Σάββατο, 28 Ιανουαρίου 2017

ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΧΑΝΑΝΑΙΑΣ



Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΑΝ ΝΑΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

Αδελφοί, ἐσεῖς εἶστε ναὸς τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ, ὅπως ἴδιος εἶπε· Θὰ κατοικήσω ἀνάμεσά τους καὶ θὰ πορεύομαι μαζί τους. Θὰ εἶμαι Θεός τους, κι αὐτοὶ θὰ εἶναι λαός μου. Γι’ αὐτὸ λέει ὁ Κύριος· Φύγετε μακριὰ ἀπ’ αὐτοὺς καὶ ξεχωρίστε. Μὴν ἀγγίζετε ἀκάθαρτο πράγμα, κι ἐγὼ θὰ σᾶς δεχτῶ. Θὰ εἶμαι γιὰ σᾶς ὁ Πατέρας, κι ἐσεῖς θὰ εἶστε γιοὶ καὶ θυγατέρες μου, λέει ἀκόμα ὁ παντοκράτορας Κύριος. ᾿Αφοῦ λοιπόν, ἀγαπητοί μου, ἔχουμε αὐτὲς τὶς ὑποσχέσεις, ἂς καθαρίσουμε τοὺς ἑαυτούς μας ἀπὸ καθετὶ ποὺ μολύνει τὸ σῶμα καὶ τὴν ψυχή. ῍Ας ζήσουμε μιὰ ἅγια ζωὴ μὲ φόβο Θεοῦ.

