Παρασκευή, 31 Ιανουαρίου 2020

Ονοματοδοσία, Υπαπαντή του Κυρίου, και ο Ιησούς Δωδεκαετής στο Ναό (Λουκ. 2, 21-52)



Ονοματοδοσία, Υπαπαντή του Κυρίου, και ο Ιησούς Δωδεκαετής στο Ναό (Λουκ. 2, 21-52)
Μιχαήλ Χούλη, Θεολόγου
Ο ευαγγελιστής Λουκάς διασώζει τρία σημαντικά γεγονότα από την βρεφική και παιδική ηλικία του Ιησού: Την περιτομή και ονοματοδοσία Του στο Ναό των Ιεροσολύμων (8 ημερών), την Υπαπαντή – συνάντησή Του με τον προορατικό γέροντα Συμεών (40 ημερών), και ένα περιστατικό με τον δωδεκάχρονο Ιησού στο Ναό, όπου φαίνεται η θεϊκή σοφία Του και η αποστολή Του ανάμεσα στους ανθρώπους.

Α. Όταν συμπληρώθηκαν πράγματι οκτώ ημέρες από τη γέννησή Του, έκαναν στο παιδί ΠΕΡΙΤΟΜΗ και του έδωσαν το όνομα ΙΗΣΟΥΣ (= Ο Θεός σώζει), όπως δηλαδή το είχε ονομάσει ο άγγελος, κατά τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου. [Περιτομή εκτελούσαν και οι Αιγύπτιοι και Άραβες, για λόγους υγείας και ένταξή τους σε διάφορες φυλές. Στους Εβραίους την περιτομή έκανε συνήθως ο πατέρας του παιδιού και από τότε το παιδί εθεωρείτο μέλος του λαού του Θεού. Ήταν δε μεγάλη προσβολή να σε ονομάσουν ‘απερίτμητο’, δεδομένου ότι με την περιτομή ξεχώριζαν οι Εβραίοι, μέσω της Διαθήκης του Θεού με τον Αβραάμ, από τους ειδωλολάτρες].

Όταν, σύμφωνα και με τον μωσαϊκό Νόμο, συμπληρώθηκαν οι μέρες για τον ΚΑΘΑΡΙΣΜΟ ΤΟΥΣ, έφεραν το παιδί στα Ιεροσόλυμα, για να το αφιερώσουν στο Θεό. [Η τελετή του καθαρισμού γινόταν την τεσσαρακοστή ημέρα από τη γέννηση του παιδιού. Με την ειδική αυτή τελετή θεωρούσαν ότι καθαρίζονταν όχι μόνο η μητέρα αλλά και όσοι έρχονταν σε επαφή μαζί της -το αίμα και οι διάφορες εκκρίσεις ήταν για τους Ισραηλίτες αίτιες μολύνσεως και σημαντικοί λόγοι αποχής από τη λατρεία. Εδώ ενδιαφέρει τον ευαγγελιστή Λουκά να τονίσει την αφιέρωση του μικρού Ιησού στον Θεό. Κατά την Πατερική ερμηνεία, ναι μεν πέρασε το ιουδαϊκό αυτό τυπικό στη χριστιανική λατρεία, οι ΕΥΧΕΣ όμως που ο ιερέας διαβάζει στη λεχώνα κατά τον ‘εκκλησιασμό’ του βρέφους, σκοπό έχουν ΠΛΕΟΝ να δοθεί η ευλογία και η χάρη του Θεού στην μητέρα, δεδομένου ότι η ροπή προς την αμαρτία είναι κοινή σε όλους, σε άντρες και γυναίκες, και μέσα στη φύση μας (Κύριλλος Αλεξανδρείας, Ε.Π. 69,1089). Επομένως για κάθε γεγονός της ζωής μας οφείλουμε να ζητάμε την βοήθεια του Θεού («Είτε τρώτε, είτε πίνετε, είτε οτιδήποτε άλλο πράττετε, πρέπει όλα να τα κάνετε για τη δόξα του Θεού» (Α΄ Κορ. 10,31)].     

Σύμφωνα με το μωσαϊκό Νόμο, αν το πρώτο παιδί που φέρνει μια γυναίκα στον κόσμο είναι αγόρι, πρέπει να θεωρείται ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ στον Κύριο [(Έξοδος, 13,2: «Κάθε αρσενικό των Ισραηλιτών που γεννιέται πρώτο, είτε άνθρωπος είναι είτε ζώο, θ’ ανήκει σε εμένα»). Και αυτό γιατί ο Θεός είχε ελευθερώσει τον Ισραηλιτικό λαό από την Αίγυπτο. Έπρεπε ακόμη να ΕΞΑΓΟΡΑΖΟΥΝ κάθε πρωτότοκο γιό τους, σε ανάμνηση της θανάτωσης των πρωτοτόκων της Αιγύπτου, που έγινε για να επιτρέψει ο φαραώ στους Εβραίους να φύγουν]. Έπρεπε λοιπόν να προσφέρουν η Μαρία με τον Ιωσήφ και θυσία ένα ζευγάρι τρυγόνια ή δύο μικρά περιστέρια, όπως έγραφε ο Νόμος του Κυρίου.

Στα Ιεροσόλυμα βρισκόταν ένας άνθρωπος που τον έλεγαν ΣΥΜΕΩΝ. Ήταν πιστός, ευλαβής και φωτισμένος. Περίμενε τη σωτηρία του Ισραήλ, ενώ τον καθοδηγούσε το Άγιο Πνεύμα. Του είχε φανερώσει λοιπόν το Πνεύμα το Άγιο ότι δεν θα πεθάνει, προτού να δει τον Μεσσία (για τον οποίον πολλές προφητείες μιλούσαν). Τότε ο Παράκλητος τού υπέδειξε να πάει στο Ναό. Μόλις οι γονείς Του έφεραν εκεί το παιδί, τον Ιησού, για να κάνουν γι’ αυτόν τα έθιμα που προστάζει ο Νόμος, Τον πήρε στην αγκαλιά του, δόξασε τον Θεό και είπε: «ΤΩΡΑ ΚΥΡΙΕ ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΑΦΗΣΕΙΣ ΤΟΝ ΔΟΥΛΟ ΣΟΥ ΝΑ ΠΕΘΑΝΕΙ ΕΙΡΗΝΙΚΑ, ΟΠΩΣ ΤΟΥ ΥΠΟΣΧΕΘΗΚΕΣ, ΓΙΑΤΙ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΜΟΥ ΕΙΔΑΝ ΤΟΝ ΣΩΤΗΡΑ ΠΟΥ ΕΤΟΙΜΑΣΕΣ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΛΑΟΥΣ (Μεσσίας για όλο τον κόσμο ο Ιησούς, όχι μόνο για ένα έθνος), ΦΩΣ ΠΟΥ ΘΑ ΦΩΤΙΣΕΙ ΤΑ ΕΘΝΗ ΚΑΙ ΘΑ ΔΟΞΑΣΕΙ ΤΟΝ ΛΑΟ ΣΟΥ ΤΟΝ ΙΣΡΑΗΛ». [Υπήρξε δηλαδή ο Συμεών ο πρώτος χριστιανός πλέον προφήτης, και έμεινε στην εκκλησιαστική συνείδηση με τον χαρακτήρα του ‘Θεοδόχου’, γιατί είχε την ευλογία να κρατήσει τον σαρκωμένο Θεό στα χέρια του. Τα λόγια του επαναλαμβάνει κάθε ιερέας στον Εσπερινό, λίγο πριν το τέλος της Ακολουθίας].

Ο Ιωσήφ και η μητέρα Του θαύμαζαν για όσα λέγονταν γι’ αυτό το παιδί. Ο Συμεών τους ευλόγησε και είπε στη Μαριάμ, τη μητέρα του Ιησού: «Αυτός θα γίνει αιτία να καταστραφούν ή να σωθούν πολλοί Ισραηλίτες. ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΣΗΜΕΙΟ ΑΝΤΙΛΕΓΟΜΕΝΟ (“σημείο διαφωνίας”, όπως ισχύει μέχρι και σήμερα, διότι πράγματι είχε, έχει και θα έχει σ’ όλη την ιστορία πολλούς φίλους αλλά και πολλούς εχθρούς) για να φανερωθούν οι πραγματικές διαθέσεις πολλών. Όσο για σένα, λέγει στην Θεοτόκο, ο πόνος για το παιδί σου (θα δει να Τον ειρωνεύονται, να διώκεται, να βασανίζεται, να σταυρώνεται και να πεθαίνει) θα διαπεράσει τη καρδιά σου σαν δίκοπο μαχαίρι». Όταν έκαναν όλα όσα πρόσταζε ο Νόμος του Κυρίου, γύρισαν στην πατρίδα τους Ναζαρέτ. [Η αφιέρωση του Ιησού στο Ναό, Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΚΑΙ ΥΠΟΔΟΧΗ ΤΟΥ από τον άγιο γέροντα Συμεών και την προορατική προφήτισσα Άννα -84 ετών τότε, βρισκόταν συνέχεια στο Ναό, ενώ μέρα και νύχτα προσευχόταν και νήστευε- η οποία δοξολογούσε τον Θεό και μιλούσε για το παιδί σε όλους, ονομάζεται στην εκκλησιαστική μας λατρεία ΥΠΑΠΑΝΤΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ και γιορτάζεται στις 2 Φεβρουαρίου]. Το παιδί στο μεταξύ ΜΕΓΑΛΩΝΕ και ΔΥΝΑΜΩΝΕ στο πνεύμα, ΓΕΜΙΖΕ ΑΠΟ ΣΟΦΙΑ και η χάρη του Θεού ήταν μαζί Του. [Ήταν επομένως ΚΑΙ αληθινός άνθρωπος, με σάρκα και οστά, που πέρασε (και ευλόγησε έτσι την οικογένεια, την εργασία, καθώς και) όλες τις φάσεις και τα στάδια της ανθρώπινης ζωής, και ΟΧΙ φάντασμα, όπως τον θεώρησαν οι διάφορες γνωστικές ομάδες].     

Β. Κάθε χρόνο, τη γιορτή του Πάσχα, οι γονείς του Ιησού πήγαιναν στην Ιερουσαλήμ. [Πολλές χιλιάδες προσκυνητές Ισραηλίτες συνέρρεαν κάθε χρόνο, απ’ όλο τον κόσμο, στη γιορτή του Πάσχα (και της Σκηνοπηγίας) στα Ιεροσόλυμα, τους οποίους φιλοξενούσαν οι κάτοικοι της Ιερουσαλήμ]. ΟΤΑΝ Ο ΙΗΣΟΥΣ ΕΓΙΝΕ 12 ΕΤΩΝ, ανέβηκαν στα Ιεροσόλυμα, στη γιορτή. [Έως τα δώδεκά του έτη κάθε παιδί διδασκόταν από τον πατέρα του την εντολή-Οδηγία ‘Σεμά’ του Μωυσή («Άκου, λαέ του Ισραήλ: Ο Κύριος ο Θεός μας είναι ο μόνος Κύριος. Να αγαπάς λοιπόν τον Κύριο … με όλη την καρδιά σου….», Δευτ. 6,4), τις Δέκα Εντολές και άλλα συναφή, ενώ από 13 ετών μπορούσε να εισέρχεται ελεύθερα και από μόνος του στο Ναό. Στη Συναγωγή ακολούθως μάθαιναν αναλυτικότερα τα της πίστεώς τους]. Όταν τελείωσε η γιορτή και γύριζαν πίσω, το παιδί Ιησούς παρέμεινε στην Ιερουσαλήμ, χωρίς να το ξέρουν ο Ιωσήφ ΚΑΙ Η ΜΗΤΕΡΑ ΤΟΥ (σε πολλά σημεία των Ευαγγελίων δεν αναφέρεται ο Ιωσήφ σαν πατέρας του Ιησού, αλλά μόνο η Παναγία ως μητέρα Του, διότι ο Ιωσήφ υπήρξε θετός και μόνο πατέρας του Ιησού). Νομίζοντας ότι ήταν μέσα στο πλήθος των προσκυνητών, περπάτησαν μιας μέρας δρόμο και ύστερα άρχισαν να Τον αναζητούν ανάμεσα στους συγγενείς και τους γνωστούς. Επειδή δεν τον βρήκαν, γύρισαν στην Ιερουσαλήμ και τον αναζητούσαν.

