Τρίτη, 24 Νοεμβρίου 2020

Κυριακή ΙΓ' Λουκά

 

Κυριακή ΙΓ' Λουκά  

«Λόγοι και Ομιλίες» Αγ. Λουκά επισκόπου Κριμαίας, Εκδ. «Ορθόδοξος Κυψέλη»


Σε μιὰ βασικὴ πρόκληση τῆς ζωῆς μᾶς τοποθετεῖ ἡ σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπὴ τοῦ πλούσιου νέου. Ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἀνατρεπτικὸς, γι’ αὐτὸ καὶ ἀκούγεται ἰδιαίτερα σκληρός, καθὼς ζητᾷ τὴν ὑπέρβαση μιᾶς ἰσχυρῆς γήινης ἐξάρτησης: «πάντα ὅσα ἔχεις πώλησον καὶ διάδος πτωχοῖς καὶ δεῦρο ἀκολούθει μοι». Ἡ ἐπιδίωξη τοῦ πλούτου εἶναι κοινὸς σκοπὸς πολλῶν ἀνθρώπων, γιατὶ ἰσχυρίζονται ὅτι εἶναι τὸ θεμέλιο τῆς εὐημερίας τους. Ἔστω καὶ ἂν αὐτὸ εἶναι σχετικό, σίγουρα δὲν μποροῦμε νὰ φαντασθοῦμε τὴν ζωὴ μας χωρὶς τὸ χρῆμα, ἀφοῦ αὐτὸ εἶναι τὸ μέσο μὲ τὸ ὁποῖο ἱκανοποιοῦμε βασικὲς ἀνθρώπινες ἀνάγκες. Ὅμως τὸ χρῆμα, ὅπως καὶ τόσα ἄλλα πράγματα καὶ μεγέθη τῆς καθημερινότητάς μας, εἶναι διφορούμενο, ἀμφιλεγόμενο καὶ δισήμαντο. Ἔχει θετικὴ ἀλλὰ καὶ ἀρνητικὴ σημασία. Ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸ πῶς στεκόμαστε ἀπέναντί του. Τὸ ἴδιο πράγμα γιὰ κάποιον μπορεῖ νὰ γίνει ἑστία κατάρας καὶ γιὰ ἄλλον πηγὴ ἁγιασμοῦ, γιὰ τὸ ἕναν αἰτία σωτηρίας καὶ γιὰ τὸ ἄλλον ἀφορμὴ καταστροφῆς. Τὸ χρῆμα εἶναι ἀγαθό, ὅταν βελτιώνει τὴν ζωή μας καὶ γίνεται μέσο ἀνακούφισης γιὰ ὅσους ἔχουν ἀνάγκη. Μπορεῖ, ὅμως, νὰ γίνει ὀλέθριο πάθος, ὅταν προσκολληθοῦμε σὲ αὐτὸ καὶ τὸ εἰδωλοποιήσουμε. Τότε τὸ χρῆμα γίνεται σκοπός, ἄμετρη καὶ ἄσβεστη ἐπιθυμία ποὺ μᾶς καταδυναστεύει. Ἡ στάση καὶ ἡ συμπεριφορὰ τοῦ πλούσιου νέου τό ἐπιβεβαιώνει. Τὸ χρῆμα τὸν κρατοῦσε γερὰ δεμένο στὴν γῆ, παρὰ τὶς ὅποιες καλές του διαθέσεις καὶ τὶς πνευματικές του εὐαισθησίες. Στὴν κρίσιμη, ωστόσο, στιγμὴ ἔπρεπε νὰ διαλέξει ἀνάμεσα στὸν Θεὸ καὶ στὴν γήινη ἐξάρτησή του. Ἡ ἀπαίτηση τοῦ Χριστοῦ ἦταν ἀπόλυτη. Ζητοῦσε κάτι παραπάνω ἀπὸ τὸ προβλεπόμενο τυπικὸ καθῆκον. Ἤθελε τὴν ὑπέρβαση, τήν τελειότητα, τὴν ἐσωτερικὴ ἐλευθερία, τὴν αὐταπάρνηση καὶ τὴν θυσία, γιὰ νὰ δοκιμάσει τὴν γνησιότητα τῆς πίστης του. Μᾶλλον, γιὰ νὰ συναισθανθεῖ ὁ ἴδιος τὴν ἀδυναμία καὶ τὴν «ἐξάρτησή» του, γιατὶ ὁ Χριστὸς τὴν γνώριζε. Ὅμως ὁ νέος δὲν μπόρεσε νὰ ἀπεγκλωβιστεῖ ἀπὸ τὸ ὀχυρὸ τοῦ πλούτου του. «Ἐλιπάνθη, ἐπαχύνθη, ἐπλατύνθη καὶ ἐγκατέλιπε τὸν Θεὸν». Καὶ τότε συνειδητοποίησε πόσο