Πέμπτη, 24 Σεπτεμβρίου 2020

ΚΥΡΙΑΚΗ Α΄ ΛΟΥΚΑ

 (Αποσπάσματα από την ομιλία ΙΔ΄ του αγίου Ιωάννου, αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως του Χρυσοστ


όμου)

«καὶ λέγει αὐτοῖς· δεῦτε ὀπίσω μου καὶ ποιήσω ὑμᾶς ἁλιεῖς ἀνθρώπων».

(…)Και περπατώντας κοντά στη θάλασσα της Γαλιλαίας, είδε δύο αδελφούς, τον Σίμωνα, που, με το όνομα το οποίο του έδωσε αργότερα ο Κύριος, ονομάστηκε Πέτρος και τον Ανδρέα τον αδελφό του. Έριχναν τα δίχτυα τους στη θάλασσα, σαν ψαράδες που ήσαν. «Ακολουθήστε με, τους είπε, και θα σας κάνω αλιείς ανθρώπων». Αυτοί λοιπόν, αφού άφησαν αμέσως τα δίχτυα, Τον ακολούθησαν.

«οἱ δὲ εὐθέως ἀφέντες τὰ δίκτυα ἠκολούθησαν αὐτῷ». Πρόσεξε την πίστη και την υπακοή τους. Διότι αν και βρίσκονταν στο μέσο της εργασίας τους (γνωρίζετε βέβαια πόσο απαιτητική είναι η αλιεία), όταν άκουσαν την προτροπή του Κυρίου δεν ανέβαλαν, ούτε το μετέθεσαν γι΄ αργότερα, ούτε είπαν· «Άμα γυρίσουμε στο σπίτι, ας συνεννοηθούμε πρώτα με τους δικούς μας». Αλλά αφού εγκατέλειψαν τα πάντα, Τον ακολούθησαν, όπως ο Ελισσαίος ακολούθησε κάποτε τον προφήτη Ηλία. Πραγματικά αυτού του είδους την υπακοή ζητεί από μας για τη μετάνοιά μας ο Χριστός, ώστε μήτε δευτερολέπτου αναβολή να μην κάνουμε, ακόμα κι αν κάτι από τα πιο απαραίτητα προς το ζην μας επείγει, όπως κρίνουμε. Γι’ αυτό και κάποιον άλλον που Τον πλησίασε και ζήτησε να πάει πρώτα να θάψει τον πατέρα του, μήτε αυτό δεν τον άφησε να κάνει, δείχνοντας ότι από όλα πρέπει να προτιμούμε να Τον ακολουθήσουμε και να γίνουμε μαθητές Του.

Εάν πάλι θεωρείς ότι Τον ακολούθησαν επειδή ήταν μεγάλη η υπόσχεση, και πάλι τους θαυμάζω γι’ αυτό και ακόμη περισσότερο, επειδή παρόλο που δεν είχαν δει ακόμα κανένα θαυματουργικό σημείο, πίστεψαν σε τόσο μεγάλη υπόσχεση και όλα τα άλλα τα θεώρησαν δευτερεύοντα μπροστά στο να Τον ακολουθήσουν. Γιατί με όποια λόγια αλιεύτηκαν οι ίδιοι, πίστεψαν ότι με αυτά θα μπορούσαν κι άλλους να αλιεύσουν και να τους οδηγήσουν στη σωτηρία των ψυχών τους. Και σ΄ αυτούς μεν αυτήν την υπόσχεση έδωσε, σ΄εκείνους όμως που ήταν μαζί με τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη, τίποτα παρόμοιο δεν λέγει˙ διότι η υπακοή αυτών που πρώτους κάλεσε (δηλ. του Ανδρέα και του Πέτρου), είχε προετοιμάσει πλέον και αυτούς. Εξάλλου πολλά είχαν ακούσει και προηγουμένως γι’ Αυτόν.

Και πρόσεξε πώς υπαινίσσεται με ακρίβεια και την φτώχεια τους· τους βρήκε να ράβουν τα δίχτυα τους. Τόσο μεγάλη ήταν η φτώχεια τους, ώστε να διορθώνουν τα χαλασμένα, επειδή δεν μπορούσαν ν’ αγοράσουν άλλα. Δεν ήταν κι αυτή τότε μικρή ένδειξη αρετής, το να υποφέρουν με ευκολία και αγόγγυστα την φτώχεια, το να αποκτούν την τροφή τους με τίμιο μόχθο, το να συνδέονται μεταξύ τους με τη δύναμη της αγάπης, το να έχουν μαζί τους και τον γέρο πατέρα τους και να τον περιποιούνται.

Αφού λοιπόν τους έκανε μαθητές Του, τότε αρχίζει να θαυματουργεί ενώπιόν τους, βεβαιώνοντας με τα έργα Του ό,τι είχε πει γι’ Αυτόν ο Βαπτιστής Ιωάννης. Βρισκόταν αδιάκοπα στις συναγωγές και με την πράξη Του αυτή τους δίδασκε ότι δεν είναι κάποιος αντίθετος, ούτε πλάνος, αλλά έχει έρθει με το θέλημα του Θεού, κατόπιν κοινής Τους συμφωνίας. Και συχνάζοντας στις συναγωγές, δεν κήρυττε μόνο, αλλά και πολλά θαύματα επιτελούσε.

Πραγματικά σε κάθε περίπτωση κατά την οποία συμβαίνει κάτι το νέο και παράδοξο και εισάγεται κάποιος νέος τρόπος ζωής, συνηθίζει ο Θεός να κάνει θαύματα, προσφέροντας εγγύηση της δυνάμεώς Του προς εκείνους που πρόκειται να δεχτούν τους νόμους Του. Έτσι όταν επρόκειτο να πλάσει τον άνθρωπο, δημιούργησε όλον τον κόσμο και τότε του έδωσε εκείνο τον νόμο μέσα στον παράδεισο. Και όταν ήταν να δώσει νόμους στον Νώε, πάλι μεγάλα θαύματα έκαμε, με τα οποία αναδημιουργούσε όλη την πλάση και τη φοβερή εκείνη τρικυμιώδη θάλασσα την έκανε να κυριαρχεί επί της γης για ένα ολόκληρο χρόνο και με όλα αυτά, μέσα σε τόσο χαλασμό, διέσωσε τον δίκαιο εκείνο. Και στα χρόνια του Αβραάμ παρουσίασε πολλά θαύματα, όπως είναι η νίκη στον πόλεμο, η πληγή κατά του Φαραώ, και η απαλλαγή από τους κινδύνους. Μα κι όταν επρόκειτο να θεσπίσει τους νόμους στους Εβραίους, έδειξε πρώτα τα θαυμαστά εκείνα και μεγάλα σημεία και έπειτα τους έδωσε τον Νόμο.

Έτσι λοιπόν κι εδώ, θέλοντας να δώσει έναν ανώτερο τρόπο ζωής και να τους πει όσα ποτέ δεν είχαν ακούσει μέχρι εκείνη τη στιγμή, επιβεβαιώνει τους λόγους με την επιτέλεση των θαυμάτων. Επειδή δηλαδή δεν φαινόταν η βασιλεία που κήρυττε, αυτήν την αφανή, με τα ορατά σε όλους θαύματα, την καθιστά φανερή. Και πρόσεξε την απλότητα του Ευαγγελιστού, πως δε μας διηγείται χωριστά κάθε περίπτωση όσων θεραπεύονταν, αλλά με τρόπο συνοπτικό μας ενημερώνει για τα αναρίθμητα θαύματα. Του έφεραν, λέει, όλους όσοι ταλαιπωρούνταν από λογής ασθένειες και βασανίζονταν, δαιμονισμένους, σεληνιαζομένους, παραλυτικούς και τους θεράπευσε.

Αλλά γεννιέται το ακόλουθο ερώτημα: για ποιον λόγο από κανέναν από τους θεραπευθέντες δεν ζήτησε την πίστη, ούτε είπε αυτό που έπειτα φανερά έλεγε· «Πιστεύετε ότι μπορώ να το κάνω αυτό»; Επειδή δεν είχε δώσει ακόμα απόδειξη της δυνάμεώς Του. Εξ άλλου και μόνο το γεγονός ότι προσέρχονταν μόνοι τους και έφερναν ασθενείς κοντά στον Χριστό, δεν αποδεικνύει τυχαία πίστη. Διότι τους έφερναν από μακριά, πράγμα το οποίο δε θα έκαναν, αν δεν πίστευαν πολύ οι ίδιοι για τη δύναμή Του.

