται μεγάλος ευεργέτης στα μάτια των άλλων. Μπορεί να δώσει τη ζωή του όχι όμως για όλους τους ανθρώπους αλλά αποκλειστικά για τους ανθρώπους της δικής του κοινωνικής τάξης ή της δικής του φυλής. … Μόνο τότε η θυσία έχει αξία στα μάτια του Θεού όταν προσφέρεται από την αγάπη προς όλους τους ανθρώπους, χωρίς καμία εξαίρεση. …
«Η αγάπη μακροθυμεί, χρηστεύεται, η αγάπη ου ζηλοί, η αγάπη ου περπερεύεται, ου φυσιούται, ουκ ασχημονεί, ου ζητεί τα εαυτής, ου παροξύνεται, ου λογίζεται κακόν, ου χαίρει επί τη αδικία, συγχαίρει δε τη αληθεία».
 «Η αγάπη είναι γεμάτη από ευσπλαχνία». Άνθρωπος που η καρδιά του είναι γεμάτη αγάπη δεν μπορεί να βλέπει με αδιαφορία τους γυμνούς, πεινασμένους και άστεγους συνανθρώπους του. Η αγάπη που ζει μέσα στην καρδιά του είναι γεμάτη ευσπλαχνία.
 «Η αγάπη δεν ζηλοφθονεί». Όποιος αγαπά δεν ζηλεύει κανέναν. Να ξέρουμε· αν ζηλεύουμε κάποιον σημαίνει ότι η αγάπη δεν υπάρχει μέσα μας. Αν η καρδιά μας ήταν γεμάτη γνήσια χριστιανική αγάπη δεν θα ζηλεύαμε κανέναν και για τίποτα.
 «Η αγάπη δεν καυχάται και δεν περηφανεύεται.» Όποιος αγαπά δεν περηφανεύεται γιατί η αγάπη και η περηφάνια δεν μπορεί να υπάρχουν ταυτόχρονα, είναι δύο πράγματα αλληλοαναιρούμενα. Όπου υπάρχει αγάπη δεν μπορεί να υπάρχει περηφάνια. Και όπου υπάρχει περηφάνια η αγάπη δεν υπάρχει. Η γνήσια αγάπη όχι μόνο δεν ζηλεύει αλλά δεν καυχάται και δεν περηφανεύεται, είναι ταπεινή. Να ξέρουμε· αν μέσα στην καρδιά μας υπάρχει περηφάνια αυτό σημαίνει ότι η αγάπη εκεί δεν υπάρχει.
 «Η αγάπη δεν κάνει ασχημίες». Πόση ασχημία και απρέπεια βλέπουμε γύρω μας. Αυτή έλαβε σήμερα τεράστιες διαστάσεις, κάτι που μας κάνει να υποφέρουμε πολύ. Αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχει αγάπη στους ανθρώπους, αλλιώς δεν θα υπήρχε τόση απρέπεια.
 «Η αγάπη δεν ζητεί το συμφέρον της». Εμείς πάντα ζητάμε για τον εαυτό μας χαρές και απολαύσεις· το όνομά μας να είναι γνωστό, οι άλλοι να μας τιμούν, να έχουμε μία θέση υψηλή. Θέλουμε να έχουμε τα πάντα, τα πάντα για το εγώ μας. Και η αγάπη δεν ζητάει τίποτα για τον εαυτό της. Είναι εύπιστη, όπως είναι εύπιστα τα παιδιά. Αυτοί που μέσα στην καρδιά τους αφήνουν να κατοικεί η θεία αγάπη είναι σαν τα παιδιά για τα οποία ο Κύριος Ιησούς Χριστός είπε: «Εάν μη στραφήτε και γένησθε ως τα παιδιά, ου μη εισέλθητε εις την βασιλείαν των ουρανών» (Ματθ. 18, 3). Η αγάπη σε όλους και σε όλα έχει εμπιστοσύνη, δεν υποπτεύεται κανέναν. …
«Η αγάπη δεν ερεθίζεται». Πόσοι τέτοιοι άνθρωποι υπάρχουν μεταξύ μας; Πόσοι από μας δεν νευριάζουν; Πολλοί, πάρα πολλοί υπάρχουν τέτοιοι που όταν νευριάζουν φωνάζουν σαν έξαλλοι, χτυπάνε και βρίζουν τον άλλον. Αν υπήρχε στην καρδιά μας η χριστιανική αγάπη σίγουρα δεν θα το κάναμε.
