Τετάρτη, 31 Δεκεμβρίου 2014

«Ρει γαρ ο χρόνος και ουκ εκδέχεται τον βραδύνοντα»



 ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ 2015

« Η πιο φοβερή δύναμη στον κόσμο είναι ο Χρόνος, ο Καιρός  . Καλά - καλά τι είναι αυτή η δύναμη δεν το ξέρει κανένας, κι όσοι θελήσανε να την προσδιορίσουνε , μάταια πασκίσανε. Το μυστήριο του Χρόνου απόμεινε ακατανόητο κι ας μας φαίνεται τόσο φυσικός αυτός ο Χρόνος. Τον ίδιο το Χρόνο δεν μπορούμε να τον καταλάβουμε τι είναι, αλλά τον νοιώθουμε μονάχα από την ενέργεια που κάνει, από τα σημάδια που αφήνει απάνω στην πλάση. Η μυστηριώδης πνοή του όλα τ’ αλλάζει …
          Αν λείψει ο χρόνος , θα λείψουνε όλα τα πάντα. Αυτός τα γεννά, κι αυτός πάλι τα λιώνει, τα κάνει θρύψαλα, και τα εξαφανίζει …
Ω !  Ποιος θα πιάσει αυτόν τον κλέφτη , που μέρα –νύχτα, χειμώνα καλοκαίρι , την ώρα που κοιμόμαστε και την ώρα που είμαστε ξυπνητοί, αδιάκοπα, χωρίς να σταματήσει μήτε όσο ανοιγοκλείνει το μάτι μας, τριγυρίζει παντού, ολόγυρα μας, μέσα μας, στο φως  και στο  σκοτάδι, μπαίνει σε κάθε μέρος, στον ουρανό που γυρίζουνε τ’ άστρα, και στα καταχθόνια, σε κάθε στεριά και σε κάθε θάλασσα, σε κάθε τρύπα, σε κάθε ζωντανό κι άψυχο, σε κάθε αρμό του βράχου, σε κάθε καρδιά, κι όλα τα παλιώνει, τα τρίβει σαν τη μυλόπετρα, τα κάνει σκόνη. και πάλι από την άλλη μεριά ο ίδιος φτιάνει κάθε λογής κτίσμα  και πλάσμα, κάθε τι που υπάρχει σε τούτον τον κόσμο !…».
Προσπαθώντας,  να βρω λόγια κατάλληλα  για να υπογραμμίσουμε κι εφέτος  την είσοδο μας στον καινούριο χρόνο, σταματήσαμε στα εμπνευσμένα και σημαδιακά αυτά λόγια,  του άρχοντα της νεοελληνικής λογοτεχνίας  και  κορυφαίου Ελληνορθόδοξου στοχαστή και αγιογράφου , του μακαριστού Φώτη Κόντογλου .
                                                                            
