Τρίτη, 28 Νοεμβρίου 2017

Κυριακή ΙΔ Λουκά





«Ιησού Υιέ Δαβίδ, ελέησόν με», φώναξε ο τυφλός της Ιεριχούς.
Ο κόσμος που συνόδευε και ακολουθούσε τον Χριστόν, του είπαν να σωπάσει, να μη φωνάζει. Αλλά αυτός εκραύγαζε ακόμα πιο πολύ και ακόμα πιο δυνατά «Ιησού Υιέ Δαβίδ, ελέησόν με». Και ο φιλάνθρωπος Κύριος που αγαπά και αρέσκεται πολύ στο να ακούει το όνομά Του, και μάλιστα όταν Τον επικαλούνται με όλη τους, με όλη τους την καρδιά, στάθηκε και είπε να φέρουν μπροστά Του αυτόν που τον φώναζε ως «Υιόν Δαβίδ».
Όταν πλησίασε τον ρώτησε, «Τι θέλεις να σου κάμω;»
Η απάντησις του τυφλού: «Κύριε ίνα αναβλέψω». Και ο Θεάνθρωπος Κύριος με ένα Του λόγο, λέγοντάς του δηλαδή «Ανάβλεψον», έκαμε το θαύμα. Έδωσε στον τυφλό το φως του, και πρόσθεσε «Η πίστις σου σέσωκέ σε».
Και ο τυφλός που είδε παραχρήμα, δηλαδή αμέσως, δόξασε τον Θεόν και ακολούθησε μαζί με το πλήθος του λαού τον Χριστό. Αυτήν την σωτήρια κραυγή, την συναντάμε πολλές φορές στην Αγία Γραφή. Τη φώναξε μάλιστα και μια ειδωλολάτρισσα, η Χαναναία, και πρόσθεσε στο «ελέησόν με» ότι «η θυγάτηρ μου κακώς δαιμονίζεται». «Εμένα να ελεήσεις Ιησού, Υιέ Δαβίδ, εμένα, γιατί το παιδί μου είναι δαιμονισμένο. Εγώ είμαι η αιτία για το μεγάλο κακό που συνέβη στο παιδί μου. Εγώ φταίω για το δαιμόνιο που μπήκε μέσα του και δαιμονίστηκε. Αν ελεήσεις εμένα, θα ελεηθεί και το παιδί μου. Εάν με λυπηθείς και θεραπεύσεις τον πόνο μου, θα θεραπευθεί και το παιδί μου». Μας λένε και μας συστήνουν οι Πατέρες της Εκκλησίας μας, ότι θα πρέπει πολύ να μας προβληματίσουν τα λόγια αυτά της Χαναναίας, της ειδωλολάτρισσας αυτής μάνας, της οποίας η πίστις ήτο πολύ μεγάλη. Και ερωτώ: Μήπως από τα πολλά κακά που συμβαίνουν στα παιδιά μας, όπως αναποδιές, κακοτυχίες, δυστυχήματα, δαιμονοκρατίες και χίλιες δυο άλλες γρουσουζιές, μήπως αυτές και όλα αυτά οφείλονται στις δικές μας αμαρτίες; Μήπως οφείλονται στις αμαρτίες των γονέων, οι οποίοι ξεστομίζουν κάθε μέρα κατάρες, διαβολοστέλνουν, αναθεματίζουν, ή βρίζουν τα θεία καθημερινώς, - χώρια οι εκτρώσεις που γίνονται η μία πίσω από την άλλη.
Εμείς φταίμε για όλα. Εμείς αμαρτάνομε χωρίς ντροπή. Εμείς είμεθα μακριά από τον Θεόν, την Εκκλησία Του και τα Άγια σωστικά μυστήριά Της. Εμείς δεν προσευχόμεθα όπως πρέπει. Και αν καμιά φορά κάνομε καμιά προσευχή, την κάνομε χωρίς καρδιά και χωρίς αγάπη. «Ιησού Υιέ Δαβίδ» φώναξε ο τυφλός και μόλις άνοιξαν τα μάτια του, ποιόν είδε μπροστά του; Τον Χριστόν είδε! Το φώς είδε! Την αλήθεια είδε! Τον Θεόν είδε! Είδε τον Σωτήρα του, που είναι το φώς το αληθινόν, το φως του κόσμου. Άρα βγαίνει το συμπέρασμα ότι πρέπει και μείς να φωνάζουμε και να επικαλούμεθα το Πανάγιον όνομά Του, πολύ συχνά, γιατί και μείς είμεθα ψυχικά τυφλοί από τις πολλές μας καθημερινές αμαρτίες. Ας το φωνάζουμε λοιπόν, «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με», για να μας ελεήσει. Ας το φωνάζουμε για να μας αποτυφλώσει από την τύφλα της ψυχής μας. Ας Τον φωνάζουμε για να σκορπίσει και να διαλύσει τα σκοτάδια από τον σκοτισμένο μας νου. Ας Τον φωνάζουμε για να μας ελευθερώσει από την τυραννία των παθών μας αδελφοί μου.
Και όταν ανοίξουν τα μάτια της ψυχής μας, τότε θα δούμε και μείς, το φως το αληθινόν. Και τότε θα δοξολογήσουμε και μαζί με την Εκκλησία θα βροντοφωνήσουμε βεβαιωτικά και θριαμβευτικά : «Είδομεν το φως το αληθινόν, ελάβομεν Πνεύμα επουράνιον».
Δεν πρέπει όμως να ξεχνάμε και την διαβεβαίωση του Ευαγγελικού λόγου, ότι «ουδείς δύναται ειπείν Κύριον Ιησούν ή μη εν Πνεύματι Αγίω». Αυτό σημαίνει ότι ο Θεός μας φωτίζει και μας σπρώχνει για να λέμε αυτό το αίτημα με την ευχούλα «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με». Και ανάλογα με την προαίρεση που έχουμε, ανάλογα με την διάθεση που έχουμε, τη μικρή ή τη μεγάλη, λέμε ή δε λέμε προσευχή, κάνουμε ή δεν κάνουμε προσευχή. Άμα υποκύψουμε σε ένα πάθος με πλήρη την πνευματικήν μας συγκατάθεση, με ολοκληρωμένη την συγκατάθεση την ψυχοσωματική μας, τότε δεν μπορούμε να κάνουμε προσευχή. Δεν βγαίνει η προσευχή από μέσα μας, διότι το πάθος σκοτίζει το νου, και εμποδίζει να βγάλει την προσευχή της καρδιάς. Βγαίνει η προσευχή, αλλά την λένε μόνον τα χείλη μας, είναι ξερή και άγονη. Είναι άκαρπη σαν την άκαρπη συκιά του Ευαγγελίου. Γι’ αυτό και ζητάμε πρώτα απ’ όλα, να αποκτήσομε τη συναίσθηση της αμαρτωλότητός μας και το βάρος των πτώσεών μας στην αδικία, στην κακία, στην πονηρία, στην κατάκριση, στην ατιμία, στο ψέμα και σε πλήθος άλλων αμαρτημάτων και κακιών. Η συναίσθησις αυτή θα φέρει την αληθινή μετάνοια αφού με την αμαρτία λυπήσαμε το Πνεύμα το Άγιο. Στην αληθινή μετάνοια ενεργοποιείται η πίστις προς την παντοδυναμία και την αγαθότητα του Αγίου Θεού, και τότε η ψυχή μας ψάχνει να βρει τον Σωτήρα της Ιησού Χριστό, για να Τον φωνάξει παρακλητικά «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με».