Εδώ βρίσκεται το θειο γνώρισμα της ανθρώπινης ύπαρξης: ότι ο Θεός την γεμίζει, ότι ο Θεός γίνεται το περιεχόμενο της, ότι ο Θεός ζει σ’ αυτήν σαν σε δικό του ναό, οίκο του, σώμα του. Η ανθρώπινη φύση έχει εκπληρώσει αυτό το γνώρισμα στην τελειότητά του στο πρόσωπο του Θεανθρώπου Χριστού. Στο πρόσωπα του Χριστού ο άνθρωπος είναι εξολοκλήρου πλήρης Θεού και είναι στ’ αλήθεια ναός Θεού, στον οποίο «κατοικεί παν το πλήρωμα της Θεότητος σωματικώς» (Κολ. β’ 9).
Αυτός είναι ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός. Και οι χριστιανοί είναι χριστιανοί διότι είναι όπως είναι αυτός: είναι δηλαδή κι αυτοί ναός του Θεού όπου ζει το Πνεύμα του Θεού, δηλαδή το Άγιο Πνεύμα
Με ποιό τρόπο ζει κάποιος μέσα στο ναό του Θεού; Με τη θεία λατρεία με την προσευχή. Αυτή είναι η πιο φυσική σχέση του ανθρώπου με το Θεό, του πλάσματος με τον Πλάστη, Σωτήρα και Προπονητή, από τον οποίο, στον οποίο και διά του οποίου υπάρχουν τα πάντα.
Αυτός που βρίσκεται στο ναό ζει με την προσευχή. Και η προσευχή φέρνει πάντα μαζί της κι όλες τις ευαγγελικές αρετές και ζει μέσω αυτών. Η προσευχή ζει μέσω της πίστης και της αγάπης, της ελπίδας και της υπομονής, της ταπεινότητας και της πραότητας, της καλοσύνης και του ελέους, της αγρυπνίας και της νηστείας και μέσω των άλλων αρετών που υπάρχουν. Διότι κάθε αρετή τελειοποιείται μέσω της προσευχής και μόνο διά της προσευχής η κάθε αρετή φτάνει στην τελειότητά της και την διατηρεί. Ουσιαστικά η αγάπη, η ελπίδα, η νηστεία, η ταπείνωση, το έλεος και κάθε αρετή που κάνει το χριστιανό πραγματικό χριστιανό προέρχεται από την προσευχή.
Επειδή ο χριστιανός είναι ναός του Θεού στον οποίο κατοικεί το Πνεύμα του Θεού (Α’ Κορ. ς’ 19), η ζωή του δεν είναι τίποτε άλλο από μια συνεχής θεία λατρεία. Κάθε σκέψη του χριστιανού, κάθε του αίσθηση, κάθε του πράξη μετέχει στη θεία λατρεία που αδιάκοπα επιτελείται στο θρόνο της καρδιάς του.
Ο  ναός του Θεού είναι πλήρης από αγγέλους του Θεού, από Αγίους του Θεού, από τις άγιες εικόνες τους. Μπορεί κανείς πραγματικά να ζει με όλα αυτά με κάποιο άλλο τρόπο ζωής, παρά με ένα τρόπο άγιο, ευαγγελικό, που έχει σαν επίκεντρο την προσευχή;
Ο χριστιανός είναι ναός του Θεού αν η ψυχή του είναι ζωντανό εικονοστάσι, με Άγιο δίπλα στον Άγιο, με υπηρέτη του Θεού πλάι στον υπηρέτη του Θεού, με δίκαιο πλάι στο δίκαιο. Κι αν οι σκέψεις, οι αισθήσεις, οι πράξεις του είναι αναρίθμητα καντήλια που καίνε μπροστά τους. Κι αν οι ευαγγελικές του αρετές είναι χρυσά θυμιατήρια από τα οποία η ευωδία της μυρωμένης ευώδους ευαγγελικής διάθεσης αναδίνει ειρηνικά και ασταμάτητα
Ο ναός του Θεού παραμένει ναός όσο καιρό παραμένει «οίκος προσευχής» (Ησ. νς’ 7), όσο η λατρεία του Θεού, η θεία λατρεία, λαμβάνει χώρα σ’ αυτόν. Μόλις αυτή σταματήσει μετατρέπεται σε «σπήλαιον ληστών». Τότε πονηροί λογισμοί, απωθητικά αισθήματα και πράξεις διαβολικές κατοικούν σαν ληστές μέσα του. Και λεηλατούν και σκοτώνουν ό,τι ιερό και όσιο υπάρχει μέσα στον άνθρωπο. Και τελικά ο άνθρωπος μετατρέπεται ολοκληρωτικά σε «σπήλαιον ληστών». Ο ναός του Θεού καταστρέφεται, τα καντήλια θρυμματίζονται, τα θυμιατήρια σπάζουν!
Κι όμως, ο άνθρωπος πρωταρχικά πλάστηκε από το Θεό σαν ναός του Θεού· μια θεόμορφη ψυχή τοποθετήθηκε στο σώμα του ώστε ολόκληρη η ζωή του να υπηρετεί το Θεό, με μια λαχτάρα να προσεύχεται στο Θεό. Κοντά σ’ αυτά σαν τόπος κατοικίας του δόθηκε ο παράδεισος, ένας κόσμος που ο ίδιος από μόνος του αποτελούσε ένα μεγαλειώδη ναό του Θεού.
Αλλά μόλις ο άνθρωπος αγκάλιασε την αμαρτία και την έβαλε μέσα του και μέσα στον κόσμο που ήταν γύρω του, η λατρεία του Θεού σταμάτησε κι άρχισε η λατρεία του διαβόλου. Κι ο άνθρωπος, αυτός ο θαυμαστός ναός του Θεού, μεταβλήθηκε σε «σπήλαιον ληστών». Έτσι ήταν ο κόσμος γύρω του. Και σαν τον ληστή ο διάβολος άρχισε να ξεθυμαίνει και να λυσσομανά πάνω στους ανθρώπους με τις αμαρτίες, τα εγωιστικά πάθη και το θάνατο.
Όμως ο Κύριος που αγαπά την ανθρωπότητα έγινε άνθρωπος με στόχο να μεταμορφώσει τον άνθρωπο και να τον κάνει ναό του Θεού για μια ακόμη φορά. Και όντως στο πρόσωπο του Θεανθρώπου Χριστού, ο άνθρωπος εμφανίστηκε σαν ο τέλειος και πανάγιος ναός του Θεού. Το σώμα του Θεανθρώπου ήταν στ’ αλήθεια ναός του Θεού στον οποίο ο Θεός κατοικούσε και συνεχώς υπηρετείτο και λατρευόταν. Και μόνο στον Θεάνθρωπο Χριστό εμείς οι άνθρωποι για πρώτη φορά είδαμε καθαρά ποιός είναι ο αληθινός  άνθρωπος -σαν ναός του Θεού και ποιά είναι η αληθινή ζωή του ανθρώπου- η ζωή σαν μια αδιάκοπη λατρεία του Θεού.
Από τότε η Εκκλησία του Χριστού δεν είναι τίποτε άλλο παρά το Θεανθρώπινο σώμα του, ο ζωντανός ναός του Θεού, όπου κάθε τι το ανθρώπινο έχει ζωή επειδή υπηρετεί και λατρεύει αδιάκοπα το Θεό. Και το Πνεύμα του Θεού, το Πνεύμα το Άγιο. ζει σαν ψυχή στο θεανθρώπινο σώμα της Εκκλησίας από την ημέρα της αγίας Πεντηκοστής. Από τότε κάθε άνθρωπος έχει τη δυνατότητα, με τη χάρη του Θεού, να γίνει «ναός Θεού», αν γίνει μέλος του θεανθρώπινου σώματος της Εκκλησίας του Χριστού. Αν γίνει μέλος, τότε το Πνεύμα το Άγιο κατοικεί σ’ αυτόν. Και μαζί με το Άγιο Πνεύμα ο Πατέρας και ο Υιός, η Αγία και αδιαίρετη Τριάδα!
Κατ’ αυτόν τον τρόπο ο χριστιανός γίνεται ναός της Παναγίας Τριάδας, στον οποίο η θεία λατρεία του τριλαμπούς Θεού και Κυρίου επιτελείται αδιάκοπα. Αυτό αρχίζει με το άγιο Βάπτισμα. Το Άγιο Πνεύμα εγκαθίσταται στο βαπτισμένο χριστιανό και κατοικεί σ’ αυτόν μαζί με τον Πατέρα και τον Υιό. Κατ’ αυτόν τον τρόπο η ζωή του αληθινού χριστιανού είναι αιώνια θεία λατρεία, υπηρεσία του ενός εν Τριάδι Θεού διά του Αγίου Πνεύματος.
Ο πνευματοφόρος Απόστολος (ο Παύλος) γράφει στους Κορινθίους: «ουκ οϊδατε ότι το σώμα υμών ναός του εν υμίν Αγίου Πνεύματος εστίν, ου έχετε από Θεού: …υμείς γαρ ναός Θεού έστε ζώντος» (Α’ Κορ. ς’ 19. Β’ Κορ. ς’ 16).
(Αγ. Ιουστίνου Πόποβιτς)