Ύστερα από τρεις ημέρες, τον βρήκαν στο Ναό, καθισμένο ανάμεσα στους νομοδιδασκάλους, να τους ακούει και να τους κάνει ερωτήσεις. Όλοι όσοι τον άκουγαν έμειναν έκπληκτοι για τη νοημοσύνη και τις απαντήσεις Του (Στο απόκρυφο ευαγγέλιο του Θωμά αναφέρεται να λένε οι νομοδιδάσκαλοι για τον μικρό Ιησού: «τέτοια σοφία και αρετή, ούτε ακούσαμε ούτε είδαμε ποτέ»). Μόλις τον είδαν οι γονείς Του απόρησαν, και η μητέρα του Τού είπε: «Παιδί μου, γιατί μας το έκανες αυτό; Ο πατέρας σου (εδώ με νομική έννοια, αφού ήταν εξαρχής γραμμένος στην οικογενειακή μερίδα του Ιωσήφ) κι εγώ σε αναζητούσαμε με πολλή αγωνία». Ο Ιησούς τούς απάντησε: «Γιατί με αναζητούσατε; Δεν ξέρατε ότι πρέπει να βρίσκομαι στο σπίτι του Πατέρα μου;». Στην ουσία τους εξηγεί ότι φυσικός πατέρας του είναι ο Θεός Πατέρας και όχι ο Ιωσήφ, όπως μόλις πριν του είχε πει η Παναγία μητέρα Του (θα πρέπει δηλαδή να τον αντιλαμβάνονται πλέον ως Θεάνθρωπο με ξεχωριστή αποστολή, και όχι σαν απλό άνθρωπο). Το γεγονός δε αυτό αποτελεί την πρώτη ανεξάρτητη κίνηση του Ιησού ως Μεσσία και επισημαίνει την ΑΥΤΟΣΥΝΕΙΔΗΣΙΑ ΤΟΥ ως μονογενούς Υιού και Λόγου του Θεού. Εκείνοι όμως δεν κατάλαβαν τα λόγια που τους είπε. Ο Ιησούς κατέβηκε μαζί τους και ήρθε στη Ναζαρέτ και ΖΟΥΣΕ ΚΟΝΤΑ ΤΟΥΣ ΜΕ ΥΠΑΚΟΗ (δεν ταξίδεψε επομένως σε Ινδίες και Θιβέτ όπως μερικοί ευφάνταστοι υπέθεσαν). Ο Ιησούς ΜΕΓΑΛΩΝΕ και ΠΡΟΚΟΒΕ στη σοφία (ως άνθρωπος), και η χάρη που είχε ευαρεστούσε τον Θεό και τους ανθρώπους.

Στη συνέχεια, και για 18 περίπου χρόνια μετά, η Ναζαρέτ φιλοξένησε αθόρυβα τον ουράνιο επισκέπτη. Αμέσως ύστερα, έγινε η μεγάλη έκρηξη, οπότε ο Υιός του Θεού οικειοθελώς βγήκε από την αφάνεια και άρχισε να κηρύττει και διδάσκει στους ανθρώπους περί της Βασιλείας των Ουρανών. Η Παναγία κρατούσε στη καρδιά της όλα τα γεγονότα, και όσα λόγια σχετίζονταν με τη ζωή του παιδιού της και ταυτόχρονα Θεού της. Μετά την Ανάσταση του Κυρίου, και ιδιαίτερα τον φωτισμό της Πεντηκοστής, τις αλήθειες αυτές εμπιστεύτηκε στους αποστόλους Του και στην πρώτη εκκλησιαστική κοινότητα των πιστών.
4

Τετάρτη, 22 Ιανουαρίου 2020

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΕ΄ΜΑΤΘΑΙΟΥ


Αποτέλεσμα εικόνας για ζακχαιοσ
   Η ΠΙΟ ΜΕΓΑΛΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ

Ο Χριστός, αδελφοί μου, ήρθε στον κόσμο για να αναζητήσει και να σώσει τους ανθρώπους που είχαν παγιδευτεί στα δίκτυα της αμαρτίας. Ήρθε να τους καλέσει σε μετάνοια και να τους οδηγήσει σε δρόμο σωτηρίας. Το σημερινό Ευαγγέλιο μας περιγράφει ακριβώς την επιστροφή ενός τέτοιου μεγάλου αμαρτωλού.
Ο αμαρτωλός αυτός ήταν ο Ζακχαίος. Ποιος ήταν ο Ζακχαίος; Το όνομά του μεταφραζόμενο στα ελληνικά σημαίνει καθαρός, αθώος και ήταν Ιουδαίος. Τώρα το πόσο καθαρός και αθώος ήτανε θα το δούμε στη συνέχεια. Στην Ιεριχώ όπου κατοικούσε υπήρχε γραφείο κεντρικού τελωνείου. Ο Ζακχαίος ήταν ο προϊστάμενος του γραφείου τούτου. Η λέξη αρχιτελώνης που ακούσαμε στο Ευαγγέλιο είναι τίτλος αξιώματος. Ήταν λοιπόν πρόσωπο υψηλής κοινωνικής τάξης. Σίγουρα ως εισπράκτορας φόρων και μάλιστα αρχιεισπράκτορας είχε αποκτήσει αρκετό πλούτο. Υπάρχουν όμως βάσιμες υπόνοιες ότι ο πλούτος που είχε συσσωρεύσει ήταν καρπός κλοπών κι αδικιών. Οι τελώνες και ο Ζακχαίος φυσικά, πιθανότατα εκμεταλλεύονταν τη θέση τους και διακανόνιζαν κατά πως ήθελαν τους φόρους, βάζοντας τους φορολογουμένους να πληρώνουν δυσβάστακτα ποσά.
Αυτός λοιπόν, ο αρχιτελώνης, ο άδικος και ο κλέφτης του ιδρώτα πολλών συνανθρώπων του, ο Ζακχαίος, όπως μας πληροφορεί ο ευαγγελιστής Λουκάς, είχε μια βαθιά επιθυμία: ήθελε να δει το Χριστό. Το πρόσωπο του Ιησού, τον ενδιέφερε.  Ίσως να είχε ακούσει την επιείκεια και τη συγκατάβαση που έδειχνε ο Χριστός  στους τελώνες, στις πόρνες, στους αμαρτωλούς…, ίσως κάτι να τον έτρωγε μέσα του…. Άλλωστε και μεταξύ των μαθητών Του βρισκόταν κι ένας τελώνης, ο Ματθαίος. Θέλησε λοιπόν να πλησιάσει τον Ιησού. Ενδιαφερόταν να δει ποιος ήταν αυτός, του οποίου η φήμη ήταν τόσο αγαθή.
Οπωσδήποτε, αδελφοί μου, η επιθυμία του Ζακχαίου δεν ήταν επιπόλαιη, αλλά ούτε και μια απλή περιέργεια. Ήταν έκφραση ενδόμυχης πίστης και πόθος σωτηρίας. Ήτανε η θεϊκή κλήση, η σαγήνη στον αμαρτωλό τελώνη, για σωτηρία. Γι' αυτό και υπερνίκησε τις όποιες δυσκολίες, τα διάφορα εμπόδια που ασφαλώς θα κρατούσαν πολλούς από μας μακριά από το Χριστό. Δυσκολία του προκαλούσε το μικρό του ανάστημα στο να δει το Χριστό. Την παρακάμπτει ανεβαίνοντας πάνω σε μια συκομουριά. Δυσκολία ακόμη, γιατί σίγουρα οι εξωτερικοί τύποι και τρόποι της συμπεριφοράς, δεν επέτρεπαν σ’ έναν αρχιτελώνη να σκαρφαλώσει πάνω σ' ένα δένδρο. Μα η πίστη ξεπερνά κάθε εμπόδιο. Ο Ζακχαίος καθόλου δεν πτοήθηκε από τις όποιες δυσκολίες. Αψήφησε τα πάντα, αψήφησε τα σχόλια, σκαρφαλώνει στο δένδρο και αναμένει τη μεγάλη συνάντηση.
Ο Χριστός, αδελφοί μου, όταν βλέπει ειλικρινή διάθεση, ανταποκρίνεται με πολλή προθυμία κι αγάπη. Βλέπει με τα μάτια της θεότητάς του το Ζακχαίο προτού ακόμα τον δει εκείνος. Διαβάζει την καρδιά του. Σηκώνει λοιπόν τα μάτια Του, μόλις φτάνει στο σημείο της μεγάλης συνάντησης και κοιτάζει προς στο δένδρο. Οι ματιές τους συναντιούνται και η καρδιά του αρχιτελώνη σαγηνεύεται Ο Χριστός, ο Θεάνθρωπος, για άλλη μια φορά φανερώνει το λόγο της ενανθρωπήσεως Του: «Ηλθε γαρ ο υιός του ανθρώπου ζητήσαι και σώσαι το απολωλός».
Ο Χριστός λοιπόν βράβευσε το Ζακχαίο για την αγνή διάθεση και τη θερμή του πίστη. Ο άρπαγας, ο άδικος, ο αμαρτωλός, παίρνει περισσότερα απ' όσα ήλπιζε. Επιθυμούσε μόνο να δει το Χριστό κι αξιώθηκε να κληθεί από Αυτόν με τ' όνομά του και επιπλέον να φιλοξενήσει το Θεάνθρωπο στο σπίτι του.
Το αποτέλεσμα της μεγάλης αυτής συνάντησης, ήταν η σωτηρία της ψυχής του Ζακχαίου καθώς κι όλου του οίκου του, όλης της οικογένειας του. Το Ευαγγέλιο μας διαβεβαιώνει ότι ο Ζακχαίος στάθηκε μπροστά στο Χριστό κι ανάλαβε μια βαριά και δύσκολη υποχρέωση· ίσως τη δυσκολότερη απόφαση της ζωής του: να επανορθώσει τις αδικίες που διέπραξε. Υπόσχεται ότι τα μισά από τα υπάρχοντα του θα τα δώσει στους φτωχούς και τα άλλα μισά να τα δώσει στους ανθρώπους που συκοφάντησε κι αδίκησε· και μάλιστα στο τετραπλάσιο. Τελικά ο Ζακχαίος δεν κράτησε τίποτε για τον εαυτό του, απογυμνώθηκε τελείως από τα πλούτη του. Μας προκαλεί εντύπωση το γεγονός ότι δεν σκέφτεται με κάποια ιδιοτέλεια ώστε να κρατήσει και κάτι για τον εαυτό του για να μπορεί να ζήσει. Εκτέλεσε στο έπακρο το θέλημα του Θεού επιστρέφοντας τα κλεμμένα σ' αυτούς που τους ανήκαν και μάλιστα χωρίς να τον υποχρεώνει κανένας.
Τέλος βλέπουμε ότι ο Χριστός ονομάζει το Ζακχαίο «υιόν Αβραάμ». Τον ονομάζει έτσι διότι παρά το μισητό επάγγελμά του, εντούτοις ήταν απόγονος του Αβραάμ και είχε δικαίωμα πάνω στις ευλογίες της σωτηρίας που περιλαμβάνονταν στην υπόσχεση που είχε δώσει ο Θεός στον Αβραάμ. Άλλος λόγος είναι διότι πίστεψε στο Χριστό και δικαιώθηκε από την πίστη του όπως ο Αβραάμ. Καταληκτικά θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο Ζακχαίος αποδείχθηκε άνθρωπος με σπάνιο μεγαλείο ψυχής· ένας ήρωας. Τα όσα έκανε για να φτάσει στο Χριστό, ελάχιστοι θα τολμούσαν να κάνουν, ελάχιστοι θα τολμούσαμε να κάνουμε… Λέμε ελάχιστοι διότι οι περισσότεροι άνθρωποι σ' όλες τις εποχές τι κάνουν; Απλούστατα!  Δεν κάνουμε τίποτα. Ή μάλλον είμαστε με το Χριστό μέχρις εκεί που δεν κινδυνεύει τίποτα από τα δικά μας. Μιλάμε για το Χριστό μα χωρίς να χαρίζουμε σ’ Αυτόν ούτε μια τρίχα δικιά μας. Αν κάπου κινδυνέψει η ασφάλεια μας, αν βρεθούμε  μπροστά στο δίλλημα Χριστός ή εμείς είναι πολύ αμφίβολο πόσοι θα σκύψουμε για χάρη του Χριστού. Πόσοι θ’ αψηφήσουμε τα σχόλια,  και πολύ περισσότερο τις απειλές για να είμαστε με το Χριστό. Είδαμε τι έγινε με τις ταυτότητες… Πόσοι προτίμησαν την επαπειλούμενη ασφάλεια τους και είπανε: Ε! Δε μας χρειάζεται και το θρήσκευμα, ας το σβήσουν από τις ταυτότητες.
Αδελφοί μου, λέμε πως  επιθυμούμε να σώσουμε τη ψυχή μας και να κερδίσουμε μια θέση στη Βασιλεία των Ουρανών. Όμως άδικοι, άρπαγες, αμαρτωλοί, αρνητές της χάρης του Χριστού, άνθρωποι που  δεν ψάχνουν όπως ο Ζακχαίος το Χριστό δεν πρόκειται να μπουν σ' αυτήν. Κι εμείς, οι νέοι μας πιο πολύ ακόμα, όχι μόνο δεν τον ψάχνουμε αλλά και φοβόμαστε να ομολογήσουμε τη πίστη μας μπροστά στους απίστους φοβούμενοι μήπως μας κοροϊδέψουν για τη πίστη μας. Φοβόμαστε τις ειρωνείες των συνανθρώπων μας επειδή πηγαίνουμε εκκλησία, επειδή ανάβουμε κεριά, επειδή νηστεύουμε και εξομολογούμαστε. Ίσως να μας κοροϊδέψουν οι άπιστοι. Τι με τούτο; Το Χριστό δεν τον κορόιδεψαν μόνο, αλλά και τον ανέβασαν πάνω στο σταυρό. Τους αγίους δεν τους κορόιδεψαν μόνο αλλά και τους μαστίγωναν,  τους βασάνιζαν. Κι αυτοί δέχονταν όλες αυτές τις αντιξοότητες, όλα αυτά τα πυρά, όλες αυτές τις διώξεις με υπομονή και αγάπη προς το Χριστό. Και όπως ο Ζακχαίος δεν φοβήθηκε τις ειρωνείες των υπολοίπων Ιουδαίων έτσι και μείς δεν πρέπει φοβόμαστε τις ειρωνείες των συνανθρώπων μας.
Αδελφοί μου! Μακάρι να αποδεχτούμε το παράδειγμα μετανοίας του αρχιτελώνη Ζακχαίου και να ακολουθούμε το Χριστό σ’  όλη τη ζωή μας. Κι αυτό για να κερδίσουμε όλοι τη σωτηρία των ψυχών μας εδώ στη γη και μια θέση, έστω και στην πιο απόμερη γωνιά στη βασιλεία των ουρανών. Αμήν!