Και όχι μόνον μια φορά, πολλές φορές, αμέτρητες, με δυνατή την πίστη, με συντριβή, και δάκρυα βγαλμένα απ’ την καρδιά. Επειδή όμως χριστιανοί μου είμεθα όλοι μας αμαρτωλοί, και πρώτος εγώ, και μάλιστα περισσότερο απ’ όλους σας είμαι αμαρτωλός, έρχεται ο διάβολος, ο αιώνιος αυτός εχθρός της ψυχής μας και μας πολεμάει με τους λογισμούς, στο να μη φωνάζουμε το όνομα του Ιησού Χριστού, στο να μη λέμε την ευχούλα «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με», για να προκαλέσει απόγνωση και απελπισία. Τι μας ψιθυρίζει; - θα σας πω. Μας λέγει λοιπόν μέσα στο νου: «Γιατί λες την ευχή αφού δε βλέπεις από πουθενά ωφέλεια; Γιατί κοπιάζεις τόσο άδικα; Μάταια κουράζεσαι καυμένε! Γεύθηκες; Έχεις γεύσεις πνευματικές; Δεν έχεις! Θεϊκή ευωδία στην όσφρησή σου; Δεν έχεις! Όραση Θεού; Δεν έχεις! Καρπούς στα παιδιά σου και στην οικογένειά σου; Δε βλέπεις! Χαμένος λοιπόν κόπος και καιρός. Άλλωστε αυτός ο τρόπος δεν είναι για σένα που ζεις στο κόσμο και έχεις τόσες μέριμνες τόσες σκοτούρες! Μάταια λοιπόν κοπιάζεις!» Αυτά και άλλα παρόμοια μας ψιθυρίζει ο διάβολος, σπέρνοντας μέσα στην ψυχή μας τα ζιζάνια της αμφιβολίας. Μόνον η δική μας εμμονή στα πάθη εμποδίζει την προσευχή! Παρά ταύτα όμως, παρόλο που εμείς επιμένουμε στα πάθη και στην αμαρτία, ο Θεός και βλέπει και ακούει. Και επειδή «δεν θέλει τον θάνατον του αμαρτωλού, ως το επιστρέψαι και ζην αυτόν», θα του δώσει του χριστιανού πολλές πολλές ευκαιρίες για να σωθεί. Μόνον να μην πάψει ως ο τυφλός της Ιεριχούς, να φωνάζει και να επικαλείται το όνομά Του. «Ιησού Υιέ Δαβίδ, ελέησόν με», ή καλύτερα «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με». «Ιησού επιστάτα ελέησον ημάς», φώναξαν οι απόστολοι όταν είδαν τον κίνδυνον από το ύψος των κυμάτων της τρικυμισμένης εκείνης λίμνης και εγείροντας τον Κύριο εσώθησαν. Γιατί ο Κύριος εγειρόμενος είπε προς την θάλασσα και τα αγριεμένα κύματα «Σιώπα, πεφίμωσον» και εγένετο γαλήνη μεγάλη. «Ο Θεός μου ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ» φώναξε παρακλητικά ο Τελώνης, κτυπώντας το στήθος του με τα χέρια του για να βρεθεί ευθύς αμέσως δικαιωμένος στη Βασιλεία του Θεού.«Μνήσθητί μου Κύριε, όταν έρθεις εν τη Βασιλεία Σου», φώναξε με πίστη και μετάνοια, και ο ληστής πάνω στο σταυρό, για να μπει πρώτος στον Παράδεισο. Ποιος; Ένας ληστής, ένας φονιάς, ένας κακούργος, ένας μεγάλος μεγάλος αμαρτωλός.
Είπαμε αδελφοί μου ότι ο τυφλός της Ιεριχούς, μόλις άνοιξαν τα μάτια του το πρώτο πράγμα που αντίκρισε μπροστά του ήταν το θεϊκό πρόσωπο του Κυρίου. Είδε το Σωτήρα του, είδε το Φώς του κόσμου. Το ίδιο συμβαίνει και στα δικά μας μάτια, στα μάτια της ψυχής μας που είναι τυφλά απ’ την αμαρτία. Όταν αυτά ανοίγουν από τη Θεία Χάρη, αποτυφλώνεται ο άνθρωπος στη σωματική του όραση, χωρίς όμως αυτή να τη χάσει, και βλέπει. Τι βλέπει; Δεν ξέρετε. Βλέπει όμως και ορά την παρουσίαν του Αγίου Θεού, που είναι Φώς, Φώς και μόνον Φώς. Φώς ο Θεός, Φώς ο Πατήρ, Φώς ο Υιός, Φως το Πανάγιον Πνεύμα, όλος ο Θεός Φώς. Φώς. Πλημμύρα Θεού Φωτός, μέσα και έξω απ’ τον άνθρωπο. Όλος ο προσευχόμενος χριστιανός γίνεται ένα με το φως, μέσα από το φως βλέπει το Φως του Θεού. Μέσα απ’ αυτό το Θείον Φώς βλέπει ακτίστως το έκτακτο κάλλος, την απροσπέλαστη δηλαδή ομορφιά του Θείου Προσώπου, του Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, «ο ωραίος κάλλει παρά πάντας βροτούς». Και η ομορφιά αυτή όπως το τονίζει ο δικός μου ο γέροντας, δεν συγκρίνεται λέγει βεβαιωτικά ούτε με μύριους Παραδείσους, από το αμήχανον αυτό κάλλος και από την Θεϊκή άπειρη δόξα του θείου προσώπου του Ιησού Χριστού τρέφονται άγγελοι και αρχάγγελοι, Χερουβείμ και Σεραφείμ και όλες οι υπερουράνιες αόρατες Ασώματες Δυνάμεις. Τρέφονται ακόμα και όλοι οι Άγιοι που θριαμβεύουν σήμερα στην Βασιλεία των Ουρανών. Τρέφονται ακόμα και όσες ψυχές έχουν φύγει ορθοδόξως και προγεύονται τη Βασιλεία του Αγίου Θεού. Απ’ αυτήν θα τρέφονται ακορέστως στους αιώνας των αιώνων και όσοι από μας αξιωθούν και σωθούν.
Η ευχή μου είναι να σωθείτε όλοι σας, μηδενός εξαιρουμένου, άνδρες και γυναίκες, νέοι γέροι και παιδιά, όλοι σας εύχομαι να σωθείτε εν μετανοία. Το επαναλαμβάνω. Όλοι σας εύχομαι να σωθείτε εν μετανοία. Να εύχεστε όμως και σεις όλοι, και να προσεύχεστε γι’ αυτό, για να σωθούμε και ημείς οι λειτουργοί του Υψίστου, οι ποιμένες των λογικών προβάτων, που σήμερα όλως αναξίως καταξιωθήκαμε να παρασταθούμε μπροστά στο επίγειο θυσιαστήριο του Αγίου Θεού, ο πατήρ Καλλίνικος, ο πατήρ Παναγιώτης και εγώ ο ανάξιος. Σας παρακαλώ πολύ να προσεύχεστε για να σωθούμε και μείς μαζί σας,