Παρασκευή, 20 Ιανουαρίου 2017

Ο ΖΑΚΧΑΙΟΣ



Ο Ζακχαίος ήταν αρχιτελώνης και πολύ πλούσιος, αλλά, «τη ηλικία μικρός». Ήτανε κοντός. Επιθυμούσε όμως πολύ να δει τον Ιησού. Γι’ αυτό ανέβηκε πάνω σε ένα δένδρο. Αυτός, ο άρχοντας, ο επίσημος, ο πλούσιος, ο άνθρωπος με το μεγάλο κοινωνικό κύρος καταδέχτηκε να ανεβεί σ’ ένα δένδρο, σαν μικρό παιδί, για να μπορέσει να δει τον Ιησού. Και τον είδε τον Ιησού. Και τον είδε και ο Ιησούς. Είδε την καρδιά του, είδε τη φλογερή του επιθυμία, είδε τη δίψα του Ζακχαίου. Και το αποτέλεσμα: «Σμερον εν τω οίκω σου δει με μείναι», σήμερα θα μείνω στο σπίτι σου. Ο Χριστός παράτησε όλους του τύπου του νόμου και επισκέφτηκε ένα σκουπίδι. Ένα τιποτένιο αμαρτωλό και χιλιοκατηγορημένο
Οι Τελώνες, αγαπητοί χριστιανοί, γνωστό μας πλέον αυτό, ήταν οι πιο μισητοί άνθρωποι. Οι Ρωμαίοι ανέθεταν σε αυτούς εργολαβικά τους φόρους. Εισέπρατταν οι Ρωμαίοι τους φόρους από τους Τελώνες και αυτοί μετά΄, μάζευαν από το λαό όσα ήθελαν. Οι Τελώνες χρησιμοποιούσαν τη ρωμαϊκή εξουσία και πλούτιζαν από το μόχθο των συμπατριωτών τους. Ο Ζακχαίος όπως μας πληροφορούν οι ευαγγελιστές ήταν ένας από αυτούς. Ήταν αρχιτελώνης μάλιστα. Άρα, διπλά διεφθαρμένος. Άνθρωπος της διαπλοκής και του ανέντιμου πλουτισμού. Μα είχε μέσα του και δίψα για ζωή. Παρά τα πλούτη, μάλλον, εξαιτίας του πλούτου, ένοιωθε το αδιέξοδο, τη φτώχεια, την πείνα και τη δίψα που προκαλεί η προσκόλληση στην ύλη, και η ικανοποίηση των παθών.
Ζούμε, αδελφοί μου, οι περισσότεροι με το όνειρο του πλουτισμού. Αν μας ανακοινώσουν ότι κερδίσαμε ένα μεγάλο, ένα τεράστιο χρηματικό ποσό, θα κινδυνεύσει ακόμα και αυτή η ψυχική μας υγεία από την πολύ χαρά. Αν πάμε όμως να δούμε αυτούς που από χρόνια κατέχουν τέτοιες μεγάλες περιουσίες το ίδιο χάλι θα αντικρίσουμε, την ίδια γκρίνια, την ίδια μιζέρια, με μας, τους κοινούς πολίτες αυτής της χώρας και ίσως εκεί, σ’ αυτούς που όπως λέμε δεν ξέρουν τι έχουν, να βρούμε χειρότερη κατάσταση· εντονότερα ψυχολογικά προβλήματα, μεγαλύτερη ανία, περισσότερο άγχος, ακόμα πιο μεγάλη δίψα για ζωή.
Αδελφοί μου!Ένα υπερβολικά μεγάλο ποσοστό των κατοίκων της γης δεν έχουν εξασφαλισμένο φαγητό, ντύσιμο, στέγη κι ένα κάποιο κρεβάτι για ύπνο. 40 εκατομμύρια συνάνθρωποί μας πεθαίνουν κάθε χρόνο από πείνα και κοινές, εύκολα θεραπεύσιμες ασθένειες. Εμείς, δεν αντέχουμε τη μίζερη κατάστασή μας, πεθαίνουμε από ανία και οραματιζόμαστε κέρδη και πλούτη άλλα, πιο πολλά. Ο άνθρωπος δεν χορταίνει, δεν ικανοποιείται. Διψά για όλο και περισσότερα. Αχόρταγο το πάθος. Οι κόρες του Δαναού τιμωρήθηκαν να προσπαθούν να γεμίσουν με νερό σπασμένα, ξεπατωμένα πιθάρια. Κουβαλούσαν το νερό και το έχυναν στ’ απύθμενα πιθάρια. Η πλεονεξία είναι μεγάλη κατάρα για τις κοινωνίες του ανθρώπου. Λόγω της πλεονεξίας κυριαρχεί η κοινωνική αδικία και γίνονται οι πόλεμοι.
Αλλά ο Θεός έπλασε τον άνθρωπο κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση. Σκοπός του ανθρώπου είναι να γίνει και αυτός κατά χάρη θεός. Ο άνθρωπος είναι ένας καθρέφτης, που καθαρός μπορεί να φωτίζει όπως ο ήλιος. Μπορεί να γίνει φωτεινός καθρέφτης με την προϋπόθεση ότι θα είναι συνεχώς στραμμένος προς τον ήλιο και από τον ήλιο θα παίρνει φως. Τότε τον άνθρωπο τον λέμε άγιο. Τότε ο άνθρωπος έχει γίνει κατά χάρη θεός. Θεός βέβαια από χάρισμα και όχι από δικιά του ικανότητα. Ο Θεός δημιούργησε τον άνθρωπο έτσι που να μπορεί να ενωθεί μαζί Του.