Ας Τον ακολουθήσουμε λοιπόν κι εμείς. Γιατί έχομε πολλές ασθένειες της ψυχής κι αυτές θέλει πρώτα να θεραπεύσειΓι’ αυτό αποκαθιστά τις σωματικές ασθένειες, για να απομακρύνει τις ψυχικές από την ψυχή μας. Ας έρθουμε λοιπόν κοντά Του και τίποτα βιοτικό ας μην Του ζητήσουμε παρά μόνο συγχώρηση των αμαρτιών μας· την παραχωρεί και τώρα, αν τη ζητούμε σοβαρά. Τότε βέβαια είχε φτάσει η φήμη Του ως τη Συρία (Ματθ. 4,24: καὶ ἀπῆλθεν ἡ ἀκοὴ αὐτοῦ εἰς ὅλην τὴν Συρίαν, καὶ προσήνεγκαν αὐτῷ πάντας τοὺς κακῶς ἔχοντας ποικίλαις νόσοις καὶ βασάνοις συνεχομένους, καὶ δαιμονιζομένους καὶ σεληνιαζομένους καὶ παραλυτικούς, καὶ ἐθεράπευσεν αὐτούς), ενώ τώρα έχει εξαπλωθεί σε ολόκληρη την οικουμένη. Κι εκείνοι έτρεχαν προς Αυτόν, όταν άκουγαν μόνο πως θεράπευσε δαιμονισμένους· συ όμως που έχεις περισσότερες και μεγαλύτερες αποδείξεις για τη δύναμή Του, γιατί δε σηκώνεσαι να τρέξεις σ’ Αυτόν; Κι εκείνοι άφησαν και πατρίδα και φίλους και συγγενείς· συ όμως δε θέλεις μήτε το σπίτι σου ν’ αφήσεις, για να πας κοντά Του και να λάβεις πολύ περισσότερα; Και μήτε που ζητoύμε αυτό από σένα. Άφησε μόνο την κακή συνήθεια και, μένοντας στο σπίτι σου μαζί με τους δικούς σου, θα μπορέσεις εύκολα να σωθείς.

Τώρα αν έχουμε μια σωματική πάθηση, κάνουμε τα πάντα και καταφεύγουμε σε κάθε μέσο, προκειμένου να απαλλαγούμε από αυτήν. Αν όμως η ψυχή μας είναι σε κακή κατάσταση, αναβάλλουμε και βραδύνουμε να κάνουμε κάτι. Γι’ αυτό ακριβώς δεν γλυτώνουμε ούτε από τα σαρκικά παθήματα, επειδή εμείς θεωρούμε τα αναγκαία ως πάρεργα και τα πάρεργα ως αναγκαία και ενώ αφήνουμε την πηγή των κακών, θέλουμε να καθαρίσουμε τα ρυάκια. Διότι το ότι βέβαια αιτία των σωματικών ασθενειών, είναι η κακία της ψυχής, το δήλωσε και ο παράλυτος επί τριάντα οκτώ χρόνια καθώς και αυτός ο παράλυτος που τον κατέβασαν από τη στέγη ενώπιον του Ιησού και ο Κάιν πριν απ’ αυτούς. Αλλά και από πολλές άλλες περιπτώσεις μπορεί ο καθένας να το διαπιστώσει αυτό. Ας αφανίσουμε λοιπόν την πηγή των κακών και τότε θα στερέψουν όλα τα ρεύματα των ασθενειών. Δεν είναι μόνο η παράλυση ασθένεια, αλλά και η αμαρτία· και η δεύτερη μάλιστα είναι πολύ πιο σοβαρή ασθένεια από την πρώτη, τόσο μάλιστα, όσο ανώτερη είναι από το σώμα η ψυχή.

Ας έρθουμε λοιπόν και τώρα κοντά Του και ας Τον παρακαλέσουμε να σφίξει την ψυχή μας που έχει παραλύσει και αφού αφήσουμε κάθε βιοτική μέριμνα, ας φροντίζουμε μόνο για τα πνευματικά. Εάν με δύναμη προσηλωθείς στα πνευματικά, τότε φρόντιζε και για τα γήινα. Μήτε πάλι ν’ αδιαφορείς για την αμαρτία σου, επειδή δεν αισθάνεσαι πόνο· γι’ αυτό ακριβώς να στενάζεις περισσότερο, επειδή δεν αισθάνεσαι οδύνη για τις αμαρτίες σου. Αυτό δε συμβαίνει επειδή δεν δαγκώνει η αμαρτία, αλλά επειδή είναι αναίσθητη η ψυχή που σφάλλει. Σκέψου λοιπόν ότι όσοι αισθάνονται τα δικά τους αμαρτήματα, πως στενάζουν σπαρακτικότερα από όσους κομματιάζονται ή καίγονται, πόσα κάνουν και πόσα υποφέρουν, πόσο πενθούν και οδύρονται, για ν’ απαλλαγούν από την πονηρά συνείδηση. Δε θα το έκαναν αυτό, αν δεν ένιωθαν σφοδρό ψυχικό πόνο.

Εκείνο λοιπόν που είναι το καλύτερο είναι να μην αμαρτάνουμε καθόλου, ύστερα όμως απ΄ αυτό, είναι το να συναισθανόμαστε την αμαρτία και να διορθωνόμαστε. Διότι αν μας λείπει αυτό, πώς θα παρακαλέσουμε τον Θεό και θα ζητήσουμε τη συγχώρηση των αμαρτιών μας, εμείς που καθόλου δε δίνουμε καμία σημασία σ΄αυτά; Πραγματικά, όταν εσύ, που αμάρτησες, δε θέλεις μήτε αυτό ν’ αναγνωρίσεις, ότι δηλαδή αμάρτησες, για ποια αμαρτήματα θα παρακαλέσεις τον Θεό; Γι’ αυτά που δεν αναγνωρίζεις; Και πώς θα αντιληφθείς το μέγεθος της ευεργεσίας; Ομολόγησε λοιπόν μία μία τις αμαρτίες σου, για να μάθεις για ποιες παίρνεις συγχώρηση, για να αισθανθείς ευγνωμοσύνη προς τον Ευεργέτη σου.

Εσύ όμως όταν εξοργίσεις κάποιον άνθρωπο, και φίλους και γείτονες και θυρωρούς παρακαλείς και χρήματα ξοδεύεις και χάνεις πολλές ημέρες να πηγαίνεις να τον βρίσκεις και να παρακαλείς, και αν μια και δυο και αμέτρητες φορές σε αποκρούσει ο θυμωμένος, δεν ησυχάζεις αλλά μεγαλώνει η αγωνία σου και πληθαίνεις τις παρακλήσεις. Όταν όμως θυμώσει ο Θεός των όλων, αδρανούμε και ησυχάζουμε και αδιαφορούμε και διασκεδάζουμε και μεθούμε και εκτελούμε όλες τις συνηθισμένες μας πράξεις. Πότε θα μπορέσουμε να Τον εξιλεώσουμε; Και πώς με αυτή μας την συμπεριφορά δε θα Τον εξοργίσουμε περισσότερο; Πιο πολύ από την αμαρτία, Τον κάνει να αγανακτεί περισσότερο και να οργίζεται η απουσία της λύπης για την αμαρτία. Γι’ αυτό αξίζει να κατεβούμε μέσα στη γη και μήτε τον ήλιο ν’ αντικρίζουμε μήτε ν’ αναπνέουμε καθόλου, γιατί παρόλο που έχουμε έναν τόσο επιεική Κύριο, Τον θυμώνουμε και αφού Τον θυμώνουμε, τουλάχιστον δεν μετανοούμε. Αντίθετα, Εκείνος, ούτε όταν θυμώνει, δεν μας μισεί ούτε μας αποστρέφεται, αλλά θέλει να μας τραβήξει, έστω και με τον τρόπο αυτό. Γιατί αν μας ευεργετούσε αδιάκοπα και εμείς Τον υβρίζαμε, περισσότερο θα Τον περιφρονούσαμε. Για να μη γίνει αυτό, μας αποστρέφεται προς στιγμήν, για να μας έχει κοντά Του παντοτινά.