Πράγματι, θέλοντας και μη, κάθε φορά που το πόδι μας ξεπηδά το κατώφλι ενός καινούριου χρόνου , κάθε φορά που αποχαιρετούμε αυτόν που σαν χθες τραγουδούσαμε και υποδεχόμασταν με τόσες ευχές, με τόσες ελπίδες και προσδοκίες, είναι αδύνατο να μην προβληματιστούμε και γύρω από την έννοια και το αίσθημα του χρόνου. Του χρόνου που όπως προαναφέραμε ο Κόντογλου χαρακτήρισε σαν φοβερή και ανεξιχνίαστη δύναμη. Δύναμη που αδυνατούμε να κατανοήσουμε και να προσδιορίσαμε. Το μόνο που μπορέσαμε να κάνουμε είναι, οι κάποιες οριοθετήσεις, οι κάποιοι διαχωρισμοί  στην αεναότητα του χρόνου, κάποια όρια στην αιωνιότητα, αν είναι δυνατόν να γίνει κάτι τέτοιο , τυπικά και μόνο, και αποκλειστικά για  δική μας ευκολία και συνεννόηση. Στην πραγματικότητα όμως την ζωή μας  μέσα στο χρόνο δεν την καθορίζουν οι αριθμοί –έτσι κι αλλιώς  εμείς τους καθορίσαμε κι αυτούς – αλλά η στάση μας  μέσα σ’ αυτόν, ο τρόπος που θα τον χειριστούμε.
«Γι’ αυτό ακριβώς, σημειώνει και πάλι ο Κόντογλου, στεκόμαστε περίφοβοι μπροστά στον καινούριο χρόνο μπροστά σ’ ένα τεχνητό χώρισμα, που βάλαμε στο πέλαγος του καιρού εμείς οι άνθρωποι, σαν να μην είναι η κάθε μέρα αρχή καινούριου χρόνου ».
          Πρωτοχρονιά λοιπόν και πάλι, αγαπητοί αδελφοί. Γέλια και χαρές, ευχές και πανηγυρισμοί, δώρα, έστω και εν μέσω κρίσεων και μνημονίων και ξεφαντώματα, ρεβεγιόν, λαμπερές επιδείξεις, με προσποιητά χαμόγελα … προγράμματα, ελπίδες, προσδοκίες.
Και λοιπόν! Μόνο η πρώτη του Γενάρη  είναι μέρα πρόσφορη για όλα αυτά; Μόνο σήμερα έχουμε τη δυνατότητα της ελπίδας, του προγραμματισμού, της ανασκόπησης , του επαναπροσδιορισμού των πράξεων μας  και της ανασύνταξης των δυνάμεων για κάτι καλύτερο; Μόνο την Πρωτοχρονιά βλέπουμε  τα λάθη μας , τη στραβή πορεία μας, την ανταρσία μας απέναντι στο Θεό κι αρχίζουμε με νέες αποφάσεις  καινούρια όνειρα, αυτοκριτικές  και μεγαλόστομα κηρύγματα για <<Νέα πλέον Εποχή >> ; 
Μήπως η κάθε μας μέρα, η κάθε μας ώρα, το κάθε λεπτό δεν είναι μια καινούρια αρχή; Μήπως σε κάθε στιγμή της ζωής μας δεν μας δίνεται η ευκαιρία για μια νέα αρχή; Μόνο αυτές τις μέρες που ξεπροβοδίζουμε το χρόνο που πέρασε και καλοδεχόμαστε τον καινούριο μπορούμε να ψάξουμε για τον τρόπο με τον οποίο θα υπερβούμε τις δυσκολίες και τα προβλήματα που καθημερινά επισωρεύουμε στη ζωή μας;
          Εμείς όμως ,οι άνθρωποι της <<Ν Εποχής>> και της τρίτης χιλιετίας έχουμε χάσει το αίσθημα του χρόνου. Τον μετράμε και τον χρησιμοποιούμε υποκειμενικά και κατά πως μας συμφέρει. Τον μετατρέψαμε σ’ ένα ατέλειωτο άγχος  που αδυνατούν ακόμα και τα πιο ισχυρά ψυχοφάρμακα να  μαλακώσουν .Κατέληξε σε ευκαιρία όχι για έργα και ζωή του πνεύματος ,για ιδανικά και υψηλούς στόχους αλλά σε ευκαιρία για τυχοδιωκτισμό, ανελέητο κυνήγι του κέρδους ,προσπάθεια για πρακτική ευτυχία και επιτυχία μόνο για το παρόν. Έγινε τελικά… χρόνος χαμένος.
          Αλλά όμως…
Είναι ο χρόνος, δώρο του Θεού πανάκριβο σε μας . Είναι μαργαριτάρι πολύτιμο που αξίζει όλο το χρήμα , όλους τους θησαυρούς της γης και ο χρόνος που χάνεται είναι η πιο μεγάλη συμφορά, όπως έλεγε ο Μιχαήλ Άγγελος . Ο δε Μ Βασίλειος τονίζει ότι: «Ρει γαρ ο χρόνος και ουκ εκδέχεται τον βραδύνοντα». Δεν περιμένει λοιπόν κανέναν ο χρόνος . Είναι δε η πιο μεγάλη ζημιά που μπορούμε να πάθουμε  αν άσκοπα τον σπαταλήσουμε . Και για να προλάβουμε κάποιες παρερμηνείες και παρεξηγήσεις  τονίζουμε κατηγορηματικά ότι, δεν κερδίζει τον χρόνο του αυτός που τον χρησιμοποιεί για να γίνει μεγάλος και τρανός. Αυτός που ξημεροβραδιάζεται αγκαλιά με λογαριασμούς και μετοχές για να αβγατίσει το βιός του. Αυτός που ρουφά σταγόνα –σταγόνα τις απολαύσεις της ύλης  γιατί είναι, λέει, λίγη η ζωή και πρέπει να τη χαρούμε0.
            Τον χρόνο τον κερδίζει αυτός που τον αξιοποιεί με την προοπτική της αιωνιότητας. Αυτός  που σύμφωνα με τον Απ. Παύλο πορεύεται τη ζωή του όχι ως άσοφος αλλά ως σοφός, εξαγοράζοντας τον καιρό του κατά τον καλύτερο τρόπο γιατί οι μέρες είναι πονηρές. Αυτός που εργάζεται συστηματικά στη διάρκεια αυτής της πρόσκαιρης ζωής, με σκοπό να κληρονομήσει την ατελεύτητη .Αυτός που ανταλλάσσει το φευγαλέο παρόν και όλα τα τερπνά του, με την άσβεστη γλυκύτητα του μέλλοντος. Αυτός  που δεν κοιτάζει πως θα κερδίσει τον κόσμο όλο, αδιαφορώντας για τη ψυχή του και το σπουδαιότερο δεν την ανταλλάσσει μ’ όλους τους θησαυρούς της γης.
          Tι κάνουμε όμως εμείς; Αγοράζουμε ή ξεπουλάμε την αιωνιότητα; Κερδίζουμε ή χάνουμε τη ψυχή μας; Ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος κυρός Χριστόδουλος  σε μια ομιλία του, διαπιστώνει τα εξής. «Η ζωή μας κατήντησε μια περιπέτεια χωρίς τέλος, όπου ξυπνάμε και αγωνιζόμαστε καθημερινά για φευγαλέα αγαθά χωρίς οι πιο πολλοί να ξέρουν το βαθύτερο νόημα της βιοτής τους…Ελάχιστοι, παραμένουν στον αγωνιστικό χώρο της ζωής και μάχονται να περισώσουν μέσα τους  και δίπλα τους την ανθρωπιά και να παρουσιάσουν με, τη φωτεινή ζωή τους ένα σύνολο αξιών που δικαιώνει την ύπαρξη τους, και καταξιώνει τον ανθρωπισμό τους…».
«Πρέπει λοιπόν να το καταλάβουμε, συνεχίζει σε άλλο σημείο, πως ευτυχία δεν θα δούμε  –το χρόνο μας λοιπόν δεν πρόκειται να τον αξιοποιήσουμε—συμπληρώνουμε εμείς—και δεν θα την απολαύσουμε αν δεν βγούμε από τον εαυτό μας, αν δεν αγκαλιάσουμε όλο τον κόσμο κι αν δεν μάθουμε πως δεν είμαστε μόνοι εδώ  κάτω στη γη, αλλ’ ότι ανήκουμε σε μια μεγάλη οικογένεια, την οικογένεια των <<τέκνων του Θεού>>. Να η μεγάλη και αναντικατάστατη αξία της Θρησκείας μας και της Εκκλησίας. …Έξω απ’ αυτήν υπάρχει σκοτάδι πηχτό κι’ επικίνδυνο, υπάρχει η αλλοτρίωση του ανθρωπίνου προσώπου, υπάρχει ο εκτροχιασμός από το πνεύμα του Θεού».(Πρωτοχρονιάτικοι Διαλογισμοί)
            Αδελφοί μου. Όσο ο άνθρωπος ξεχνάει τη θνητότητα του, όσο εργάζεται σαν άσοφος  και παντοτινός κυρίαρχος των πάντων ξεχνώντας ότι <<οι μέρες του είναι μετρημένες>>,τόσο χάνει τον χρόνο του, τόσο απομακρύνεται απ’ το Θεό. Τόσο οδηγείται στον αφανισμό. Παράλληλα τα πάσης φύσεως προβλήματα διογκώνονται, τα τραύματα του αιμορραγούν διαρκώς, ο φόβος , η αγωνία, η απελπισία τον οδηγούν σε παραλογισμό.
          Γι’ αυτό λοιπόν.
Να στηριχθούμε στον Κύριο της ζωής και του θανάτου. Να στρέψουμε τις ελπίδες μας σ’ Αυτόν που έχει στην εξουσία Του και χρόνους και καιρούς. Σ’ Αυτόν που μας δίνει πίστωση χρόνου για να κερδίσουμε την αιωνιότητα.
«Αν θέλεις-σημειώνει ο Άγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος-να έχεις κάποιο κέρδος από την Πρωτοχρονιά, κάνε το εξής.: Όταν βλέπεις ότι συμπληρώθηκε ο χρόνος , ευχαρίστησε τον Κύριο, διότι σε έβαλε σ’ αυτήν την περίοδο των ετών. Δημιούργησε κατάνυξη στην καρδιά σου, ξαναλογάριασε τον χρόνο της ζωής σου, πες στον εαυτό σου: Οι μέρες τρέχουν και περνούν τα χρόνια συμπληρώνονται, πολύ μέρος του δρόμου προχωρήσαμε. Άραγε τι καλό κάναμε; Μήπως θα φύγουμε από εδώ άδειοι από αρετή; Το δικαστήριο είναι κοντά, η ζωή μας τρέχει προς το γήρας…».
«Ρει γαρ ο χρόνος και ουκ εκδέχεται τον βραδύνοντα».