«Η αγάπη δεν λογαριάζει το κακό, δεν χαίρει για το κακό αλλά συγχαίρει στην αλήθεια». Αυτό σημαίνει ότι όποιοι έχουν αγάπη στην καρδιά τους είναι ανίκανοι και δεν θέλουν να βλέπουν κακό στον πλησίον τους. Είναι ικανοί και θέλουν να βλέπουν στον πλησίον μόνο καλό. Στην αγάπη δεν υπάρχει χαιρεκακία. Εμείς όμως χαιρόμαστε όταν πέφτουν οι αδελφοί μας, χαιρόμαστε όταν βλέπουμε τα σφάλματά τους. Και η χαρά αυτή είναι δαιμονική διότι οι δαίμονες χαίρονται για το κακό που βλέπουν στους ανθρώπους. Όταν τα έργα και τα λόγια μας είναι αληθινά και δίκαια η αγάπη αγάλλεται βλέποντας αυτό.
 Η αγάπη «πάντα στέγει, πάντα πιστεύει, πάντα ελπίζει, πάντα υπομένει». Όταν βλέπουμε πως αμαρτάνει ο αδελφός μας κλείνουμε τα μάτια μας, συγκρατούμε τη γλώσσα μας και δεν διαλαλούμε το σφάλμα του; Όχι, αλλά αντίθετα αρχίζουμε να τον κακολογούμε για να μάθουν όλοι πόσο κακός είναι ο αδελφός μας. Δεν σκεπάζουμε την αμαρτία του αδελφού μας, όπως το κάνανε οι άγιοι, αλλά την κάνουμε γνωστή σε όλους, τα δικά μας όμως τα σφάλματα τα κρύβουμε. Η ελπίδα, η ακράδαντη ελπίδα στον Θεό και στην ανταπόδοση στην αιώνια ζωή δεν αφήνει ποτέ αυτούς που στην καρδιά τους κατοικεί η αγάπη.
Η αγάπη «πάντα υπομένει». Υπομένει τους χλευασμούς, τους εμπαιγμούς και τα βάσανα για την αγάπη του Χριστού. Έτσι υπέμεναν τους χλευασμούς, τους εμπαιγμούς, την πείνα και το κρύο για τον Χριστό οι δια τον Χριστόν σαλοί. Η αγάπη θέλει μόνο το καλό του πλησίον και δεν ζητά τα δικά της.
Αδελφοί μου! «Η αγάπη ουδέποτε εκπίπτει· …
 «Νυνί δε μένει πίστις, ελπίς, αγάπη, τα τρία ταύτα· μείζων δε τούτων η αγάπη». (Α’ Κορ. 13, 13). Πίστη, ελπίδα και αγάπη είναι η ζωή μας, μ’ αυτά πρέπει να ζούμε. Είναι το στήριγμά μας, η αναπνοή μας. Να θυμόμαστε όμως· αν και είναι μεγάλη η πίστη και ευλογημένη η ελπίδα, όμως πάνω απ’ όλα είναι η αγάπη. Να αποκτήσουμε την αγάπη του Χριστού, να καθαρίσουμε την καρδιά μας και να δώσουμε μέσα της τόπο για την αγάπη. Αμήν.



 Αγίου Λουκά Αρχιεπισκόπου Κριμαίας «ΛΟΓΟΙ ΚΑΙ ΟΜΙΛΙΕΣ ΤΟΜΟΣ Γ’».

σελ 64 – 69 - Εκδόσεις «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ».


Τετάρτη, 21 Οκτωβρίου 2015

ΝΟΜΟΣ ΚΑΙ ΠΙΣΤΗ




…Πολλοί, αγαπητοί χριστιανοί, είναι οι άνθρωποι, που πράγματι επιζητούν να γνωρίσουν τον Θεό και να συνδεθούν μαζί του, να σωθούν, με ό,τι κι εάν αυτό τους κοστίσει. Το βλέπουμε στην ιστορία της εκκλησίας μας.  Το βλέπουμε στους αγίους μας, στους μάρτυρες, στους οσίους και του ασκητές, σε όλους που έδωσαν τη ζωή για χάρη του Χριστού.  Και είναι αυτό οπωσδήποτε θετικό και επαινετό. 