Ας έχουμε θάρρος λοιπόν στην φιλανθρωπία Του κι ας επιδείξουμε μετάνοια με επιμέλεια για τη διόρθωσή μας, πριν φτάσει η ημέρα εκείνη του θανάτου μας και εξής, που η μετάνοια δε θα μπορεί να μας ωφελήσει πλέονΤώρα όλα είναι στο χέρι μας· τότε όμως η απόφαση είναι μόνο στο χέρι του δικαστού. Ας προσπέσουμε λοιπόν στον φιλάνθρωπο Κύριό μας κι ας εξομολογηθούμε στον πνευματικό μας (Ψαλμ. 94, 2: «προφθάσωμεν τὸ πρόσωπον αὐτοῦ ἐν ἐξομολογήσει»), ας κλάψουμε κι ας θρηνήσουμε. Αν μπορέσουμε να καταπραΰνουμε τον δικαστή πριν από την δίκη (: την ημέρα της κρίσεως) και μας συγχωρέσει τα αμαρτήματά μας, τότε δε θα χρειαστεί μήτε να μπούμε στο δικαστήριο. Όπως πάλι αν δε γίνει αυτό, θα ακούσει την απολογία μας μπροστά σε ολόκληρη την οικουμένη που θα είναι παρούσα και δεν έχουμε καμιά ελπίδα για συγχώρηση. Διότι κανένας από εκείνους που δεν πήραν άφεση για τα αμαρτήματά τους εδώ στη γη, όταν φτάσει εκεί, δε θα μπορέσει ν’ αποφύγει τις ευθύνες του γι’ αυτά. Αλλά όπως οι φυλακισμένοι εδώ με τις αλυσίδες τους οδηγούνται στο δικαστήριο, έτσι κι όλες οι ψυχές όταν φύγουν από δω βεβαρημένες μ’ όλες τις πολύπλοκες αλυσίδες των αμαρτημάτων τους, οδηγούνται στο φοβερό βήμα. Πραγματικά, η παρούσα ζωή δε διαφέρει καθόλου από μια φυλακή. Αλλά όπως στο κτίριο της φυλακής όταν εισέλθουμε, τους βλέπουμε όλους αλυσοδεμένους, έτσι και τώρα όταν εξέλθουμε από τη φαινομενική και εισχωρήσουμε μέσα στη ζωή καθενός και μέσα στην ψυχή του, θα τη βρούμε δεμένη με αλυσίδες χειρότερες από τις σιδερένιες.

Για όλα αυτά λοιπόν, ας παρακαλέσουμε τον Λυτρωτή των ψυχών μας, και τα δεσμά μας να σπάσει και τον σκληρό αυτόν φύλακα να απομακρύνει· να μας απαλλάξει από το ασήκωτο φορτίο των σιδερένιων εκείνων αλυσίδων και να κάνει το φρόνημά μας ελαφρότερο και από το φτερό. Έτσι θα πετύχουμε, και μάλιστα σε σύντομο χρόνο, να απαλλαγούμε από τα βάρη που μας πιέζουν, να αντιληφθούμε πού ζούσαμε έως τότε, και ακόμη να κερδίσουμε την ελευθερία που αρμόζει σε μας. Αυτήν μακάρι να πετύχουμε όλοι με την χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, στον οποίο ανήκει η δόξα και η εξουσία στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

 

(Πηγή: Ιερού Χρυσοστόμου έργα, Πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος Παλαμάς», ομιλία ΙΔ΄, τόμος 9, σελ. 445-459, Θεσσαλονίκη 1978. Επιμέλεια: Ελένη Λιναρδάκη)

Πέμπτη, 17 Σεπτεμβρίου 2020

ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΥΨΩΣΙΝ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ

 

ς

Η μεγάλη εορτή της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού, του αγιότερου συμβόλου της πίστεώς μας, εξακολουθεί να φωτίζει την πνευματική ατμόσφαιρα της Εκκλησίας. Γι’ αυτό και το Ευαγγέλιο της σημερινής Κυριακής αναφέρεται στον Σταυρό, όπου ο Χριστός είπε ότι όποιος θέλει να Τον ακολουθήσει, να σηκώσει τον σταυρό του και να Τον ακολουθήσει. Ο Ευαγγελιστής Μάρκος τοποθετεί τα λόγια αυτά του Χριστού, την προτροπή να πάρουμε τον σταυρό μας στους ώμους μας και να Τον ακολουθήσουμε, αμέσως πριν το γεγονός της Μεταμορφώσεως του Κυρίου. Ο Χριστός λίγο πριν αποκαλύψει με τη μεταμόρφωση τη Θεότητά του, αποκαλύπτει στους ανθρώπους την θεολογία του Σταυρού.

Όποιος θέλει, λέει ο Κύριος, να με ακολουθήσει ας πάρει το σταυρό στον ώμο του και ας αρνηθεί τον εαυτό του και ας με ακολουθήσει, για να βρει την αιώνια ζωή. Μας δίνει αυτό το μήνυμα έχοντας πάρει Εκείνος το σταυρό στον ώμο του ανεβαίνοντας στο φρικτό Γολγοθά για να δώσει τα πάντα, για τη σωτηρία τη δική μας και να μας χαρίσει την ανάσταση. Να πάρετε κι εσείς το σταυρό στον ώμο σας και να αρνηθείτε τον εαυτό σας. Όποιος επιδιώκει να σώσει τη ζωή του, αποφεύγοντας το θάνατο για χάρη μου, αυτός θα χάσει την αιώνια ζωή. Ενώ όποιος θυσιάσει τη ζωή του για μένα, αυτός θα την κερδίσει, λέει ο Κύριός μας.

Για ποιο λόγο ο Κύριος είναι τόσο απόλυτος και θέτει εξ αρχής με ευθύτητα τέτοιους σκληρούς όρους, θα λέγαμε, που ίσως να αποθαρρύνουν κάποιο να γίνει ακόλουθός Του;
Η απάντηση είναι ότι ο Κύριος ζητά τόσο μεγάλες θυσίες, διότι καλεί τον άνθρωπο σε κάτι αφάνταστα μεγάλο, την κατάκτηση του Ουρανού, της αιωνιότητος. Κάτι δηλαδή που η αξία του είναι απείρως μεγαλύτερη από όλο το σύμπαν! Εάν ο άνθρωπος καταβάλλει αμέτρητους κόπους και εκτίθεται σε τρομερούς κινδύνους προκειμένου να αποκτήσει μερικά χρήματα, να πάρει ένα πτυχίο, να κατακτήσει μια θέση, είναι πολύ το να χρειαστεί, προκειμένου να κερδίσει την ασύλληπτη δωρεά της θείας Βασιλείας, να κάνει για αυτή ανάλογες θυσίες

Τι σημαίνει να αρνηθούμε τον εαυτό μας; Να αρνηθούμε τον παλαιό άνθρωπο, τον άνθρωπο των παθών, τον άνθρωπο των γηίνων και χαμαιζήλων φρονημάτων. Εάν φτάσουμε σε αυτό το σημείο να αρνηθούμε ότι παλαιό και αμαρτωλό, τότε είμαστε άξιοι να ακολουθήσουμε τον Εσταυρωμένο Κύριό μας. Αυτός ο δρόμος είναι δύσκολος. Χρειάζεται κόπο, θυσίες, ιδρώτα. Το σταυρό στον ώμο μας τον παίρνουμε από την ώρα που βαπτιζόμαστε και γινόμαστε μέλη της Αγίας μας Εκκλησίας. Το απαρνησάσθω εαυτόν» ισοδυναμεί με νέκρωση πριν τον θάνατο. Είναι απαραίτητο να νεκρωθεί το σώμα της αμαρτίας, να καταργηθεί ο παλαιός άνθρωπος και να αναστηθεί ο νέος «ο κατά Θεόν κτισθείς». Δεν είναι δυνατόν να ακολουθεί κανείς το Χριστό και ταυτόχρονα να τρέχει πίσω από τις ηδονές του μάταιου κόσμου τούτου. Απαρνούμαι τον εαυτό μου σημαίνει ταπεινώνομαι προς χάριν της αγάπης των άλλων. Καλούμεθα να αρνηθούμε και τον κόσμο. Ανάμεσα στη ψυχή του κάθε ανθρώπου και στο σταυρό παρεμβάλετε ο κόσμος. Ο κόσμος όχι με την έννοια της ομορφιάς που τον έπλασε ο Κύριος . Ο Χριστός καλεί εκείνον που επιθυμεί να τον ακολουθήσει λέγοντας «αράτω τον Σταυρόν αυτού», Είναι βαρύς ο Σταυρός που επωμίζεται κάθε πιστό τέκνο του Θεού. Είναι παρόμοιος με το Σταυρό του Χριστού. Μετά όμως από τον πόνο της Σταυρώσεως, υπάρχει η δόξα της αναστάσεως [1].