Τετάρτη, 15 Ιανουαρίου 2020

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΒ’ ΛΟΥΚΑ: Η θεραπεία των δέκα λεπρών

Αποτέλεσμα εικόνας για ΚΥΡΙΑΚΗ ΔΕΚΑ ΛΕΠΡΩΝ




ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΒ’ ΛΟΥΚΑ: Η θεραπεία των δέκα λεπρών 

(Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς)


Συχνά είμαστε αδύναμοι να διδαχτούμε από τα μεγάλα πράγματα και διδασκόμαστε από τα μικρά. Αφού δεν μπορούμε να κατανοήσουμε πώς o Θεός βλέπει όλους τους ανθρώπους, ας παρατηρήσουμε πώς στέλνει ο ήλιος το φως του παντού στη γη, σ’ όλα τα πράγματα. Αν αδυνατούμε να κατανοήσουμε πως η 
(Λουκ. ιζ 12-19)ψυχή του ανθρώπου δεν μπορεί ούτε στιγμή να ζήσει χωρίς Θεό, ας δούμε πώς το σώμα του ανθρώπου δεν μπορεί ούτε στιγμή να ζήσει χωρίς τον αέρα. Αν δεν μπορούμε ν’ αντιληφθούμε γιατί ο Θεός ζητάει υπακοή από τους ανθρώπους, ας καταλάβουμε γιατί ο αρχηγός της οικογένειας απαιτεί υπακοή από τα μέλη της, ο βασιλιάς από τους υπηκόους του, ο διοικητής από τους στρατιώτες του κι ο αρχιτέκτονας από τους οικοδόμους. Αν δεν κατανοούμε γιατί ο Θεός ζητάει ευγνωμοσύνη από τους ανθρώπους, ας αναλογιστούμε γιατί ο πατέρας ζητάει την ευγνωμοσύνη των παιδιών του. Γιατί ο πατέρας επιμένει πως ο γιος του πρέπει να πάρει το κύπελλό του, να του κάνει υπόκλιση και να λέει ευχαριστώ για το κάθε τι, μικρό ή μεγάλο, που παίρνει από τους γονείς του; Γιατί το κάνουν αυτό οι γονείς; Μήπως πλουτίζουν περισσότερο με τις ευχαριστίες των παιδιών, μήπως γίνονται πιο δυνατοί ή πιο διάσημοι ή αποκτούν μεγαλύτερη επιρροή στην κοινωνία; Όχι, τίποτα απ’ όλ’ αυτά. Αφού λοιπόν οι γονείς δεν κερδίζουν προσωπικά τίποτα από την ευγνωμοσύνη των παιδιών, δεν είναι περίεργο που διδάσκουν συνέχεια τα παιδιά τους να είναι ευγνώμονα; Κι αυτό δεν το κάνουν μόνο οι πιστοί γονείς, μα ακόμα κι οι άπιστοι. Όχι, αυτό δεν είναι καθόλου περίεργο, αλλά μάλλον ευγενές. Αυτό που κάνει τους γονείς να διδάσκουν την ευγνωμοσύνη στα παιδιά τους, είναι η ανιδιοτελής αγάπη τους. Γιατί; Επειδή αυτό είναι για το καλό των παιδιών τους. Για να μεγαλώσουν τα παιδιά τους όπως τα καλλιεργημένα καρποφόρα δέντρα κι όχι όπως τα άγρια αγκάθια. Κι αυτό για να επιβιώσει το παιδί τους ανάμεσα στους ανθρώπους στην πρόσκαιρη ζωή, ανάμεσα σε φίλους κι εχθρούς, σε χωριά και σε πόλεις, στην εξουσία ή στο εμπόριο. Τον ευγνώμονα άνθρωπο τον εκτιμούν παντού, τον αγαπούν, τον καλοδέχονται και τον βοηθούν. Αυτός που μαθαίνει την ευγνωμοσύνη, μαθαίνει να είναι κι εύσπλαχνος. Κι ο εύσπλαχνος άνθρωπος περπατάει ελεύθερος σ’ αυτόν τον κόσμο.
Ας αναρωτηθούμε τώρα γιατί ο Θεός αναζητά τις ευχαριστίες των ανθρώπων. Γιατί ζήτησε από το Νώε, το Μωυσή, τον Αβραάμ κι απ’ άλλους προπάτορες να προσφέρουν θυσίες ευχαριστίας στο Θεό (βλ. Γεν. η’ 20-21, ιβ’ 7-8, λε’ 1, Λευϊτ. γ’); Γιατί ο Κύριος έδινε καθημερινά παραδείγματα στον κόσμο πώς πρέπει να προσφέρουν ευχαριστίες στο Θεό (βλ. Ματθ. ια’ 25, ιδ’ 19, κστ 26-27); Γιατί και οι απόστολοι έκαναν το ίδιο (βλ. Πράξ. β’ 47, κζ’ 35) και συμβούλευαν τους πιστούς να ευχαριστούν το Θεό για όλα (Εφ. ε 20, Κολ. γ’ 17); Μήπως μας φαίνονται ακατανόητα τα λόγια που είπε ο μεγαλοφωνότατος Ησαΐας, «τον έλεον Κυρίου εμνήσθην, τας αρετάς Κυρίου εν πάσιν, οις ημίν ανταποδίδωσι» (Ησ. ξγ’ 7); Ή μήπως δεν είναι κατανοητά αυτά που συμβουλεύει ο Ψαλμωδός την ψυχή του, «ευλόγει η ψυχή μου τον Κύριον, και μη επιλανθάνου πάσας τας ανταποδόσεις αυτού» (Ψαλμ. ρβ’ 2); Γιατί λοιπόν ο Θεός ζητά τις ευχαριστίες των ανθρώπων και γιατί οι άνθρωποι ευχαριστούν το Θεό; Αυτό οφείλεται στην αμέτρητη αγάπη Του για τον άνθρωπο. Αυτός είναι ο λόγος που ο Θεός ζητά να τον ευχαριστούν οι άνθρωποι.
Οι ευχαριστίες των ανθρώπων δε θα κάνουν σπουδαιότερο το Θεό, δε θα τον κάνουν πιο δυνατό, πιο ένδοξο, πιο πλούσιο ή πιο ζωντανό. Όλ’ αυτά θα τ’ αποκτήσουν οι άνθρωποι. Η ευγνωμοσύνη των ανθρώπων δε θα προσθέσει τίποτα στην ειρήνη και τη μακαριότητα του Θεού, θα προσθέσει τα χαρακτηριστικά αυτά όμως στους ανθρώπους. Η ευχαριστία κι η δοξολογία στο Θεό δε θ’ αλλάξει σε τίποτα την ύπαρξή Του, θ’ αλλάξει όμως κάτι στην ύπαρξη του ανθρώπου. Ο Θεός δεν έχει ανάγκη την ευγνωμοσύνη μας, ούτε και τις προσευχές μας. Ο ίδιος ο Κύριος όμως είπε: «Οίδε γαρ ο πατήρ υμών ων χρείαν έχετε προ του υμάς αιτήσαι αυτόν» (Ματθ. στ 8). Και προέτρεψε τους μαθητές «προς το δειν πάντοτε προσεύχεσθαι αυτούς και μη εκκακείν» (Λουκ. ιη’ 1). Ο Θεός δεν έχει ανάγκη τις προσευχές μας, μας προτρέπει όμως να προσευχόμαστε. Δεν έχει ανάγκη την ευγνωμοσύνη μας, αλλά την απαιτεί από μας. Οι ευχαριστίες μας δεν είναι τίποτ’ άλλο, παρά μια προσευχή.
Η ευχαριστία στο Θεό ανεβάζει εμάς τους θνητούς πάνω από τη φθορά της θνητότητας, μας απαλλάσσει από εκείνο που κάποια στιγμή πρέπει ν’ απαλλαγούμε, είτε το θέλουμε είτε όχι. Η ευχαριστία μας ενώνει με τον ζώντα κι αθάνατο Θεό. Αν δεν είμαστε ενωμένοι μαζί Του σ’ αυτή τη ζωή, τότε δε θα τον δούμε στην αιωνιότητα. Η ευχαριστία εξευγενίζει τον άνθρωπο και ενθαρρύνει τα καλά έργα. Η ευχαριστία εμπνέει την ευεργεσία στον κόσμο και ενισχύει τις αρετές. Η θνητή γλώσσα του ανθρώπου αδυνατεί να περιγράψει το κάλλος της ευγνωμοσύνης ή την ασχήμια της αγνωμοσύνης τόσο παραστατικά, όσο παρουσιάζονται στη σημερινή ευαγγελική περικοπή.
***
«Εισερχομένου αυτού (του Ιησού) είς τινα κώμην απήντησαν αυτώ δέκα λεπροί άνδρες, οι έστησαν πόρρωθεν. και αυτοί ήραν φωνήν λέγοντες- Ιησού επιστάτα, ελέησον ημάς» (Λουκ. ιζ’ 12,13). Ήταν δέκα λεπροί. Είναι φρικτό να βλέπεις ένα λεπρό, πόσο μάλλον να δεις δέκα μαζί. Ένα σώμα καλυμμένο ολόκληρο, από την κορφή ως τα νύχια, με άσπρες κηλίδες, κακοφορμισμένες πληγές, που στην αρχή δημιουργούν φαγούρα κι έπειτα καίνε σαν φλόγα. Ένα σώμα που φθείρεται συνέχεια και λειώνει. Ένα σώμα που έχει περισσότερο πύον παρά αίμα. Ένα σώμα που μυρίζει τόσο εξωτερικά όσο κι εσωτερικά. Κι όταν η λέπρα προσβάλει το στόμα, τη μύτη ή τα μάτια, φαντάζεστε τι αέρα ανασαίνει ο λεπρός από το γεμάτο πύον στόμα του, τι γεύση έχει αυτό που τρώει, και πώς του φαίνεται ο κόσμος που βλέπει από τα γεμάτα πύον μάτια του.
Σύμφωνα με το Νόμο του Μωυσή, στους λεπρούς απαγορευόταν νά ‘ρθουν σ’ οποιαδήποτε επαφή με τους άλλους ανθρώπους. Το ίδιο γίνεται και στις μέρες μας, στις περιοχές όπου κατοικούν λεπροί [*]. Κι οι λεπροί, για να εμποδίσουν τους άλλους ανθρώπους να τους πλησιάσουν, τους φώναζαν από μακριά, με το μοναδικό όνομα που αναφέρεται στο Νόμο γι’ αυτούς: «Ακάθαρτος! Ακάθαρτος!» Αναφέρεται στο Νόμο: «Και ο λεπρός εν ω έστιν η αφή, τα ιμάτια αυτού έστω παραλελυμένα και η κεφαλή αυτού ακάλυπτος, και περί το στόμα αυτού περιβαλέσθω, και ακάθαρτος κληθήσεται» (Λευϊτ. ιγ’ 45). Τα ρούχα του πρέπει να είναι σχισμένα, για να φαίνεται η λέπρα του. Το κεφάλι του να είναι ακάλυπτο, και το στόμα του καλυμμένο, για τον ίδιο λόγο. Και κυρίως έπρεπε να φωνάζουν: «Ακάθαρτος! Ακάθαρτος!» Απομακρύνονταν από τις πόλεις και τα χωριά και ζούσαν χειρότερα κι από τα ζώα, περιφρονημένοι και ξεχασμένοι. Αναφέρεται στο Λευϊτικό: «Ακάθαρτος έσται, κεχωρισμένος καθήσεται, έξω της παρεμβολής αυτού έσται η διατριβή» (Λευϊτ. ιγ’ 46). Τους λογάριαζαν νεκρούς, αλλ’ η μοίρα τους ήταν χειρότερη κι από των νεκρών.