δύσκολο εἶναι τὸ ὁλοκληρωτικὸ δόσιμο στὸν Θεό. Τότε οἱ αὐταπάτες καὶ οἱ ψευδαισθήσεις του κατέρρευσαν, καθὼς ἀντιλήφθηκε ὅτι ἡ πίστη του ἦταν ἐπιφανειακή. Καὶ αὐτό, γιατί δὲν κάλυπτε οὔτε τὸ σύνολο τῆς ζωῆς του, ἀλλὰ οὔτε καὶ τὸ βάθος τῆς ὕπαρξής του. Τὸ κέντρο τῆς ὕπαρξης καὶ τῆς ζωῆς του ἦταν τὸ ἐγώ του καὶ ὄχι ὁ Θεὸς ποὺ νόμιζε ὅτι πίστευε. Εἶχε τοποθετήσει στὴν θέση τοῦ Θεοῦ ἕνα δημιουργημένο ἀγαθό, τὸν πλούτο, καὶ ἔτσι, λατρεύοντας τὸ «ἀγαθό» του, λάτρευε τὸ ἐγώ του. Νὰ γιατί δὲν μποροῦσε νὰ δώσει τὸν πλοῦτο του, γιατί ἦταν σὰν νὰ ἔδινε ἴδιο του τὸν ἑαυτό. Ἡ παθιασμένη ἐπιθυμία γιὰ τὴν ἀπόκτηση καὶ τὴν κατοχὴ ὅλο καὶ περισσότερων ἀγαθῶν δὲν γνωρίζει διαχωριστικὲς γραμμὲς καὶ σύνορα θρησκευόμενων ἢ ἀδιάφορων ἀνθρώπων. Εἶναι πάθος καί, ὅπως κάθε πάθος, ἀναφέρεται στὸν κάθε ἄνθρωπο, γιατί εἶναι σύμπτωμα τῆς πεσμένης ἀπὸ τὴν ἁμαρτία κοινῆς ἀνθρώπινης φύσης μας. Αὐτὴ ἡ τάση, λοιπὸν, τοῦ ἀνθρώπου γιὰ πλουτισμὸ ὑποδηλώνει ὄχι μόνο ὑπέρμετρο ἐγωισμό, ἀλλὰ καὶ αἰσθήματα ἀνασφάλειας, ἀβεβαιότητας καὶ φοβίας. Ὁ ἀνθρωπος ἰσχυρίζεται ὅτι τό μέλλον εἶναι ἄγνωστο, ἡ ζωὴ ἀπρόβλεπτη καὶ ἡ ὕπαρξή του παροδικὴ καὶ εὔθραυστη. Ἀφοῦ ἔτσι ἔχουν τὰ πράγματα, τὰ ἐγκόσμια ἀγαθὰ μοιάζουν νὰ εἶναι τά μοναδικά στηρίγματα ποὺ τοῦ προσφέρουν σιγουριὰ καὶ ἀσφάλεια. Εἶναι προτεραιότητες τῆς ζωῆς, ποὺ ἀξίζουν, γιατὶ τὸν ἐξασφαλίζουν. Αὐτό, βέβαια, εἶναι μιὰ ἀπατηλὴ ἐντύπωση καὶ μιὰ ἐσφαλμένη κατεύθυνση τῆς ζωῆς μας. Ὁ Χριστὸς μᾶς τὸ λέει ξεκάθαρα ὅτι ἡ ἐξάρτησή μας ἀπὸ τὸ χρῆμα εἶναι εἰδωλολατρία ποὺ μᾶς κατευθύνει, μᾶς ὑποτάσσει, καί, τελικά, μᾶς καταδυναστεύει. Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, ὁ λόγος καὶ ἡ χάρη τοῦ Χριστοῦ δὲν κρίνουν καὶ δὲν καταδικάζουν ἐκεῖνο ἢ τὸ ἄλλο. Ὅπου αὐτὸ τὸ λέμε καὶ τὸ καταλαβαίνουμε ἔτσι, εἶναι γιὰ νὰ βοηθήσουμε καὶ νὰ βοηθηθοῦμε. Τὸ Εὐαγγέλιο μᾶς δείχνει τὴν τελειότητα, ποὺ ἔγκειται στὴν ὑπέρβαση τῶν ἐγκόσμιων ἀγαθῶν, πραγμάτων καὶ σχημάτων. Αὐτὸ μοιάζει νὰ εἶναι ἕνας ἀνέφικτος ἰδεώδης στόχος. Καὶ τότε καλούμαστε νὰ ταπεινωνόμαστε γιὰ νὰ ζοῦμε ἰσορροπημένα καὶ νὰ δίνουμε στὰ ἀγαθά, στὰ πράγματα καὶ στὰ σχήματα τοῦ κόσμου τὴν σχετικὴ ἀξία ποὺ ἔχουν. Νά ἀνακαλύπτουμε τὴν ἀπόλυτη ἀξία τῆς ζωῆς, τὸν Θεό, ἀλλά καὶ τὸν ἄνθρωπο ποὺ προέρχεται καὶ καταλήγει σὲ Αὐτόν. Ἀμήν.