Πέμπτη, 23 Νοεμβρίου 2017

ΠΡΟΣ ΤΗ ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΩΝ ΟΥΡΑΝΩΝ / ΙΓ ΛΟΥΚΑ

ΠΡΟΣ ΤΗ ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΩΝ ΟΥΡΑΝΩΝ

Αποτέλεσμα εικόνας για ιγ λουκά



Ακούγοντας τα λόγια της σημερινής Ευαγγελικής περικοπής, αδελφοί μου, έρχονται στο νου μου τα λόγια σύγχρονου μάρτυρα της Εκκλησίας της Σερβίας. π. Ιουστίνου Πόποβιτς ο οποίος έγραψε: «Ουσιαστικά όλα τα προβλήματα περιέχονται στο πρόβλημα του ανθρώπου και όλες οι λύσεις στη λύση του προβλήματος του ανθρώπου».
Περίπου στο ίδιο μήκος κύματος θα κινηθεί η σκέψη του Φώτη Κόντογλου, όταν με ρεαλισμό, παραστατικότητα και ακρίβεια τόνιζε: «οι άνθρωποι βρίσκονται σε ακατάπαυστη κίνηση, σαν μανιακοί. άλλοι τρέχουν από δω, άλλοι από κει. Όλοι βιάζονται. Δοξάζω τον Θεό άμα δω κανέναν να πορεύεται ήσυχα, χωρίς να βιάζεται «Όλοι καταγίνονται με όλα» για να ξεχάσουνε τον εαυτό τους, για να μην απομένουνε μοναχοί και δούνε τη γύμνια τους, τη μιζέρια τους, το χάος που τους ζώνει».
Αποκρυπτογραφώντας το μυστικό νόημα της Ευαγγελικής περικοπής του πλούσιου, βλέπουμε να επικεντρώνεται το πρόβλημα στον άνθρωπο. Τούτος ο πλούσιος διέθετε ισχυρό οπλισμό θρησκευτικότητας. Άγγιζε τολμηρά τον λόγο του Θεού και αναπαυόνταν με την μερική εφαρμογή του. Τον χαρακτήριζε ο πόνος, ο πόθος και η παρορμητική αγάπη για την σωτηρία του μέσα στην χάρη και την ελπίδα του Θεού. Μέχρις εκεί όμως!
Όταν ο Χριστός τον κάλεσε σε μεγαλύτερες υπερβάσεις, συγκλονιστικότερες ανατροπές, τότε κυριεύτηκε από αδιέξοδη και φθοροποιό λύπη. Μένει έκθετος και φοβισμένος - να ζει μέσα στο ασταθές και αβέβαιο έδαφος μιας νοσηρής και επικίνδυνης θρησκευτικότητας.
Αδελφοί μου!
Αδύναμος, αφτέρουγος, επιπόλαιος στις αναζητήσεις και άριζος στα πιστεύματά του ο σύγχρονος άνθρωπος βρίσκεται μπλοκαρισμένος, σύρεται αιχμάλωτος στο εξουθενωτικό άρμα ποικίλων ψευδαισθήσεων. Νομίζει - νομίζουμε - πως η επιλεκτική και κατά το ανθρώπινο συμφέρον πίστη μας πολιτογραφεί στην κοινωνία των Χριστιανών και μας χορηγείται εύκολα το ισχυρό διαβατήριο για την πλεύση μας προς την αιώνια ζωή. Αγκυροβολημένοι στο ακλόνητο μουράγιο μιας πίστης, που αγγίζει τον ατομισμό μας, υπηρετεί και δικαιολογεί τις ορέξεις μας χαϊδεύει τα όνειρά μας, για τη κατάκτηση της Βασιλείας των Ουρανών μέσα από «ελάχιστες» κινήσεις και «ασήμαντους» αγώνες, δεν αναδιπλωνόμαστε, ούτε μπαίνουμε στην ασήμαντη, την ελάχιστη περιπέτεια να προχωρήσουμε βαθειά στον ατάραχο εαυτό μας, για την ανάλογη και σωτήρια διερεύνηση.
Επισημαίνει εύστοχα αγιορείτης γέροντας: «Η ζωή των Χριστιανών μη διαφέροντας καταντά επιβίωση δίχως νόημα, ανόητη, αφού δεν μπορείς να ζεις μόνο για μια σύνταξη ή για ένα δεύτερο διαμέρισμα ή για ένα καινούργιο αυτοκίνητο. Δεν καρτεράμε μια ουσιαστική αλλαγή, κινούμεθα δίχως ελπίδα. Έτσι τρέχουμε συνέχεια, υφαίνοντας κατά κάποιο τρόπο το σάβανο μας. Η ζωή, λέμε κι εμείς, είναι μαύρη, άχαρη, τα ίδια και τα ίδια, μουντή, θολή, ρουτίνα».
Επιβιώνουμε, δηλαδή μετράμε τις μέρες που ασυγκράτητα διαβαίνουν, ανάμεσα στον τρόμο και την αγωνία, τον πόθο και το πάθος, την λαχτάρα και την περιπέτεια. Δίχως αληθινά να ζούμε.
Μένουμε, δηλαδή, στην επιφάνεια, τα εξωτερικά σχήματα και τις επιπόλαιες αναζητήσεις, όπως ο πλούσιος του Ιερού Ευαγγελίου. Τύπος καθαρά θρησκευτικός. Πρόσωπο μιας κάποιας πνευματικής ανησυχίας. Κολλημένος ταυτόχρονα στα σκιρτήματα της υλοζωίας. Περιφερόμενος ανάμεσα στους πληθωρικούς ανεμοστρόβιλους του σήμερα. Εξαντλώντας κάθε εσωτερική δύναμη για την ικανοποίηση των υλικών και πνευματικών του αναγκών μέχρι ενός ορίου. Δίχως σταυρόσημες οδοιπορίες. Γι’  αυτό, όταν η φωνή του καρδιογνώστη Χριστού τον προκάλεσε για ουσιαστικότερες πτήσεις προς την Βασιλεία των Ουρανών, για απελευθερωτικές προσωπικές κινήσεις πέρα από την πνιγηρή εξουσία των υλικών «αγαθών», τυλίχθηκε σ ένα πενθοφόρο σύννεφο. Γιατί η χριστιανική του ιδιότητα ήταν ατελής, αβαρής και μονοδιάστατη. Έτσι αποκαλύφθηκε ένας Χριστιανός δίχως την βαρύτητα της αλήθειας και την εγκυρότητα της γνησιότητας. Που «έπαιζε» στον φτηνό ρυθμό της ατομικής του αγωνίας. Που ζύγιζε την πνευματική του αγωνία και στήριζε την ποιοτική του ανθοφορία στα απλά, καθημερινά και ιδιόμορφα καθήκοντα.