Επίσης, ο Κύριος μας αποκαλύπτει την ανεκτίμητη αξία της ψυχής μας με ένα καίριο ερώτημα «τι γαρ ωφελήσει άνθρωπον εάν κερδήση τον κόσμον όλον, και ζημιωθή την ψυχήν αυτού; η τι δώσει άνθρωπος αντάλλαγμα της ψυχής αυτού; [2]». Και απαντά λέγοντας ότι τίποτε απολύτως δεν μπορεί να βρεθεί ισάξιο με την ψυχή του καθενός.

Ο Σταυρός του Χριστού και μόνον κατά το σχήμα του είναι για τα σαρκικά μάτια στάδιο σκληρό. Για τον μαθητή όμως και οπαδό του Χριστού είναι το αγώνισμα που δίνει τη μεγαλύτερη δυνατή πνευματική ηδονή. Τόσο είναι μεγάλη αυτή η ευχαρίστηση, ώστε η θλίψις καταπίνεται εντελώς από την ευχαρίστηση, και ο οπαδός του Χριστού στις πιο σκληρές δοκιμασίες δοκιμάζει μόνον ευχαρίστηση, λέει ο Άγιος Ιγνάτιος Μπριατσανίνωφ [3].

Σταυρός σημαίνει ότι από το ύψος της αγάπης βλέπουμε, αντιμετωπίζουμε και ενεργούμε. Σταυρός σημαίνει συγχώρηση, κατανόηση, ανάσταση της ψυχής, νέκρωση του εγωισμού. Εκείνος που σηκώνει το σταυρό δεν απαρνείται τον εαυτό του, αλλά εγκαταλείπει ότι τον αρρωσταίνει και τον νεκρώνει, δηλαδή τον εγωισμό του.

Όσο ολόκληρος ο άνθρωπος επιποθεί τον Θεό, όσο στ΄ αλήθεια αγωνίζεται να απαρνηθεί τον εαυτό του και να ακολουθεί το Χριστό, να σηκώνει το Σταυρό, το Σταυρό του Κυρίου, τότε λαμβάνει από τον Ιησού Χριστό τη θεία δύναμη, λέει ο Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς.

Να ευχηθούμε, ο Τίμιος και Ζωοποιός Σταυρός του Χριστού μας, του οποίου την Παγκόσμιο Ύψωση εορτάσαμε, να μας ευλογεί και να αγιάζει τη ζωή μας και η δύναμή του να μη μας εγκαταλείπει.


Κυριακή, 13 Σεπτεμβρίου 2020

Η ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΥΨΩΣΗ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ

Η ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΥΨΩΣΗ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ

Η εορτή της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού συνδέεται με τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα τόσο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας όσο και του Χριστιανισμού. Συγχρόνως όμως αναφέρεται στη Σταύρωση και τον Θάνατο του Κυρίου που ουσιαστικά υπήρξε η πρώτη Ύψωση του Τιμίου Σταυρού με σταυρωμένο αυτόν τον Ίδιο τον Ιησού Χριστό. Γι΄αυτό και η σημερινή ημέρα τιμάται με αυστηρή νηστεία. Εξ άλλου το Ευαγγέλιο που διαβάζεται κατά την Θεία Λειτουργία είναι το ίδιο που διαβάζεται την Μεγάλη Παρασκευή.


Με την καθιέρωση της εορτής της Παγκοσμίου Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού διαιωνίζεται στο διηνεκές η επαλήθευση του ψαλμικού στίχου: ¨υψωθήσομαι εν τοις έθνεσιν, υψωθήσομαι εν τοις λαοίς¨(ψαλμ. 45,11). Και πράγματι υψώθ.ηκε ο Ιησού διότι σταυρώθηκε σε μέρος υψηλόν και επηρμένον, ώστε να είναι ορατός από όλο το πλήθος των ανθρώπων.


Υψώθηκε ο Χριστός, διότι γνωστοποιήθηκε και κηρύχθηκε σε ολόκληρη την οικουμένη όχι μόνο η Σταυρωσή Του, αλλά και η Ανάστασή Του διά των μαθητών και Αποστόλων Του. Υψώθηκε ο Κύριος διότι ύψωσε διά της σταυρικής Του θυσίας την ανθρώπινη φύση στο ύψος της θεώσεως. Αυτή είναι η πρώτη ύψωση του Τιμίου Σταυρού που έγινε μέσα σε θλίψη και οδύνη μεγάλη στο Γολγοθά. Αλλά διά του Σταυρού ο διάβολος κατατροπώνεται, η αμαρτία λύεται, ο Άδης σκυλεύεται, ο Χριστός ανίσταται, ο θάνατος καταργείται και η ανθρώπινη φύση διά του προσώπου του Ιησού κάθεται πλέον εκ δεξιών του Πατρός και μπορούμε πλέον να λέμε ότι πάσα ευλογία μέσω του Σταυρού προήλθε και προέρχεται στην κτίση. Επομένως ο Σταυρός είναι η φανέρωσις του Χριστού μέσα στον κόσμο, για τούτο η εκκλησία πανηγυρικά ψάλλει: ¨ιδού γαρ ήλθε διά του Σταυρού χαρά εν όλω τω κόσμω ¨.


Το 326 μ.Χ. όμως ένα χρόνο μετά την Α΄Οικουμενική Σύνοδο η Αγία Ελένη πήγε στα Ιεροσόλυμα να προσκυνήσει τους Αγίους Τόπους και να ευχαριστήσει τον Θεό για τις νίκες και τις θριαμβευτικές επιτυχίες του υιού της και πρώτου χριστιανού αυτοκράτορα Κωνσταντίνου. Τότε έβγαλε από την αφάνεια τα ιερά προσκυνήματα και έκτισε λαμπρούς ναούς. Θέλησε να κτίσει λαμπρό ναό στο τόπο του Γολγοθά εκεί που σταυρώθηκε ο Χριστός. Εκεί όμως πριν από 200 χρόνια ο Ρωμαίος Αυτοκράτορας Αδριανός για να εμποδίσει τους Χριστιανούς να προσκυνούν τον ιερό τόπο είχε χτίσει ειδωλολατρικό ιερό αφιερωμένο στην Αφροδίτη. Η Αγία Ελένη κατεδάφισε τον ειδωλολατρικό ναό ξεκαθάρισε τον τόπο κι έκτισε έναν χριστιανικό ναό. Αμέσως μετά αναζήτησε τον Τίμιο του Κυρίου Σταυρό και με την βοήθεια του Κυρίου τον βρήκε παραχωμένο μέσα στη γη. Η Αγία Ελένη ανέσυρε τρεις σταυρούς και απορία όλων ήταν ποιος ήταν ο Σταυρός του Κυρίου. Ο Πατριάρχης Μακάριος έδωσε την λύση: πλησίασε με τους τρεις σταυρούς το φέρετρο μιας νεκρής. Μόλις ακούμπησε πάνω της το Τίμιο Ξύλο εκείνη ανεστήθη. Έτσι όταν τελείωσε ο Ναός της Αναστάσεως και με κάθε λαμπρότητα έγιναν τα εγκαίνιά του στις 14 Σεπτεμβρίου του 336. Ο Πατριάρχης επειδή το πλήθος του λαού ήταν πολύ, για να δουν όλοι και να προσκυνήσουν τον Τίμιο του Κυρίου Σταυρό, ανέβηκε στον άμβωνα του ήταν στη μέση του Ναού και ύψωσε το Τίμιο Ξύλο και οι πιστοί προσκυνούσαν κράζοντας:΄Κύριε ελέησον΄. Από τότε καθιερώθηκε η εορτή της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού και η εκκλησία στη μέση του Ναού υψώνει τον Σταυρό μέσα σε βασιλικό γιατί ήταν το φυτό που είχε φυτρώσει στο σημείο εκείνο που εκρύπτετο ο Σταυρός. Αυτή ουσιαστικά ήταν η δεύτερη Ύψωση.