Απ’ την άλλη όμως είναι και αυτοί που μπερδεύονται σ’ αυτή τους την αναζήτηση σε στραβά και σκοτεινά περάσματα μιας λαθεμένης θρησκευτικής έκφρασης, με αποτέλεσμα να χάνουν τον αρχικό τους στόχο.
Το σημερινό αποστολικό ανάγνωσμα αποτελεί απόσπασμα από την προς Γαλάτας και μας καταγράφει γλαφυρότατα αυτές τις καταστάσεις.
Επιβάλλεται όμως να σημειώσουμε εδώ ότι στην περίοδο δράσης των αποστόλων κυριάρχησε η ιδέα ότι, για να σωθεί ένας χριστιανός θα έπρεπε όχι μόνο να πιστεύει στον Χριστό, αλλά να τηρεί και τον μωσαϊκό νόμο και την περιτομή. Παρ’ όλη την απόφαση της Αποστολικής Συνόδου ότι «οι πιστεύοντες στὸ Χριστὸ δὲν χρειάζεται ούτε να περιτέμνονται, ούτε να τηρούν τις άλλες διατάξεις του μωσαϊκού νόμου» (Πρξ ιε’ 28-29), κάποιοι Ιουδαίοι διακατέχοντας μεγάλη επιμονή και φανατισμό για το γεγονός αυτό, περνούσαν από τα διάφορα μέρη όπου κήρυττε ο απόστολος Παύλος και διαστρέβλωναν το κήρυγμα του, προωθώντας τις δικές τους θεωρίες και δοξασίες. Έτσι ο απόστολος Παύλος, θέλησε να τους αντιμετωπίσει μέσα από την προς Γαλάτας Επιστολή.
Αδελφοί, ξέρουμε πως ο άνθρωπος δεν μπορεί να σωθεί με την τήρηση των διατάξεων του νόμου. Αυτό γίνεται μόνο με την πίστη στον Ιησού Χριστό. Γι’ αυτό κι εμείς πιστέψαμε στον Ιησού Χριστό, για να δικαιωθούμε με την πίστη στο Χριστό κι όχι με την τήρηση του νόμου' γιατί με τα έργα του νόμου δεν θα σωθεί κανένας άνθρωπος. Αν όμως, ζητώντας να σωθούμε από τον Χρίστο, βρεθήκαμε να είμαστε και μείς αμαρτωλοί όπως οι εθνικοί, σημαίνει τάχα πως ο Χριστός οδηγεί στην αμαρτία; Όχι βέβαια! Γιατί, αν ότι γκρέμισα το ξαναχτίζω, είναι σαν να ομολογώ πως έκανα λάθος όταν το γκρέμιζα. Κι αληθινά, με κριτήριο τον νόμο, έχω πεθάνει για τη θρησκεία του νόμου, για να βρω τη ζωή κοντά στο Θεό. Έχω πεθάνει στον σταυρό μαζί με τον Χριστό. Τώρα πια δεν ζω εγώ, αλλά ζει στο πρόσωπο μου ο Χριστός. Κι η τωρινή σωματική μου ζωή είναι ζωή βασισμένη στην πίστη μου στον Υιό του Θεού, που με αγάπησε και πέθανε εκούσια για χάρη μου.
Με τον νόμο λοιπόν μόνο, η σωτηρία μας είναι αδύνατη για τον απλούστατο λόγο, ότι είναι ανθρωπίνως αδύνατο η πιστή τήρηση όλων των διατάξεων του νόμου αλλά και η ξερή παράθεση διατάξεων νομικών, χωρίς τη ζέση της πίστεως με τη μετατροπή της νομολογίας σε έργα  είναι πράξη ανούσια και τελικά άχρηστα. Ήταν απαραίτητη η σταυρική θυσία του Χριστού του Υιού του Θεού, γιατί έτσι άνοιξε ο δρόμος της μετάνοιας και της σωτηρίας μας. Η πίστη στον Ιησού Χριστό, είναι αυτή που σώζει κι όχι η τυπική τήρηση του Νόμου. Πίστη είναι «ελπιζομένων υπόστασις, πραγμάτων έλεγχος ου βλεπομένων» αναφέρει κάπου αλλού ο Απόστολος Παύλος (Εβρ. ια΄ 1). Με αυτή την εμπιστοσύνη και υπακοή στον λόγο του Θεού ανοίγουν νέες δυνατότητες στη ζωή. Η θέληση οπλίζεται με νέα δύναμη και επιμονή, διότι στηρίζεται στη βεβαιότητα ότι «ουκ αδυνατήσει παρά τώ Θεώ πάν ρήμα». Η χριστιανική πίστη περιέχει μέσα της δύναμη θεϊκή και φανερώνεται σε κάθε περίσταση της ζωής των χριστιανών, ανάλογα με το μέτρο της πίστεώς τους. Και γίνονται θαύματα που προκαλούν δέος και έκπληξη γιατί είναι σημεία της παρουσίας του Θεού. Υπάρχουν αναρίθμητα παραδείγματα  ομολογίας πίστεως  να μας παρουσιάσει μέσα στην πορεία του ο Χριστιανισμός και μάλιστα σε δυσμενείς καταστάσεις και καθεστώτα τα οποία κάθε τι άλλο παρά ευνοούσαν τις αξίες και τις αρετές του Χριστιανισμού μέσα στην ζωή των ανθρώπων.