Τρίτη, 17 Νοεμβρίου 2020

ΖΩΗ ΚΑΙ ΘΑΝΑΤΟΣ


 Αποτέλεσμα εικόνας για ΑΦΡΟΝΑΣ ΠΛΟΥΣΙΟΣ

Παράξενο πράγμα, αδελφοί μου, η ζωή. Τη θεωρείς δεδομένη, τη θεωρείς δική σου, κτήμα σου, ένα αγαθό που σώνει και καλά σου ανήκει. Τη θεωρείς δυνατή και ατελείωτη, ώστε κι όταν ακόμα διακηρύσσεις τη ματαιότητα και τη βραχύτητά της, η διακήρυξη αυτή είναι μάλλον αμπελοφιλοσοφία της μιας δεκάρας, της ώρας της αποχώρησης απ’ το νεκροταφείο, μετά από κάποια κηδεία, παρά ουσιαστική πεποίθηση.
Ναι, λες πως τίποτα δε ζει για πάντα και πως όλοι θα πεθάνουμε μια μέρα, μα αυτή τη μέρα της αναχώρησης θαρρείς πως μπορείς να την επιλέξεις και ίσως να τη ρυθμίσεις: Στη σκέψη σου ο θάνατος υπάρχει σαν ένα ενδεχόμενο και μάλιστα μακρινό - κάτσε να γεράσουμε και βλέπουμε- κι έτσι κι όταν ακόμα μιλάς για αυτόν, τα λόγια σου έχουν κάτι από τη σιγουριά του αθάνατου...
Κι ύστερα; Ύστερα, ένα πρωινό, ταραγμένες κραυγές και θρήνος σε φέρνουν αντιμέτωπο με μια πραγματικότητα που μοιάζει με εφιάλτη, καθώς ο δικός σου άνθρωπος, η μεγαλύτερη αδυναμία σου, η παρέα και το στήριγμα σου, ο διπλανός σου, ο γείτονας σου, ο φίλος σου, σε αποχαιρετά και κλείνει για πάντα τα μάτια και φεύγει...
Αυτή την μεγάλη πραγματικότητα, αγαπητοί Χριστιανοί, μας τονίζει ζωηρά σήμερα ό Κύριος με τη θαυμά­σια παραβολή του άφρονα πλουσίου.
Όποιος και να ’σαι, αδελ­φέ μου, σ' αυτόν τον κόσμο, σκέψου ότι κάποια μέρα θα πεθάνεις. Ό θάνατος είναι η μόνη βέβαιη πραγματικότα του φθαρτού τούτου κό­σμου. Και είναι ένα γεγονός που δεν το γλυτώνει κανείς. Ούτε τα μέσα των ισχυρών, ούτε τα πλούτη των πλουσίων, έχουν τη δύναμη να το μα­ταιώσουν. Υπάρχει, λοιπόν, θάνατος! Αυτή την αλή­θεια τα πάντα μας τη φωνάζουν. Τα άστρα σβήνουν, τα άνθη μαραίνονται, τα ζώα πεθαίνουν, ό άν­θρωπος φεύγει... Όπως λέ­γει και ο ποιητής: «Το άν­θος μαραίνεται, το έαρ πα­ρέρχεται, ό χρόνος κυλά. Και μόνον ο θάνατος επλάσθη αθάνατος· αυτός δεν γερνά!».
Στο βίο του Αββά Σισώη του μεγάλου δια­βάζουμε ότι. ευρεθείς κάπο­τε μπροστά στον τάφο του μεγάλου Αλεξάνδρου, και φέρνοντας στο νου του το τι είχε κατορθώσει ο μεγάλος αυτός στρατηλάτης και τι δόξες κέρδισε, ύψωσε τα χέρια του ψηλά και δακρυσμένος ανεβόηοε: «Αϊ, θάνατε, τις δύναται εκφυγείν σε;». Ο λόγος του Θεού και οι άγιοι Πατέρες διδάσκουν ότι από τότε που ο άνθρωπος ξέφυγε από το θέλημα του Θεού, διά της παραβάσεως, ο θάνατος μπήκε στη ζωή μας και έγι­νε ο πιο ισχυρός και απαρά­βατος νόμος της. Καρπός, λοιπόν, της αμαρτίας μας ο θάνατος, κατέστη έκτοτε πανδαμάτωρ, δαμάζει τους πάντας. «Απόκειται τοις ανθρώποις άπαξ αποθανείν, μετά δε τούτο κρίσις» διακηρύττει η Άγια Γραφή (Έβρ. 9. 27). Έτσι από κει και πέρα, καθη­μερινά ακούμε και βλέπου­με γύρω μας τους ανθρώ­πους να πεθαίνουν. Τον ένα τον παίρνει ο θάνατος άρρωστο και εξαντλημένο. Τον άλλον επάνω στη δου­λειά του. Αυτόν την ώρα πού ταξιδεύει, εκείνον την ώρα πού γλεντά. Δεν σε προειδοποιεί, βλέπεις, ό θά­νατος. "Έρχεται ξαφνικά «εν η ώρα ου δοκούμεν». (Ματθ, 24, 44).