Κάτι, σαν το άναμμα του κεριού, την προσφορά αρτοκλασίας σε γιορτή, την άρνησή του σε κλοπές ή ηθικές παρεκτροπές κλπ. Δίχως να προχωρεί στην συμμετοχή του στα μυστήρια της Εκκλησίας, την προσφορά των «αγαθών» του στους έχοντες ανάγκη κλπ. Έτοιμος, όμως, να «γονατίσει» όποιον θα αμφισβητούσε το γνήσιο και το καθαρό της πνευματικής του ζωής, της χριστιανικής του ταυτότητας. Το απέδειξε η στάση και η έμπονη σιωπή του στην λυτρωτική απάντηση του Χριστού.
Πιο πάνω μιλήσαμε για την αιχμαλωσία του πλούσιου της Ευαγγελικής περικοπής στον χώρο πολλών ψευδαισθήσεων. Και την μαρτυρική του ψευδαίσθηση, πως ζει στην καθημερινή του ζωή το θέλημα του Θεού. Ήθελε να αγνοεί πως η αγάπη του Θεού μας καλεί σε ολοκληρωτική αφιέρωση σ’  Εκείνον, ταπεινή υπακοή στο άγιο θέλημα Του, συνεχή προσπάθεια αναγέννησης και μεταμόρφωσης, σε σταθερή πορεία μετάνοιας. Δίχως αυτή την προϋπόθεση θα ζούμε μακρυά Του, ριγμένοι στην άφιλη και άγονη έρημο της απουσίας Του. Στερημένοι της ζωηφόρου πνοής του και στραγγισμένοι από τον ελευθερογόνο φωτισμό Του.
Αγνοούμε, ίσως γιατί νομίζουμε πως κάτι τέτοιο δεν συμφέρει στον ατομισμό μας, πως ο Χριστός και η αγάπη Του δεν αποτελούν ασφάλεια και εγκυρότητα για την έλλειψη της θύελλας στην ζωή. Αποτελούν όμως ασφάλεια και εγκυρότητα μέσα στην θύελλα. Λειτουργούν προστατευτικά στους κλυδωνισμούς και τις περιπέτειες. Δημιουργούν τις ουσιαστικές προϋποθέσεις για την ομαλή και ευπρεπή λειτουργία της λογικής, για τον αγώνα που οδηγεί στην ηθική τελείωση, την πνευματική αναγέννηση, την υπαρξιακή μεταμόρφωση. Δεν αφήνουν στον άνθρωπο, ο οποίος αγωνιά και αγωνίζεται στο μεγάλο πνευματικό χαράκωμα, κερκόπορτες από τις οποίες υπάρχει κίνδυνος να περάσει ο διάβολος και να ανατρέψει την ισορροπία του σώματος και της ψυχής.
Πόσο όμορφα, διδακτικά και λογικά ο ιερός Αυγουστίνος σημειώνει: «Η αναζήτηση της χαράς και της ευτυχίας δεν είναι πλάνη. Την έχει βάλει μέσα μας ο Δημιουργός μας ο Θεός. Μα, αν δεν φροντίσεις εσύ, να ακολουθείς τον δρόμο, που οδηγεί στη χαρά, στην αληθινή χαρά, τότε η αναζήτηση σου αυτή θα σε οδηγήσει σίγουρα σε δρόμους λάθος, και θα καταλήξεις σε αδιέξοδα». Η χαρά και η ευτυχία, εξάλλου, δεν «κρύβονται» στα «ευχάριστα» τούτης της ζωής. Είναι δώρο της αγάπης του Θεού που προσφέρονται στους ταπεινούς αγωνιστές και τους τίμιους μάρτυρες της ελπίδος Του.
Και όμως! Είναι ανάγκη να γίνουμε οι Χριστιανοί «άνθρωποι των καθαρών βιωμάτων, να μιλά πιο βροντερά η ζωή μας η ίδια από τα πολλά λόγια μας, να μην απαιτούμε με προπέτεια το θαύμα, να μην βιαζόμαστε στην προσευχή, νΆακούμε και τον άλλο, όποιος κι αν είναι, να υπομένουμε την αντίδραση, την αντίσταση του άλλου, να συνεργασθούμε με τον Θεό. Εμείς θα του δώσουμε τον εκούσιο κόπο μας, την άσκηση, κι Εκείνος τη Χάρη Του και το έλεος Του, αφού πάντοτε η σωτηρία του ανθρώπου είναι συνεργία Θείας Χάριτος κι ανθρώπινης ενέργειας».
Ο πλούσιος, πνευματικά ατροφικός και προσωπικά εξασθενημένος, με τον προκλητικό του λόγο έδειξε το λάθος και το αδιέξοδο της καρδιάς του.
Ο Χριστός, με την ταπεινή Tου αγάπη και την ελευθερογόνο διδαχή Του, φώτισε το εσωτερικό σκοτάδι του τραγικού πλούσιου. Παραμένοντας σε όλους μας δείχτης αλήθειας και οδηγός ελευθερίας. Για την κατάκτηση της Βασιλείας των Ουρανών.