Συμπερασματικά ο Απόστολος Παύλος θεωρεί υπεράνω του μωσαϊκού νόμου την σταυρική θυσία του Χριστού ως αρχή πίστεως αλλά και σωτηρίας του ανθρώπου.  Έτσι συμβαίνει πάντοτε με τους αληθινούς χριστιανούς. Βλέποντας τον εσταυρωμένο Ιησού Χριστό αντλούν δύναμη και έτσι οπλίζονται με πίστη και υπομονή, έτοιμοι να αντιμετωπίσουν κάθε είδους πειρασμούς και θλίψεις.
Έχουμε λοιπόν ανάγκη να ζούμε όχι μια τυπική και εξωτερική θρησκευτικότητα. Όχι μια νόθα κατάσταση, που κρατά τον άνθρωπο σε τύπους νομικούς και που χάνει την ουσία. Έχουμε ανάγκη την γνήσια Εκκλησιαστική ζωή. Έχουμε ανάγκη μια αυθεντική πίστη η οποία θα αλλάζει την ζωή μας και θα μας οδηγεί στη σωτηρία.
Αλλά να μιλήσουμε πιο συγκεκριμένα.
Πιστεύει ο Χριστιανός στο Θεό, όμως δίνει εμπιστοσύνη και στα όνειρα, στα άστρα, στις προβλέψεις, στους αστρολόγους, στην εύνοια της τύχης. Φτιάχνει ωραίο εικονοστάσι στο σπίτι, παραλλήλως όμως κρεμάει και ένα πέταλο στην πόρτα, για «το καλό» του σπιτιού.
Αρρωσταίνει το παιδί του; Πάει στην Εκκλησία, όμως καταφεύγει και στη ξεματιάστρα! Και αν του πεις κάτι, ότι αυτό δεν είναι σωστό, δεν έχει καμιά σχέση με τη πίστη, θα απαντήσει ότι ξέρει αυτός και πιστεύει ίσως και καλύτερα από σένα.
Υπάρχει και η μερίδα αυτών που έχουν μέσα τους αρκετό ζήλο. Αλλά ο ζήλος αυτός είναι κακής ποιότητος. Η θρησκευτικότητα των φαίνεται ότι συνδέεται περισσότερο με ξηρούς τύπους παρά με το Χριστό. Έτσι παρουσιάζονται κρούσματα αφοσιώσεως σε τύπους, χωρίς καμιά ιδιαίτερη σημασία για τη χριστιανική ζωή. Έτσι δεν είναι καθόλου δύσκολο να δημιουργηθούν πείσματα, αντιδράσεις, σχόλια. Και εν ονόματι του Θεού και της πίστεως, θολώνεται η αλήθεια, φυγαδεύεται η αγάπη, υψώνονται φραγμοί και τείχη στις καρδιές των ανθρώπων, και τελικά συκοφαντούνται, η γνησία πίστη και η ζωή η χριστιανική.
Πάμπολλα τέτοια γεγονότα τα βλέπουμε καθημερινά μπροστά μας. Εξαντλούμε επί παραδείγματι τη πίστη μας στο μανιώδες άναμμα των κεριών, κόβουμε βόλτες κατά την ιερότερη στιγμή της θ. λειτουργίας για να ανάψουμε ένα κερί ή ακόμα το κρατάμε και στο χέρι μας, για να σωθούμε και ρίχνουμε κι ένα βρισίδι αν κάποιος μας το σβήσει πριν καεί ολόκληρο.