Αχ, λοιπόν, αδύναμο ανθρωπάκι της μιας στιγμής, εσύ που τυφλωνόσουν από δόξες, φήμες, φώτα, διασκεδάσεις και γνώσεις, εσύ που έχασες πολύτιμο χρόνο και σπατάλησες το θαυμασμό σου σε πολιτικούς, σε επιστήμονες, σε ποιητές, σε καλλιτέχνες, σε φανταχτερά πρόσωπα, σε μικρές και ασήμαντες βλέψεις της στιγμής... Εσύ που χαράμισες τα όσα, χρόνια απ' τη ζωή σου, για να γλεντάς σαν τον άφρονα πλούσιο, που δε σταμάτησες λεπτό να γκρεμίζεις τις αποθήκες σου και να τις ξαναστήνεις μεγαλύτερες, να τις κλειδώνεις και να τις διπλοκλειδώνεις πιστεύοντας πως μπορείς να δαμάσεις το θάνατο, που νόμισες πως μπορούσες να διπλοξαπλώσεις και να λες στον εαυτό σου «ψυχή μου έχεις πολλά αγαθά, αναπαύου φάγε πίε ευφραίνου», μα που δεν είχες διαθέσει ούτε ένα λεπτό για να σκεφτείς - να προετοιμαστείς - για το τέλος, που είτε το θέλεις είτε όχι, έρχεται... Που ποτέ δεν έφερες στο νου σου, πως ούτε επιτυχίες, ούτε χρήματα, ούτε πλούτη, ούτε τράπεζες, ούτε αποθήκες, ούτε γνώσεις, ούτε ομορφιά κάνουν τον άνθρωπο σημαντικό και ευτυχισμένο. Ενώ ευτυχία είναι εκείνο το χαμόγελο  το ευτυχισμένο και γλυκό, το ήρεμο χαμόγελο, που αποτυπώνεται στο πρόσωπο τη στιγμή που η ψυχή αφήνει για πάντα πίσω της τον κόσμο της ματαιοδοξίας.
Πόσο υπερφίαλος ήσουν λοιπόν, άφρονα άνθρωπε, όταν πίστευες πως μπορείς να σχεδιάζεις τη ζωή, χωρίς να υπολογίζεις και το τέλος στα σχέδια σου; Σπίτι, αποθήκες, χωρίς θεμέλια έχτιζες, γιατί ζωή που δε στηρίζεται στην ιδέα του θανάτου είναι θεμελιωμένη στην άμμο. Το βλέπουμε αυτό σε κάθε βήμα της ζωής μας… Γι’ αυτό: Ζήσε τα χρόνια που σου απομένουν, όσα ο Θεός ορίσει και απόλαυσε τη ζωή σου, μα φρόντισε και τα θεμέλια της. Την επόμενη φορά που θα φθονήσεις, θα αρπάξεις, θα αδικήσεις, θα κακολογήσεις, θα πληγώσεις, θα συνάξεις, θα γκρεμίσεις, θα κτίσεις, για να υψωθεί η ματαιοδοξία σου, σκέψου με τι τούβλα θεμελιώνεις τον οίκο της ψυχή σου και πόσο θα αντέξει το οικοδόμημα που λέγεται ζωή, στο σεισμό που λέγεται θάνατος... Το μαρτυρά αυτό ο Κύριος και Θεός μας με τη σημερινή του παραβολή όταν μας ρωτά «Α δε ητοίμασας τίνι έσται;»
Αγαπητοί Χριστιανοί!
«…Δεν σε ξεγελά η Εκκλησία, μας λέγει ο μοναχός Μωϋσής ο Αγιορείτης, σε ένα πρόσφατο βιβλίο του, δεν σου υπόσχεται ψευτοχαρά, ούτε διδάσκει κακομοιριές και υποκριτικές ταπεινοισχημίες, αλλά λεβέντικά, ντόμπρα, γενναία, αληθινά, καθαρά, και ξάστερα πράγματα. Σου λέγει να ’χεις μνήμη θανάτου, δεν εξορκίζει το θάνατο, θέλει να σ’ εξοικειώσει μαζί του, δεν σε κοροϊδεύει ότι δεν θα πεθάνεις ποτέ, σου λέγει πως ενθυμούμενος το θάνατο, έχεις μια υγιή αίσθηση της ματαιότητος της παρούσης ζωής. Έτσι σε αποδεσμεύει από τα ισχυρά δεσμά της ύλης, τα ψυχοφθόρα πάθη, σου θυμίζει την Κρίση, την αιώνια ζωή, την ατέλειωτη βασιλεία των ουρανών.» ( Μοναχού Μωϋσέως Αγιορείτου: «Η ΕΥΛΑΛΗ ΣΙΩΠΗ»
Κάποτε ένας βασιλιάς είχε  ένα γελωτοποιό, για να τον διασκεδάζει. Μια μέρα ο γε­λωτοποιός έκανε τον βασιλιά να διασκεδάσει τόσο πολύ, που για να τον ανταμείψει του έδωσε ένα χρυσό ραβδί, λέ­γοντας του: Πάρε το αυτό και μόνο αν βρεις ποτέ κανένα πιο τρελό από σένα δώσ’ του το. Πέρασαν από τότε μερικά χρόνια και ό βασιλιάς αρρώστησε βαριά, έως θανάτου. Λέγει τότε στον γελωτοποιό: «Αγαπητέ μου, φεύγω για το μεγάλο ταξίδι». Ό γελω­τοποιός, κάνοντας ίσως πως δεν κατάλαβε, τον ρώτησε: «Και πότε, βασιλιά μου, θα γυρίσεις με το καλό;». Ο βα­σιλιάς αναστέναξε: «το τα­ξίδι αυτό δεν έχει γυρισμό»! Ο γελωτοποιός φανερά ξαφνιασμένος: «Πω! πω! πο­λύ μεγάλο ταξίδι! Φαντάζο­μαι τι ετοιμασίες θα έχεις κά­νει!». Ο βασιλιάς με βαθειά λύπη είπε: «Δυστυχώς, για όλα τα άλλα φρόντισα στην ζωή μου, αλλά για το ταξίδι μου αυτό δεν έκανα καμιά προετοιμασία». Τότε ό γελω­τοποιός, δίνοντας πίσω το χρυσό ραβδί, του είπε: «Πά­ρε το πίσω, βασιλιά μου. για­τί δεν βρήκα μέχρι τώρα πιο τρελό άνθρωπο από σένα!».