Σάββατο, 11 Οκτωβρίου 2014

ΣΠΟΡΟΣ ΚΑΙ ΛΟΓΟΣ...





ΚΥΡΙΑΚΗ Δ΄.  ΛΟΥΚΑ
       
Κάθε χρόνο αυτή την εποχή, την εποχή της σποράς, ακούμε στην Εκκλησία μας να διαβάζεται η γνωστή Ευαγγελική περικοπή «του Σπορέως».
Βγήκε κάποιος γεωργός για να σπείρει το χωράφι του. Όμως η καρποφορία, σαν ήρθε ο καιρός, δεν ήτανε η προσδοκώμενη. Ένα μέρος του σπόρου έπεσε στα μονοπάτια, και καταπατήθηκε. Ένα άλλο μέρος έπεσε στ’ αγκάθια. Φύτρωσε μεν μα τα’ αγκάθια δεν επέτρεψαν στα φυτά να αναπτυχθούν και να καρποφορήσουν. Τα κατέπνιξαν. Ακόμη σπόρος έπεσε σε γη σκληρή και ακαλλιέργητη, σε γη πετρώδη, και δεν μπόρεσε να φυτρώσει. Μόνο όσος σπόρος έπεσε σε γη καλή, γη καλλιεργημένη, προχώρησε, καρποφόρησε, έδωσε καρπό «εκατονταπλασίονα».
          Αγαπητοί Χριστιανοί.
Την κατάλληλή εποχή, η κατάλληλη διδασκαλία. Μια εικόνα του χτες, μια εικόνα που θα είναι σχεδόν άγνωστη και ακατανόητη στα παιδιά του αύριο, κυριαρχεί στην Δ΄. Κυριακή του Λουκά. Μια εικόνα που μας θυμίζει χρόνια δύσκολα, χρόνια κουρασμένα και φτωχά όπου ο ταπεινός ζευγολάτης, ο σποριάς, ο αγρότης, προσπαθούσε με τον ιδρώτα του προσώπου του να κερδίσει το λίγο ψωμί του. Εικόνα, που σήμερα έχει εκτοπίσει ο μηχανοκίνητος επιχειρηματίας, ο συνδικαλιστής αγρότης, τα παγκοσμιοποιημένα αγροτικά προγράμματα της Ε.Ε.
          Πέρα όμως από όλα αυτά, αγαπητοί Χριστιανοί, η ώρα δεν είναι για αγροτικά σεμινάρια, ούτε για λύση αγροτικών προβλημάτων. Εξ άλλου ο ίδιος ο Ιησούς Χριστός, όσες φορές χρησιμοποίησε τέτοιες εικόνες, είχε κάποιο άλλο, απώτερο σκοπό. Μιλώντας λοιπόν για σπόρους και για καλλιέργειες, αναφέρεται στην καλλιέργεια την πνευματική.
                                                                                                         
