Παρασκευή, 28 Φεβρουαρίου 2014

ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΚΑΙ ΝΗΣΤΕΙΑ



Μέσα στην πολύβουη εποχή μας και τον θόρυβο των ημερώνû ανάμεσα στις μεγαλόφωνες φανφάρες και τις πολυποίκιλες και ενοχλητικά δαπανηρές φιέστες και κωμικοτραγικές, ανά το πανελλήνιο, εκδηλώσειςû απέναντι στην αναβίωση της ειδωλολατρίας και της προσφοράς λατρείας στον Βάκχο και τον Διόνυσο, την μέθη, την κραιπάλη, την προκλητικότητα των καρναβαλικών εκδηλώσεωνû η Αγία μας Εκκλησία, φιλόστοργος μήτηρ και οικονόμος σοφός των αξιών της ζωής, καταθέτει και πάλι την δική της πρόταση. Πρόταση που δεν περιορίζει τη δράση του ανθρώπου μέσα στα στενά όρια του εφήμερου, του επιφανειακού, του σαρκικού, αλλά,  αναγάγει πέρα απ’ όλα αυτά. Συνιστά πορεία με προοπτική αιωνιότητος. Προτείνει, σε κραυγαλέα αντίθεση με το κατευθυνόμενο κοσμικό τυπικό, την περισυλλογή, των κατευνασμό των παθών, την ισορρόπηση των αντιθέσεων. Αντιπαραθέτει στους αγώνες της επίδειξης και της λαγνείας, αγώνας πνευματικούς, αγώνας αρετήςû καλλιέργεια και άσκηση περισυλλογής, νηστείας και εγκράτειας.
          «óΕφθασε καιρός, ž τØν πνευματικØν γώνων ρχή, ž κατά δαιμόνων νίκη, ž πάνοπλος γκράτεια, ž τØν γγέλων εÇπρέπεια, ž πρÁς Θεόν παρησία û …». (Δοξαστικό Αίνων Όρθρου Κυριακής Τυρινής).
«ΝËν À καρός τØν ρετØν πεφάνη, κα´ πί θύραις À Κριτής, μŸ στυγνάσωμενû αλλά δεËτε νηστεύοντες προσάξωμεν, δάκρυα, κατάνυξιν κα´ λεημοσύνην, κράζοντεςû úΗμάρτομεν Èπέρ ψάμμß θαλάσσης. ùΑλλ’ νες πσι πάντων, Λυτρωτά, ¹να κα´ σχØμεν τÁν φθαρτον στέφανον.(Κάθισμα Όρθρου Κυριακής τυρινής)
Έφθασε λοιπόν και πάλιν ο καιρός, αγαπητοί Χριστιανοί. «Τό στάδιον τØν ρετØν νέßκται». Ήρθε και πάλι η ευλογημένη  περίοδος της  Μ. Τεσσαρακοστής όπου, για άλλη μια φορά, με έντονο τρόπο, καλούμαστε σε μια ολοκληρωτική επανεξέταση του εαυτού μας, σε επαναπροσδιορισμό των πράξεων μας, σε επανατοποθέτηση όλης γενικά της ζωής μας απέναντι στο Θεό, ώστε η  πορεία μας να ξεφύγει από τα στενά βιολογικά και μόνο όρια και να μεταποιηθεί σε πορεία «Θεοκοινωνίας» και επιστροφής στον Παράδεισο. Η πρόταση της Εκκλησίας στον ταλαίπωρο, τον πονεμένο, τον ανικανοποίητο, άνθρωπο της  3ης χιλιετηρίδας, όπως δεόντως τονίζεται όλες αυτές τις μέρες ,μπορούμε να πούμε ότι συγκεφαλαιούνται μέσα σε δύο και μόνο μα δυναμικές λέξεις . Μετάνοια. και νηστεία.
          Η Μετάνοια αναφέρεται, όπως πλειστάκις έχουμε τονίσει όλες αυτές τις μέρες στον όλο άνθρωπο. Στην ολοκληρωτική αλλαγή του. Σε μια ανακαινιστική πορεία επιστροφής και σταθερή απόφαση απάρνησης του «παλαιού» εαυτού μας.