Μια μέρα ο Κύριος Ιησούς, η πηγή της υγείας, του κάλλους και της δύναμης, πέρασε κοντά απ’ αυτά τα ανθρώπινα ράκη, αυτά τα δύσοσμα υπολείμματα της ζωής. Μόλις οι λεπροί κατάλαβαν πως δίπλα τους περνούσε Εκείνος, σήκωσαν τη φωνή τους από μακριά και είπαν: Ιησού επιστάτα, ελέησον ημάςΠώς γνώριζαν οι ταλαίπωροι αυτοί άνθρωποι για τον Ιησού και τη δύναμη που είχε να τους βοηθήσει, αφού δεν είχαν επικοινωνία με τους άλλους ανθρώπους; Θα πρέπει κάποιος από κείνους που τους άφηνε από μακριά ψωμί στο δρόμο, να τους είχε πληροφορήσει για τα νέα. Η φήμη του νέου θαυματουργού στον κόσμο, που θα μπορούσε να τους ενδιαφέρει, θα πρέπει να είχε φτάσει στ’ αυτιά τους. Όλα τ’ άλλα που γίνονταν στον κόσμο, όπως οι αλλαγές των αρχόντων κι οι πόλεμοι ανάμεσα στα έθνη, η ίδρυση κι η καταστροφή των πόλεων, οι εορταστικές εκδηλώσεις, οι πυρκαγιές κι οι σεισμοί, όλ’ αυτά τους ήταν εντελώς αδιάφορα. Πνιγμένοι μέσα στο πύον, το μόνο που θα σκέφτονταν ήταν η αθλιότητά τους και ίσως Εκείνος που θα μπορούσε να τους απαλλάξει από τις πληγές, τα ράκη και το πύον και να τους ντύσει με το ένδυμα της υγείας. Άκουσαν για τον Κύριο Ιησού και σίγουρα πληροφορήθηκαν κάποιες εξαιρετικές περιπτώσεις, που ο Κύριος θεράπευσε λεπρούς σαν κι εκείνους (βλ. Λουκ. ε 12,13). Θα νοσταλγούσαν λοιπόν τη μοναδική ευκαιρία να βρεθούν μπροστά στον Κύριο.
Κάπου στην άκρη της πεδιάδας της Γαλιλαίας, εκεί που ο δρόμος αρχίζει ν’ ανηφορίζει προς τη Σαμάρεια, τον περίμεναν. Και να που η ευτυχισμένη και μοναδική ευκαιρία που περίμεναν τους πλησίασε, όχι κατά τύχη, αλλά με την πρόνοια του Θεού. Είδαν το Χριστό να περνάει από κει με τους μαθητές Του κι έκραξαν με μεγάλη φωνή: Ιησού επιστάτα, ελέησον ημάς! Γιατί τον ονόμασαν Επιστάτη; Επειδή η λέξη αυτή είναι πιο επιβλητική από το «διδάσκαλος». Επιστάτης δεν είναι μόνο ο διδάσκαλος, αλλά εκείνος που εποπτεύει, που καθοδηγεί, που με τα λόγια, το παράδειγμα και τη μέριμνά Του οδηγεί τους ανθρώπους στο δρόμο της σωτηρίας. Γιατί τότε δεν τον ονόμασαν «Κύριο», που είναι ακόμα πιο επιβλητική λέξη από το «επιστάτης»; Επειδή δεν είχαν γνωρίσει ακόμα τη δύναμη και την εξουσία του Χριστού.
Ελέησον ημάς, κραύγαζαν. «Και ιδών είπεν αυτοίς· πορευθέντες δείξατε εαυτούς τοις ιερεύσι». Και καθώς πήγαιναν στους ιερείς, στο δρόμο καθαρίστηκαν. Σε προηγούμενη περίπτωση θεραπείας λεπρών, ο Κύριος έκτεινε το χέρι Του κι ακούμπησε το λεπρό λέγοντας: «θέλω, καθαρίσθητι. και ευθέως η λέπρα απήλθεν απ’ αυτού» (Λουκ. ζ’ 13). Τώρα όμως όχι μόνο δεν άγγιξε τους λεπρούς, μα δεν τους πλησίασε καν, ήταν μακριά τους, αφού έστησαν πόρρωθεν, και αυτοί ήραν φωνήν. Τους μιλούσε από απόσταση.
Γιατί ο Κύριος τους έστειλε στους ιερείς; Επειδή οι ιερείς είχαν το καθήκον να τους κηρύξουν ακάθαρτους και να τους αποκλείσουν από την κοινωνία, όπως είχαν και το δικαίωμα να δηλώσουν πως είναι θεραπευμένοι και καθαροί, για να ξαναγυρίσουν κοντά στους ανθρώπους (βλ. Λευϊτ. ιγ’ 34,44). Ο Κύριος δε θα καταργήσει το Νόμο, καθώς μάλιστα ο Νόμος δεν εμποδίζει το έργο Του, αλλά μάλλον το ενισχύει σ’ αυτήν την περίπτωση. Οι ίδιοι οι ιερείς θα πείθονταν πως οι δέκα λεπροί καθαρίστηκαν, αφού βεβαιώθηκαν γι’ αυτό. Οι δέκα λεπροί άκουσαν τι τους είπε ο Κύριος και που τους έστειλε και ξεκίνησαν για το χωριό, να εκτελέσουν την εντολή Του. Να, όμως, που καθώς βάδιζαν, η λέπρα τους καθαρίστηκε, εξαφανίστηκε. «Και εγένετο εν τω υπάγειν αυτούς εκαθαρίσθησαν» (Λουκ. ιζ’ 14). Κοίταξαν τα σώματά τους και διαπίστωσαν πως είχαν γίνει καθαροί, υγιείς. Κοίταζαν ο ένας τον άλλον κι έκαναν την ίδια διαπίστωση. Οι πληγές, το πύον κι η δυσοσμία είχαν εξαφανιστεί. Μόνο τα ίχνη της φοβερής αρρώστιας είχαν μείνει, για να μαρτυρούν τη θεραπεία τους.
Ποιος θα μπορούσε να πει πως το θαύμα αυτό του Χριστού δεν ήταν ανώτερο από ανάσταση νεκρών; Ας εγκύψουμε βαθύτερα στο γεγονός πώς, μ’ ένα Του λόγο, τα λεπρά σώματα που τα είχε καταφάγει η αρρώστια, ξαφνικά καθαρίστηκαν, έγιναν καλά. Όσο εμβαθύνει κανείς στο θαύμα αυτό, αναγνωρίζει κι ομολογεί πως θνητός άνθρωπος δεν μπορεί ν’ αρθρώσει τέτοιο λόγο. Μόνο ο Θεός μπορεί να προφέρει αυτόν τον θεραπευτικό λόγο, μέσα από τα ανθρώπινα χείλη Του. Είναι αλήθεια πως ο λόγος αυτός βγήκε από ανθρώπινα χείλη. Είναι σίγουρο όμως πως προήλθε από τα ίδια βάθη, απ’ όπου κι ο λόγος της δημιουργίας του κόσμου. «Αυτός είπε και εγενήθησαν».
Υπάρχουν λόγια και λόγια. Υπάρχουν λόγια αγνά κι αναμάρτητα, που είναι και λόγια δυνάμεως. Τα λόγια αυτά προέρχονται από την πρωταρχική πηγή της αιώνιας Αγάπης. Οι πύλες ολόκληρης της δημιουργίας είναι ανοιχτές μπροστά τους. Τα πάντα, άνθρωποι, ασθένειες και πνεύματα τους υποτάσσονται. Υπάρχουν όμως και λόγια διασπαστικά, ωμά, που τα έχει νεκρώσει η αμαρτία. Τα λόγια αυτά δεν έχουν μεγαλύτερη επιρροή απ’ όση έχει το σφύριγμα του ανέμου ανάμεσα στις καλαμιές. Όσα τέτοια νεκρά λόγια κι αν ακουστούν, παραμένουν τόσο ανίσχυρα, όσο ο καπνός που προσκρούει σε σιδερένια πόρτα.
Αναλογιστείτε όμως πόση απερίγραπτη ανακούφιση και παρηγοριά νιώθουμε, όταν γνωρίζουμε σε πόσο δυνατό και στοργικό Κύριο ανήκουμε! «Πάντα όσα ηθέλησεν ο Κύριος εποίησεν, εν τω ουρανώ και εν τη γη» (Ψαλμ. ρλδ’ 6). Αυτός είναι ο Κύριος της ζωής, Αυτός κυβερνά την αρρώστια, Αυτός δίνει τους νόμους της φύσης, είναι ο νικητής του θανάτου. Δεν δημιουργηθήκαμε από την αλόγιστη φύση. Είμαστε δούλοι του ζωντανού Θεού που αγαπά τον άνθρωπο. Δεν είμαστε τυχαία πλάσματα της τύχης. Είμαστε πλάσματα Εκείνου που δημιούργησε όλους τους πρεσβύτερους αδελφούς μας, τους αγγέλους, τους αρχαγγέλους κι όλα τ’ αθάνατα όντα του ουρανού. Αν υποφέρουμε σ’ αυτή τη ζωή, Εκείνος γνωρίζει το νόημα και το σκοπό των βασάνων μας. Αν μας έκανε λεπρούς η αμαρτία, ο λόγος Του είναι ισχυρότερος από τη λέπρα, είτε σωματική είναι αυτή είτε πνευματική. Την ώρα που πνιγόμαστε, το σωστικό χέρι Του είναι κοντά μαςΤην ώρα που πεθαίνουμε, μας περιμένει στην άλλη πλευρά του τάφου.
Ας γυρίσουμε τώρα στη διήγηση του ευαγγελίου, στη θεραπεία των λεπρών. Ας ρίξουμε μια ματιά στην καθαρή απεικόνιση της ευγνωμοσύνης και της αγνωμοσύνης. Τι έκαναν οι λεπροί αυτοί όταν διαπίστωσαν πως είχαν θεραπευτεί από τη λέπρα τους; Μόνο ο ένας απ’ αυτούς γύρισε για να ευχαριστήσει το Χριστό. Οι άλλοι εννιά τράβηξαν το δρόμο τους. Ούτε που σκέφτηκαν να γυρίσουν και να ευχαριστήσουν τον Ευεργέτη και Σωτήρα τους.
«Εις δε εξ αυτών, ιδών ότι ιάθη, υπέστρεψε μετά φωνής μεγάλης δοξάζων τον Θεόν. και έπεσεν επί πρόσωπον παρά τους πόδας αυτού ευχαριστών αυτώ· και αυτός ην Σαμαρείτης» (Λουκ. ιζ’ 15, 16). Ο ευγνώμων αυτός άνθρωπος, μόλις είδε πως είχε απαλλαγεί από τη φοβερή αρρώστια του, ένιωσε την ψυχή του ν’ ανασαίνει ανάλαφρα. Ήταν σα να είχε βγάλει από μέσα του κάποια φαρμακερά φίδια. Η πρώτη του σκέψη λοιπόν ήταν να τρέξει και να ευχαριστήσει Εκείνον που τον έσωσε απ’ αυτήν τη φοβερή αθλιότητα. Λίγο νωρίτερα είχε κράξει, Ιησού επιστάτα, ελέησον ημάς. Τώρα ξανασήκωσε τη φωνή του και βροντοφώναξε από τα βάθη της ψυχής του κι από τα καθαρά χείλη του ευχαρίστησε το Θεό. Δεν του έφτασε αυτό όμως. Έτρεξε αμέσως να βρει τον Ευεργέτη του, να του εκφράσει τις ευχαριστίες του. Μόλις έφτασε κοντά στο Χριστό έπεσε μπροστά Του να τον προσκυνήσει. Γονάτισε τώρα όχι με πονεμένα πόδια από τις ανοιχτές πληγές, αλλά με πόδια θεραπευμένα και υγιή. Είχε πια ένα σώμα τελείως υγιές, μια καρδιά γεμάτη χαρά και δυο μάτια γεμάτα δάκρυα.
Αυτός ήταν αληθινός άνθρωπος. Στιγμές νωρίτερα ήταν μια μάζα από πυώδη σάρκα. Τώρα ξανάγινε άνθρωπος. Στιγμές νωρίτερα ήταν απόβλητος από τη ζωή των ανθρώπων. Τώρα ξανάγινε άξιο μέλος της κοινωνίας τους. Στιγμές νωρίτερα ήταν μια θλιβερή σάλπιγγα που ηχούσε μονότονα μια μόνο λέξη: «Ακάθαρτος! Ακάθαρτος!» Τώρα μεταβλήθηκε σε μια θριαμβευτική σάλπιγγα που ανέπεμπε ευχαριστίες και δοξολογίες στο Θεό.
Αυτός ο ένας και μοναδικός θεραπευμένος κι ευγνώμων άνθρωπος δεν ήταν Ιουδαίος, αλλά Σαμαρείτης. Οι Σαμαρείτες δεν ήταν Ιουδαίοι αλλά ούτε και καθαρόαιμοι Ασσύριοι ή μιγάδες από Ασσύριους και Ιουδαίους γονείς. Ήταν οι Ασσύριοι εκείνοι που κάποτε εγκατέστησε ο βασιλιάς Σαλμανάσαρ σε τόπους της Συρίας, αφού μετακίνησε από κει τους Ιουδαίους στην Ασσυρία (βλ. Β’ Βασ. ιζ’ 3-6, 24). Το ότι ο ευγνώμων αυτός άνθρωπος ήταν καθαρόαιμος Ασσύριος προκύπτει κι από τα λόγια του Κυρίου που τον ονόμασε αλλογενή.