Πρωτοπρεσβύτερος ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΖΑΜΠΕΛΗΣ

Τρίτη, 14 Νοεμβρίου 2017

ΚΥΡΙΑΚΗ Θ΄ ΛΟΥΚΑ / ΑΦΡΟΝΟΣ ΠΛΟΥΣΙΟΥ

Η κρίση, το λάθος και ο «άφρονας»


Σχετική εικόναΜε ένα ποίημα θα ξεκινήσουμε σήμερα αδελφοί μου, προσπαθώντας να μπούμε στο νόημα της σημερινής Ευαγγελικής περικοπής. Ένα πασίγνωστο ποίημα του διάσημου ποιητή μας Γιώργου Σεφέρη. Έχει τον τίτλο ΑΡΝΗΣΗ και μας λέει σε μια του στροφή: :
«Με τί καρδιά και τί πνοή, / τί πόθους και τί πάθος,
πήραμε τη ζωή μας». / «λάθος» / «κι αλλάξαμε ζωή».
Τι μας λέει λοιπόν εδώ;
Μας λέει πως ξεκινήσαμε τι ζωή μας με όλη μας τι καρδιά, με όλο μας το είναι. Με πόθους, με πάθος, με όρεξη. Με όλες τις κατάλληλες και ευνοϊκές συνθήκες για προκοπή και επιτυχία. Ξεκινήσαμε για να πάμε μπροστά και να πετύχουμε!
Λοιπόν;
Λάθος. Λάθος οι προβλέψεις μας, λάθος οι κινήσεις μας, λάθος και τα αποτελέσματα.
Πήραμε τι ζωή μας λάθος και αλλάξαμε ζωή. Καταλήξαμε σε αποτελέσματα αντίθετα από τα αναμενόμενα. Ζητούσαμε τη δυνατόν καλύτερη και ευτυχέστερη ζωή και δρέψαμε αποκαΐδια.
Και έρχεται η σημερινή εξ’  ίσου διάσημη μα και επικαιρότατη Ευαγγελική περικοπή, η του «Άφρονος πλουσίου να τα καταδείξει όλα αυτά και διά του αψευδεστάτου στόματος του Ιησού.
Ήτανε, μας λέει,  ένα πλούσιος πού έτρωγε και. Ένας πλούσιος που δε νοιαζόταν για κανέναν και για τίποτε πέρα από τον εαυτό του. Μα τη πάτησε αυτός ο άνθρωπος. Ήρθε η ώρα για να αφήσει πίσω και πλούτη και παλάτια. Πως την πάτησε; Απ’ τα παλάτια βρέθηκε σε τόπο που ούτε καν σκέφτηκε πως υπάρχει..
«Ανθρώπου τινός πλουσίου ευφόρησεν η χώρα· Και διελογίζετο εν εαυτώ λέγων τι ποιήσω, ότι ουκ έχω πού συνάξω τους καρπούς μου;»
Πρόκειται για κάποιον, που περνάει ώρες έντονης αγωνίας.
Θα λέγαμε, με τα σημερινά δεδομένα, αν δε γνωρίζαμε την όλη υπόθεση, πως είναι κάποιος άστεγος, κάποιος άνεργος, κάποιος πολύτεκνος, κάποιος υπερήλικας, άρρωστος, εγκαταλελειμμένος….
Όμως τίποτε απ’ αυτά δεν συμβαίνει. Αντίθετα μάλιστα: Είναι πλούσιος τσιφλικάς.
«Πόθεν έσχε» τα πλούτη και τα τσιφλίκια του;
Με αδικίες, κλοπές, ληστείες, τοκογλυφίες. Ο Κύριος γνωρίζει…
Και βρήκε επιτέλους λύση ο άνθρωπος στο πρόβλημα του.
«Τούτο ποιήσω· καθελώ μου τας αποθήκας και μείζονας οικοδομήσω, και συνάξω εκεί πάντα τα γεννήματά μου και τα αγαθά μου, Και ερώ τη ψυχή μου· ψυχή, έχεις πολλά αγαθά κείμενα εις έτη πολλά· αναπαύου, φάγε, πίε, ευφραίνου».
Βασανίστηκε, έστυψε το μυαλό του, νύχτες ολόκληρες έμεινε άγρυπνος. Και τώρα, μετά από τόσους υπολογισμούς, αναστεναγμός ανακούφισης. «Αυτό θα κάνω, θα γκρεμίσω τις αποθήκες μου και θα κτίσω πολύ πιο μεγάλες. Θα συγκεντρώσω εκεί μέσα όλα τα αγαθά μου, και θα ζω ξένοιαστα και χαρούμενα. Θα έχω να τρώω και να πίνω. Δε θα με νοιάζει πλέον, ούτε και θα στεναχωριέμαι για τίποτα».
Το λάθος, για το οποί μιλήσαμε προηγουμένως.
Έδωσε καρδιά ο άνθρωπος αυτός, έδωσε, πνοή, πόθους, πάθος, στους λογαριασμούς του.. Μα έκανε λάθος λογαριασμούς. Λογάριαζε τα πλούτη του, τα έβρισκε αρκετά, πολύ αρκετά, και έμενε με τη σιγουριά μιας μακάριας ζωής. Μιας ζωής χωρίς πόνο και δάκρυα, χωρίς απολύτως καμιά ενόχληση. Αλλά και χωρίς να νοιάζονται για κανέναν και για τίποτε.
Αλλά έρχεται κάποιος αστάθμητος παράγοντας.
Η φωνή της αλήθειας. Της μόνης αλήθειας.
Έρχεται για να καταδείξει το λάθος και να τον προσγειώσει στη θλιβερή πραγματικότητα.
«Άφρον, ταύτη τη νυκτί την ψυχήν σου απαιτούσιν από σου· α δ’· ητοίμασας τίνι έσται;»
 Την ίδια στιγμή που πίστεψε πως βρήκε την λύση, όλα γκρεμίζονται! Η φωνή του Θεού, η αδυσώπητη φωνή της αλήθειας, τον προσγειώνει στην πραγματικότητα. «Άφρονα, άμυαλε, ανόητε τούτη τη νύκτα, απόψε, θα πεθάνεις. Αυτά που ετοίμασες τι θα τα κάνεις;»
Αδελφοί μου!
Ο  άφρονας πλούσιος  της σημερινής Ευαγγελικής περικοπής, οι ανόητοι πλούσιοι όλων των εποχών,, που τρώνε και πίνουν και ντύνονται και κανέναν δεν λογαριάζουν, είναι τύποι που δεν μας έλειψαν ποτέ. Είναι τύποι πολύ συνηθισμένοι και στα χρόνια μας! Μπορεί να είμαστε κι εμείς, στα μέτρα των δυνατοτήτων μας, εμείς που περιορίζουμε τα όνειρα και τις προσδοκίες μας, στο τι θα φάμεε και στο τι θα πιούμε, στο πως θα εξαπατήσουμε τον άλλον και θα τον έχουνε στη δούλεψή μας κοψοχρονιά, στο πως θα κερδίσουμε περισσότερα… Είμαστε εμείς που ούτε καν σκεπτόμαστε πως τα χρόνια μας είναι λίγα, και δεν ενδιαφερόμαστε για τίποτε περισσότερο απ’ την καλοπέρασή μας.
Λάθος. Για τούτο και τελικά αλλάξαμε ζωή.
Αδελφοί μου!
«Οι μορφές του κακού έχουν ένα κοινό παρανομαστή: την ιδιοτέλεια. Το «κοιτάζω τη δουλίτσα μου, το συμφέρον μου, τα λεφτουδάκια μου». Και η ιδιοτέλεια τρέφεται από το φόβο του θανάτου. Και ο φόβος του θανάτου μεγεθύνεται από την απουσία της ζωτικής σχέσης με τον Θεό. Έξω από τη σχέση αυτή ο άνθρωπος γαντζώνεται από την καθημερινή αμεσότητα, την κατοχή υλικών πραγμάτων, την επιβεβαίωση μέσα από την άσκηση όποιας μορφής βίας και εξουσίας, βάρβαρης ή εκλεπτυσμένης, δεν έχει σημασία. Η άντληση της ζωής από τον εαυτό μας δεν μπορεί παρά να μας οδηγήσει σε υπαρξιακό άγχος και πανικό, αφού αυτή η ζωή είναι τόσο περιορισμένη και εύθραυστη. Κι όσο μεγαλώνει αυτός ο πανικός, τόσο αυξάνει η άμυνα απέναντι σε ό,τι και όποιον μας πλησιάζει. Το αποτέλεσμα είναι ρήξη, βραχυκύκλωμα, σκότωση, μια πραγματική κρίση λειτουργίας της προσωπικής ύπαρξης». (Χρυσοστόμου Κουτλουμουσιανού, ιερομ).
Να σημειώσουμε όμως και τούτο.
«Βεβαίως το κακό παίρνει / και / κοινωνικές μορφές που εισβάλλουν στη ζωή μας. Σήμερα μάλιστα το κακό μεταλλάσσεται συνεχώς, υποδύεται τα πιο αγαθά προσωπεία. Μπορεί να είναι η ίδια η κυβέρνηση, ο διεθνής οργανισμός, ένας ευαίσθητος σωτήρας. Βλέπετε, τα πιο κραυγαλέα ψέματα εκτοξεύονται από τους ίδιους τους ψηφισμένους ταγούς, και οι χειρότεροι φασισμοί χτίζονται πάνω στην επίφαση της κοινωνικής μέριμνας. Αυτό το κακό έρχεται να επηρεάσει τη ζωή μας. Πόσο μπορεί να την επηρεάσει; Ο ιερομάρτυρας Κοσμάς ο Αιτωλός σε εποχές δεινές και μαύρες φώναζε: «όλα να σας τα πάρουν, τον Χριστό και την ψυχή σας δεν μπορούν να τα πειράξουν». Βεβαίως, ο Χριστός δεν δίνει συνταγές ανθόσπαρτου βίου. Δίνει σταυρό και ανάσταση. Είναι ο ίδιος το μέγα πάθος και ο μέγας πόθος, μέσα στον οποίο θεραπεύεται το μέγα τραύμα, ο άνθρωπος.» (Χρυσοστόμου Κουτλουμουσιανού, ιερομ).
Νάτο λοιπόν το λάθος μας το μεγάλο. Κινηθήκαμε και συνεχίζουμε να κινούμαστε σε λαθεμένους δρόμους. Το είδωλο του επαγγελματικά επιτυχημένου, του κοινωνικά αναγνωρισμένου, του καριερίστα, του πλούσιου, του τεχνοκράτη, το είδωλο ενός Θεού-εαυτού. Η προτεραιότητά μας, ή αν θέλετε, το όνειρό μας, ήταν (και είναι;) μια θεσούλα στις βασιλείες του κόσμου τούτου.
Και φτάσαμε εδώ που φτάσαμε.
Φτάσαμε να μιλάμε καθημερινά για κρίση και να μην μπορούμε πλέον να μιλήσουμε με καμιά βεβαιότητα για το αύριο.
Πιστέψαμε στα τραγούδια των σειρήνων, δε βουλώσαμε τα αφτιά μας στα ψέματά τους και απλώσαμε τα πόδια μας πιότερο απ΄ το πάπλωμα μας. Και έρχονται οι οικονομικοί δικτατορίσκοι να μας λένε με τον πιο μακάβριο τρόπο, πως είμαστε πλέον τελειωμένοι…