Έχουμε όμως και τρίτη Ύψωση που έγινε το 614 μ.Χ. Τότε οι Πέρσες κυρίευσαν τα Ιεροσόλυμα και μέσα στα λάφυρα που πήραν άρπαξαν και τον Τίμιο Σταυρό και μαζί Του ως αιχμάλωτο και τον Πατριάρχη Ζαχαρία. Ο Αυτοκράτορας Ηράκλειος όμως κατόρθωσε να νικήσει τους Πέρσες, απελευθέρωσε τον Πατριάρχη και με τιμές έφερε πίσω τον Τίμιο Σταυρό. Στις 14 Σεπτεμβρίου του 614 ανηφόρισε με τον Τίμιο Σταυρό προς τον Γολγοθά. Ξαφνικά όμως σταμάτησε, τα πόδια του καρφώθηκαν στη γη και ήταν αδύνατο να προχωρήσει. Τότε ο Πατριάρχης του είπε να βγάλει τα υποδήματά του και το βασιλικό του στέμμα. Μόλις το έκανε ξεκίνησε και έτσι ανυπόδητος και ταπεινός ανηφόρισε κρατώντας το Τίμιο Ξύλο που το ύψωσε για τρίτη φορά στον άμβωνα του Ναού της Αναστάσεως κι ο λαός με κατάνυξη έψαλε: ΄Σώσον Κύριε τον λαό σου΄.


Σήμερα υψώνοντας τον Σταυρό προς τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα και ψάλλοντας το ΄Κύριε ελέησον΄ομολογούμε ότι ανεβαίνοντας ο Χριστός στον Σταυρό ήθελε να ενώσει τα πέρατα της γης, το πλάτος, το μήκος, το βάθος και το ύψος εν τω σωματί Του ώστε να έχουμε διά Αυτού την προσαγωγή προς τον Πατέρα.


Βιβλιογραφία: ¨Μορφές από το Συναξάρι¨


 

Τετάρτη, 9 Σεπτεμβρίου 2020

Κυριακή προ της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού


Παντελεήμονος Κ. Καρανικόλα, Ο άγιος Χρυσόστομος, ο άγγελος της εν Σμύρνα Εκκλησίας, εκδ. Πνοή, Κόρινθος 1972, σελ. 102-106

«Ούτω γαρ ηγάπησεν ο Θεός τον Κόσμον, ώστε «τον Υιόν αυτού τον μονογενή έδωκεν, ίνα πας «ο πιστεύων εις αυτόν μη απόληται, αλλ' έχή «ζωήν αιώνιον». (Ιωαν. 3. 16).

Εδώ εις τας ολίγας αυτάς λέξεις του Ευαγγελίου, το οποίον αναγινώσκεται κατά την σήμερον Κυριακήν, ήτις συμπίπτι προ της εορτής του τιμίου και ζωοποιού Σταυρού, εις το σύντομον αυτό εδάφιον του Γ'. κεφαλαίου του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου «ούτω γαρ ηγάπησεν ο Θεός τον κόσμον, ώστε τον υιόν αυτού τον μονογενή έδωκεν, ίνα πας ο πιστεύων εις αυτόν μη απόληται, αλλ' έχη ζωήν αιώνιον», έχομεν εν επιτομή όλην την Αγίαν Γραφήν εδώ συγκεφαλαιούται το όλον του Ευαγγελίου.

Εδώ τρόπον τινά περιλαμβάνεται της Χριστιανικής θρησκείας όλη η ουσία, καθ' ην η Χριστιανική θρησκεία διακρίνεται όλων των άλλων θρησκειών, ως θρησκεία κατ' εξοχήν της αγάπης, ως θρησκεία έχουσα Θεόν, όστις είναι αγάπη «ο Θεός αγάπη εστί (Α'. Ιωαν. 43,8).

Εδώ κείται ο θεμέλιος λίθος της ημετέρας πίστεως, εφ' ον στηρίζεται η αλήθεια των αληθειών, η οποία δια της ενσάρκου οικονομίας του υιού του Θεού απεκαλύφθη εις όλον το ανθρώπινο γένος, η αλήθεια έκείνη, ήτις αποκαλύπτει τα βάθη της σοφίας και της γνώσεως και τον πλούτον της αγάπης του Θεού, και η οποία, ουδέν πλέον και ουδέν έλαττον, διδάσκει, ει μη ότι ο Θεός ηγάπησε τον άνθρωπον τον αμαρτωλόν περισσότερον του μονογενούς και αγαπητού υιού του, και χάριν της αγάπης ταύτης προς ένα αμαρτωλόν, ένοχον, κατάδικον, αποστάτην, υβριστήν, φονέα, εθυσίασε, τον υιόν του, τον αγαπητόν του Μονογενή τον αθώον και Πάναγνον Υιόν του ίνα σωθή και μη απολεσθή ο άνθρωπος, το εξαίρετον και τελειότατον τούτο δημιούργημα του Θεού, «ούτω γαρ ηγάπησεν ο Θεός τον κόσμον, ώστε τον υιόν αυτού τον μονογενή έδωκεν ίνα πας ο πιστεύων εις αυτόν μη απόληται, αλλ' έχη ζωήν αιώνιον ».

Εδώ εν τω εδαφίω τούτω έχομεν εν μικρογραφία παν ότι επιθυμούμεν να γνωρίζωμεν περί της Χριστιανικής ημών θρησκείας, διότι εδώ έχομεν όλοι εκείνο, το οποίον αποτελεί τον πυρήνα και το κέντρον των μεγάλων και σωτηρίων αληθειών, αίτινες δια του Ιησού απεκαλύφθησαν εις τους ανθρώπους και των οποίων την επιτομήν και ανακεφαλαίωσιν δια τόσον ολίγων αλλ' αθανάτων και αθανάτους αληθείας περιεχουσών λέξεων εδίδαξεν ο Ιησούς κατά πρώτον εν τη σπουδαία εκείνη συνομιλία του με τον επίσημον εκείνον νομοδιδάσκαλον του Ισραήλ, τον' Αρχοντα των Ιουδαίων, τον εκ των επισήμων Φαρισαίων Νικόδημον, όστις καίτοι εκ των διδασκαλιών και των θαυμαστών έργων του ελέους και της αγάπης του Ιησού είχε πεισθή, ότι αυτός είναι ο προσδοκώμενος Μεσσίας και απεφάσισε σταθερώς να προσέλθη προς τον Σωτήρα, όμως φοβούμενος δημοσία να πράξη τούτο «ίνα μη αποσυνάγωγος γένηται », προσήλθε κρύφα νύκτωρ προς τον διδάσκαλον των διδασκάλων και έζήτησε να μάθη και ερευνήση την αλήθειαν των αληθειών, ήτις απετέλει το κέντρον της διδασκαλίας του, τον πυρήνα του έργου του και την μικρογραφίαν τρόπον τινά του προσώπου του περί ου και προς ον ο Νικόδημος είπεν « Ραββί οίδαμεν ότι από Θεού ελήλυθας διδάσκαλος» ( Ιωαν. 3,2) και ο Ραββί ούτος τω απεκάλυψε την υψίστην ταύτην αλήθειαν «ούτω γαρ ηγάπησεν ο Θεός».