Όμως ο άνθρωπος, ο κατά χάριν θεός, ο δυνάμει θεός, με τα τόσα και τόσα χαρίσματα δεν παύει να είναι πεπερασμένος. Άπειρος ο Θεός πεπερασμένος ο άνθρωπος. Χωρίς αρχή και τέλος ο Θεός, με αρχή και επίγειο τέλος ο άνθρωπος. Απαθής ο Θεός με πάθη, ο άνθρωπος. Και βλέπουμε και μιλάμε σήμερα για την πλεονεξία μας. Για το ανικανοποίητο μας. Για την αχαριστία μας, για την αχορτασιά μας. Ποτέ δεν δείχνουμε ευχαριστημένοι, ποτέ δεν παραμένουμε σε μια κατάσταση όσο ωραία και καλή κι αν είναι. Μετά από λίγο έχουμε βαρεθεί. Θέλουμε κάτι άλλο, κι άλλο, κι ακόμα πιο πολύ. Η πλεονεξία είναι η μεγαλύτερη κατάρα που καθηλώνει τον άνθρωπο στη γη. Μας κολλά χαμηλά, κρατά πάντα το κεφάλι μας σκυμμένο προς τα κάτω. Ο ουρανός ένα άπιαστο όνειρο.
          Αλλά αδελφοί μου! Αυτή η πλεονεξία, από πάθος, από κατάρα, μπορεί να γίνει και ευλογία. Κατάρα όταν ο άνθρωπος κολλά στα υλικά, ευλογία όταν ο θνητός ποθήσει την αθανασία. Όταν αποφασίσει να μετανιώσει. Όταν ο άνθρωπος υποψιαστεί, όταν καταλάβει, τη φτώχεια, τη μιζέρια αυτής της ζωής και αναζητήσει αληθινή, πραγματική, γνήσια ζωή. Τότε η πλεονεξία γίνεται προτέρημα. Τότε υπάρχει πραγματική δυνατότητα να δέχεται κανείς όλο και περισσότερα. Η θεία Χάρη τρέφει τον άνθρωπο, και τότε αρχίζει η πορεία προς την ατελεύτητη τελείωση, προς την τελειότητα που δεν έχει τελειωμό. Η κατάρα είναι ευλογία, η πλεονεξία γίνεται χάρισμα όταν δεν χορταίνουμε το Θεό. Όταν δεν χορταίνουμε να αναβαίνουμε. Όταν μέλημα και καθημερινή μας σκέψη είναι η αγιότητα.
Ο Ζακχαίος είχε το μεγάλο προσόν να αντιλαμβάνεται το αδιέξοδο που προκαλεί ο υλικός πλούτος. Καταλάβαινε, ένοιωθε, τη μίζερη χαρά, την εφήμερη, την λειψή ευχαρίστηση, την πτωχή απόλαυση που προσφέρει ο πλούτος. Διψούσε για ζωή, για αληθινή ζωή, για ζωή που δεν χάνεται, που δεν σβήνει· για ζωή που χορταίνει. Πεινούσε και διψούσε, και κατάλαβε, και υποψιάστηκε, ότι ο Ιησούς, ήταν φορέας μιας άλλης ζωής. Ξεπέρασε κάθε κοινωνική συμβατικότητα, ξεπέρασε την φυσιολογική ντροπή και δεν υπολόγισε τίποτε προκειμένου να μπορέσει να δει το Γιο της Μαρίας. Και ο Σωτήρας τον είδε τον Ζακχαίο και πήγε στο σπίτι του. Ο αρχιτελώνης φιλοξένησε τον Θεάνθρωπο. Άνοιξε το σπίτι του και η καρδιά του σκίρτησε. «Υπεδέξατο αυτόν χαίρων». Ο Ζακχαίος δέχτηκε τον Χριστό στο σπίτι του και γέμισε η ύπαρξη του από την ανείπωτη χαρά που μόνο ο Πλάστης μπορεί να προσφέρει στο πλάσμα του.
Αγαπητοί χριστιανοί! «Άνθρωπος ανθρώπω λύκος». Έτσι οι αρχαίοι έλεγαν.  Ο άνθρωπος για τον άνθρωπο είναι λύκος. Και πράγματι έτσι είναι. Ο πεινασμένος για ζωή, για ευδαιμονία, άνθρωπος, ορμά στον συνάνθρωπο του και τον εκμεταλλεύεται με την ελπίδα να κερδίσει έστω και μια μικρή ψευδαίσθηση ζωής, λίγα παραπάνω χρήματα, περισσότερη κενή δόξα, επιπλέον εφήμερη απόλαυση. Πεινάει ο θνητός κι εκμεταλλεύεται. Ο Χριστός όμως ήρθε ακριβώς για να μας ικανοποιήσει αυτή τη πείνα και τη δίψα. Ήρθε και μας πρόσφερε το ίδιο του το Σώμα και το Αίμα για να έχουμε ζωή αιώνια. Τρέφεται όποιος πλησιάζει στο Χριστό με θέρμη καρδιά. Τρώει και χορταίνει. Και τότε σαν το Ζακχαίο παύει να επιθυμεί τα του πλησίον. Τότε επιθυμεί να προσφέρει απ’ τα δικά του, στον πλησίον. Ο αρχιτελώνης πρόσφερε κατευθείαν τη μισή του περιουσία στους φτωχούς και υποσχέθηκε να αποζημιώσει στο τετραπλάσιο όσους αδίκησε. Το αγρίμι που μέχρι χθες έπινε το αίμα των συνανθρώπων του, δίνει απλόχερα, σκορπάει τα υπάρχοντά του. Η χαρά που ένοιωσε από την συναναστροφή με τον Ιησού ζέστανε την καρδιά του· μέθυσε, ζαλίστηκε από αγάπη για το Χριστό, από αγάπη για το συνάνθρωπο, και σκόρπισε αυτά που με τόση σκληρότητα κι απανθρωπιά είχε μαζέψει.
Μακάρι κι εμείς να καταφέρουμε, σαν το Ζακχαίο, να νοιώσουμε απελπισία για τις χαρές αυτού του κόσμου και να στραφούμε προς Αυτόν που ως μανικός εραστής ποθεί, και μπορεί, να μας προσφέρει ζωή αιώνια, ζωή αληθινή, εδώ και τώρα. Να στραφούμε προς το Χριστό και να ακούσουμε μαζί με το Ζακχαίο, το, «Σήμερον σωτηρία τω οίκω τούτω εγένετο». Σήμερα ήρθε η σωτηρία σ’ αυτό το σπίτι. Για σκεφτείτε το!  Αμήν.