Μακάρι κι εμείς κι όσοι ακούσουν σήμερα τούτη την παραβολή τώρα τουλάχιστον, να συνέλθουμε και να σκεφθούμε σοβαρά ότι μας περιμένει ό θάνατος και η άλλη ζωή. Και ότι άρα πρέπει να ετοιμαζόμαστε... «Ιδού νυν καιρός ευπρόσ­δεκτος, ιδού νυν ημέρα σω­τηρίας» (Β' Κορ. 6, 2).

Τετάρτη, 11 Νοεμβρίου 2020

ΚΥΡΙΑΚΗ Η´ ΛΟΥΚΑ - Ἡ παραβολὴ τοῦ καλοῦ Σαμαρείτου

 

«Εἶπεν οὖν αὐτῷ ὁ ᾽Ιησοῦς ·πορεύου καὶ σὺ ποίει ὁμοίως» (Λουκ. 10, 37)

H Loukaα. Μία από τις γνωστότερες παραβολές του Κυρίου, που διασώζεται μόνον από τον ευαγγελιστή Λουκά, περιέχει το σημερινό ευαγγελικό ανάγνωσμα, την παραβολή του καλού Σαμαρείτη. Αφορμή για να την πει ο Κύριος έδωσε ένας νομοδιδάσκαλος, ένας δηλαδή Ιουδαίος θεολόγος, ο οποίος θέλοντας να Τον φέρει σε δύσκολη θέση – «εκπειράζων αυτόν» - Του έθεσε αφενός το θέμα πώς κερδίζεται η αιώνιος ζωή, αφετέρου το θέμα ποιος είναι ο πλησίον του ανθρώπου, όταν αποκαλύφθηκε ότι ερώτησε κάτι που του ήταν ήδη γνωστό. Ο Κύριος δεν δυσανασχετεί και δεν παρεξηγείται  με την «πονηριά» του θεολόγου. Του απαντά με τρόπο κανονικό και σοβαρό, οδηγώντας τον όμως στο σημείο συμφωνίας του με ό,τι ο Ίδιος έλεγε. Η τελική προτροπή Του μάλιστα προς αυτόν δεν του αφήνει κανένα περιθώριο αντίδρασης. «Πορεύου και συ ποίει ομοίως».

β. 1. Ο Κύριος καταρχάς καλεί σε κινητοποίηση τον νομοδιδάσκαλο, συνεπώς και κάθε άνθρωπο, προκειμένου να πορεύεται στη ζωή του κατά το πρότυπο του καλού Σαμαρείτη. Η προτροπή Του δηλαδή δεν αφήνει υποψία εφησυχασμού του ανθρώπου, αδράνειας ή περιδίνησης μέσα στα δικά του πάθη. Ο εφησυχασμός και  η αδράνεια δεν σχετίζονται με αυτό που συνιστά θέλημα του Θεού, διότι φανερώνουν καταστάσεις που αλλοιώνουν τη φυσιολογία του ανθρώπου, την κατ’  εικόνα Θεού δηλαδή δημιουργία του. Ο άνθρωπος είναι κίνηση, ενέργεια, πορεία προς τα εμπρός, δημιουργία. Αν υπάρχουν τόσοι συνάνθρωποί μας που δυστυχώς ταλαιπωρούνται από ψυχολογικά κυρίως προβλήματα, είναι γιατί έπεσαν στην παγίδα της στασιμότητάς τους και της ανακύκλωσης των ίδιων πάντοτε παθών τους, κυρίως δε των λογισμών τους. Σαν να λειτουργούν, με άλλα λόγια, μ’ έναν τρόπο «αυτιστικό», περιφερόμενοι αδιάκοπα γύρω από το κέντρο του εαυτού τους. Ο Κύριος λοιπόν στο πρόσωπο του νομοδιδασκάλου καλεί όλους τους ανθρώπους σε πορεία προς τα εμπρός, χωρίς να στρέφονται προς τα οπίσω.

2. Η πορεία αυτή δεν είναι ανεξέλεγκτη και άσκοπη. Δεν καταξιώνεται ο άνθρωπος απλώς με το να πορεύεται, αλλά να πορεύεται σωστά. Και το σωστά σημαίνει: κατά το πρότυπο που προβάλλει η παραβολή ως δικαιωμένο από τον Θεό τρόπο ζωής, δηλαδή του καλού Σαμαρείτη. «Πορεύου και συ ποίει ομοίως». Ομοίως όχι με τον τρόπο  του ιερέα ή του λευίτη, των ιερωμένων του Ιουδαϊσμού, διότι ο τρόπος αυτός καταδικάστηκε και από τον ίδιο τον νομοδιδάσκαλο: είναι ο τρόπος του εγωισμού, της προτεραιότητας των προσωπικών συμφερόντων έναντι των πραγματικών αναγκών του συνανθρώπου, της προτεραιότητας ακόμη και μιας θρησκευτικής αποστολής έναντι του άλλου – δεν αρνείται κανείς ότι μπορεί οι συγκεκριμένοι ιερωμένοι να βρίσκονταν και σε μια τέτοια αποστολή. Το ομοίως λοιπόν είναι με τον τρόπο ζωής του Σαμαρείτη. Αυτός είναι που επαινείται  και θεωρείται ότι βρήκε την οδό της αιώνιας ζωής. Και ποιο είναι το γνώρισμα της οδού αυτής; Όπως αναγκάζεται να το ομολογήσει και ο νομοδιδάσκαλος: «ο ποιήσας το έλεος μετ’  αυτού». Σωστός δηλαδή τρόπος που δικαιώνεται από τον Θεό είναι η αγάπη προς τον συνάνθρωπο. Όπως τίθεται στην παραβολή, η αγάπη αυτή συνιστά μονόδρομο: έξω από την αγάπη ο άνθρωπος χάνεται σε δρόμους που τον απομακρύνουν από τη σχέση του με τον Θεό. Κι αυτό θα πει: για να βρω τον Θεό: «την αιώνιον ζωήν», πρέπει να βρω τον συνάνθρωπό μου: να ποιώ «έλεος μετ’  αυτού».