Εδώ έχομεν, ως είπον ανωτέρω, ευσεβείς μου αναγνώσται, παν ό,τι ποθούμεν και ημείς να γνωρίζωμεν ως και ο Νικόδημος περί της ημετέρας πίστεως και της δι΄ αυτής σωτηρίας των αθανάτων ημών ψυχών. Και ίνα τούτο μη διολισθήση εις την επιφάνειαν της διανοίας μας, αλλά πέση εις τα βάθη των αθανάτων ημών ψυχών, ως συνέβη και εις τον Νικόδημον, έπρεπε να ερμηνεύσω προς υμάς όλην την περί αναγεννήσεως πρώτην και θαυμαστήν ταύτην ομιλίαν του Ιησού προς τον Νικόδημον · αλλ' επειδή τούτο είναι έργον υπέραντλον, περί του οποίου και άλλοτε θα λάβωμεν ή ημείς ή άλλος συνεργάτης αφορμήν και πολλάκις ίσως να λαλήσωμεν εν τω « Ιερώ Πολυκάρπω » δια τούτο σήμερον παραπέμπων υμάς να μελετήσετε ολόκληρον το Γ'. κεφάλαιον του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου, εγώ θ' αρκεσθώ όπως προσελκύσω τας ψυχάς υμών, ίνα εμβαθύνωσι εις το τόσον σπουδαίους λόγους περιλαμβάνον τούτο εδάφιον «ούτω γαρ ηγάπησεν ο Θεός τον κόσμον κ.τ.λ. διηγούμενος προς υμάς ιστορίαν, ήτις έστω και ωχρώς, αλλ' όμως επαρκώς δίδει σαφή ιδέαν της εν τω εδαφίω τούτω περιεχομένης αληθείας, ως είπον, των αληθειών περί του πόσον ηγάπησε, και πόσον εξ αγάπης υπέφερε και εις οίαν εξ αγάπης θυσίαν προέβη ο Θεός υπέρ ημών, και η οποία ιστορία αρπάζει και ημάς εκ του τραχήλου και μας περισφίγγει και μας αναγκάζει να σκεφθώμεν σοβαρώς τι και ημείς χρεωστούμεν απέναντι της αγάπης ταύτης, ην ο θεός ηγάπησεν ημάς.

Εις τινα πόλιν έζων δύο άδελφοί· ο νεώτερος έζη βίον άσωτον και αμαρτωλόν. Ο πρεσβύτερος ήτο άνθρωπος ευσεβής, χρηστός και ενάρετος. Συχνότατα συνεβούλευε τον νεώτερον ο πρεσβύτερος, και μετά δακρύων τον ικέτευε ν' αφήση τον αμαρτωλόν και άσωτον βίον · αλλ' ο νεώτερος εβυθίζετο οσημέραι βαθύτερον εις την αμαρτίαν, την οποίαν εφαίνετο μη δυνάμενος να χορτάση.

Κατά μίαν βαθείαν και σκοτεινήν νύκτα, οπότε ο μεν νεώτερος διεσκέδαζεν εν ασωτία και παραλυσία, ο δε πρεσβύτερος ενθέρμως προσευχόμενος προς τον Θεόν περί της σωτηρίας του αδελφού του, ηγρύπνει και ανέμενεν αυτόν πότε να επανέλθη εις τον οίκον, περί το μεσονύκτιον ηκούσθησαν ορμητικά και επανειλημμένα κτυπήματα εις την θύραν του οίκου του· ο πρεσβύτερος έδραμε ν' ανοίξη και βλέπει τον νεώτερον άδελφόν του ορμώντα και εισερχόμενον χλωμόν, τεταραγμένον τρέμοντα με ενδύματα στάζοντα αίμα, και παρακαλούντα τον πρεσβύτερον, « σώσον με, αδελφέ μου, κρύψον με εις ασφαλές μέρος, με καταδιώκουν· εσκότωσα άνθρωπον · ιδού το αίμα του, το οποίον βλέπεις»... πού να τον κρύψη δια να μη τον εύρωσι ! Χωρίς να το συλλογισθή πολύ τω είπε: αδελφέ δος μοι τα καθημαγμένα φορέματά σου, λάβε και ενδύθητι την ιδικήν μου καθαράν στολήν και κρύφθητι εις το σκοτεινόν εκείνο δωμάτιον »...

Δεν είχον παρέλθη πολλαί στιγμαί, και ηκούσθησαν ορμητικά πάλιν κτυππήματα εις την θύραν και εισήλθε πλήθος αστυνομικών υπαλλήλων εν τω οίκω «εδώ εισήλθεν ο φονεύς λέγει ο εις· εδώ ακριβώς επανέλαβεν άλλος, άλλως τε η κατοικία αύτη από πολλού χρόνου είναι υπό επιτήρησιν ». Επλησίασαν οι αστυνόμοι τον πρεσβύτερον αδελφόν, όστις μόνος επαρουσιάσθη, τον παρετήρησαν ατενώς από κεφαλής μέχρι ποδών και τον ηρώτησαν «είσαι συ ο φονεύς ;». Εκείνος εσιώπησε. Τι ερωτάτε αν είναι ο φονεύς, δεν βλέπετε την αιματωμένην ενδυμασίαν του είπον άλλοι, δέσατε τας χείρας και σύρατε αυτόν εις την φυλακήν διέταξεν ο αρχηγός. Τον απήγαγον, χωρίς ούτος να θέληση να προφέρη λέξιν.

Ετέθη αμέσως υπό αυστηράν ανάκρισιν, αλλ' αυτός δεν απεκάλυπτε τίποτε. Εδικάσθη κατά νόμον και κατεδικάσθη, διότι όλα τα τεκμήρια ότι αυτός ήτο ο φονεύς από της σιωπής του μέχρι της αχνιζούσης από θερμόν αίμα φονευθέντος ανθρώπου ενδυμασίας του εμαρτύρουν περί της ενοχής του. Μαρτύρων ανάγκη ότι αυτός ήτο ο φονεύς δεν υπήρχε. Πλην οι δικασταί δια τελευταίαν φοράν τον ηρώτησαν : «επιθυμείς και έχεις να είπης τι προς δικαιολογίαν σου»; Και εκείνος μετά φωνής σταθεράς και αποφασιστικής απήντησε «δεν επιθυμώ και ουδέν έχω να είπω », και έκυψε την κεφαλήν του πάλιν σιωπών, φοβούμενος μήπως οι οφθαλμοί ή οι λόγοι του προδώσωσι την αθωότητά του· ως ήτο επόμενον, κατεδικάσθη εις θάνατον.

Την παραμονήν της ημέρας της εκτελέσεως της θανατικής ποινής ο κατάδικος απροσδοκήτως ωμίλησεν. Εκάλεσε τον Διευθυντήν των φυλακών παρ' εαυτώ και τω είπε: «Λάβετε την καλωσύνην να εκπληρώσητε μίαν ταπεινήν παράκλησιν θνήσκοντος ανθρώπου. Δότε μοι χάρτην, ίνα γράψω γράμμα και δότε μοι ιεράν ενώπιον Θεού υπόσχεσιν ότι δεν θ' άποσφραγίσητε το γράμμα μου μέχρι του θανάτου μου, και μετά τον θάνατόν μου ότι θα το αποστείλητε προς ον διευθύνεται. Να είσθε δε βέβαιος ότι ουδεμία κακή πρόθεσις κρύπτεται εν τη πράξει μου ταύτη».

Ο Διευθυντής των φυλακών, παρατηρήσας το πρόσωπον του καταδίκου, όστις ήτο τόσον ήσυχος και πραΰς, και εις το πρόσωπόν του έλαμπε φως ζωηρόν και υπερκόσμιον, δεν ετόλμησε ν' αρνηθή την χάριν ταύτην εις τον ένοχον, του οποίου η ψυχή εφαίνετο ωσάν να είχε χυθή όλη εις την παράκλησιν και επιθυμίαν του εκείνην.

Ο κατάδικος, αφ' ου την νύκτα έγραψε την επιστολήν, αφ' ου γονυκλινής επί μακρόν προσηυχήθη, εκοιμήθη ήσυχος και ατάραχος· εξημέρωσε και τον ωδήγησεν εις το ικρίωμα και την λαιμητόμον. Εκεί εστάθη σοβαρός και ωσάν να ίστατο εις το κατώφλιον της αιωνιότητος, βλέπων εις άλλον κόσμον, πάλιν προσηυχήθη ατάραχος και μετ' ολίγα λεπτά ο δήμιος εξετέλεσε το χρέος του και όλα ετελείωσαν.