Εννοεί το θείο λόγο Του, που είναι ο πλέον δυναμικός σπόρος, και ο οποίος πρέπει να ενσταλάξει στο χωράφι της ψυχής μας για να δώσει τον εκατονταπλασίονα καρπό του.
           Είναι ο λόγος ο Θεϊκός ο οποίος σπέρνεται στις καρδιές μας για να γνωρίσουμε και να κατακτήσουμε το νόημα της ζωής. Είναι η αναγέννηση ολόκληρης της ζωής. Είναι η μόνη, η αιώνια αλήθεια. Είναι η πλέον πρόσφορη δυνατότητα αναμόρφωσης του «παλαιού ανθρώπου», ο οποίος σπείρετε στην καρδιά μας για να την γονιμοποιήσει, ώστε να παράγει  ήμερους καρπούς αγάπης.
          Αγαπητοί Χριστιανοί.
          Ο λόγος του θεού, σπόρος δυναμικός και ,αναγεννητικός, σπόρος   πρωτόγνωρος, πρωτότυπος, ζωογόνος, Χριστοκεντρικός, και δεν έλειψε από την Εκκλησία μας, και είναι εντολή του Κυρίου Ιησού Χριστού να σπείρετε «εν παντί τόπω και χρόνω». «Πορευθέντες εις  τον κόσμον άπαντα, μαθητεύσατε πάντα τα έθνη».
Ο λόγος του Θεού είναι το κήρυγμα της Εκκλησίας μας, είναι η διδασκαλία της, είναι το καλό μήνυμα, το μήνυμα της σωτηρίας που συνεχώς μας προσφέρει. Είναι ο λόγος της, που βέβαια δεν είναι λόγος ανθρώπινος. Δεν εξαρτάται από τη σοφία και την ευγλωττία ανθρώπων. Είναι σοφία, είναι δύναμη, είναι ενέργεια  Θεού.
Ο λόγος του Θεού , το κήρυγμα, είναι ακόμη το όπλο της Εκκλησίας. Όπλο, όχι βέβαια για να καταστρέφει, αλλά για νικά τις δυνάμεις του σκότους. Για να αμύνεται στους πολυποίκιλους εχθρούς, στους προκατειλημμένους κατηγόρους της, στους κακοήθεις λασπολόγους, στους «κρυφοδαγκανιάρηδες σκύλους» κατά τον Φώτη Κόντογλου. Είναι η «δίστομος ρομφαία», που επιδέξια κόβει και θεραπεύει θανατηφόρα. μορφώματα. Είναι ο λόγος, που μιλά τη γλώσσα της Εκκλησίας, λέει τις απόψεις της, μεταφέρει και διακηρύσσει την από αιώνων διαφυλαχθείσα αλήθεια, στις ημέρες μας. Είναι η αντίσταση της στον κάθε είδους πόλεμο που δέχεται.
          Χρέος λοιπόν όλων μας η «σπορά του λόγου». Υποχρέωση μας ο λόγος του Θεού το μήνυμα το καλό να φτάσει στις καρδιές όλων να ριζώσει, να βλαστήσει, να φουντώσει, να καρποφορήσει να δώσει «εκατονταπλασίονα» καρπό .
Οι ποιμένες έχουν χρέος, έχουν υποχρέωση ιερή να σπέρνουν στις καρδιές το λόγο του Θεού. Είναι απαραίτητο να αγωνίζονται και οφείλουν να προσφέρουν αμόλευτο, ασυμβίβαστο, δυνατό, αμυντικό και απολογητικό στον πόλεμο, ελεγκτικό στην αμαρτία, ορθόδοξο το κήρυγμα.
Οι ποιμενόμενοι έχουν χρέος να έχουν ανοιχτή ψυχή και αυτιά. Ν’ αφήνουν να πέφτει ο σπόρος σε γη αγαθή. Να βρίσκει έδαφος πρόσφορο, χώμα γόνιμο, για να μπορεί να ριζώνει. Πρέπει να κατανοήσουν ότι δεν πρόκειται για λόγια ανθρώπων αλλά για λόγο θεού, στον οποίο όλοι έχουμε χρέος να δείξουμε εμπιστοσύνη και να σκύψουμε το κεφάλι. «Λάλει Κύριε και ο δούλος ακούει», πρέπει να είναι η καθημερινή μας στάση απέναντι στο θείο λόγο.
          Αγαπητοί Χριστιανοί.
          Η σημερινή Κυριακή, η Κυριακή «του Σπορέως», είναι και η ημέρα της επίσημης έναρξης του κηρυκτικού, του διδακτικού, έργου της Εκκλησίας μας, μέσα στην νέα εκκλησιαστική χρονιά που από 1ης  Σεπτεμβρίου άρχισε. Σοφά και συμβολικά η Εκκλησία μας διάλεξε αυτή τη μέρα, αυτή τη Κυριακή, αυτή την Ευαγγελική περικοπή για την ανακύκληση του μεγάλου, του σπουδαίου αυτού έργου για την σπορά στη ψυχή του ανθρώπου, τη γονιμοποίηση της, την καρποφορία της, την αναγέννηση της.
          Η αλήθεια βρίσκεται στη γη, και θρέφει καθημερινά την ανθρώπινη ψυχή. Είναι ο Χριστός, που πήρε δούλου μορφή, και έσπειρε σαν άριστος σποριάς το θείο λόγο. Και τον έσπειρε απλά, δυνατά, καθαρά, ζωντανά. Με ένα του λόγο ανάσταινε νεκρούς. Με μια του φράση, αποκάλυπτε τα μυστικά του ουρανού στη γη. Με μια του κίνηση έδινε ζωή. Κάθε του σχέση ζωογονούσε.
Παρ’ όλα αυτά, ο κόσμος, στην πλειοψηφία του, ακόμα δεν θέλησε το δυνατό, το ζωντανό, τον ασυμβίβαστο λόγο του Θεού. Κρατάει , εμμένει, αναπαύεται, ευχαριστείται, με τον ψεύτικο, τον αδύναμο, τον παραπλανητικό, το λαοπλάνο, το νεκρό, ανθρώπινο λόγο. Εξακολουθεί να πιστεύει στο μύθο, στην ψευτιά, στην ουδέποτε υλοποιούμενη υπόσχεση, στη φαντασίωση, στον ορθολογισμό. Πιστεύει στους δημαγωγούς και τους εκμαυλιστές, παρά στους Ευαγγελιστές.
          Έτσι λοιπόν αγαπητοί Χριστιανοί.

          Για να ξεφύγουμε απ’ αυτά τα άγονα μονοπάτια και τα γεμάτα πέτρες χωράφια. Για να ξεριζώσουμε τα βλαπτικά αγκάθια που μας καταταλαιπωρούν συμπνίγουν  τη ψυχή μας, ας ζητάμε από τον Κύριο το φως της Θεογνωσίας. Ας ζητάμε τον ήλιο της δικαιοσύνης, το νοητό, το αληθινό φως, να μας φωτίζει και να μας χαρίζει την αληθινή γνώση, ώστε να απαλλαγούμε από την άγνοια που μας κρατά δεμένους. Το ζητούμενο είναι η  βούληση και η εμμονή στην κατάκτηση αυτού του στόχου κι εδώ υπάρχει η δική μας ευθύνη.

Τετάρτη, 17 Σεπτεμβρίου 2014

Ο ΤΙΜΙΟΣ ΣΤΑΥΡΟΣ


Ο ΤΙΜΙΟΣ ΣΤΑΥΡΟΣ


«Καθώς Μωϋσῆς ὕψωσε τον ὄφιν ἐν τῆ ἐρήμῳ, οὔτως ὑψωθῆναι δεῖ τὸν υἱὀν τοῦ ἀνθρώπου»