3. Ο προσδιορισμός της αγάπης προς τον συνάνθρωπο, ως της απόλυτης καθοριστικής προϋπόθεσης για την αιώνια ζωή, απαιτεί, κατά την παραβολή, τρεις διευκρινίσεις:

(1) ο άλλος, ο πλησίον, δεν είναι ο άνθρωπος που ανήκει σε μία συγκεκριμένη ομάδα, κατά τον καταδικασμένο τύπο της Ιουδαϊκής εκδοχής: των Φαρισαίων για παράδειγμα που θεωρούσαν πλησίον μόνον τους γνώστες του ιουδαϊκού νόμου, άρα έθεταν εκτός της έννοιας αυτής τους φτωχούς και αγραμμάτους, ή των Εσσαίων, που θεωρούσαν πλησίον μόνον τους ανήκοντες στην κοινότητά τους, ή ακόμη και των απλών Ιουδαίων, που απέρριπταν την έννοια του πλησίον για τους μη Ιουδαίους. Πλησίον, κατά το πρότυπο του Σαμαρείτη, είναι ο κάθε συνάνθρωπος, ανεξαρτήτως φυλής, θρησκείας ή κοινωνικής τάξεως, διότι ο ίδιος ο άνθρωπος που αγαπά γίνεται πλησίον του άλλου. Απόδειξη τούτου είναι το γεγονός ότι ο Κύριος αντιστρέφει το ερώτημα του νομοδιδασκάλου: από την παθητική διατύπωσή του -  «τις εστί μου πλησίον;» - το θέτει με ενεργητική διάθεση – «γεγονέναι πλησίον». Εγώ να γίνομαι πλησίον του άλλου.

(2) Η αγάπη έτσι προς τον οποιονδήποτε συνάνθρωπο έχει το γνώρισμα της θυσίας. Μπροστά στην ανάγκη του άλλου, το θέλημα του Θεού απαιτεί προσωπική στάση, απώλεια ίσως του χρόνου μας, της άνεσής μας και των δικών μας αναγκαίων μέσων, προσφορά των χρημάτων μας, έγνοια διαρκή. Ό,τι δηλαδή επέδειξε ο Σαμαρείτης. Πρόκειται για την αληθινή αγάπη, για την οποία μίλησε ο Κύριος και με λόγο σαφή, εκτός των παραβολών: «Αύτη εστίν η εντολή η εμή, ίνα αγαπάτε αλλλήλους. Μείζονα ταύτης αγάπην ουδείς έχει, ίνα τις την ψυχήν αυτού θη υπέρ των φίλων αυτού». Είναι η αγάπη που έζησε ο Ίδιος και που Τον ανέβασε στον Σταυρό, γεγονός που τονίζεται και από την αλληγορική ερμηνεία της παραβολής, σύμφωνα με την οποία ο Σαμαρείτης είναι ο ίδιος ο Χριστός.

(3) Αυτονοήτως, η αγάπη, με τα παραπάνω δεδομένα, δεν είναι θεωρία και λόγια, αλλά πράξη. «Ο ποιήσας το έλεος μετ’  αυτού» λέει. Και: «πορεύου και συ  π ο  ί ε ι  ομοίως». Όσο κανείς μένει σε λόγια, ακόμη και σε μία πραγματική καλή διάθεση, δεν έχει αγγίξει την αγάπη που δικαιώνει. «Ου πας ο λέγων μοι Κύριε, Κύριε, εισελεύσεται εις την βασιλείαν του Θεού, αλλ’  ο ποιών το θέλημα του πατρός μου του εν ουρανοίς».

4.  Η αγάπη όμως προς τον συνάνθρωπο που δικαιώνει αυτόν που την ασκεί, είναι, σύμφωνα με το ευαγγελικό ανάγνωσμα, άμεσα συνδεδεμένη και με την αγάπη προς τον Θεό. Ο Κύριος χαρακτήρισε ορθή την απάντηση του νομοδιδασκάλου, όταν ανέφερε την πεμπτουσία του λόγου του Θεού στην Παλαιά Διαθήκη: «αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου, εξ όλης της καρδίας σου, εξ όλης της ψυχής σου, εξ όλης της ισχύος σου και  εξ όλης της διανοίας σου, και τον πλησίον σου ως σεαυτόν». Δηλαδή, η αγάπη έχει διπλή διάσταση: προς τον Θεό και προς τον συνάνθρωπο. Και ο Ίδιος έτσι τοποθέτησε τα πράγματα: «Εάν αγαπάτε με, τας εντολάς τας εμάς τηρήσατε», είπε. Κι επειδή η κύρια εντολή Του είναι το «αγαπάτε αλλήλους», άρα αγαπάμε τον Χριστό, εάν αγαπάμε και τους άλλους, όπως και αγαπάμε τους άλλους, εάν αγαπάμε τον Χριστό. Μονομερής ακολουθία της αγάπης, επιλογή της μιας από την άλλη, σημαίνει διαστροφή και των δύο. Είναι τόσο καίριας σημασίας τούτο, ώστε ο ίδιος ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος σημειώνει ότι «όποιος ισχυρίζεται ότι αγαπά τον Θεό και μισεί τον συνάνθρωπό του, είναι ψεύτης». Όπως και το αντίστροφο: «αγαπάμε τον συνάνθρωπο, όταν αγαπάμε τον Θεό και τηρούμε τις εντολές Του». 