          Η Νηστεία είναι το επισφράγισμα της Μετανοίας. Υπογράφει και αποδεικνύει έμπρακτα την μεγαλειώδη και ηρωική απόφαση για νέα πλέον «εν Χριστώ »ζωή και χωρίς την καταστρεπτική  ψευτιά που μας προσφέρει ο διαζευγμένος μ’ Αυτόν κόσμος .Και βέβαια αναφερόμενοι στη νηστεία δεν εννοούμε και δεν περιοριζόμαστε  μονάχα στην περίπτωση της τροφής. Νηστεία είναι μια ευρύτατη έννοια μέσα στην οποία μπορούμε να χωρέσουμε όλα εκείνα τα στοιχεία που αφορούν τον άνθρωπο και τον προσδιορίζουν ως πρόσωπο. Νηστεία είναι η αποκοπή, είναι ο περιορισμός οποιουδήποτε πάθους που μας αποτρέπει από τη συνάντηση μας με το Χριστό. Νηστεία είναι μια δυναμική πορεία που μας οδηγεί στην ταπείνωση, στην αυτομεμψία, στον αυτοέλεγχο, τη συγγνώμη, την εγκράτεια, την άσκηση, την αγάπη, την επιστροφή τελικά στον Τριαδικό Θεό, που η κοινωνία μαζί του είναι ο επιζητούμενος Παράδεισος .
          Η νηστεία όπως ωραιότατα μας λέει ο Μ. Βασίλειος  είναι «συνηλικιώτης» του ανθρώπου. Έχει την ίδια ηλικία με τον άνθρωπο. Από την πρώτη στιγμή της δημιουργίας του ανθρώπου, από το Θεό, μπήκε και η νηστεία, σαν μέσο άσκησης, στους πρωτοπλάστους. Γιατί τι άλλο μπορεί να σημαίνουν οι κάποιες απαγορεύσεις σ’ αυτούς, όπως μας αναφέρονται στην Αγία Γραφή, παρά οριοθέτηση στην άνευ ορίων ελευθερία και χαλιναγώγηση προτού καταλήξει στην ασυδοσία; Η συνέχεια μας είναι γνωστή. Η παράβαση της νηστείας εκείνης είχε και έχει συνέπειες τρομερές για το ανθρώπινο, το μεταπτωτικό γένος.
          Αυτό ακριβώς το γεγονός, την ανάμνηση της από του Παραδείσου εξορίας των Πρωτοπλάστων, μας θυμίζει σήμερα η Εκκλησία μας, μπροστά στη θύρα της Μ. Τεσσαρακοστής. Πριν αρχίσει η νηστεία, με τρόπο παιδαγωγικό και εποπτικό βλέπουμε μπροστά μας τους Πρωτοπλάστους να χάνουν την παραδείσια τρυφή, να οδηγούνται στην εξορία, γιατί δεν θέλησαν να τιθασεύσουν τον εαυτόν τους, να πουν όχι στις επιθυμίες τους, να τηρήσουν την κατά κάποιο τρόπο την περί νηστείας εντολή του Θεού.
          «ùΕξεβλήθη ùΑδάμ τοË Παραδείσου δι τ¡ς βρώσεως û
           διό καί καθεζόμενος πέναντι τούτου, Ôδύρετο ¿λολύζων,
           λεειν« τ« φων« καί šλεγενû Ο·μοι, τµ πέπονθα À τάλας γώ !
           Μίαν ντολήν παρέβην τŸν τοË Δεσπότου, καί τØν αγαθών πάντων Èστέρημαι».
          «Με την ανάμνηση αυτή οι Άγιοι Πατέρες θέλησαν να δείξουν πόσο καταστρεπτική είναι η υποδούλωση του ανθρώπου στις αυτοκαταστρεπτικές του επιθυμίες και πόσο σωστική είναι η ανάπτυξη της δυνατότητας του να αντιστέκεται σ’ αυτές. Οι Άγιοι Πατέρες τονίζουν το κακό που έπαθε ο Αδάμ για να μη μπορεί να επιβάλει για λόγο την ικανοποίηση μιας επιθυμίας και πόσο διέφθειρε έτσι την ανθρώπινη φύση μας και υπογραμμίζουν ότι η αντίσταση στην αμαρτωλή τάση για άμεση ικανοποίηση όλων μας των επιθυμιών είναι μια βασική εντολή του Θεού».(π. Φιλόθεος Φάρος . –ΠΡΙΝ ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΤΟ ΠΑΣΧΑ- σελ.32).