Τετάρτη, 11 Ιανουαρίου 2017

Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ

Αποτέλεσμα εικόνας για Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥΔέκα λεπροί άνδρες αντίκρυσαν τον Χριστό και όπως και ο τυφλός, ο Βαρτίμαιος, ο ζητιάνος τυφλός που καθημερινά με μόνη συντροφιά του το σκοτάδι του, άνοιγε παρακλητικά και υπομονετικά το χέρι του στους διαβάτες, για να κατορθώσει να ζήσει κι αυτός, όπως η Χαναναία που ικετευτικά ζητούσε έλεος με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, «ήραν φωνήν λέγοντες. Ιησού επιστάτα, ελέησον ημάς», φώναξαν δυνατά: «Ιησού διδάσκαλε, λυπήσου μας».
Δεν απογοήτευσε η σκληροκαρδία. Ευτυχώς που ο τυφλός ο Βαρτίμαιος, παρά τη σκληροκαρδία των συμπολιτών του, που προσπαθούσαν να του κλείσουν το στόμα για να μην ενοχλεί, «πολλώ μάλλον έκραζε, υιέ Δαυίδ ελέησον με». Και έτσι η επιμονή του δικαιώθηκε. Έτσι οι ελπίδες του εκπληρώθηκαν. Και γέμισαν ξανά με φως τα σβησμένα του μάτια. Γιατί όπως μας βεβαιώνει και πάλι ο Λουκάς, ο Κύριος κάλεσε τον τυφλό κοντά του και τον θεράπευσε.
Και οι δέκα λεπροί, αδελφοί μου, οι δέκα δυστυχισμένοι άνθρωποι, οι αποδιωγμένοι και ξεχασμένοι από την κοινωνία, για το καλό της βέβαια, για την ησυχία της και την ασφάλειά της, αλήθεια πόσο παίζουμε εδώ με τις λέξεις, έμεναν στο περιθώριο και ούτε καν τους επιτρέπονταν να πλησιάσουν άνθρωπο.
Και τούτοι εδώ πήρανε χαμπάρι τον Ιησού που πλησίαζε στα μέρη τους.
Και τούτοι εδώ άρχισαν όλοι μαζί να φωνάζουν, να κραυγάζουν και να εκλιπαρούν. «ήραν φωνήν λέγοντες. Ιησού επιστάτα, ελέησον ημάς»
Δυο τρεις λέξεις μια προσευχή.
Μια φράση μικρή, μια ικεσία μεγάλη.
Μια ικεσία, που όπως φαίνεται και στη σημερινή ευαγγελική περικοπή, έχει μεγάλη δύναμη. Ελκύει το έλεος του Θεού και απαλλάσσει τον άνθρωπο από κάθε κακοδαιμονία.
Αδελφοί μου!
Η ικεσία των λεπρών είναι η αδιάλειπτη προσευχή της Εκκλησίας μας που την ακούμε σε κάθε εκκλησιαστική ακολουθία. Σε κάθε αίτηση του Ιερέως εμείς απαντάμε με το «Κύριε ελέησον». Και εφ’ όσον όλοι μας είμαστε μέλη της Εκκλησίας, όλοι πρέπει να αποκτήσουμε εκκλησιαστικό φρόνημα, και να γίνει δική μας ζωή και δικό μας φρόνημα,  η ικεσία τούτη. Να είναι και η δική μας αδιάλειπτη προσευχή.
Αδελφοί μου!
Μια παραπερα ερμηνεία της ικεσίας των λεπρών και της δεήσεως της Εκκλησίας, είναι η λεγομένη «ευχή» του Ιησού, το «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με τον αμαρτωλόν», την οποίαν οι άγιοι Πατέρες παραγγέλουν να λέμε συχνά, για να απαλλαγούμε από την πνευματική μας λέπρα. Και η αξία της «ευχής» είναι ανυπολόγιστη, γιατί μέσα σε λίγες λέξεις συνδέεται στενά η ομολογία του Θεανθρώπου με την ομολογία της αμαρτωλότητός μας και ακριβώς σ’ αυτόν τον υπέροχο συνδυασμό βρίσκεται όλο το μακάριο πνεύμα της αγίας μας Ορθοδοξίας.
Είναι αυτή η «ευχή» το «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με», η ζωντανή παράδοση της Εκκλησίας μας, που ρέει από γενιά σε γενιά μέσα στους αιώνες και συνοψί­ζει ολόκληρη τη δογματική της Ορθόδοξης Εκκλησίας μας.
Η «μονολόγιστη» αυτή προσευχή, η «ευχή του Ιησού», αποτελεί την ακατάπαυστη κραυγή του πιστού Ορθοδόξου Χριστιανού προς το Θεό για τη σω­τηρία του. Μ' αυτή την προσευχή μπορούμε να προ­σευχόμαστε παντού και πάντοτε σε κάθε δουλειά και σε κάθε περίσταση. Μπορεί να τη λέγει κανείς νο­ερά και την ώρα των εκκλησιαστικών ακολουθιών, αλλά κυρίως όταν εργασία η αρρώστια, σε κρατούν, μακριά από την Εκκλησία. Μ' αυτή την «νοερά» προσευχή, η φλεγόμενη από την αγάπη του Κυρίου ψυχή, αναζητά επίμονα Αυτόν που μπορεί να την σώσει.
Και διαθέτει μια θαυμαστή ευελιξία. Είναι προσευχή για αρχάριους, αλλά και προσευχή που μπορεί να οδηγήσει στα βαθύτερα μυστήρια του θεωρητικού βίου. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί από τον καθένα, οποτεδήποτε και οπουδήποτε: περιμένοντας κάπου στην ουρά, περπατώντας, ταξιδεύοντας με το λεωφορείο ή το τρένο. Στη δουλειά, ή τη νύχτα, όταν δεν σου κολλάει ο ύπνος. Σε στιγμές ιδιαίτερης αγωνίας, όταν είναι αδύνατο να συγκεντρωθεί κανείς σε άλλου είδους προσευχή.