γ. Η παραβολή του καλού Σαμαρείτη απαιτεί προς αποδοχή της γενναιότητα ψυχής και απόφαση υπακοής μέχρι θανάτου. Μελετώντας την βεβαιώνουμε δυστυχώς την πνευματική μας γύμνια. Διότι συνήθως τι διαπιστώνουμε στη ζωή των περισσοτέρων μας; Την ακολουθία ενός εύκολου και βολεμένου χριστιανισμού, που έχει ως πρότυπο μάλλον τον τρόπο ζωής του ιερέα και του λευίτη παρά του Σαμαρείτη. Ο Κύριος δεν θέλει κάτι από τη ζωή μας. Θέλει ολόκληρη τη ζωή μας. Μας έδωσε και μας δίνει τη δική Του, κυρίως μέσω του μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας, κομματιάζεται από αγάπη για εμάς, και ζητεί αντίστοιχο τρόπο ζωής. Η συμπεριφορά Του, όπως καταφαίνεται με κρυστάλλινο τρόπο στη συμπεριφορά του Σαμαρείτη, δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνείας. Πόσοι άραγε αντέχουμε να είμαστε αληθινοί χριστιανοί; Πόσοι, τουλάχιστον,  όταν βλέπουμε τη μικρότητά μας, στρεφόμαστε μέσα μας και κλαίμε για την κατάντια μας; Πώς χωρίς έλεος προς τους άλλους μπορούμε έστω και να ζητάμε το έλεος του Θεού για εμάς;

π. Γεώργιος Δορμπαράκης

Σάββατο, 7 Νοεμβρίου 2020

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΑΓΓΕΛΟΙ

Μητροπολίτης Πισιδίας Σωτήριος Τράμπας

Οι Άγιοι Άγγελοι και η Θεία Λατρεία

7 Νοεμβρίου 2020
https://www.pemptousia.gr

Με την ευκαιρία της Εορτής των Αρχαγγέλων, Αγγέλων, των Χερουβείμ, Σεραφείμ και όλων των Ασωμάτων ουρανίων Δυνάμεων, ας ιδούμε πόσο συνδεδεμένη είναι η ζωή μας με τους αγίους Αγγέλους και μάλιστα στη θεία λατρεία της Εκκλησίας μας.

Ένας ύμνος της Εκκλησίας μας λέγει: «Διά τοῦ Σταυροῦ σου Χριστέ, μία ποίμνη γέγονεν Ἀγγέλων καί ἀνθρώπων, καί μία Ἐκκλησία· οὐρανός και η γη ἀγάλλεται·« (Αἶνοι Παρασκευῆς μετά τήν Κυριακή τοῦ Θωμᾶ).

Ο Χριστός μας, που έφθασε μέχρι τή σταυρική Του θυσία, από αγάπη για μας, μας ένωσε με τους αγίους Αγγέλους και μας έκανε μία ποίμνη. Έτσι, μέσα στην πνευματική ποίμνη του Χριστού, που είναι η Εκκλησία Του ανήκουμε άνθρωποι και Άγγελοι. Επομένως και στη θεία λατρεία της Εκκλησίας μας, φυσικό είναι να συμμετέχουν και οι άγιοι Άγγελοι. Όπως στον ουρανό, οι Άγγελοι ακατάπαυστα υμνούν τον Θεό έτσι παρίστανται καί σε κάθε αγία Τράπεζα ιερού ναού, που τελεσιουργείται το Μυστήριο της θείας Ευχαριστίας και είναι παρών ο ίδιος ο Χριστός.

Μάλιστα ο Λειτουργός, κατά την Μικρή Είσοδο της θείας Λειτουργίας, κρατώντας το ιερό Ευαγγέλιο δέεται να εισοδεύσουν μαζί του στο άγιο Βήμα και άγιοι Άγγελοι, για να συλλειτουργήσουν όλοι μαζί και να συνδοξολογήσουν τον Πανάγαθο Θεό. Και ασφαλώς οι Άγγελοι έρχονται και στέκουν γύρω από την Αγία Τράπεζα και συλλειτουργούν με τους Ιερείς. Βέβαια, επειδή είναι Πνεύματα οι Άγγελοι, εμείς δεν τους βλέπουμε με τα φυσικά μάτια. Εκείνοι όμως μας βλέπουν και συμπαρίστανται και συνδιακονούν στα τελούμενα. Υπάρχουν όμως περιπτώσεις, που κάποιοι άγιοι ιερείς και Επίσκοποι αξιώθηκαν να ιδούν Αγγέλους γύρω από την Αγία Τράπεζα και να λειτουργούν μαζί τους, όπως: ο Άγιος Σπυρίδων, ο Άγιος Νήφων Επίσκοπος Κωνσταντιανής (4ος αιών), ο Άγιος Σεραφείμ του Σαρώφ, (18ος αιών) αλλά και στις ημέρες μας ο Όσιος Ιάκωβος (Τσαλίκης) και άλλοι.