          Έτσι λοιπόν, από τους πρώτους αιώνας, δεν νοείται Μ. Τεσσαρακοστή χωρίς τη νηστεία. Δεν είναι δυνατόν να πορευθούμε προς συνάντηση με τον Αναστημένο Χριστό χωρίς να περάσουμε από το αθλητικό στάδιο των αρετών. Δεν μπορούμε χωρίς να περικόψουμε –όσο βέβαια κατορθώσουμε-, (αυτή είναι και βαθιά σημασία της νηστείας), κάτι από την πεπτωκυία φύση μας, χωρίς ένα χαλινό στα πάθη και τις γεμάτες εγωπάθεια και αυτό-αποθέωση επιθυμίες της σαρκός, να δούμε με καθαρά μάτια το Χριστό. Δεν μπορούμε να δουλεύουμε σε δυο κυρίους και να τα έχουμε όλα δικά μας «και την πίτα ολάκερη και τον σκύλο χορτάτο».   
          «Η νηστεία λοιπόν, λέει ο Άγ. Συμεών ο Ν. Θεολόγος, είναι νόμος Θείος . Αυτή γίνεται ιατρός των ψυχών μας, περιορίζει τις πυρώσεις και τις κινήσεις της σάρκας, μαλακώνει τον θυμό, καθαρίζει τον νου, ξυπνάει την επιθυμία της αρετής. Η νηστεία μας καθιστά ελεύθερους από πονηρούς λογισμούς, δαμάζει την αδάμαστη γλώσσα και την κατευθύνει στο φόβο του Θεού και δεν την αφήνει να προφέρει λόγους αργούς ή κακούς. Η νηστεία σταματά τους περιπλανώμενους οφθαλμούς και δεν τους αφήνει να περιφέρονται εδώ κι εκεί, αλλά ετοιμάζει τον καθένα να παρατηρεί τον εαυτό του και να θυμάται μόνο τα δικά του αμαρτήματα. Η νηστεία σιγά - σιγά αποδιώχνει το νοητό σκότος της αμαρτίας που απλώνεται πάνω στη ψυχή και μας κάνει ικανούς να βλέπουμε να ανατέλλει σ’ αυτήν, ως άδυτος ήλιος, ο Χριστός και Θεός μας και να λάμπει μόνιμα. Η νηστεία μαλακώνει τη σκληρότητα της καρδιάς και κάνει να αναβλύζουν από αυτήν πηγές κατανύξεως αντί της κραιπάλης».
          Η νηστεία ακόμη είναι ένα μέσον μετανοίας. Μετανοεί ο άνθρωπος για όλα τα άτοπα του, σκύβει ταπεινωτικά το κεφάλι  συναισθανόμενος την απομάκρυνση του από Αυτόν, και με νηστεία και μετάνοια ζητεί το έλεος της Θείας ευσπλαχνίας. Νηστεία χωρίς μετάνοια, χωρίς ταπείνωση, είναι ξηρά και εγωιστική πράξη. Η νηστεία επίσης  είναι χαλινός .Ένα πνευματικό χαλινάρι που χαλιναγωγεί τις επιθυμίες της ύλης και σταυρώνει τα πάθη. Είναι άσκηση, είναι εγκράτεια, είναι υπακοή.
          «ùΑνέτειλε τό αρ τ¡ς νηστείας , καί τό νθος τ¡ς μετανοίας û
           γνίσωμεν οÐν εαÇτούς αδελφοί, πό παντός μολυσμοË,
           τâ φωτοδότι ψάλλοντες , ε·πωμεν û  δόξα σοι, μόνε φιλάνθρωπε».
          Έτσι νηστεία δεν σημαίνει την αποχή μόνο από κάποιες τροφές ή την αλλαγή του διαιτολογίου μας, με άλλες που εμείς τις καθορίσομε σαν νηστίσιμες-που στο κάτω κάτω είναι κατορθωτό, αλλά κάτι πιο βαθύ, πιο ουσιαστικό. Είναι η απεξάρτηση μας από αυτές και η απελευθέρωση μας από τη σκλαβιά της ύλης και του κόσμου. Είναι αγώνας κατά του διαβόλου που μας θέλει εκθέματα στο δικό του σκλαβοπάζαρο.
          Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος λέει:
          «Μη νηστεύεις όπως νηστεύουν οι πολλοί Εσύ νήστευε τη νηστεία τη σωστή, που δεν είναι μόνον αποχή απ’ τις τροφές αλλά και από τις αμαρτίες.
          Γιατί νηστεία που αξίζει είναι και τα δυο.
          Νηστεύεις ; απόδειξε το με τα έργα σου.