Λάθος λοιπόν. Και το τονίσαμε και παραπάνω. Η προτεραιότητά μας, ή αν θέλετε, το όνειρό μας, μια θεσούλα στις βασιλείες του κόσμου τούτου. Θυμηθείτε όμως τί είπε ο σατανάς στον Χριστό στην έρημο: «Θα σου δώσω τις βασιλείες του κόσμου τούτου, αν πέσεις και με προσκυνήσεις». Και ο Ιησούς απάντησε: «τον Κύριό σου θα προσκυνήσεις και θα λατρέψεις». Δεν συνεχίζεται ο ίδιος πειρασμός στην ιστορία; Άραγε μιμηθήκαμε τον Χριστό; Το λάθος, όταν συνειδητοποιείται, μας χτυπά την καμπάνα για εγρήγορση. Θα καθόμαστε γονατιστοί και θα προσκυνάμε τους ηγεμονίσκους που αλωνίζουν στη χώρα μας και ζητάνε την κεφαλή μας επί πίνακι; Όσο κι αν οι Κυβερνήσεις ξεδιάντροπα ξεπουλάνε τις χώρες τους,  εμείς ας μη ξεπουλήσουμε τη ψυχή μας, τη τιμή μας, το τόπο μας, την υπόληψή μας!. 