Στη θεία Λειτουργία έχουν ενσωματωθεί και ύμνοι των Αγγέλων, που αναφέρονται στην Αγία Γραφή ή στην Ιερά Παράδοση, όπως το  «Ἀλληλούϊα«που άκουσε ο Ιωάννης να ψάλλουν οι Άγγελοι στον ουρανό (Αποκ. 19,1) και σημαίνει: «Αἰνεῖτε τόν Θεόν». Το «Ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος Κύριος σαβαώθ, πλήρης πᾶσα ἡ γῆ τῆς δόξης Αυτοῦ« (Ησαΐα 6,3), που άκουσε ο Προφήτης Ησαΐας να ψάλλουν τα Σεραφείμ γύρω από τον ένδοξο ουράνιο θρόνο του Θεού. Αυτόν τον ύμνο, με προσθήκην του ύμνου  των παιδιών κατά την θριαμβευτική είσοδο του Κυρίου στα Ιεροσόλυμα, «Ὡσσανὰ εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος…» τον ψάλλουμε ενδιάμεσα της  Ευχής της αγίας Αναφοράς, στη θεία Λειτουργία. Ένας όμοιος προς αυτόν ύμνος, που υποδείχθηκε από Άγγελο στον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Άγιο Πρόκλο (434-446) και ψάλλεται επίσης σε κάθε θεία Λειτουργία, αλλά λέγεται και στην εναρκτήρια προσευχή και σε άλλες περιπτώσεις συχνά, είναι το γνωστό: «Ἅγιος ὁ Θεός, ἅγιος ἰσχυρός, ἅγιος ἀθάνατος, ἐλέησον ἡμᾶςΕίναι γνωστός ως Τρισάγιος Ύμνος και αναφέρεται στα τρία Πρόσωπα της Αγίας Τριάδας. Στους αγγελικούς ύμνους, που ψάλλουμε στα πλαίσια της θείας Λειτουργίας, αλλά και σε άλλες Ιερές Ακολουθίες, ας προσθέσουμε τέλος το: «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ, καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία«, που έψαλλαν οι Άγγελοι στη Βηθλέεμ τη νύχτα της Γεννήσεως του Κυρίου.

Έτσι στη θεία Λειτουργία ενώνονται οι δικές μας φωνές με τις χιλιάδες και μυριάδες αγγελικές φωνές, για να υμνήσουμε τον Τριαδικό Θεό! Και όλοι μαζί συλλειτουργούμε με τους αγίους Αγγέλους! Έχουμε συνειδητοποιήσει τί μεγαλειώδεις στιγμές είναι αυτές που ζούμε εμείς οι Ορθόδοξοι στη θεία Λειτουργία! Μην αμφιβάλλει κανείς γι’ αυτό. Σαφώς φαίνεται αυτό και από την ευχή την Αναφοράς· την ώρα που ο ιερός χορός ψάλλει τον Αγγελικὸ ύμνο: «Ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος Κύριος Σαβαώθ…»ο Λειτουργός -Επίσκοπος ή ιερέας- συνεχίζει την Ευχή: «Μαζί με αυτές και εμείς τις άγιες δυνάμεις, Δέσποτα φιλάνθρωπε, μεγαλόφωνα λέμε· Άγιος είσαι και πανάγιος, εσύ και ο μονογενής Υιός σου και το Άγιο Πνεύμα σου…«Είναι ολοφάνερο: μαζί με μας και οι Άγγελοι υμνούν τον Θεό. Τι θαυμαστά συμβαίνουν την ώρα εκείνη! Τη στιγμή αυτή ο λαός του Θεού γίνεται ισότιμος με τις ασώματες και νοερές δυνάμεις του Ουρανού. Οι άγιοι άγγελοι συναγμένοι γύρω από την Αγία Τράπεζα μέσα στους ναούς μας, γονατίζουν μαζί μας και προσφέρουμε όλοι μαζί την αναίμακτη θυσία.

Αισθανόμενοι αυτές τις μοναδικές στιγμές που ζούμε μέσα στον ιερό ναό αναφωνούμε:  «Ἐν τῷ Ναῷ ἑστῶτες τῆς δόξης Σου, ἐν οὐρανῷ ἑστάναι νομίζομεν». Γι ̓αυτό και ο ύμνος του Χερουβικού μας προετοιμάζει να μιμηθούμε τα Χερουβείμ στην  ευλάβεια που παρουσιάζουν μπροστά στο Θεό. Να αφήσουμε κάθε βιοτική μέριμνα, για να υποδεχθούμε τον Βασιλέα των όλων, που αόρατα συνοδεύεται από τις αγγελικές τάξεις.

Αυτή είναι η πραγματικότητα, αδελφοί μου, την οποία για να την βιώσουμε και να αγγίξει την ψυχή του καθενός μας, χρειάζεται πίστη, αγάπη θερμή προς τον Χριστό, πνευματική προετοιμασία, καθαρή καρδιά, και προσήλωση στα τελούμενα κατά την θεία Λειτουργία. Γι’ αυτό ο Λειτουργός μας απευθύνει σε κρίσιμες στιγμές παραγγέλματα, όπως: «Σοφία· ὀρθοὶ«. «Στῶμεν καλῶς· στῶμεν μετὰ φόβου· πρόσχωμεν …«.

Αισθανόμενοι, ότι και οι Άγιοι Άγγελοι είναι μαζί μας στη θεία Λειτουργία, ας παρακινούμαστε από τη δική τους ευλάβεια προς τον Θεό· να συμμετέχουμε προσεκτικά στα τελούμενα· και να λατρεύουμε -μαζί με τους Αγγέλους- τον Πανάγιο Κύριο και  Θεό  μας,  με βαθειά ευγνωμοσύνη, εγκάρδια  αγάπη και ολοκληρωτική αφοσίωση. Αμήν.