Η προσευχή του Ιησού αποδεικνύεται μεγάλη πηγή θάρρους και χαράς γι' αυτούς που την προφέρουν συνέχεια, αλλά και γι' αυτούς που τη χρησιμοποιούν περιστασιακά. (Α΄Θεσσαλ. 5, 17). Τhe Way of a Pilgrim, σς. 17-18 / απόσπασμα από το βιβλίο "Ορθόδοξη Εκκλησία" του επισκόπου Κάλλιστου Ware:

«Με την συνεχή αυτή ευχή θα διαλυθούν όλες oι εσωτερικές ταραχές, φόβοι, στενοχώριες και θα σε βοηθήσει ό Χριστός ν' αποκτήσεις καρδίαν συντετριμμένην και τότε ακριβώς θα συντριβή εις την τελειότητα ή δύναμις του Σατανά.
Όπως κάποιος φοβάται να πιάσει με το χέρι του ένα πυρακτωμένο σίδερο, έτσι και ό διάβολος φοβάται την συντριβή της καρδίας, την οποίαν προκαλεί ή ευχή ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ, ΥΙΕ ΤΟΥ ΘΕΟΥ, ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ.
Ή συντριβή της καρδιάς πού προκαλεί η συνεπής αυτή ευχή διώχνει την αμαρτία και κάθε σατανική πονηρία, ταπεινώνει την Έπαρσιν του Εωσφόρου και εξασφαλίζει την σωτηρίαν της ψυχής.
Μπροστά εις την συντετριμμένην καρδίαν με την ευχή ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΥΙΕ ΤΟΥ ΘΕΟΥ, ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ ό Σατανάς και οι δαίμονές του φεύγουν πιο γρήγορα και από την αστραπή.
Όταν ό δαίμονας περιεργάζεται την καρδιά σου πού λέγει την ευχή ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ. ΥΙΕ ΤΟΥ ΘΕΟΥ, ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ, πρώτα ετοιμάζει τα βήματά του για να φύγει από τον φόβο του, μήπως συνετρίβη η καρυδιά σου με την ευχή αυτή.
Όπως το φίδι περισσότερο από κάθε άλλη πληγή φοβάται τα νύχια του γάτου, έτσι και ό δαίμονας περισσότερο από κάθε άλλην αρετή φοβάται την συντριβή της καρδιάς από την ευχή ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ, ΥΙΕ ΤΟΥ ΘΕΟΥ, ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ.
Φαρμακερά είναι στο φίδι τα νύχια του γάτου, άλλα στην ψυχή του ανθρώπου είναι επτά φορές πιο φαρμακερά τα νύχια του διαβόλου, ενώ ή συντριβή της καρδίας γι' αυτόν είναι εβδομήντα επτά φορές πιο φαρμακερή από τα δικά του νύχια, ύστερα από την Ευχή ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ, ΥΙΕ ΤΟΥ ΘΕΟΥ, ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ. Διασκευή και μεταγλώττιση από αρχαίο χειρόγραφο της Ί. Μονής Κωσταμονίτου. Αγίου Όρους

Ας ακούσουμε, τελειώνοντας τα λόγια ενός Προσκυνητή από το περίφημο βιβλίο «Περιπέτειες ενός Προσκυνητή» ο οποίος γυρνούσε τον κόσμο ψάχνοντας να βρει ασκητές να του μιλήσουν για αυτή τη προσευχή.: Έτσι πορεύομαι τώρα, και επαναλαμβάνω ασίγαστα την Προσευχή του Ιησού, που μου είναι πολυτιμότερη και γλυκύτερη από καθετί άλλο στον κόσμο. Μερικές φορές κάνω σαράντα τρία με σαράντα τέσσερα μίλια τη μέρα, και δεν αισθάνομαι πως περπάτησα καθόλου. Έχω τη συνείδηση μόνο του γεγονότος πως επαναλαμβάνω την προσευχή. Όταν με διατρυπάει το πικρό κρύο, αρχίζω να λέω την προσευχή πιο ζωηρά, και γρήγορα ζεσταίνομαι. Όταν αρχίζει να με βασανίζει η πείνα, καλώ πιο συχνά το Όνομα του Ιησού, και ξεχνώ την επιθυμία του φαγητού. Όταν αρρωσταίνω και με πιάνουν οι ρευματισμοί στην πλάτη και στα πόδια, συγκεντρώνω τις σκέψεις μου στην Προσευχή, και δεν προσέχω τον πόνο. Αν κάποιος με πληγώσει, αρκεί να σκεφτώ "Πόσο γλυκιά είναι η Προσευχή του Ιησού!" και ο πόνος και ο θυμός περνούν και ξεχνώ τα πάντα… Ευχαριστώ τον Θεό που καταλαβαίνω τώρα το νόημα των λέξεων που άκουσα στον Απόστολο - Αδιαλείπτως προσεύχεσθε απόσπασμα από το βιβλίο "Ορθόδοξη Εκκλησία" του επισκόπου Κάλλιστου Ware