Απεσταλμένος του Διευθυντού των φυλακών με εσφραγισμένον το γράμμα εκείνο έκρουσε την θύραν της κατοικίας των δύο αδελφών. ’νθρωπος νέος με χλωμόν, τεταραγμένον και περίφοβον πρόσωπον έλαβε το γράμμα, ητένισεν επ' αυτού ως παραζαλισμένος και έπειτα αποσυρθείς κατά μόνας το απεσφράγισε, το ανέγνωσε, και... κραυγή άλγους και στεναγμού βαθυτάτου εξέφυγεν εκ του στήθους του. Ώρμησεν εις την θύραν ως παράφρων, έτρεμεν όλος, και ωλοφύρετο γοερώς...

Τι ήτο γεγραμμένον εν τη επιστολή; όχι πολλαί γραμμαί, μόνον μερικαί λέξεις: Ιδού αυταί : « Αύριον εγώ με την ιδικήν σου ενδυμασίαν και δια την προς σε αγάπην μου αποθνήσκω υπέρ σου. Μόνον προς ανάμνησίν μου σε ικετεύω ον με την ιδικήν μου ενδυμασίαν να ζήσης πλέον δικαίως και χρηστώς ».

Δια την προς σε αγάπην μου αποθνήσκω υπέρ σου· αι λέξεις αύται εξύπνησαν από της νάρκης τον νεώτερον αδελφόν και εισέδυσαν εις τα έγκατα της καρδίας του της παγωμένης και απολιθωμένης πρότερον από της αμαρτίας και ύστερον από του φόβου. Αμέσως ανεγεννήθη και εφώναξεν αποθνήσκει υπέρ εμού:' Ισως δεν απέθανεν ακόμη!» και ώρμησεν έξω της θύρας, και διηυθύνθη δρομέως εις τας φυλακάς προς σωτηρίαν τοϋ αδελφού του. Εζήτει να ίδη επιμόνως τον Διευθυντήν των φυλακών και τόσον ικέτευε χύνων δάκρυα θερμά, ώστε τον ωδήγησαν προς τον Διευθυντήν οι φύλακες. Ότε δε ούτος είδε το γράμμα και ενεθυμήθη την επιθανάτιον παράκλησιν, το ήρεμον βλέμμα, την σοβαράν σιωπήν, την θερμήν προσευχήν του καρατομηθέντος, δεν ηδυνήθη να κρατήση τα δάκρυα και τους λυγμούς του και εν μεγάλη συγκινήσει έφερε και το γράμμα και τον νεώτερον αδελφόν προς τους δικαστάς. Εκεί ούτος ωμολόγησε τα πάντα τον παρελθόντα άσωτον και αμαρτωλόν βίον του, το πρόσφατον έγκλημα, την αλλαγήν της ενδυμασίας, την αγάπην του αδελφού, ούτινος το γράμμα εν μέσω λυγμών ανέγνωσε, και ετελείωσε με την προς τους δικαστάς ικεσίαν : «θανατώσατε και εμέ, εμέ τον ένοχον περιπλέον και του φόνου του αδελφού μου»... Αλλά προ των οφθαλμών των δικαστών η επιθανάτιος εντολή του καρατομηθέντος αδελφού ότι αποθνήσκει υπέρ του αδελφού του, ήτο ιερά, και δεν ετόλμησαν να την παραβιάσωσι. Τηλικαύτη θυσία να χαθή ανωφελώς! Ητένιζον και αυτοί δακρύοντες προς τον ένοχον εκείνον, όστις υπήρξε το αντικείμενον τόσης αγάπης εκ μέρους του αδελφού του, και έκριναν παμψηφεί ότι ου μόνον να θανατώσωσιν αυτόν δεν είχον δικαίωμα, αλλ' ουδέ να τον συλλάβωσι καν. Με την επιστολήν εις τας χείρας επέστρεψεν εκείνος εις την κατοικίαν του, και εκεί με κατεσπαραγμένην καρδίαν ανεφώνησε προς τον Θεόν, εξέχεε την άφατον θλίψιν του, και έδωκε την ειλικρινή μετάνοιαν και εξομολόγησίν του ενώπιόν Του.

«Θεέ μου, έλεγε μετά δακρύων, δεν αφήκες εγώ ν' αποθάνω υπέρ της αμαρτίας μου, άλλος απέθανεν υπέρ εμού. Βοήθησόν μοι νυν κατά της αμαρτίας μου, και δος μοι αξίως να φορώ την ενδυμασίαν του υπέρ εμού αποθανόντος, και μηδέποτε κηλιδώσω αυτήν πλέον».

Από του καιρού εκείνου οι άνθρωποι δεν τον ανεγνώριζον πλέον· ήτο ο τύπος του εναρέτου Χριστιανού, οι πρώην κακοί σύντροφοί του πολλάκις και πάλιν προσεπάθησαν να τον καταπείσωσι να τους ακολουθήση... αλλ' εις πάντας τούτους έδιδεν αποφασιστικώς μίαν απάντησιν «Με αυτήν την ενδυμασίαν του αδελφού μου δεν είναι πλέον δυνατόν να σας ακολουθήσω. Ο αδελφός δεν εγνώριζεν αυτούς τους δρόμους και αυτήν την ζωήν».

Έζησεν άγιον και χριστιανικόν βίον, χωρίς να ρυπάνη την στολήν του αδελφού του ποτέ, και αποθανών ενεταφιάσθη με αυτήν την ενδυμασίαν, πρότυπον εναρέτου πολίτου.

Η ιστορία, αναγνώσταί μου, έτελείωσεν · αλλ' η έννοιά της δεν τελειώνει εδώ. Η διήγησις αύτη είναι η ιστορία του αποθανόντος υπέρ ημών πρωτοτόκου «εν πολλοίς αδελφοίς αδελφού μας Ιησού, όστις ουκ επαισχύνεται αδελφούς ημάς καλείν » ( Εβρ, 2,12). Απέθανεν υπέρ ημών, και απέθανεν εξ αγάπης προς ημάς· έλαβε την ημετέραν στολήν, ενεδύθη την ρυπαράν και καθημαγμένην εκ της άμαρτίας ενδυμασίαν των ενόχων ημών, και ενέδυσεν ημάς την άφθαρτον και ακηλίδωτον στολήν του· και με την ιδικήν μας ενδυμασίαν την μολυσμένην και κηλιδωμένην υπό των αμαρτιών μας ωδηγήθη άφωνος ως πρόβατον επί σφαγήν, απέθανεν υπέρ ημών, ίνα ημείς όσοι Χριστόν ενεδυσάμεθα, περιβεβλημένοι τον χιτώνα της αγνότητος και αφθαρσίας, ζώμεν αγνώς και οσίως και δικαίως ως άμωμα και καθαρά τέκνα του Θεού, και κοινωνοί θείας φύσεως κατασταθώμεν.

Το γράμμα το οποίον μας απέστειλεν ο επιθανάτιος αδελφός μας λέγει «ούτω γαρ ηγάπησεν ο Θεός τον κόσμον, ώστε τον υιόν αυτού τον μονογενή έδωκεν, ίνα πας ο πιστεύων εις αυτόν μη απόληται, αλλ' έχη ζωήν αιώνιον·» ημείς τι θα είπωμεν εις απάντησιν του γράμματος τούτου: «Ενεδύθημεν τον καινόν άνθρωπον τον κατά Θεόν κτισθέντα ( Εφέσ. 4,24);

+ Ο Σμύρνης ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ

' Ετος 1911

Τετάρτη, 2 Σεπτεμβρίου 2020

Το εν Χώναις Θαύμα του Αρχάγγελου Μιχαήλ

Romfea.gr

en xonais

O μέγας Aρχιστράτηγος του Θεού Mιχαήλ, και παλαιά μεν προ της ενσάρκου οικονομίας, είχεν ευσπλαγχνίαν και κηδεμονίαν προς το ανθρώπινον γένος, και πολλάς ευεργεσίας έδειξεν εις αυτό.