Πέμπτη, 9 Νοεμβρίου 2017

ΚΥΡΙΑΚΗ Η΄ ΛΟΥΚΑ / «ΚΑΛΟΥ ΣΑΜΑΡΕΙΤΗ»

Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ «ΚΑΛΟΥ ΣΑΜΑΡΕΙΤΗ»
ΣΤΗ ΠΕΡΙΟΔΟ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ

Αποτέλεσμα εικόνας για ΚΥΡΙΑΚΗ Η ΛΟΥΚΑ  ΚΑΛΟΥ ΣΑμαρειτη
 «Δάσκαλε τι πρέπει να κάνω για να κερδίσω την αιώνια ζωή» ρωτά ένας νομοδιδάσκαλος τον Ιησού. Δόλια βεβαία και δικανική η ερώτηση, χωρίς βάθος και πόθο, ερώτηση παγίδα, εντούτοις ο Ιησούς απαντά.: «Τι γράφει ο νόμος;» Να αγαπήσεις Κύριο το Θεό σου με όλη σου την ύπαρξη και τον πλησίον σου σαν τον εαυτό σου. «Αυτό να κάνεις
«Ένας άνθρωπος από τα Ιεροσόλυμα πηγαίνοντας για την Ιεριχώ, ληστεύεται, κακοποιείται από ληστές που τον εγκαταλείπουν αιμόφυρτο. Σε λίγο περνά ένας Ιερέας ο οποίος αδιαφορεί για τον τραυματισμένο, το ίδιο κάνει και ένας Λευίτης. Ο Σαμαρείτης τέλος που περνά σταματά, περιποιείται τα τραύματα και τον οδηγεί στο πανδοχείο όπου πληρώνει για να περιποιηθούν τον τραυματισμένο από τούς ληστές καί συνεχίζει τον δρόμο του.
Τελειώνοντας την διήγηση ο Ιησούς ρωτά: «Ποιος από τούς τρεις επιτέλεσε το καθήκον του προς το πλησίον;» και ο νομοδιδάσκαλος απαντά «αυτός που τον περιποιήθηκε». Τότε Ιησούς του λέει: «Πήγαινε λοιπόν να κάνεις και συ το ίδιο»
Και πήγε και έκανε έτσι ακριβώς.
Ποιος; Όχι βέβαια ο νομοδιδάσκαλος που έθεσε το ερώτημα, αλλά κάποιος άλλος. Αυτός που διάβασε την παραβολή αυτή του «Καλού Σαμαρείτη», ο Αββάς Αγάθων.
Κάποτε λοιπόν ο Αββάς Αγάθων πήγαινε στη πόλη για να πουλήσει τα εργόχειρα του και έτσι να προμηθευτεί ψωμί για τη συντήρησή του. Κοντά στην αγορά συναντά ένα φτωχό και ανάπηρο γέρο ο οποίος μόλις τον είδε του είπε: « Για άνομα του Θεού, αββά, μη με αφήσεις κι σύ αβοήθητο τον δυστυχή. Πάρε με κοντά σου».
Ο αββάς τον έβαλε να καθίσει δίπλα του και άπλωσε τα καλάθια του. Μόλις πούλησε το πρώτο τον ρώτησε γέρος: «Πόσα λεφτά πήρες αββά;» Τόσα του απάντησε ο όσιος. «Καλά είναι. Δεν μου αγοράζεις όμως μια μικρή πίττα έτσι για να δεις καλό, γιατί έχω να φάω από χθες το βράδυ;». Και ο όσιος του απαντά «μετά χαράς» και του εκπλήρωσε την επιθυμία του.
Σε λίγο του ζήτησε φρούτα, ύστερα γλυκό. Έτσι σε κάθε καλάθι που πουλούσε, ξόδευε τα χρήματα χάριν του φτωχού ανάπηρου. Έδωσε όλα τα καλάθια αλλά και όλα τα χρήματα, χωρίς να μείνει τίποτα για τον εαυτό του. Έτσι θα έμενε μια βδομάδα χωρίς ψωμί. Δεν τον ένοιαζε όμως.
Σε λίγο ετοιμάσθηκε νά φύγει. «Φεύγεις;» του λέει ο ανάπηρος.
«Ναι τελείωσα τη δουλειά μου».
«, τώρα θα κάνεις αγάπη να με πας ως το σταυροδρόμι και από κει φεύγεις για την έρημο» του λέει πάλι. Και τότε ο Αγάθων παρά τη κούρασή του, τον φορτώθηκε στη πλάτη του και τον μετέφερε με πολύ δυσκολία.
Όταν όμως έφθασαν στο σταυροδρόμι και ετοιμάσθηκε να αφήσει κάτω τον ανάπηρο άκουσε μια γλυκιά φωνή να του λέει: «Ευλογημένος να είσαι Αγάθων από το Θεό και στη γη και στον ουρανό». Σήκωσε τα μάτια του να δει τον που του μιλούσε. Ο ανάπηρος είχε γίνει άφαντος. Ήταν ένας άγγελος σταλμένος από το Θεό να δοκιμάσει την αγάπη του.
Αυτά ακριβώς τα στοιχεία περιγράφονται σήμερα στην πολύ γνωστή μας παραβολή του καλού Σαμαρείτη, ο οποίος με τη προσφορά του, έπραξε στο ακέραιο το καθήκον του, δείχνοντας ανθρωπιά στο συνάνθρωπό του. Μια ανθρωπιά, η οποία στην εποχή μας, μέχρι τώρα τουλάχιστον, δεν ήτανε το αυτονόητο και ο συνεκτικός σύνδεσμος στις μεταξύ των ανθρώπων σχέσεις.
Αδελφοί μου, τα τελευταία πενήντα περίπου χρόνια, εξαιτίας της ευμάρειας και της καλοζωίας  μας  κατά μείζονα λόγο, οι άνθρωποι δεν αντιλαμβανόμαστε, ούτε την ύπαρξη ανθρώπων δίπλα μας, αλλά ούτε και την ανάγκη της ανθρωπιάς. Όλα λειτουργούν σε ένα σύστημα, που ατομικοποιεί και απομονώνει τους ανθρώπους, χωρίς  την ουσιαστική αλληλεπίδραση, χωρίς ανθρωπιά, χωρίς την ύπαρξη διαπροσωπικών σχέσεων.