         
Ενώ αγαπητοί Χριστιανοί ο μήνας Αύγουστος έχει χαρακτηρισθεί σαν μήνας της Παναγίας αφού ολόκληρος χαριτώνεται και αγιάζεται απ΄ την αστείρευτη χάρη της Παναγίας μας, ο Σεπτέμβριος είναι ό μήνας τού Σταυρού. Ή αγία μας ‘Εκκλησία,  με τις δυο Κυριακές την «προ» και την «μετά την Ύψωσιν», και με την κυριώνυμο εορτή τής Παγκοσμίου Υψώσεως τού Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού, όπου καλεί τα μέλη της να προσκυνήσουν ευλαβικά, αλλά και να αναγνωρίσουν τη Χάρη πού απορρέει από το Σταυρό τού Κυρίου, αφιερώνει όλον σχεδόν αυτόν τον μήνα στο χαριτόβρυτο ξύλο και παράλληλα χαριτώνει και αγιάζει ολόκληρο το γένος των ανθρώπων.
          Αγαπητοί Χριστιανοί.
‘Επίκαιρο πάντοτε το νόημα τής εορτής τού Σταυρού, διδακτικό και σωτήριο!.. Περισσότερο όμως η εποχή μας έχει ανάγκη της εφαρμογής του!. «Οὔτως ὑψωθῆναι δεῖ τὸν υἱὀν τοῦ ἀνθρώπου» αναφέρει σήμερα ο Ευαγγελιστής Ιωάννης. Έτσι πρέπει να υψωθεί, να ανέβει στο Σταυρό, ο Υιός του ανθρώπου, ώστε:  Όπως οι Ισραηλίτες, βαδίζοντας στη γη της επαγγελίας, κέρδιζαν τη σωτηρία προσβλέποντας στο υψωμένο χάλκινο φίδι, έτσι και εμείς, η ανθρωπότητα ολόκληρη, να κερδίσει τη σωτηρία, αφού βεβαίως θελήσει να στρέψει το βλέμμα της στο Σταυρό του Κυρίου. 
Αγαπητοί Χριστιανοί.
Καμιά άλλη εποχή δεν είχε εμπορευθεί» τόσον πολύ τις ιδέες! Καμιά άλλη εποχή δεν είχε πιστέψει τόσον πολύ στον άνθρωπο! Σε καμιά άλλη εποχή δεν επικρατούσε τόση σύγχυση και αγωνία, τόσο άγχος και τέτοια ματαιοδοξία, ώστε τα πάντα να σημαδεύονται από τη ρευστότητα και την αβεβαιότητα. ‘Η αυτάρκεια και ή αυτοτέλεια τού ανθρώπου, που αποτελεί το κύριο γνώρισμα τής εποχής μας, μπορεί να χαρακτηρισθεί —κι έτσι είναι στην ουσία της— ως ή νέα πτώση του σύγχρονου ανθρώπου!
‘Ο άνθρωπος σήμερα πιστεύει και αναπαύεται στα δημιουργήματά του, στον πολιτισμό του, στα επιτεύγματα του και όχι στο Θεό Γι’ αυτό και ή ζωή έχει τα γνωρίσματα τής ζωής των ανθρώπων τής Βαβέλ. Δημιουργούσαν και τότε, αλλά χωρίς σκοπό! Μιλούσαν, αλλά δεν είχαν «λόγο» επαφής και κοινωνίας! Είχαν «όνομα» και «παρουσία» στη γη, αλλά ήσαν όμως «νεκροί»!...
Όταν ό άνθρωπος στηρίζεται σ’ ένα παρελθόν πού είναι ζυμωμένο με το λάθος τής πτώσεως, όταν ζει σ’ ένα παρόν φορτωμένο στις θλίψεις κι όταν ατενίζει σ’ ένα μέλλον γεμάτο αβεβαιότητα, έχει ανάγκη από Φως! έχει ανάγκη από το Θεό! Έχει ανάγκη από Σταυρό! ‘Ο προφήτης Δαυίδ μέσα από μία γλαφυρή εικόνα παρουσιάζει την «τάση» τής ψυχής τού ανθρώπου και την «έντασή» της για μία ζωτική κοινωνία το Πρόσωπο τού Θεού: «εδίψησεν ή ψυχή μου προς Θεόν τον ζώντα· πότε ήξω και οψθήσομαι του προσώπου του Θεού; Εγενήθη τα δάκρυά μου εμοί άρτος ημέρας και νυκτός εν τω λέγεσθαί μοι καθ’ εκάστην ημέραν· πού εστίν ό Θεός σου;» (Ψαλμ. 41, 3-4).
‘Ο Θεός έπλασε τον άνθρωπο για τον ‘Εαυτό Του και μ’ Εκείνον μονάχα γεμίζει ό άνθρωπος το «είναι» του. ‘Η ανθρώπινη καρδιά δε μπορεί να μείνει άδεια! Είναι νόμος της φύσεως το να αποστρέφεται το κενό! “Αν δε γεμίσει Θεό, αν δεν πλημμυρίσει από αγάπη, θα κατακλυσθεί από το διάβολο και τα «έργα» του. Όμως χορταίνει η ψυχή με το ψέμα και την απατή; Προσπάθησε ό άνθρωπος, ώστε ό «κόσμος» μέσα στον οποίο ζει να μην είναι ένα ψέμα και μία απατή; ‘Η φιλοσοφία, πού τέρπει το νου του, τον γαληνεύει; ‘Ο πολιτισμός, πού τρέφει τον εγωισμό του, τον λυτρώνει; Γι’ αυτό το μήνυμα τού Σταυρού και ο περί Σταυρού λόγος του Απ. Παύλου, διαχρονικό. ‘Απευθύνεται σε κάθε άνθρωπο, κάθε εποχής: «...δεν θεώρησα επιτετραμμένο να γνωρίζω τίποτε άλλο μεταξύ σας, Παρά μόνον τον Ιήσουν Χριστόν και τούτον όχι ως βασιλέα ένδοξον, αλλ’ εσταυρωμένον».