Mετά δε την επί γης ένσαρκον παρουσίαν του Θεού Λόγου, πολλά μεγαλιτέραν ευσπλαγχνίαν και αγάπην έδειξεν εις ημάς τους Xριστιανούς, τους καυχωμένους εις το όνομα του Xριστού.

Όθεν από τότε και ύστερον, τρέχωντας νοερώς εις όλα τα μέρη της οικουμένης, και δίδωντας πλουσίας τας ευεργεσίας του, εκατοίκησε και εις ένα τόπον της Φρυγίας ονομαζόμενον Xερέτωπα.

Kαθώς και ο μέγας Eυαγγελιστής Iωάννης ο Θεολόγος, κηρύττωντας το Eυαγγέλιον εις εκείνα τα μέρη, προφητικώς είπεν, ότι μετά ολίγον καιρόν θέλει γένη θειοτέρα επισκοπή και ξεχωριστή πρόνοια του των Aγγέλων αρχηγού Mιχαήλ εις εκείνον τον τόπον.

Διότι αφ’ ου επέρασεν ολίγος καιρός μετά την τοιαύτην πρόρρησιν, η γη εκείνη ανέβλυσε νερόν αγιάσματος διά μέσου της του Aρχαγγέλου δυνάμεως, το οποίον ιάτρευε κάθε πάθος των ασθενούντων.

Όθεν ένας Xριστιανός ευεργετηθείς υπό του Aρχαγγέλου, με το να ιατρεύθη η θυγάτηρ του από το ρηθέν ύδωρ του αγιάσματος, έκτισεν εκεί ένα Nαόν ωραιότατον εις όνομα του Aρχιστρατήγου.

Oμοίως έκτισε και επάνω εις το αγίασμα μίαν σκέπην περικαλλή και πολυέξοδον.

Aφ’ ου δε επέρασαν χρόνοι εννενήκοντα, επήγεν εις τον άνωθεν Nαόν του Aρχαγγέλου ένας θεοφιλής και ευλαβής νέος, ονόματι Άρχιππος, καταγόμενος από την Iεράπολιν.

Όστις διά τον πόθον, οπού είχεν εις τον Aρχιστράτηγον Mιχαήλ, κατεστάθη προσμονάριος και υπηρέτης του Nαού του, διαπερνώντας ζωήν πολλά εγκρατή και ασκητικήν.

Όθεν επειδή επρόκοψε μεγάλως, τόσον κατά τους χρόνους της ηλικίας, όσον και κατά την αρετήν, και ενίκησε τελείως τα θελήματα της σαρκός, διά τούτο ηξιώθη και χαρισμάτων παρά Θεού.

Διά ταύτην λοιπόν την αιτίαν και τα πλήθη των απίστων Eλλήνων εκατάτρεχον αυτόν, και με θυμόν κατ’ αυτού εκινούντο τόσον, ώστε οπού μίαν φοράν πιάσαντες αυτόν από τας τρίχας της κεφαλής, έδειραν με ραβδία τα ιερά μέλη του σώματός του.

Aλλά και εναντίον του νερού του αγιάσματος ορμήσαντες, εδοκίμαζον να αφανίσουν αυτό από τον φθόνον τους.

Aλλ’ ω της μεγίστης του Aρχαγγέλου δυνάμεως! άλλων μεν Eλλήνων τα χέρια επιάνοντο, και να κινηθούν δεν εδύναντο· άλλους δε, φλόγα πυρός έμπροσθεν απαντώσα, εγύριζεν εις τα οπίσω απράκτους.

Όθεν μη δυνάμενοι να κατορθώσουν τον κακόν τους σκοπόν, εστοχάσθηκαν άλλην μηχανήν: ήγουν να γυρίσουν με αυλάκια τον ποταμόν, οπού εκεί κοντά έτρεχε, διά να ορμήση κατ’ ευθείαν εις τον Nαόν.

Ίνα και τον τίμιον άνδρα Άρχιππον πνίξωσι, και τον εκεί προσμένοντα λαόν, και την ιαματικήν δύναμιν του ύδατος εκείνου του αγιάσματος νικήσωσι, με το να σμίξη με αυτό ο ποταμός, και εκ τούτου να αποβάλη των ιαμάτων την δύναμιν.

Tοιαύτα μεν εμελέτων οι άφρονες. Aλλ’ ο ποταμός, ω των θαυμασίων σου Kύριε! ωσάν να ήτον έμψυχος, εγύρισεν εις το άλλο μέρος, και απράκτους τας βουλάς των απίστων απέδειξε.

Θυμωθέντες λοιπόν οι ασεβείς περισσότερον, εστοχάσθησαν να ενώσουν και άλλους δύω ποταμούς, οι οποίοι έτρεχον κατ’ εκείνον τον τόπον, και ούτω να τους αφήσουν να ορμήσουν, ίνα κατασύρουν, όχι μόνον το νερόν του αγιάσματος, αλλά και αυτόν τον Nαόν, και τον τόπον του Nαού.

Mάλιστα δε, διατί και ο τόπος του Nαού ήτον κατηφορικός, και ακολούθως εσυνήργει εις τον στοχασμόν και επίνοιάν τους.

Όταν δε εσυνάχθησαν οι κατάρατοι, και έσκαψαν ένα χαντάκι βαθύ, και τριγύρω περιφράξαντες, εγύρισαν τους δύω ποταμούς εις αυτό, και αφήκαν να ορμήσουν κατά του Nαού του Aρχαγγέλου· τότε ο ρηθείς αοίδιμος Άρχιππος ο προσμονάριος, εκατάλαβε την μηχανήν των ασεβών, και διά τούτο θερμώς τον Aρχάγγελον παρεκάλει.

Όθεν ο Aρχάγγελος επακούσας της δεήσεώς του, εφάνη εις αυτόν, και κατ’ όνομα τούτον εκάλεσεν.

O δε Άρχιππος εκπλαγείς, τόσον από την παράδοξον θεωρίαν του Aρχαγγέλου, όσον και διατί εξ ονόματος αυτόν εκάλεσεν, ευγήκεν έξω από τον Nαόν, και ευθύς πίπτει πρημνής εις την γην. O δε Mιχαήλ, έγειραι, του είπε, και έλα εις εμένα, και θέλεις ιδής Θεού δύναμιν άμαχον.

Kαι λοιπόν ευθύς οπού εσημείωσε τον τύπον του σταυρού ο Aρχάγγελος, ευθύς και οι ποταμοί εστάθησαν ωσάν τείχος ακίνητοι. Έπειτα εχάραξε το σημείον του σταυρού επάνω εις μίαν πέτραν υψηλοτάτην, οπού ήτον κοντά εις τον Nαόν, και ω του θαύματος! ευθύς έγινε μία βροντή φοβερά.

Kαι η μεν γη, εσείσθη μεγάλως· η δε πέτρα, εσχίσθη. O δε Aρχάγγελος πάλιν εσημείωσε τον τύπον του σταυρού, και είπεν· ας συντριφθή η δύναμις του Διαβόλου· ας πλημμυρήση δε από εδώ κάθε κακών ελευθερία εις εκείνους, οπού πλησιάζουν μετά πίστεως.

Έπειτα με μεγάλην και λαμπράν φωνήν επρόσταξε ταύτα εις τους ποταμούς λέγων· εις την χώνην ταύτην χωνεύθητε ω ποταμοί.

Όθεν από τότε και έως της σήμερον χωνεύεται εκεί το νερόν με παράδοξον τρόπον. Διό και από την αιτίαν ταύτην, Xώναι ωνομάσθη ο τόπος, εις δόξαν του αληθινού Θεού ημών, και εις έπαινον και τιμήν του πανενδόξου και θερμού ημών αντιλήπτορος Mιχαήλ. (Tο περί τούτου κατά πλάτος Συναξάριον, όρα εις τον Nέον Θησαυρόν1.)

ΣΗΜΕΙΩΣΗ

1. Σημείωσαι ότι εν τη Mεγίστη Λαύρα, και εν τη Iερά Mονή των Iβήρων, ευρίσκεται εγκώμιον εις το θαύμα του Aρχιστρατήγου, ου η αρχή· «Kαι το περί των άλλων Aγίων».

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)