Τα ίδια κι απαράλλακτα και με τα λάδια. Να αδειάσουμε το μπουκάλι μας στ κανδήλι, έστω κι αν είναι γεμάτο, έστω κι αν λαδώσουμε τα πάντα.
Κόβουμε σχέσεις με την εκκλησία, σταματάμε να εκκλησιαζόμαστε. αν κάποιος γνωστός μας, κάποιος γείτονας μας τύχει και πεθάνει, τη στιγμή που οπουδήποτε αλλού πηγαίνουμε. Έτσι λέμε τιμάμε ο νεκρό. Αλίμονο σ’  αυτές τις παρανοήσεις μας. Και το χειρότερο αν τολμήσει η εκκλησία και στηλιτεύσει μια τέτοια αιρετική τακτική, παίρνεις την απάντηση, «οι παπάδες να κοιτάνε τη δουλειά τους».
Πάμε στην εκκλησία, μα για να παρατηρήσουμε τον καθένα, να τον σχολιάσουμε, να τον κατακρίνουμε, να μιλάμε, να θορυβούμε.
Τρέχουμε στα πανηγύρια, μα θέλουμε να ξέρουμε αν θα υπάρχει και φαγητό, για να ορμήσουμε να πάρουμε πρώτοι και όσο περισσότερο μπορέσουμε, τη στιγμή που το αντίδωρο τα αγνοούμε.
Και να ’ταν μόνο αυτά;
Και όμως, πρέπει χωρίς αναβολή να διορθωθεί το κακό. Είναι έγκλημα και αμαρτία να αφήνουμε τα ζιζάνια, τις πλάνες, τι προλήψεις, τις δεισιδαιμονίες, τους φανατισμούς, να δηλητηριάζουν τη ζωή μας. Πρέπει να ακούσουμε, να μάθουμε, να πιστέψουμε. Η Ορθόδοξη πίστη είναι μεγαλειώδης και κρυστάλλινη. Η γνήσια χριστιανική ζωή είναι αγάπη, φως, δύναμη, πολιτισμός και δημιουργία. Πότε άραγε θα τα αποκτήσουμε; Όταν γίνει αυτό, τότε μόνο θα σωθούμε.


Τετάρτη, 14 Οκτωβρίου 2015

Λουκάς, ένας θεοκίνητος ταλαντούχος ιατρός




Στις 18 Οκτωβρίου η Εκκλησία μας τιμά τη μνήμη του αγίου αποστόλου και ευαγγελιστού Λουκά. Ενός ανθρώπου με πολλά έμφυτα και επίκτητα χαρίσματα, που αφιερώθηκαν όλα εξαγιασμένα στην ιερότερη υπόθεση της ιστορίας του κόσμου, τη διάδοση του Ευαγγελίου του Χριστού στην οικουμένη.
Άγιος Λουκάς ο ιατρός
Καταγόταν, όπως αναφέρει ο ιστορικός της Εκκλησίας Ευσέβιος, από την Αντιόχεια της Συρίας (ΒΕΠΕΣ 19, 251). σπούδασε την ιατρική επιστήμη πιθανόν στην Ταρσό, όπου υπήρχαν διάφορες Σχολές εφάμιλλες των Σχολών της Αλεξάνδρειας και των Αθηνών. Η ρωμαϊκή νομοθεσία απαιτούσε από τους ιατρούς να έχουν πλήρη ιατρική κατάρτιση και, προκειμένου να ασκήσουν το επάγγελμά τους, έδιναν εξετάσεις σε ένα σύλλογο αρχιάτρων, οι οποίοι επί αρκετό διάστημα κατόπιν τους επιτηρούσαν στην εργασία τους.

Πνεύμα ανήσυχο και ερευνητικό ο Λουκάς σπούδασε, ως ιατρός πλέον στην Ταρσό, και φιλοσοφία. Εκεί τον συνάντησε ο απόστολος Παύλος, ο οποίος, μετά τη θαυμαστή αποκάλυψη του Ιησού Χριστού μπροστά στην πύλη της Δαμασκού σ’ αυτόν και την πίστη του στον Κύριο Ιησού, πήγε για ένα διάστημα στην πατρίδα του, την Ταρσό. Η γνωριμία του Λουκά με τον Απόστολο ήταν καθοριστική για τον ιατρό. Πίστευσε στο κήρυγμα του Ευαγγελίου, διότι έως τότε ήταν ειδωλολάτρης, βαπτίσθηκε στο όνομα του Ιησού Χριστού και έγινε πιστός ακόλουθος κι συνεργός του Αποστόλου των Εθνών.