Κάποιος νεότερος άγιος, αγαπητοί Χριστιανοί, πούλησε όλα του τα υπάρχοντα.  Πούλησε και τη βιβλιοθήκη του, που τόσο πολύ αγαπούσε.   Όσα χρήματα πήρε τα έδωσε στους φτωχούς. ‘Εμένα μού αρκεί, είπε, ό Σταυρός, το μοναδικό «βιβλίο». Αυτός είναι ή μελέτη μου, ό φωτισμός μου, το στήριγμά μου!
‘Άλλος είπε πως, αν μπορούσε να γράψει κανείς την ‘Ιστορία των ανθρώπων σ’ ένα μόνο βιβλίο και το βιβλίο αυτό να το συνοψίσει κατόπιν σε μία μόνο σελίδα και τη σελίδα αυτή σε δύο μόνο λέξεις, οι λέξεις αυτές θα ήταν: «Χριστός Εσταυρωμένος!..». Γιατί άραγε; Γιατί ό Σταυρός τού Χριστού είναι η φανέρωση τής αγάπης τού Θεού για τον άνθρωπο. Στο Σταυρό ό Θεάνθρωπος γέρνει το κεφάλι Του γεμάτος αγάπη για τον άνθρωπο. Κρατιέται επάνω του όχι με τα καρφιά, αλλά με τα «σχοινιά» τής αγάπης Του!...
Πάνω από τις ανθρώπινες πλάνες και διαμάχες, πάνω από τις κακίες και τούς εγωισμούς, τα μίση και τα πάθη βρίσκεται το μοναδικό «έπος» τής ‘Αγάπης, ό Σταυρωμένος Θεός Λόγος. Αυτός δεν αλλάζει, δεν πέφτει, δεν περνά, δεν άπατά, ενώ όλα σε τούτον τον κόσμο αλλάζουν, όλα πέφτουν, όλα περνούν, όλα απαιτούν, όλα απογοητεύουν. Η αλήθεια Του, η δύναμή Του, η γαλήνη Του, ο Σταυρός Του, μ’ ένα λόγο, βασιλεύει αιωνία!... Δυστυχείς είναι οι λαοί πού τρέφονται με τη ματαιότητα και τη φθορά τού θανάτου, ενώ υπάρχει ό Ζωοποιός Σταυρός τού Χριστού ως δύναμη και δυνατότητα ζωής και μάλιστα ζωής ατελεύτητης.
Δυστυχείς είναι εκείνοι πού ποδοπατούν τη Χάρη και την ευλογιά τής σωτηρίας πού απορρέει από το Σταυρό. Και ευλογημένοι είναι όλοι όσοι πορεύονται με το Σταυρό τους κάτω από το βλέμμα και την ευλογιά του ‘Εσταυρωμένου.
Δυστυχείς είναι εκείνοι που με λόγια και με έργα καθημερινά ποδοπατούν, υβρίζουν, βλασφημούν, τον Τίμιο Σταυρό και τον επ’ Αυτού Εσταυρωμένο Ιησού. Αλήθεια! « Βλασφημίες κι αναθέματα, ξεσπούν ολόγυρα Σου, φαρμακερά σαν τα καρφιά, και σχίζουν την καρδιά Σου», αναφωνεί ο ποιητής. Δυστυχείς αυτοί που με το  κάλυμμα  της τέχνης εκθέτουν πάνω στο ζωγραφικό καμβά ότι «αισχρόν εστίν και λέγειν»  βλασφημώντας ασύστολα κατά του Τιμ. Σταυρού. Δυστυχείς και εξ ίσου κατακριτέοι και όσοι ανέχονται και υποστηρίζουν τέτοιες καταστάσεις.
Δυστυχείς αυτοί που με τα βιβλία τους, στο όνομα της λογοτεχνίας, υβρίζουν και αποδίδουν δικά τους απωθημένα στο  Εσταυρωμένο Ιησού, χλευάζοντας και περιφρονώντας το υπέρ παν όνομα. Το μόνο βέβαια που καταφέρνουν είναι να βγάλουν στο φως το δηλητήριο που κρύβει η δική τους μολυσμένη ψυχή.
Δυστυχείς είναι εκείνοι που με το κάλυμμα της  ελευθερίας – ασυδοσίας το λέμε εμείς – προσπαθούν να διαγράψουν αυτό το «υπέρ παν όνομα», το όνομα «χριστιανός», ώστε να μην φαίνεται, να μην ακούγεται, να μην γράφεται και ελέγχει έτσι την ανομία τους.
Δυστυχείς όλοι όσοι με τη μοχθηρία της αθεΐας τους περιφρονούν περιγελούν και σταυρώνουν συνεχώς το Χριστό. Είναι όλοι τους οι εχθροί του Σταυρού για τους οποίους κλαίει ο Απ. Παύλος.
 Όμως! ‘Απ’ το Σταυρό τού ‘Ιησού Χριστού ακούστηκε ή σάλπιγγα τής νίκης κατά τού Θανάτου. Στο Σταυρό τού Χριστού «κατεπόθη ό Θάνατος εις νίκος. Πού σου, Θάνατε, το κέντρον; Πού σου, Άδη, το νίκος;» (Α’ Κορινθ. 15, 54-55) αναφωνεί ό απόστολος Παύλος! ‘Απ’ αυτήν την αποκάλυψη δεν υπάρχει άλλη μεγαλύτερη. Αφού ό Θεάνθρωπος από το ύψος τού Σταυρού Του άνοιξε για τον άνθρωπο την πύλη τής Βασιλείας τού Θεού, καλείται ό άνθρωπος να κρατήσει ως μοναδική του πίστη, γνώση και χαρά, ως μοναδική του ελπίδα, επιθυμία, απαντοχή και αναζήτηση το Σταυρό τού Κυρίου του ‘Ιησού Χριστού.