«Αποκριθείς δε ο Ιησούς είπεν· ουχί οι δέκα εκαθαρίσθησαν; οι δε εννέα πού; ουχ ευρέθησαν υποστρέφαντες δούναι δόξαν τω Θεώ ει μη ο αλλογενής ούτος;» (Λουκ. ιζ’ 17,18). Πόσο ευγενικά μέμφεται τους αγνώμονες ο Κύριος! Ρώτησε μόνο αν θεραπεύτηκαν κι αυτοί και γιατί δε γύρισαν να τον ευχαριστήσουν. Δε ρώτησε βέβαια επειδή ο ίδιος δεν ήξερε ότι είχαν θεραπευτεί όλοι. Όχι. Γνώριζε πως θα θεραπευτούν προτού καν τους δει και τους συναντήσει. Έκανε όμως την ερώτηση σαν μια ευγενική επίπληξη. Εμείς, όταν δίνουμε ένα νόμισμα σε κάποιον επαίτη, εκνευριζόμαστε και ξεσπούμε σε κραυγές αν δε μας ευχαριστήσει. Σκεφτείτε τώρα πόσο θα εκνευριζόμασταν και θα καταγγέλαμε τους εννιά αυτούς ανθρώπους, αν υποτεθεί πως είχαμε τη δύναμη και τους θεραπεύσαμε από τέτοια φοβερή αρρώστια κι εκείνοι δε γύρισαν να μας πουν ούτε ένα ευχαριστώ.
Οι μέρες μας είναι γεμάτες από οργισμένους ανθρώπους ενάντια στους αγνώμονες. Ο αέρας που μας περιβάλει είναι γεμάτος από μίση και ύβρεις που εκστομίζονται από χείλη ανθρώπων καθημερινά, από φυλακής πρωίας μέχρι νυκτός, προς τους αγνώμονες. Πόσο μικρά όμως είναι αυτά που κάνει ο άνθρωπος, σε σχέση με τα μέγιστα που ακούραστα και αδιάλειπτα κάνει ο Θεός για τους ανθρώπους, από τη στιγμή που γεννήθηκαν ως το θάνατό τους! Ο Θεός όμως ποτέ δε μέμφεται, ποτέ δεν οργίζεται στον αγνώμονα, αλλά τον επιπλήττει ευγενικά και ρωτάει όσους τον λατρεύουν στο ναό: «Πού είναι τα άλλα παιδιά Μου; Δεν έδωσα την υγεία σε χιλιάδες; Γιατί βρίσκονται μόνο λίγες δεκάδες στο ναό Μου; Δε δίνω το φως του ήλιου σε εκατομμύρια; Γιατί είστε μόνο λίγες εκατοντάδες οι ευγνώμονες; Δεν ομόρφηνα τους αγρούς, δεν τους γέμισα με πλούσια σοδειά, με κάθε χόρτο για τα κοπάδια; Γιατί είστε μόνο λίγοι εσείς που γονατίζετε με ευχαριστία μπροστά Μου; Πού είναι τα άλλα παιδιά Μου; Πού είναι οι δυνατοί και ισχυροί που κυβερνούν τα έθνη με τη δική Μου δύναμη και ισχύ; Πού είναι οι ισχυροί, πού οι επιτυχημένοι που πλούτισαν από τα πλούτη Μου και πέτυχαν χάρη στο έλεός Μου; Πού είναι οι ευτυχισμένοι που αντλούν την υγεία και την ευτυχία από τη δική Μου πηγή; Πού είναι οι γονείς που τα παιδιά τους τα βοηθάω να μεγαλώσουν και να γίνουν δυνατοί; Πού είναι οι δάσκαλοι που τους χορηγώ σοφία και γνώση; Πού είναι όλοι οι άρρωστοι που θεράπευσα; Πού είναι όλοι οι αμαρτωλοί που καθάρισα τις ψυχές τους από την αμαρτία, σα νά ‘ταν από λέπρα;»
Προσέξτε, ει μη ο αλλογενής ούτος! Μόνο αυτός γύρισε για να ευχαριστήσει. Είναι όμως κανένας ξένος, αλλογενής, στο Χριστό; Δεν ήρθε για να σώσει όλους τους ανθρώπους κι όχι μόνο τους Ιουδαίους; Οι Ιουδαίοι υπερηφανεύονταν επειδή ήταν ο «περιούσιος», ο εκλεκτός λαός του Θεού, πως είχαν γνώση του Θεού, πως απ’ αυτήν την άποψη ξεπερνούσαν κάθε άλλο έθνος στη γη. Υπάρχει όμως ένα παράδειγμα που φανερώνει το σκότος του μυαλού τους και τη σκληρότητα της καρδιάς τους. Ένας Ασσύριος, ειδωλολάτρης, είχε πιο φωτισμένο μυαλό και πιο ευγενική καρδιά από τους αυτοθαυμαζόμενους Ιουδαίους. Η ιστορία αυτή με τους εκλεκτούς ή τους μη εκλεκτούς, δυστυχώς επαναλαμβάνεται και στις μέρες μας. Και σήμερα κάποιοι ειδωλολάτρες έχουν πιο ανοιχτό μυαλό και πιο ευγνώμονα καρδιά προς το Θεό από πολλούς χριστιανούς. Υπάρχουν μωαμεθανοί, βουδιστές ή παρσιστές (οπαδοί του ζωροαστρισμού) που ντροπιάζουν πολλούς χριστιανούς με τις καρδιακές προσευχές τους στο Θεό και τη θερμή ευγνωμοσύνη τους προς Εκείνον.
Η παραβολή τελειώνει με τα λόγια του Σωτήρα μας προς τον ευγνώμονα Σαμαρείτη: «Και είπεν αυτώ· αναστάς πορεύου· η πίστις σου σέσωκέ σε» (Λουκ. ιζ’ 19). Προσέξτε τη μεγαλοσύνη της ταπείνωσης του Κυρίου, την αρχοντιά Του! Ο ίδιος χαίρεται να ονομάζει τους ανθρώπους συνεργάτες Του στα μέγιστα και καλά έργα Του. Θέλει έτσι να ενισχύσει το ηθικό της ταπεινωμένης και υποτιμημένης ανθρώπινης ύπαρξης. Είναι υπεράνω της ανθρώπινης υπερηφάνειας και ματαιότητας και θέλει να μοιράσει τη δική Του αξία με άλλους, τα πλούτη Του με τους φτωχούς, τη δόξα Του με τους άπορους και τους θλιμμένους.
Η πίστις σου σέσωκέ σε. Ο Σαμαρείτης είχε πραγματικά πιστέψει, όπως κι οι άλλοι εννιά λεπροί. Αν δεν είχαν πιστέψει στη δύναμη του Κυρίου, δε θα φώναζαν Ιησού επιστάτα, ελέησον ημάς. Σε τι τους χρησίμευε η πίστη τους όμως; Με την ίδια πίστη θα μπορούσαν να φωνάξουν σε χιλιάδες διάσημους γιατρούς του κόσμου: «Ελεήστε μας, θεραπεύστε μας!» Όλα όμως θ’ απέβαιναν μάταια. Αν κάποιος απ’ αυτούς τους χιλιάδες θνητούς γιατρούς του κόσμου τους είχε θεραπεύσει, πιστεύετε πως θ’ απέδιδε τη θεραπεία στην πίστη του αρρώστου ή στη δική του ικανότητα κι επιστημοσύνη; Δε συνηθίζουν οι γιατροί του κόσμου να ξεπερνούν σιωπηλά τις ευχαριστίες των αρρώστων για την αποκατάσταση της υγείας τους, δίνουν μεγάλη έμφαση στη δική τους αξία και συμμετοχή. Αυτή είναι η συμπεριφορά του ανθρώπου προς άνθρωπο. Ο Χριστός όμως συμπεριφέρεται διαφορετικά στους ανθρώπους. Ο Χριστός έχει ένα βαγόνι γεμάτο σιτάρι κι ο λεπρός Σαμαρείτης πρόσθεσε ένα σπυρί σιτάρι στο φορτίο. Το φορτίο με το σιτάρι είναι η θεϊκή Του δύναμη και εξουσία. Το σπυρί του λεπρού είναι η πίστη του στο Χριστό. Ο Χριστός αγαπά πραγματικά τον άνθρωπο και δεν υποτιμά το μικρό σπυρί, αλλ’ αντίθετα θα το τιμήσει περισσότερο από το δικό Του μεγάλο φορτίο. Γι’ αυτό και δε λέει, όπως θά ‘λεγε κάθε άνθρωπος σε τέτοια περίπτωση: «Το φορτίο μου με το σιτάρι θα σε θρέψει». Δε λέει «Εγώ σε έσωσα», αλλά η πίστις σου σέσωκέ σε. Πόση μεγαλοψυχία κρύβεται στα λόγια αυτά! Πόσο μεγάλη είναι για όλους μας η διδαχή Του! Πόσο μεγάλη είναι η επίπληξη στην ανθρώπινη ιδιοτέλεια κι υπερηφάνεια!
***
Όλοι εκείνοι που κρύβουν το σπυρί της αξίας του άλλου και δίνουν έμφαση στο δικό τους φορτίο, ας ταπεινωθούν, ας διδαχτούν από το Χριστό, το Δίκαιο. Δεν είναι λιγότερο ληστές και κλέφτες από τον πλούσιο, που προσθέτει το μικρό αγρό του φτωχού στ’ απέραντα δικά του στρέμματα. Όλοι οι στρατηγοί που κρύβουν το ρόλο που έπαιξαν οι στρατιώτες στη νίκη και διασαλπίζουν προς κάθε κατεύθυνση μόνο τη δική τους συμμετοχή, ας σκύψουν λίγο κι ας διδαχτούν από το Δίκαιο Χριστό. Όσοι ασχολούνται με τη βιομηχανία και το εμπόριο και αποδίδουν στον εαυτό τους και στην αξία τους, στη σοφία και την τύχη τους, όλη την επιτυχία που ανήκει στους εργάτες και τους υπαλλήλους τους, ας παραδειγματιστούν από τον ταπεινό Ιησού. Τέλος όλοι οι άνθρωποι, που με την τυφλή υπερηφάνεια τους αποδίδουν κάθε καλό, κάθε ικανότητα και κάθε επιτυχία μόνο στον εαυτό τους κι αγνοούν ή ξεχνούν την τεράστια συμβολή του Θεού, ας διδαχτούν από το Θεό, που αγαπά ολόκληρο το ανθρώπινο γένος. Ας πλησιάσουν κι ας μάθουν πως ο Θεός δεν αγνοεί και δεν κρύβει ούτε ένα σπυρί από την αξία του ανθρώπου που προσθέτει στο μέγιστο δικό Του φορτίο αξιών. Το μόνο που κρύβει είναι η δική Του συμβολή και δίνει έμφαση στη συμμετοχή των ανθρώπων.
Υπάρχει μεγαλύτερο χτύπημα και πιο φοβερή επίπληξη στους ανθρώπους για την κλοπή, τη ληστεία, τη σκληρότητα, την υπερηφάνεια και την έλλειψη αγάπης που δείχνουν προς τον άνθρωπο και το Θεό; Όποιος έχει αίσθηση συστολής, πρέπει πραγματικά να ντραπεί και να ταπεινωθεί μπροστά στην ταπείνωση του Χριστού. Εκείνος που διατηρεί έστω και μια σπίθα της συνείδησής του αναμμένη, ας μετανοήσει για το χυδαίο κι ανόητο αυτοθαυμασμό και την αυταρέσκειά του κι ας γίνει ευγνώμων στο Θεό και στους ανθρώπους. Η ευγνωμοσύνη θα του διδάξει την αλήθεια, τη δικαιοσύνη και την ταπείνωση.
Αν εμείς οι χριστιανοί γνωρίζαμε την ποικιλία και το πλήθος των πνευματικών νοσημάτων, από τα οποία ο Χριστός μας θεραπεύει κάθε μέρα, θα στρέφαμε γρήγορα προς Εκείνον το πρόσωπό μας και θα πέφταμε στα πόδια Του να τον ευχαριστήσουμε από τη στιγμή αυτή ως το θάνατό μας. Η ώρα αυτή δεν είναι μακριά για κανένα μας.
Δόξα και αίνος στον Κύριο και Σωτήρα μας Ιησού Χριστό, μαζί με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα, την ομοούσια και αδιαίρετη Τριάδα, τώρα και πάντα και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.
[*] Ο άγιος Νικόλαος κοιμήθηκε το 1956, όταν ακόμα δεν είχε ανακαλυφθεί το φάρμακο για τη λέπρα.