Στο εξαίρετο βιβλίο “Παύλος” του Holzner γράφονται τα εξής γι’ αυτή τη γνωριμία: “Πόσο πολύτιμοι είναι κάτι τέτοιοι προσωπικοί δεσμοί και για τους ίδιους τους ανθρώπους και για τη βασιλεία του Θεού! Με το λαμπερό φως, που ξεπηδάει από τον Παύλο, έγινε κι ο Λουκάς παγκόσμια προσωπικότητα, και το έργο του έλαβε σημασία για την πορεία της ιστορίας της ανθρωπότητας. Έτσι η θεία Πρόνοια μας χάρισε δύο γεμάτες ζωή εικόνες της Εκκλησίας απ’ την περίοδο της ιδρύσεώς της. Η μία ζωγραφίστηκε απ’ το χέρι του Παύλου στις Επιστολές του, που πάλλονται από ζήλο για αγώνα, η άλλη απ’ το ήσυχο και σταθερό χέρι του χειρούργου, που χειριζόταν με την ίδια ευκολία και το νυστέρι και την γραφίδα” (σελ. 180).
Ο πιστός πλέον ιατρός Λουκάς άφησε το ιατρείο του, που πιθανόν να ήταν στην Τροία ή σε κάποιο άλλο λιμάνι, και ακολούθησε τον απόστολο Παύλο στις περιοδείες του. Αντιμετώπισε μαζί του τις αντιδράσεις των Εβραίων και των ειδωλολατρών, καθώς και τις δύσκολες εναλλαγές των στοιχείων της φύσεως. Βοηθούσε τον Απόστολο ως ιατρό στις φρικτές ώρες της εξάψεως της ασθενείας του σκόλοπά του και δεν τον άφηνε μόνο του και στις σκληρές στιγμές της εγκαταλείψεώς του από τους άλλους και της φυλακίσεώς του. Το αναφέρει με ευγνωμοσύνη ο Απόστολος στις Επιστολές του (βλ. Κολασ. δ’ 14, Β’ Τιμ. δ’ 11, Φιλήμ. 24).
Σύμφωνα με την Παράδοση, μετά το μαρτυρικό θάνατο του αποστόλου Παύλου, ο άγιος κήρυξε το Ευαγγέλιο στη Δαλματία, στη Γαλλία, στην Ιταλία και στην Αχαΐα. Το τελευταίο το αναφέρει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος (PG36, 228). Κήρυξε επίσης και στη Βοιωτία. Λέγεται δε ότι πέθανε με μαρτυρικό θάνατο κρεμασμένος από κλαδί ελιάς. Το ιερό λείψανό του μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη επί αυτοκράτορα Κωνσταντίου.
Ο άγιος Λουκάς, με τη χάρη και το φωτισμό του παναγίου Πνεύματος, έγινε ο θεόπνευστος Συγγραφέας των δύο από τα είκοσι επτά βιβλίων της Καινής Διαθήκης. Συνέγραψε το τρίτο από τα τέσσερα Ευαγγέλια και τις “Πράξεις των Αποστόλων”.
Ειδικοί μελετητές σημειώνουν ότι ο άγιος “Λουκάς θεωρείται γενικώς ως ο ορθότερον και καλλιεπέστερον των λοιπών Ευαγγελιστών χρησιμοποιών την ελληνικήν… Το λεκτικόν του Λουκά, εν τω συνόλω του εξεταζόμενον, θεωρείται πλούσιον, λίαν ακριβολόγον, η δε φιλολογική αξία του τυγχάνει αναμφισβήτητος… δι’ ολίγων ενίοτε λέξεων εμφανίζει μεγάλας ιδέας… Ο μετά προσοχής μελετών το Ευαγγέλιον του Λουκά αισθάνεται ότι ζη εις μίαν ατμόσφαιραν πλήρη ελπίδος” (Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια 8, 373).
Θεωρείται ως ο Ευαγγελιστής του ελέους και της ευσπλαχνίας του Θεού. Αυτός μας διέσωσε τις ανεπανάληπτες Παραβολές του Ασώτου, του Καλού Σαμαρείτου, του Απολωλότος προβάτου κλπ. Μόνος αυτός περιγράφει με ζωηρότητα τη μετάνοια του Ζακχαίου και της αμαρτωλής γυναίκας που άλειψε με μύρο τα πόδια του Ιησού.