Πέμπτη, 5 Ιανουαρίου 2017

Ο ΜΕΓΑΣ ΑΓΙΑΣΜΟΣ ΤΩΝ ΘΕΟΦΑΝΕΙΩΝ




Σήμερα πρώτη Κυριακή  του χρόνου, μια και βρισκόμαστε στην «Προ των Φώτων» Κυριακή και ακούσαμε το Ευαγγέλιο να μας μιλά για τον Πρόδρομο και Βαπτιστή Ιωάννη και για το Βάπτισμά του και εν όψει βέβαια της εορτής των Θεοφανείων ας μιλήσουμε για τον Μεγάλο Αγιασμό. Πρέπει να τα πούμε κι αυτά γιατί πολλά και διάφορα ακούγονται και μάλιστα πολλά από όσα ακούγονται δεν έχουν καμιά σχέση με την πραγματικότητα
Έχουμε λοιπόν, αδελφοί μου, το Μικρό Αγιασμό, ο όποιος γίνεται πάντο­τε. Έχουμε και το Μεγάλο αγιασμό ο οποίος τελείτε δυο φορές το χρόνο, την παραμονή και την κυριώνυμη ημέρα της εορτής των Θεοφανείων. Ο αγιασμός αυτός, αυτή η ακολουθία της τελέσεως του αγιασμού πού γίνεται τη μέρα των Θεοφανείων, ξεκί­νησε από το βάπτισμα.
Πριν καθιερωθεί ο νηπιοβαπτισμός, σε οποίον ήθελε να γίνει χριστιανός, γινόταν κατή­χηση. Όσοι λοιπόν είχαν κατηχηθεί και ήταν έτοιμοι να βαπτισθούν, βαπτί­ζονταν την παραμονή των Χριστουγέννων, γι' αυτό ψάλ­λουμε τα Χριστούγεννα «Όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθητε, Χριστόν ενεδύσασθε». Επίσης βαπτίζονταν την παραμο­νή των Θεοφανείων, την παραμονή του Πάσχα και την Πεντηκοστή. Σ' αυτές τις τέσσερες γιορτές ψάλλουμε αντί του «Άγιος ό Θεός» το «Όσοι εις Χριστόν εβατιτίσθητε», ακριβώς διότι τότε κυρίως βαπτίζονταν οι κατηχούμενοι και μάλιστα ομαδικά.
Τα Θεοφάνεια, επειδή ήταν και η εορτή της Βαπτίσεως του Χρίστου, η Εκκλησία έδινε ιδιαίτερη σημασία στην όλη τελετή της βαπτίσεως των κατηχουμένων. Έτσι την ημέρα των Θεοφανείων, μάλλον την παραμονή το βράδυ προς την ημέρα της εορτής, γινόταν αγρυπνία, παννυχίδα, και βαπτίζονταν οι κατηχούμενοι περίπου τα μεσάνυκτα.
Σιγά, σιγά, ακριβώς και για να τιμήσουν περισσότε­ρο την εορτή της Βαπτίσεως του Χριστού, πριν μπουν μέσα στο βαπτιστήριο οι μέλλοντες να βαπτισθούν -δεν είχαν τότε κολυμβήθρες, αλλά μεγάλα βαπτιστήρια, καθώς προηγουμένως αγίαζαν το νερό οι ιερείς  και το νερό αυτό ήταν αγιασμός, το βρήκαν καλό να παίρ­νουν από το νερό αυτό το αγιασμένο. Και αν θα προσέξετε, μία ευχή πού λέ­γεται στο Βάπτισμα είναι μια από τις κύριες ευχές που λέγονται στο Μεγάλο Αγιασμό. Έπαιρναν λοιπόν οι χρι­στιανοί από το αγιασμένο αυτό νερό, για να χρισθούν μ' αυτό, να πιούν και να το πάρουν μαζί τους να ραντίσουν τα σπίτια, τα χωράφια, τους κήπους, να ραντίσουν τα πάντα, και μετά έμπαιναν οι κατηχούμενοι μέσα και βαπτίζονταν.
Όταν αργότερα καθιερώθηκε ο νηπιοβαπτισμός, δεν γίνονταν πλέον ομαδικές βαπτίσεις στις εορτές πού αναφέ­ραμε. Η Εκκλησία όμως θεώρησε καλό ειδικά τα Θεοφάνεια, να πα­ραμείνει ό αγιασμός των υδάτων. Έτσι λοιπόν έγινε ξεχωριστή τελετή αγιασμού των υδάτων, για να γί­νεται ο αγιασμός την ήμερα αυτή των Θεοφανείων. Έκτοτε η Εκκλησία τελεί τον Μέγα Αγιασμό αυτή την ημέρα σ' όλους τους ναούς.
Ο Αγιασμός της παραμονής και της εορτής των Θεοφανείων
Καθώς περνούσαν όμως τα χρόνια και δημιουργούν­ταν ανάγκες διάφορες, φάνηκε ότι δεν εξυπηρετούνταν όλοι οι χριστιανοί, αν γίνεται ο Μέγας Αγιασμός μόνο την ημέρα των Θεοφανείων. Έτσι καθιερώθηκε ο Μέγας Α­γιασμός να τελείται και την παραμονή.
Και γιατί δεν εξυπηρετούνταν όλοι; Γιατί κατά κα­νόνα ο Μέγας Αγιασμός τα Θεοφάνεια γινόταν τα με­σάνυκτα, με αγρυπνία, όπως και οι ομαδικές βαπτίσεις, παλαιότερα. Για πολλούς και διαφόρους λόγους λοιπόν δεν μπορούσαν όλοι οι χριστιανοί να πάνε στους ναούς εκείνη την ώρα. Έτσι το απόγευμα της παραμονής γινόταν ο εσπερινός της εορτής με τη Θεία Λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου και εν συνεχεία ο Μέγας Αγιασμός. Όμως σιγά, σιγά, ό,τι γινόταν το απόγευμα, μετατέθηκε το πρωί της παραμονής. Και έτσι την παραμονή των Θεοφανείων γίνεται ο όρθρος, οι Μεγάλες Ώρες, ο εσπε­ρινός της εορτής, η Θεία Λειτουργία του Μεγάλου Βασι­λείου και αμέσως μετά ο Μέγας Αγιασμός.