(Απόσπασμα από το βιβλίο «ΚΥΡΙΑΚΟΔΡΟΜΙΟ Γ’ – ΟΜΙΛΙΕΣ ΣΤ’ Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς», Επιμέλεια – Μετάφραση: Πέτρος Μπότσης, Αθήνα 2014)

Πέμπτη, 9 Ιανουαρίου 2020

Κυριακή Μετά τα Φώτα: Η επικαιροποίηση των αρχαίων προφητειών (Ματ 4:12-17)

     Κατά ανάλογο τρόπο περιγράφεται και η έναρξη της δημόσιας δράσης του Ιησού (Ματ 4:12-17). Η περικοπή αρχίζει με την πληροφορία της σύλληψης του Ιωάννη του Προδρόμου. Η δράση του Ιωάννη σηματοδοτεί το αποκορύφωμα και το τέλος της περιόδου αναμονής του Μεσσία και ταυτόχρονα την αρχή μιας νέας εποχής, της Βασιλείας του Θεού. Περιεχόμενο του κηρύγματος του Ιησού είναι το ίδιο με αυτό των προφητών που προηγήθηκαν, η μετάνοια. Μόνον που η μετάνοια στο κήρυγμα του Ιησού δεν είναι προϋπόθεση για να έλθει η Βασιλεία του Θεού, όπως στο προφηικτό κήρυγμα, αλλ’ επείγον προσκλητήριο, γιατί ήλθε η Βασιλεία του Θεού.
     Όμως από την παραπάνω περικοπή προκύπτει ίσως κάποιος προβληματισμός για τον σύγχρονο αναγνώστη της Βίβλου. Όπως αναφέρθηκε, οι ευαγγελιστές επιχειρούν με την παράθεση προφητικών χωρίων να πείσουν τους συγχρόνους τους ότι ο Ιησούς είναι ο αναμενόμενος Μεσσίας. Κρίνοντας εκ του αποτελέσματος, το εγχείρημα δεν υπήρξε απόλυτα επιτυχές, καθώς η πλειονότητα των Ιουδαίων αρνήθηκε τελικά να ακολουθήσει τον Ιησού. Αντίθετα έναν περίπου αιώνα αργότερα, ο Μπαρ Κοχβά, ένας ζηλωτής Ιουδαίος επαναστάτης, κατάφερε με την ίδια επιχειρηματολογία να πείσει σε τέτοιο βαθμό τους συμπατριώτες του ότι είναι ο Μεσσίας, ώστε ακόμα και όταν η εξέγερσή του κατά των Ρωμαίων (132 – 135 μ.Χ.) πνίγηκε στο αίμα, οι τελευταίοι οπαδοί του να προτιμήσουν την αυτοκτονία από την παράδοση στον εχθρό. Το πρώτο επομένως ερώτημα που γεννάται αφορά στον λόγο της άρνησης των Ιουδαίων να ακολουθήσουν τον Ιησούπαρ’ όλο που έβλεπαν ότι όλες οι προφητείες επιβαιώνονταν με το έργο και τη διδασκαλία του. Και από το ερώτημα αυτό προκύπτει ένα δεύτερο που αφορά στο λόγο για τον οποία η Εκκλησία επιμένει να προβάλλει σήμερα αυτές τις προφητείες, τη στιγμή που οι χριστιανοί σήμερα δεν αμφισβητούν πλέον τη θεότητα του Ιησού.
     Για να απαντήσει κανείς στο πρώτο από τα ερωτήματα αυτά πρέπει να γυρίσει νοερά πίσω, στα τέλη του 587 π.Χ. όταν τα στρατεύματα του Ναβουχοδονόσορα, βασιλιά της κοσμοκράτειρας τότε Βαβυλώνας, καταλάμβαναν για δεύτερη φορά την πρωτεύουσα του αδύναμου, μικρού και υποτελούς ήδη βασιλείου του Ιούδα, την Ιερουσαλήμ. Σφαγές, λεηλασίες και εξορία ήταν, όπως συμβαίνει πάντα σε τέτοιες περιπτώσεις, τα επακόλουθα της άλωσης. Τα τείχη της πόλης και τα σημαντικότερα κτήριά της κείτονταν σε ερείπια· ο ίδιος ο περίφημος ναός του Σολομώντα, μάρτυρας ενός άλλοτε λαμπρού παρελθόντος, πυρπολημένος και κατεστραμμένος· τα σκεύη του ναού, και το ιερότερο όλων η κιβωτός της διαθήκης, λάφυρα στα χέρια των εχθρών. Όμως δεν είναι αυτά που κυρίως απασχολούν τους αιχμάλωτους στη Μεσοποταμία Ιουδαίους. Το μυαλό τους το τυραννάει μια άλλη, πολύ πιο βασανιστική σκέψη. Αιώνες ολόκληρους είχαν μάθει να θεωρούν τον Θεό δικό τους και είχαν ισχυρούς λόγους να το πιστεύουν αυτό· αυτός ο Θεός τους έβγαλε από την Αίγυπτο με τρόπο θαυμαστό, τους οδήγησε μέσα από την έρημο όπου τους φρόντιζε και τους προστάτευε, τους χάρισε τη χώρα όπου τόσα χρόνια κατοικούσαν ευτυχισμένοι. Τώρα όμως διαπιστώνουν ότι ο Θεός τους εγκατέλειψε· ότι ο Θεός τους δεν ήταν πια μαζί τους. Οι διαπιστώσεις αυτές έγιναν παράπονο και το παράπονο τραγούδι:
            Στης Βαβυλώνας τα ποτάμια,
                        εκεί καθίσαμε και κλάψαμε, …
            πώς του Κυρίου την ωδή
                        σε ξένη γη να ψάλλουμε; (Ψαλ 136:1,4)
     Τρέχουν στους προφήτες που επέζησαν και τους ρωτούν γεμάτοι αγωνία. Και η απάντηση των προφητών είναι ομόφωνη: “Δεν εγκατέλειψε ο Θεός τον λαό του, αλλά ο λαός εγκατέλειψε τον Θεό του”. Αιώνες ολόκληρους, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, οι προφήτες προειδοποιούσαν για την καταστροφή που έρχεται εξαιτίας της απομάκρυνσης του λαού από τον Θεό του. Όμως ο λαός, μεθυσμένος από την ευημερία που του πρόσφεραν οι ευεργεσίες του Θεού, δεν άκουγε. Έμαθε να εμπιστεύεται τα όπλα του, τη στρατιωτική του δύναμη, τις συμμαχίες με τις μεγάλες δυνάμεις και τα διπλωματικά παιχνίδια στην εξωτερική πολιτική.
     Όμως η απάντηση των προφητών δεν εξαντλείται στην κριτική για τα λάθη που έγιναν στο παρελθόν και οδήγησαν στην καταστροφή. Βεβαιώνουν ότι ο Θεός θα δώσει άλλη μια ευκαιρία στον λαό του και μέσω αυτού σ’ ολόκληρη την ανθρωπότητα. Ένας νέος ηγέτης θα γεννηθεί, ο οποίος δεν θα στηρίζει την εξουσία του στη βία και στην καταπίεση όπως οι ηγεμόνες της εποχής, αλλά θα φέρει φως και χαρά σ’ όλους τους λαούς της γης. Η πρώτη από τις προφητείες αυτές βρίσκεται στο βιβλίο του προφήτη Ησαΐα:
            Λαέ που πορεύεσαι στο σκοτάδι,
                        φως δείτε λαμπρό·
            εσείς οι κάτοικοι της χώρας όπου κυριαρχεί ο θάνατος,
                        πάνω σας φως θα λάμψει.
            … μπροστά σου, Κύριε,  θα χαρούν,
                        όπως αυτοί που χαίρονται στον θερισμό …
            Γιατί αφαιρέθηκε ο ζυγός που ήταν πάνω τους
                        και το ραβδί που χτύπαγε τη ράχη τους …
            Γιατί για χάρη μας γεννήθηκε ένα παιδί,
                        μας δόθηκε ένας γιος …
            Μεγάλη θα είναι η εξουσία του,
                        και η ειρήνη του δεν θα έχει τέλος·
            θα καθίσει στον θρόνο του Δαυίδ,
                        θα αποκαταστήσει τη βασιλεία του,
            και θα φροντίσει γι’ αυτήν με δίκαιη κρίση και δικαιοσύνη … (Ησα 9:2-7).
Στο ίδιο βιβλίο περιέχεται και η δεύτερη προφητεία. Ο αναμενόμενος ηγέτης θα κατάγεται από τη γενιά του Δαβίδ, θα καθοδηγείται από το Πνεύμα του Θεού, θα έχει σοφία και σύνεση, ορθή κρίση και δύναμη, γνώση και ευσέβεια, ώστε να επιβάλει τη δικαιοσύνη συντρίβοντας τη βία και την καταπίεση, όχι όμως με τη δύναμη του σκήπτρου του, αλλά με τη δύναμη του λόγου του (βλ Ησα 11:1-9).
     Οι προφητείες αυτές ζέσταιναν τις καρδιές του λαού, ανανέωναν τις ελπίδες του και τον στήριζαν για να αντέξει τις δοκιμασίες. Όμως τα χρόνια που ακολούθησαν ήταν πολύ σκληρά. Τη βαβυλωνιακή κατοχή διαδέχτηκε η περσική και αυτήν, η πιο σκληρή και καταπιεστική, η ελληνική, για να δώσει και αυτή με τη σειρά της τη θέση της στη ρωμαϊκή. Οι ελπίδες, βέβαια, δεν έσβησαν, άλλαξαν όμως αρκετά ως προς το περιεχόμενό τους. Η μακροχρόνια καταπίεση άλλαξε τη μορφή του αναμενόμενου ηγέτη και του ρόλου του. Η δικαιοσύνη που θα φέρει κατανοείται πλέον ως εκδίκηση και το όραμα της ειρήνης αντικαταστάθηκε από την ελπίδα της απελευθέρωσης από τον ρωμαϊκό ζυγό. Έτσι, ο ειρηνικός και δίκαιος παγκόσμιος βασιλιάς έγινε στη φαντασία του λαού ένας βίαιος και ανελέητος τοπικός επαναστάτης.
     Έτσι, εύκολα γίνεται κατανοητό το γιατί οι συμπατριώτες του απέρριψαν τον Ιησού και αρνήθηκαν να τον ακολουθήσουν οδηγώντας τον ακόμα και στον θάνατο.
     Οι Ιουδαίοι αρνήθηκαν να δεχτούν τον Ιησού ως Μεσσία, αλλά η άρνηση αυτή δεν ήταν ικανή να ακυρώσει το σχέδιο του Θεού για τον κόσμο. Από τους μαθητές του Χριστού προέκυψε ένας νέος λαός του Θεού, ένας νέος Ισραήλ, η Εκκλησία. Από αυτήν την αλήθεια προκύπτει και η απάντηση στο δεύτερο ερώτημα που τέθηκε παραπάνω. Ως λόγος Θεού οι προφητείες έχουν αιώνια ισχύ και απευθύνονται στους πιστούς όλων των εποχών. Αναπτέρωσαν το ηθικό των αιχμάλωτων στη Μεσοποταμία Ιουδαίων και έδωσαν στους Ιουδαίους της εποχής του Ιησού τη δυνατότητα να τον αναγνωρίσουν και να τον ακολουθήσουν. Απευθύνονται όμως και στον νέο Ισραήλ, στους σύγχρονους χριστιανούς. Τους υπενθυμίζουν ότι η απελπισία δεν είναι ανίκητη· ότι «φως λαμπρό» μπορεί να φωτίσει και τα δικά τους σκοτάδια και να τους οδηγήσει έξω από τα αδιέξοδα που βιώνουν. Αρκεί να μην κάνουν τα λάθη του παλιού Ισραήλ. Αρκεί να δουν τις παλιές προφητείες όχι ως εξαγγελίες προνομίων για τους ίδιους, αλλά ως οδοδείκτες για μια αληθινή σχέση με τον Θεό, ξεκινώντας από το τελευταίο μήνυμα του Προδρόμου και το πρώτο του Χριστού: Μετάνοια.