Ο σύγχρονος πολιτισμός μας, αλλοτριωμένος από σκληρές και ανάλγητες υλιστικές απόψεις, παραδομένος στις ανελέητες διαθέσεις αδηφάγων οικονομικών πλανηταρχών, έχει στερηθεί το πνευματικό του φορτίο, και κατέληξε σ’  αυτή τη μεγάλη και βαθιά κρίση που βρήκαμε μπροστά μας. Και αυτή η κρίση δεν είναι ένα απλό τωρινό σύμπτωμα στο οποίο βρεθήκαμε μία «ωραία πρωία», χωρίς καν να το υποψιαζόμαστε. Είναι ασθένεια που έρχεται μέσα από τα παλιά, από την όλη προηγούμενη ζωή μας, από τον τρόπο και τη διάθεση της ζωής μας, από το ξέκομα από κάθε πνευματική ρίζα, το οποίο και σημάδεψε τη δομή και την ουσία στη ζήση μας και που μας απογύμνωσε από αρχές και αξίες. Άρα η κρίση αν και έρχεται, αν και επιβάλλεται έξωθεν, συντηρείται και θεριεύει με το ραγδαίο υποβιβασμό και την ατονία της πνευματικής μας υπόστασης και αντίστασης. Και καταλήγει ο άνθρωπος να απογυμνώνεται από κάθε ένδυμα κοινωνικότητας και ανθρωπιάς, να μένει άδειος από ό,τι πραγματικά μεγάλο, από ό,τι ωραίο και υψηλό και παράλληλα να οδηγείται στην πνευματική πτώχευση, στην αποξένωση, την απελπισία, τη μοναξιά. Αυτή η μοναξιά του πολιτισμού μας, του πολιτισμού της άθεης ευμάρειας και της ατομοκρατίας είναι και η βαθύτερη υπαρξιακή αίσθηση της μόνωσης και του πόνου. Δημιουργεί στεγανά μεταξύ των συνανθρώπων, απομονώνει σε μια πνευματική φυλακή, προκαλεί ρήγματα στις διαπροσωπικές σχέσεις, καταργεί κάθε σχέση κοινωνικότητας. Είναι και αυτή ένας από τους τελεστές της κρίσης.
Αδελφοί μου!        
Κάτω από αυτές τις σκέψεις μπορούμε να πούμε ότι η κατάσταση,  η κρίση που ζούμε σήμερα μπορεί να έχει και ένα θετικό παράγοντα. Και κρίση όπως βλέπουμε σημαίνει φτώχεια, ανέχεια, ανεργία, αδυναμία εκπλήρωσης και των ελάχιστων αναγκών σου, σημαίνει όλα αυτά που βλέπουμε και μαθαίνουμε καθημερινά.
Αυτή λοιπόν η κρίση έρχεται να ανατρέψει τα δεδομένα της μοναξιάς μας και να μας ξαναφέρει αντιμέτωπους με τη συντροφικότητα. Να μας ξαναθυμίσει την αλληλεγγύη, την ανθρωπιά, την αγάπη.  Έρχεται να μας ξαναβάλει στο δρόμο της θυσίας, της θυσίας όπως την εφάρμοσε και ο Σαμαρείτης της σημερινής παραβολής και ο αββάς Αγάθωνας.
Είναι λοιπόν μια ευκαιρία να ρίξουμε μια ματιά δίπλα μας, ένα βλέμμα στο συνάνθρωπό μας που υποφέρει. Και αυτοί που υποφέρουνε δεν είναι λίγοι. Μαζί με μας υπάρχουνε και άλλοι που υποφέρουνε και μάλιστα πολύ περισσότερο από μας. Σ’ αυτούς, η κρίση μας δίνει μια μεγάλη ευκαιρία να ανοιχτούμε. Να τους αγκαλιάσουμε, να στρέψουμε το βλέμμα μας στο πρόσωπό τους, στη κατάστασή  τους, στο πρόβλημά τους.
Η Εκκλησία, παράλληλα με το λόγο, με τη μετάδοση του λόγου του Ιησού, κάνει και με έργα ό,τι μπορεί. Υπάρχουν φορείς που έχουν διοργανωθεί και προσπαθούν να αντιμετωπίσουν παρόμοια κοινωνικά προβλήματα. Προβλήματα που όσο αυξάνουμε τις ανάγκες μας, τόσο και μεγαλώνουν. Λειτουργεί διάφορα Ιδρύματα, Φιλόπτωχα Ταμεία, κοινωνικά παντοπωλεία και φαρμακεία, βοηθά όσο μπορεί τους ανθρώπους. Μα δεν αρκούν όλα αυτά. Χωρίς τη προσωπική μας κινητοποίηση τη δική μας ενεργοποίηση η αγάπη δεν στεριώνει.
Αδελφοί μου!
Την προσεχή Τετάρτη αρχίζει, συν Θεώ, η τεσσαρακοστή των Χριστουγέννων. Δεν είναι τυχαίο ότι ορίστηκε να διαβάζεται η παραβολή αυτή στην αρχή της περιόδου που μας οδηγεί στα Χριστούγεννα. Τα Χριστούγεννα γιορτάζουμε την ενανθρώπηση του Θεού, το γεγονός ότι ο ίδιος ο Θεός πήρε πάνω του την ανθρώπινη φύση πώς έκανε και σήμερα ο καλός Σαμαρείτης.
Έτσι μιλώντας στη παραβολή του Καλού Σαμαρείτη ας κλείσουμε με τον ύμνο της αγάπης. Είναι ο πιο ταιριαστός επίλογος.
Ακόμα κι αν ήξερα να μιλώ όλες τις γλώσσες των ανθρώπων μα και των αγγέλων, χωρίς όμως να έχω αγάπη, θα είχα γίνει χαλκός που βγάζει σκέτους ήχους ή τύμπανο που δημιουργεί μόνο φασαρία. Kι αν είχα το χάρισμα της προφητείας και κατανοούσα όλα τα μυστήρια και κατείχα όλη τη γνώση, κι αν είχα όλη την πίστη, έτσι που να μετατοπίζω βουνά, χωρίς όμως να έχω αγάπη, θα ήμουν ένα τίποτε. Kι αν ακόμα διάνεμα όλα τα υπάρχοντά μου για να θρέψω τους πεινασμένους, κι αν παρέδιδα το σώμα μου να καεί στη φωτιά, χωρίς όμως να έχω αγάπη, δε θα με είχε ωφελήσει σε τίποτε.
H αγάπη μακροθυμεί, επιζητάει το καλό. H αγάπη δε φθονεί.
H αγάπη δεν καυχησιολογεί, δεν αλαζονεύεται, δε φέρεται άπρεπα, δεν κυνηγάει το δικό της συμφέρον, δεν κυριεύεται από θυμό, δεν κρατά λογαριασμό για το κακό που της κάνουν, δε χαίρεται για την αδικία, αλλά μετέχει στη χαρά για την επικράτηση της αλήθειας. Όλα τα καλύπτει, όλα τα πιστεύει, όλα τα ελπίζει, όλα τα υπομένει. H αγάπη ποτέ δεν ξεπέφτει.