Αυτός μόνος κατέγραψε επίσης τη θαυμάσια ωδή της Θεοτόκου, “Μεγαλύνει η ψυχή μου τον Κύριον…”. Τη Θεοτόκο συνάντησε και γνώρισε προσωπικά, όταν συνόδευσε τον απόστολο Παύλο στο τελευταίο του ταξίδι στα Ιεροσόλυμα. Έγινε ιδιαίτερη τιμή και χάρη στον άγιο Λουκά να γνωρίσει, όπως αναφέρουν οι ερμηνευτές των Αγίων Γραφών, την Παναγία και να ακούσει από το πανάγιο στόμα της λεπτομέρειες του Ευαγγελισμού της, της Γεννήσεως του Σωτήρος, της Προσκυνήσεως των ποιμένων, της Υπαπαντής κ.ά. που μόνος αυτός κατέγραψε στο Ευαγγέλιό του. Πώς θα τα διηγόταν αλήθεια Εκείνη και πώς θα την άκουγε ο Άγιος!
Και με το χάρισμα της ζωγραφικής, που του χάρισε ο Θεός, αποτύπωσε κατόπιν την αγία μορφή της, όπως την είχε δει, στις πρώτες ιερές εικόνες της, τις οποίες κατά την Παράδοση φιλοτέχνησε.
Στο βιβλίο των “Πράξεων των Αποστόλων” ο άγιος Λουκάς παρουσιάζει ως χαρισματούχος ιστορικός της ζωής και δράσεως της πρώτης Εκκλησίας και ως άλλος ακριβής χρονικογράφος της διαδόσεως του Ευαγγελίου στον τότε γνωστό κόσμο. Πίσω όμως από όσα καταγράφει ο Άγιος “αδρομερών και παχυμερών”, όπως παρατηρεί ο ιερός Χρυσόστομος (ΕΠΕ 15, 26), δηλαδή πίσω από τα πλέον σημαντικά γεγονότα που έχουν γραφεί περιληπτικά, διαφαίνεται η παρουσία του Αγίου Πνεύματος, που κατηύθυνε την πορεία της Εκκλησίας, αλλά και την πένα του αγίου συγγραφέως.
Αξίζει να προστεθεί ότι το βιβλίο των “Πράξεων ων Αποστόλων” δεν είναι μόνο ιστορία. Περιλαμβάνει και δεκαοκτώ θαυμάσιες δημηγορίες, οι οποίες καταλαμβάνουν το 1/4 περίπου του βιβλίου, συνολικά 255 στίχους. Δημηγορίες του αποστόλου Πέτρου, του πρωτομάρτυρος Στεφάνου, του αποστόλου Παύλου, του αδελφοθέου Ιακώβου κ.ά.. Τις δημηγορίες αυτές, που εκφωνήθηκαν οι περισσότερες στην αραμαϊκή διάλεκτο, τις κατέγραψε -περιληπτικά βέβαια- ο άγιος Λουκάς στην ελληνική γλώσσα, χωρίς να διαθέτει τα δικά μας σύγχρονα τεχνικά μέσα, με ακρίβεια και αποδίδοντας του ουσιώδες νόημά τους, χάρη στο φωτισμό και τη βοήθεια του Αγίου Πνεύματος. Και κάθε μελετητής τους μένει έκθαμβος μπροστά στο βάθος και στον πλούτο των νοημάτων τους.
Ποιος θα γνώριζε αλήθεια σήμερα, ότι έζησε πριν είκοσι αιώνες κάποιος γιατρός από την Αντιόχεια με το όνομα Λουκάς; Και ποιος θα μελετούσε σήμερα οποιοδήποτε βιβλίο του, που θα είχε τυχόν συγγράψει; Από τότε όμως που παρέδωσε τον εαυτό του στο Χριστό με τις ικανότητες, τις γνώσεις και τη ζωτικότητά του, το όνομά του και ο λόγος του βρίσκονται πάντοτε στην επικαιρότητα. Έγινε και είναι οδηγός εκατομμυρίων ψυχών σ’ όλη την οικουμένη· και θα φωτίζει τους δρόμους μας μέχρι συντελείας των αιώνων.