Πέμπτη, 2 Ιανουαρίου 2020

Ιωάννης ο Βαπτιστής και Πρόδρομος του Κυρίου

Ιωάννης ο Βαπτιστής και Πρόδρομος του Κυρίου

1. Σκιαγράφηση της προσωπικότητας του Βαπτιστή
Οι Ευαγγελιστές Μάρκος και Ιωάννης, εκφραστές δύο διαφορετικών παραδόσεων, της συνοπτικής και της ιωάννειας, προτάσσουν στα Ευαγγέλια και τις διηγήσεις τους για την ιστορία της ζωής και της δημόσιας δράσης του Ιησού, τη συνάντησή του με τον Ιωάννη τον Βαπτιστή (Μάρκ1,2-6· Ιωάν1,19-23). Αλλά και οι άλλοι δύο Ευαγγελιστές, Ματθαίος και Λουκάς, αναφέρονται με έμφαση στο πρόσωπο του Ιωάννη του Βαπτιστή και τον τοποθετούν ως γέφυρα για τη μετάβαση από την παιδική ηλικία του Ιησού στη δημόσια δράση του, ύστερα από τη γνωστή συνάντηση των δύο ανδρών και την πραγματοποίηση της βάπτισης στα νερά του Ιορδάνη (Ματθ3,1-6· Λουκ3,1-6).
Είναι ενδεικτικό, επίσης, ότι για την κατανόηση του προσώπου του Ιωάννη και τη σημασία του ρόλου του στην όλη υπόθεση της προπαρασκευής για την έλευση του Μεσσία Χριστού, οι τέσσερις Ευαγγελιστές αναφέρουν πολλά στοιχεία όχι μόνο για τη συνάντηση Ιησού και Ιωάννη, αλλά και για τη θαυμαστή γέννηση του δευτέρου, τον ασκητικό τρόπο ζωής του, το μεσσιανικό κήρυγμά του, το μαρτυρικό θάνατο και την εν γένει προσωπικότητά του. Ο Ιωάννης ήταν, πράγματι, μια ηγετική φυσιογνωμία με τεράστια πνευματική απήχηση στους ανθρώπους της εποχής του.
Ο Ευαγγελιστής Λουκάς μας ομιλεί, ακόμη, για την «προκαθορισμένη» μορφή της αποστολής του Ιωάννη «εκ κοιλίας μητρός» και για τα χρόνια της προετοιμασίας και προπαρασκευής του προς επίτευξη αυτού του σκοπού, όπως αναδειχθεί ένας αληθινός «πρόδρομος» του Χριστού. Γι’ αυτόν είχε προαναγγείλει ο Άγγελος πριν τη γέννησή του, ότι «έσται μέγας ενώπιον του Κυρίου» (Λουκ1,15). Ο ίδιος δε, όπως υπονοείται στα κείμενα, από μικρό παιδί είχε οδηγηθεί «εν ταις ερήμοις» και εκεί με την πάροδο του χρόνου «ηύξανε και εκραταιούτο πνεύματι» (Λουκ1,80). Στην έρημο ο Ιωάννης έμεινε «έως ημέρας αναδείξεως αυτού προς τον Ισραήλ» (Λουκ1,80) και μετά εξήλθε ως «προφήτης Υψίστου» στην περιοχή του Ιορδάνη, με σκοπό να κηρύξει μετάνοια και «ετοιμάσαι οδούς Κυρίου» (Λουκ1,76). Θαυμάσια, επομένως, γεγονότα συνόδευσαν τον Ιωάννη από την πρώτη στιγμή της σύλληψης και γέννησής του ως την τελευταία του μαρτυρικού θανάτου του, όπως θα δούμε και πιο κάτω.
Η μητέρα του Ιωάννη, η Ελισάβετ, που ήταν και συγγενής της Παρθένου Μαρίας, όπως είδαμε στο πέμπτο κεφάλαιο του βιβλίου αυτού, «συνείληφεν υιόν εν γήρει αυτής» κατά θαυμαστό τρόπο (Λουκ1,36). Κατά τη συνάντηση δε εκείνη των δύο εγκύων γυναικών, όπως γράφει το κείμενο, «εσκίρτησεν εν αγαλλιάσει το βρέφος εν τη κοιλία αυτής» και η Ελισάβετ «επλήσθη Πνεύματος αγίου» και απεκάλυψε μετά τον ασπασμό, ότι η Μαρία θα γίνει με την κύηση και γέννηση «η μήτηρ του Κυρίου» (Λουκ1,4344). Από την άλλη πλευρά ο πατέρας του Ιωάννη, ο Ζαχαρίας, ιερέας του Ναού την περίοδο εκείνη, βεβαιώνεται ύστερα από οραματική εμπειρία, ότι η γέννηση του υιού του θα πραγματοποιηθεί κάτω από θαυμαστές συνθήκες και «χειρ Κυρίου» θα τον συνοδεύει συνεχώς για να φέρει σε πέρας την υψηλή αποστολή του. Το όνομα δε Ιωάννης που θα πάρει, και η όλη μετέπειτα ζωή του θα είναι μια αληθινή μαρτυρία αυτής ακριβώς της θαυμαστής κλήσης του (Λουκ1, 60 εξ.).
Αυτός, λοιπόν, ο Ιωάννης, η μετέπειτα «φωνή βοώντος εν τη ερήμω», σύντομα θα αναδειχθεί ένα είδος «ενσάρκου Αγγέλου» και προδρόμου για να ετοιμάσει «την οδόν Κυρίου» (πρβλ. Ησ40, 3) και «ίνα μαρτυρήση περί του φωτός» (Ιωάν1,7). Χαρακτηριστικό της «προδρομικότητάς» του αυτής θα είναι το κήρυγμα μετανοίας και το βάπτισμα ύδατος «εις άφεσιν αμαρτιών», σύμφωνα και με πρόρρηση του Ησαΐα, που λέει «φωνή βοώντος εν τη ερήμω, ετοιμάσατε την οδόν Κυρίου, ευθείας ποιείτε τας τρίβους αυτού» (Λουκ3, 3-4· Ησ40, 3-5). Με αποκορύφωση στο τέλος την ίδια τη βάπτιση του Ιησού Χριστού.
 Η εμφάνιση του Βαπτιστή ήταν ασκητική και η ζωή του εντελώς λιτή, αφού, «το ένδυμα αυτού από τριχών καμήλου και ζώνην δερματίνην περί την οσφύν αυτού· η δε τροφή αυτού ην ακρίδες και μέλι άγριον» (Μαθτθ3,4). Επί πλέον διέθετε τεράστια πνευματική αίγλη και επιρροή, καθ’ όσον «εξεπορεύετο προς αυτόν πάσα η Ιουδαία χώρα και οι Ιεροσολυμίται πάντες εβαπτίζοντο εν τω Ιορδάνη ποταμώ υπ’ αυτού εξομολογούμενοι τας αμαρτίας αυτών» (Μάρκ1, 5). Όλα αυτά, καθώς και η γενικότερη χαρισματική του φύση, κατέστησαν τον Ιωάννη τη μεγαλύτερη θρησκευτική και πνευματική προσωπικότητα της εποχής του. Αυτόν τον ειδικά απεσταλμένο άνθρωπο του Θεού σεβάστηκαν βαθύτατα οι δίκαιοι και οι ταπεινοί του Ισραήλ, ταυτόχρονα όμως η παρουσία του προκαλούσε φόβο και τρόμο στους άδικους και μοιχούς.