Ποιος, αλήθεια, ενώ γνωρίζει την ευεργετική δύναμη τού Σταυρού, θα τολμήσει να υβρίσει το μέσο τής σωτηρίας του; Κι αν πολλοί ενσυνείδητα υβρίζουν «το τρισμακάριστον ξύλον έν ώ έτάθη Χριστός ό Βασιλεύς και Κύριος» μήπως λησμονούν πώς «εν τούτο έθνη βάρβαρα ήττηνται»; Γι’ αυτό επιβάλλεται, Παρά την αναξιότητα μας, οι χριστιανοί να υψώνουμε τα χέρια προς τον Εσταυρωμένο σε σχήμα σταυρού και να επικαλούμαστε τη χάρη τού Σταυρού Του. «Σταυρέ τού Χριστού σώσουν ημάς τη δυνάμει σου».

Σάββατο, 9 Αυγούστου 2014

Υπεραγία Θεοτόκε, σώσον ημάς»



Υπεραγία Θεοτόκε, σώσον ημάς»



Πρωτ. Γεωργίου Δορμπαράκη

Ο μήνας Αύγουστος είναι ο μήνας της Υπεραγίας Θεοτόκου, της Παναγίας μας. Αν καθ’ όλο το έτος έχουμε συχνές και πυκνές αναφορές για τη Μητέρα του Κυρίου, εκεί που αποκορυφώνεται η δοξολογική, τιμητική και ικετευτική αναφορά μας σ’ Εκείνη, είναι κατά τον μήνα αυτό, λόγω της εορτής της Κοιμήσεώς της και της με αυτήν κατά την παράδοση της Εκκλησίας μας συνδεδεμένης μεταστάσεώς της. Αιτπια γι’ αυτό είναι ότι η Κοίμηση και η μετάσταση της Θεοτόκου επιστεγάζουν την όλη αγιασμένη επί γης πορεία της, που σημαίνει ότι το κάθε γεγονός της ζωής της Παναγίας θεωρείται ως αναβαθμός, που οδηγεί στην αγκαλιά του Τριαδικού Θεού. Με άλλα λόγια, με την Κοίμηση της Θεοτόκου κατανοούμε οι πιστοί ότι τίποτε δεν υπήρξε τυχαίο στη ζωή της – άλλωστε, υπάρχει τίποτε τυχαίο; - αλλά όλα συμπλέκονταν από τη Θεία Χάρη, η οποία συνεργαζόταν με την ελεύθερη βούλησή της, ώστε να φθάσει να γίνει η Παναγία αυτό που δηλώνει η προσωνυμία της: Παν-αγία. Υπεράνω δηλαδή οποιουδήποτε αγίου, είτε ανθρώπου είτε αγγέλου. «Θεός μετά Θεόν» κατά μία μάλιστα πατερική έκφραση. Γι’  αυτό και ψάλλει αδιάκοπα η Εκκλησία μας: «Την τιμιωτέραν των Χερουβείμ και ενδοξοτέραν ασυγκρίτως των Σεραφείμ». Από αυτό καταλαβαίνουμε και γιατί η νηστεία για την Παναγία, γιατί οι καθημερινές ικεσίες μας με τους παρακλητικούς κανόνες, γιατί οι γονυκλισίες.