Απ' αυτό καταλαβαίνουμε λοιπόν ότι ο Μέγας Αγιασμός που τελείται την παραμονή είναι ο ίδιος ακριβώς μ' αυτόν πού τελείται ανήμερα. Η όλη ακολουθία του Μεγάλου Αγιασμού όπως γίνεται την ήμερα των Θεοφανείων, έτσι ακριβώς γίνεται και την παραμονή. Επομένως, τα ερωτήματα ποιος πίνεται και ποιος δεν πίνεται, με ποιόν ραντίζουν και με ποιόν όχι, δεν στέκονται. Είναι ο ίδιος αγιασμός και την παραμονή και την ημέρα των Θεοφανείων, και επο­μένως και με τον έναν αγιασμό και με τον άλλο ραντί­ζουμε και πίνουμε.
Μπορούν οι χριστιανοί να κρατούν Μέγα Αγιασμό στο σπίτι τους;
Όπως βλέπουμε, αφού κάνει ο ιερέας τον αγιασμό, ραντίζει τον ναό και επομένως πέφτει και κάτω. Όχι μόνο πέφτει κάτω μέσα στο ναό εκείνη την ώρα  μα και θα τον πατήσουμε και στα σπίτια και στα χωράφια και παντού, θα πέσει, και βέβαια θα αγιάσει τα πάντα. Βέβαια άλλο είναι που, όταν τελει­ώσει ο Μέγας Αγιασμός, και κάθε Αγιασμός, που ορμάμε σαν τις ορδές των βαρβάρων, για να πάρουμε αγιασμό και δεν προσέχουμε και τον χύνουμε κάτω. Αυτό είναι ανευλάβεια, είναι ασέβεια. Όχι όμως μην τυχόν και πέσει καμιά σταγόνα κάτω, αφού είναι για να ραντιστούν τα πάντα και να αγιασθούν τα πάντα.
Επίσης καταρχήν και κανονικά μπορούν οι χρι­στιανοί να κρατούν Μέγα Αγιασμό στο σπίτι. Θα έλεγε κανείς μάλιστα ότι όλες τις ημέρες που είναι τα μεθεόρτια -διότι ή εορτή των Θεο­φανείων εορτάζεται, όπως και άλλες μεγάλες γιορτές, οκτώ ήμερες- θα μπορούσαν και να πίνουν και να ραν­τίζουν. Όμως χρειάζεται μεγάλη προσοχή. Γιατί είναι ενδεχόμενο εκεί πού θα τον βάλουμε κατά λάθος, κάτι να γίνει και να πεταχτεί ο αγιασμός στα σκουπί­δια ή κάποιος να τον ρίξει στον νιπτήρα. Συνέβησαν πολλά τέ­τοια. Καλό είναι λοιπόν να είμαστε σίγουροι ότι φυλάσσουμε με ευλάβεια και προσοχή τον Μ. Αγιασμό στο σπίτι μας, αλλιώς να μην τον κρατά κανείς. Και όταν κάποιος χρειάζεται, όταν είναι ανάγκη, θα πάει στην εκκλησία. Όλες οι εκκλησίες έχουν Μεγάλο Αγιασμό και δίνουν.
Νηστεία - Μέγας Αγιασμός
Ένα ακόμη και να τελειώσουμε. Όπως ξέρετε, την παραμονή των Θεοφανείων γίνεται αυστηρά νηστεία· ούτε λάδι καταλύεται. Έκτος εάν η παραμονή πέσει Σάββατο ή Κυριακή, επειδή το Σάββατο και την Κυριακή δεν γί­νεται ποτέ νηστεία από λάδι· έστω κι αν πρόκειται να κοινωνήσουμε. Έκτος από το Μέγα Σάββατο που δεν καταλύεται λάδι, όλα τα άλλα Σάββατα τρώγεται λάδι. Οι χριστιανοί όλοι λίγο-πολύ έχουν συνδέσει τη νη­στεία της παραμονής των Θεοφανείων με τον Μέγα Αγιασμό. Νομίζουν ότι νηστεύουμε, για να πάρουμε τον Μέγα Αγιασμό. Όμως δεν είναι αυτό. Δεν νηστεύουμε, για να πάρουμε το Μεγάλο Αγιασμό. Η νηστεία δεν είναι για τον Αγιασμό. Η νηστεία είναι για τη Δεσποτική γιορτή των Θεοφανείων, όπως ακριβώς και την παραμονή των Χριστουγέννων έχουμε επίσης αυστηρά νηστεία. Μην κοιτάτε τώρα έτσι πού τα πήραμε εμείς τα πράγματα και τα πήραμε μέσα στα πόδια μας όλα. Θα λέγαμε, την τελευταία εβδομάδα πριν από τα Χριστούγεννα ή τουλάχιστον την παραμονή των Χριστουγέννων πρέπει και πιο χλιαροί χριστιανοί να κάνουν αυστηρά νηστεία για τη γιορτή. Δεν νοείται να ετοιμαζόμαστε να γιορτάσουμε μία με­γάλη γιορτή, Δεσποτική γιορτή, χωρίς λίγο να το κατα­λάβουμε και από πλευράς νηστείας. Νηστεύουμε λοιπόν την παραμονή των Θεοφανείων για τη γιορτή τη Δε­σποτική, τη μεγάλη γιορτή αυτή των Θεοφανείων. Επί­σης πρώτα πίνουμε τον Μέγα Αγιασμό κι ύστερα τρώμε το αντίδωρο.