Βέβαια, ο ασκητικός και «μοναχικός» τρόπος ζωής του Προδρόμου, που για τον Ιουδαϊσμό δεν ήταν ποτέ κάτι το συνηθισμένο και αποδεκτό, ιδιαίτερα μάλιστα στην εποχή του Ιησού που κυριαρχούσε ο φαρισαϊσμός και η θρησκευτική υποκρισία, ήταν φυσικό να δημιουργήσει σε πολλούς διάφορα προβλήματα και αντιδράσεις. Ακόμη και σήμερα, αυτό το γεγονός της ασκητικότητας του Ιωάννη, έγινε αιτία να διατυπωθεί από πολλούς μελετητές της Καινής Διαθήκης η άποψη, πως πιθανώς ο Βαπτιστής να είχε κάποια άμεση σχέση και κοινωνία με τις εσχατολογικές κοινότητες των Εσσαίων της εποχής εκείνης, αφού και εκείνοι ζούσαν στην έρημο, όπως γνωρίζουμε, άγαμοι και ασκητικοί, κατά τρόπο μοναστικό και κοινοβιακό. Ανεξάρτητα, όμως, από το αν κάποτε είχε και πόση σχέση μπορεί να είχε με τις εσσαϊκές κοινότητες του Κουμράν, φαίνεται ότι ο Ιωάννης την εποχή της συνάντησής του με τον Ιησού ήταν εντελώς ελεύθερος από τέτοιους συσχετισμούς και ανεξάρτητος, με δικούς του μαθητές και οπαδούς.
Ο απόλυτα προσωπικός τρόπος ζωής του και η μορφή προετοιμασίας και δράσης του, θυμίζουν τους μεγάλους προφήτες του παρελθόντος.
2.  Η αποστολή του Βαπτιστή
     Ο Ιωάννης μέσα από τα κείμενα των Ευαγγελίων παρουσιάζεται ως ο μοναδικός «προφήτης» και «πρόδρομος» που στέλνεται από το Θεό, για να ετοιμάσει πνευματικά το λαό εν όψει της επικείμενης έλευσης του Μεσσία. Στο Δ΄ Ευαγγέλιο τονίζεται με έμφαση αυτή ακριβώς η προδρομική ιδιότητα και αποδοχή του Ιωάννη: «Εγένετο άνθρωπος, απεσταλμένος παρά Θεού, όνομα αυτώ Ιωάννης· ούτος ήλθεν εις μαρτυρίαν, ίνα μαρτυρήση περί του φωτός, ίνα πάντες πιστεύσωσιν δι’ αυτού. Ουκ ην εκείνος το φως, αλλ’ ίνα μαρτυρήση περί του φωτός» (Ιωάν1,6-8). Ο ίδιος, εξάλλου, ο Βαπτιστής θα πει αργότερα για τον εαυτό του, όταν κάποτε ρωτήθηκε σχετικά, ότι «εγώ ουκ ειμί ο Χριστός», αλλ’ ούτε και ο Ηλίας, ή «ο Προφήτης», που περίμεναν οι Ιουδαίοι να έρθει ειδικά γι’ αυτό το σκοπό στον κόσμο (βλ. Δευτερ18,15). Ο ίδιος είχε την αίσθηση πως ήταν απλώς η «φωνή βοώντος εν τη ερήμω», υπενθυμίζοντας με τους λόγους του και τα κηρύγματά του αυτά που οι μεγάλοι προφήτες και ιδιαίτερα ο  Ησαΐας προανήγγειλαν γι’ αυτόν και την αποστολή του (βλ. Ησ40, 3).
Αλλά και ο Ιησούς κάποτε είχε πει κάτι παρόμοιο, δημόσια μάλιστα προς το λαό, για τον Βαπτιστή και την αποστολή του: «τί εξήλ­θατε εις την έρημον θεάσασθαι; κάλαμον υπό ανέμου σαλευόμενον; αλλά τί εξήλθατε ιδείν; άνθρωπον εν μαλακοίς ιματίοις ημφιεσμένον; ιδού οι τα μαλακά φορούντες εν τοις οίκοις των βασιλέων εισίν. Αλλά τί εξέλθατε ιδείν; προφήτην; ναι λέγω υμίν, και περισσότερον προφήτου, ούτος γαρ έστι περί ου γέγραπται· ιδού εγώ αποστέλλω τον άγγελόν μου προ προσώπου σου, ος κατασκευάσει την όδόν σου έμπροσθέν σου. Αμήν λέγω υμίν, ουκ εγήγερται εν γεννητοίς γυναικών μείζων Ιωάν­νου του βαπτιστού» (Ματθ11, 7-11).
Ο όρος «μείζων» δεν αναφέρεται εδώ, πιστεύουμε, στην προσωπική αγιότητα ή ακεραιότητα του χαρακτήρα του Ιωάννη και ούτε θέλει να φανερώσει κάποια ηθικής φύσεως ιδιότητα, αλλά σχετίζεται άμεσα με την υψηλή αποστολή και κλήση του να υπηρετήσει στο αιώνιο σωτηριολογικό σχέδιο του Θεού. Από κάποια άλλη άποψη, αν μπορούσε να δει τα πράγματα κανείς, θα έλεγε ότι και «ο μικρότερος εν τη βασιλεία των ουρανών μείζων αυτού έστιν» (Ματθ11,11). Αυτό το μοναδικό προνόμιο, να δει με τα σωματικά του μάτια το Μεσσία και να γίνει Πρόδρομος και Βαπτιστής του, το είχε μόνο ο Ιωάννης από όλους τους μεγάλους προφήτες του παρελθόντος. Και από αυτής της απόψεως, πράγματι, ο Ιωάννης ήταν ο «μέγιστος των προφητών», έστω και αν ο «ελάχιστος» της βασιλείας θα είναι «μείζων αυτού».
Υπ’ αυτή την προοπτική, ο Ιωάννης κατανοείται ως προφήτης μοναδικός αλλά και «οριακός» ταυτόχρονα, γιατί με την παρουσία του και την αποστολή του διακρίνει αλλά και συνδέει τον κόσμο της Παλαιάς με τον κόσμο της Καινής Διαθήκης. Συνδέει δηλαδή την προφητική «γνώση» με την ιστορική εμπειρία, την προσδοκία του παρελθόντος με την εκπλήρωση του παρόντος. Στον Ιωάννη και με τον Ιωάννη γίνεται η μεγάλη μετάβαση από το παλαιό στο νέο και από το πριν στο τώρα. Ο Ιωάννης είναι ο «μέγιστος» του παλαιού κόσμου αλλά και ο «ελάχιστος» του νέου (βλ. Ματθ11, 11).
Είναι η πιο μεγάλη αλλά ταυτόχρονα και η πιο «τραγική» φυσιογνωμία της ιστορίας της Καινής Διαθήκης. Στη δική του προσωπική ιστορία παρουσιάσθηκε για πρώτη φορά και τόσο έντονα το εσωτερικό δράμα του πνευματικού ανθρώπου. Ο  Ιωάννης έδωσε μια «εικόνα» και τον «τύπο» αυτού του δράματος. Στη ζωή του φάνηκε κατά δραματικό τρόπο η ανάγκη μιας αποφασιστικής «διάβασης» από την απλή ανθρώπινη και ιστορική γνώση «περί του Ιησού» στην αναγνώρισή του ως «Χριστού και Κυρίου». Αυτό σήμαινε για τον Ιωάννη αποδοχή και αναγνώριση, ότι ο Ιησούς από τη Ναζαρέτ της Γαλιλαίας ήταν «υιός της Μαρίας» αλλά ταυτόχρονα και «Υιός του Θεού».
(Γεωργίου Π. Πατρώνου, «Η ιστορική πορεία του Ιησού», εκδ. Δόμος, σ. 211-215)