Ιδιαιτέρως θα σταθούμε στους παρακλητικούς κανόνες, μεγάλο και μικρό, που αποτελούν μακάριο εντρύφημα κάθε πιστού, παρηγοριά κι ελπίδα του σ’  όλες τις περιστάσεις της ζωής του, μάλιστα τότε που αντιμετωπίζει διαφόρων ειδών πειρασμούς. Και τούτο γιατί οι βασικές προϋποθέσεις στις οποίες στηρίζονται και οι δύο κανόνες, είναι αφενός το γεγονός ότι ως άνθρωποι χειμαζόμαστε ευρισκόμενοι μέσα σ’  αυτόν τον ταλαίπωρο κόσμο με τους πολυποίκιλους πειρασμούς και τις παγίδες του, αφετέρου υπάρχει η ελπίδα και η παρηγοριά, η καταφυγή και η δύναμη, που είναι η παρουσία της Παναγίας στη ζωή μας.
Και ως προς την πρώτη προϋπόθεση:  Δεν υπάρχει, πιστεύουμε, άνθρωπος επί γης, που να μη δοκιμάζει πειρασμούς, εξωτερικούς και εσωτερικούς. Είναι τέτοια η ανθρώπινη φύση και τέτοια η κοινωνία και ο κόσμος μας, που τούτο θεωρείται αδύνατο. «Πειραστήριον» χαρακτηρίζει ο λόγος του Θεού τη ζωή του ανθρώπου, «κοιλάδα πένθους και δακρύων». Αλλά και σύνολη η εμπειρία του ανθρώπου, όπου γης, ανεξάρτητα από θρησκεία και ιδεολογία, επιβεβαιώνει το γεγονός. Γιατί άραγε; Πλαστήκαμε για να πάσχουμε; Βεβαίως όχι. Ο Θεός, κατά την πίστη μας, μας δημιούργησε έτσι, ώστε να είμαστε μέτοχοι της ζωής Του, δηλαδή να ζούμε ευτυχισμένοι, με την προοπτική μάλιστα της απόλυτης, μέσα στα κτιστά όρια, ευτυχίας, εφόσον τέλος μάς έταξε την ομοίωσή μας με Αυτόν. Η κακή χρήση όμως της ελευθερίας μας μάς οδήγησε στην απομάκρυνση από Εκείνον, την πηγή της χαράς και της μακαριότητας, κι έτσι κλήρος μας έγινε αυτό που επιλέξαμε: η φθορά και ο θάνατος, με τα συνοδεύοντα αυτά στοιχεία, της θλίψης και των δακρύων των πειρασμών. Λέει ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος κάπου: «Όπου δεν υπάρχει πληγή, δεν χρειάζεται νυστέρι. Στον Αδάμ πριν από την παράβαση δεν υπήρχαν δάκρυα, όπως ακριβώς και στους δικαίους, μετά την ανάσταση των νεκρών, εφόσον θα έχει καταργηθεί η αμαρτία και θα έχει εξαφανιστεί η οδύνη, η λύπη και ο στεναγμός». Όλοι λοιπόν πάσχουμε εξωτερικά και εσωτερικά. Εξωτερικά: με τις διάφορες αρρώστιες, τους πόνους, τις δοκιμασίες της ζωής, εσωτερικά: με τα διάφορα πάθη και τις αδυναμίες μας.
Ποιοι πειρασμοί θεωρούνται βαρύτεροι; Συνήθως ο πολύς κόσμος θεωρεί ότι οι εξωτερικοί πειρασμοί είναι οι χειρότεροι, αυτοί που μόνον μπορούν να δημιουργήσουν ουσιαστικά προβλήματα. Πολλές φορές μάλιστα δεν δίνει σημασία καν στους εσωτερικούς. «Την υγεία μας να ‘χουμε και τίποτε άλλο» ακούμε καθημερινά γύρω μας και σε όλους τους τόνους. Ενώ η καθημερινή ζωή αποκαλύπτει ότι οι γονείς ρίχνουν όλο το βάρος τους για τη διασφάλιση των εξωτερικών συνθηκών των παιδιών τους και της σωματικής υγείας τους, μηδαμινά δε, αν μη τι και καθόλου, δεν φροντίζουν για την εσωτερική ακεραιότητά τους.
Κι όμως! Οι εσωτερικοί πειρασμοί, που πηγάζουν πρωτίστως από τα πάθη και τις αδυναμίες μας, έχουν την άμεση προτεραιότητα, γιατί αυτοί διακυβεύουν την πίστη και την αγάπη μας στον Θεό και τον συνάνθρωπο, που σημαίνει ότι από την καλή ή κακή αντιμετώπισή τους εξαρτάται το αιώνιο μέλλον μας. Ενώ οι άλλοι, οι εξωτερικοί πειρασμοί, θα έπρεπε να έρχονται σε δεύτερη μοίρα ενδιαφέροντος, δεδομένου ότι αυτοί πολλές φορές θεωρούνται ευλογία Θεού. Πώς; Θεωρούμενοι ως αφορμή και πρόκληση προς απόκτηση μεγαλύτερης υπομονής και πίστεως, άρα προς μείζονα αγιασμό μας. «Πάσαν χαράν ηγήσασθε, αδελφοί μου» γράφει ο αδελφόθεος Ιάκωβος, «όταν πειρασμοίς περιπέσητε ποικίλοις, ειδότες ότι το δοκίμιον υμών της πίστεως κατεργάζεται υπομονήν. Η δε υπομονή έργον τέλειον εχέτω, ίνα ήτε τέλειοι και ολόκληροι, εν μηδενί λειπόμενοι» (1, 2-4).
Παρ’ όλα αυτά όμως! Η Εκκλησία μας συγκαταβαίνει στις αδυναμίες μας και στους διαφόρους πειρασμούς μας και μας προτρέπει να προστρέχουμε στην Υπεραγία Θεοτόκο, ιδίως μέσα από τις παρακλήσεις, ώστε να λαβαίνουμε την ίαση για όλα τα παθήματά μας, εξωτερικά και εσωτερικά. Κι ακριβώς αυτή η προτροπή της Εκκλησίας στηρίζεται στη δεύτερη προϋπόθεση των παρακλητικών κανόνων που είδαμε: την πίστη ότι η Παναγία βρίσκεται κοντά μας, δίπλα μας, έτοιμη να εισακούσει κάθε αίτημα που είναι για το συμφέρον μας, διότι έχει τη δύναμη να μας παράσχει τη χάρη που της ζητάμε. «Πολύ ισχύει δέησις Μητρός προς ευμένειαν Δεσπότου». Αυτό συμβαίνει διότι η Παναγία είναι η μητέρα του Κυρίου μας, αυτή δηλαδή από την οποία προσέλαβε, με τη θέλησή της, την ανθρώπινη φύση ο Θεός μας, συνεπώς έκτοτε δεν μπορεί να γίνει αναφορά στον Χριστό χωρίς να γίνει αναφορά και στην Παναγία Μητέρα Του. Με άλλα λόγια, όπου Χριστός, εκεί και Παναγία, κι όπου Παναγία, εκεί και Χριστός. Προσφυγή άρα στην Παναγία σημαίνει ισχυρή προσφυγή και προς τον Χριστό, γι’  αυτό και άπειρα τα θαύματα από τις παρακλήσεις στη Θεοτόκο, τόσο τα μεγάλα και τρανταχτά, όσο και τα μικρά και καθημερινά, που τα γνωρίζει μόνον η πιστή ψυχή του απλού ανθρώπου.
Κατανοούμε έτσι γιατί οι διάφοροι αιρετικοί, και στο παρελθόν και στο παρόν, υποτιμούν την Παναγία. Μη έχοντας ορθή γνώση του Χριστού, λόγω ελλείψεως της χάρης του Θεού μέσα τους, κατ’  ανάγκην διαστρεβλώνουν και τη θέση της Μητέρας Του. Δηλαδή, κριτήριο ορθοδοξίας θεωρείται μεταξύ των άλλων και η στάση μας έναντι της Παναγίας. Ας ρωτήσουμε οποιοδήποτε αιρετικό, ιδίως τους Προτεστάντες και τους παναιρετικούς Γιεχωβάδες,  τι φρονούν για την Παναγία. Η απάντησή τους θα μας γεμίσει μαύρη απελπισία. «Αισχρόν εστι και λέγειν». Κι όπως χρειάζεται Πνεύμα Θεού για να δει κανείς ορθά τον Χριστό – «ουδείς δύναται ειπείν Κύριον Ιησούν ει μη εν Πνεύματι Αγίω» (Α΄Κορ. 12, 3) – κατά τον ίδιο τρόπο απαιτείται Πνεύμα Θεού για να δει κανείς ορθά και την Παναγία. Είναι τόσο φανερή η αλήθεια αυτή, όταν  διαβάζουμε στο Ευαγγέλιο τα σχετικά με την επίσκεψη της Μαριάμ, μητέρας του Κυρίου, στην εξαδέλφη της Ελισάβετ μετά τον Ευαγγελισμό. «Επλήσθη», γράφει ο ευαγγελιστής, «Πνεύματος Αγίου η Ελισάβετ και ανεφώνησε φωνή μεγάλη και είπε: Ευλογημένη συ εν γυναιξί…» (Λουκ. 1, 41-42).
Η Παναγία μας λοιπόν έχει τη δύναμη να μας βοηθήσει σε όλα μας τα προβλήματα, λόγω της σχέσεώς της με τον Κύριο και Υιό της. Δεν έχουμε παρά να προστρέχουμε συνεχώς σ’  Αυτήν – και όχι μόνον με τις παρακλήσεις – με την πεποίθηση ότι η βοήθειά της αποτελεί και χαρά, αλλά και ανάγκη της. Χαρά, γιατί είναι γεμάτη αγάπη για τα παιδιά της – κι είμαστε ως μέλη Χριστού βαπτισμένα, παιδιά κι εμείς της Παναγίας – ανάγκη της δε, γιατί ως εξαίρετο μέλος και Αυτή του ίδιου μυστικού σώματος του Χριστού, νιώθει προσωπικά ως δικά της όλα τα προβλήματα και τις αγωνίες των άλλων μελών του σώματος.