                Ρωτάς με ποια έργα; Αν πτωχό δεις, να τον ελεήσεις. με τον εχθρό σου να συμφιλιωθείς. Μη ματιάξεις αυτόν που προκόβει. Όμορφο πρόσωπο στο δρόμο σου μη γυρίσεις να κοιτάξεις.
          Να μη νηστεύεις μόνο με το στόμα, μα και με τα μάτια, και τ’ αυτιά, και τα πόδια, και τα χέρια, και όλα του σώματος τα μέλη. Νηστεύουν τα χέρια, απ’ την αρπαγή και την πλεονεξία. Τα πόδια, απ’ τους δρόμους που οδηγούν στα κακόφημα θεάματα. Τα μάτια απ’ το να περιεργάζονται ξένες ομορφιές…
          Κρέας δεν τρως; Μην τρως και με τα μάτια την ακολασία. Να νηστεύουν και τα’ αυτιά και να μη δέχονται διαβολές και κατηγορίες. Να νηστεύει και το στόμα από κουβέντες αισχρές και κατακρίσεις. Γιατί ποιο θα σταθεί το κέρδος αν κοτόπουλα και ψάρια δεν τρώμε, και τους συνανθρώπους μας, που είναι αδέλφια μας, τους δαγκώνουμε και τους καταβροχθίζουμε; Γιατί αυτός αλήθεια που κατηγορεί αδελφικό κρέας έφαγε…
          Ίσως δεν έμπηξες στου άλλου τη σάρκα τα δόντια σου, μα έμπηξες την κατηγορία στην ψυχή του». ( MIGNE , ΤΌΜ.49, σελ.51,53).Μ.Α.
Σύγχρονος θεολόγος  κληρικός, καθηγητής Πανεπιστημίου γράφει σχετικά: «Προκειμένου για τη νηστεία, επειδή συνήθως οι πιστοί μιλούν μόνο γι’ αυτό το κατόρθωμα και το θεωρούν ως μοναδικό σκοπό της Μ. Τεσσαρακοστής, αξίζει ο λόγος μας να είναι σαφής, για τη συγκεκριμένη θέση της μέσα στο στάδιο των αρετών του Χριστού, υπογραμμίζοντας ότι η νηστεία δεν είναι ο σκοπός αλλά το μέσο προς επίτευξη του σκοπού, που τον καιρό της Μ. Τεσσαρακοστής είναι η προσκύνηση του Σταυρού και της Αναστάσεως του Χριστού. Είναι απαράδεκτο η νηστεία να θεωρείται ως το κεντρικό και μοναδικό ζήτημα της ασκητικής και όλης της Χριστιανικής ζωής , και στα όρια της θρησκειοποιημένης πίστεως ή της θρησκευτικής υποκρισίας, η μη τήρηση της, για οποιοδήποτε λόγο, να χαρακτηρίζεται ως το κύριο και μοναδικό αμάρτημα, ώστε όλα τα μεγάλα και αβυσσαλέα αμαρτήματα –ο πόλεμος της καρδιάς -,να παραθεωρούνται και όλες οι κρίσιμες και αποφασιστικές ασκήσεις να εγκαταλείπονται…….
                Η αληθής νηστεία, σύμφωνα με το καθόλου πνεύμα της Μ. Τεσσαρακοστής , έχει άξιο μισθό όταν συντελεί  στην καθολική καθαρότητα του ανθρώπου, ως τη βασική προϋπόθεση προσκυνήσεως του σταυρωθέντος και Αναστάντος Χριστού…..
          Η νηστεία δεν μπορεί να περιορίζεται σε μια τυπική διαδικασία επιλογής ή απορρίψεως τροφών, να αποβλέπει δηλαδή σε ένα είδος αυτοδικαιώσεως, σε μια αυτάρεσκη ή ανθρωπάρεσκη ρύθμιση ατομικών επιθυμιών ή αναγκών. Είναι η κλήση να «αφήσωμεν της σαρκός την ευπάθειαν και να αυξήσωμεν της ψυχής τα χαρίσματα» και συγκεκριμένα να απελευθερωθούμε από τα πάθη μας για να πραγματοποιήσουμε την καθολική την μία και μόνο αγάπη, χωρίς την οποία δεν υπάρχει η ζωή» (π. Μιχαήλ Καρδαμάκη ΚΕΦΑΛΑΙΑ ΚΑΤΑΝΥΚΤΙΚΑ  ΤΟΜ.,Β  Σελ36-40).
                Αγαπητοί Χριστιανοί
          Η εποχή μας, εποχή υπέρ-αφθονίας στο κάθε τι θέλει ανθρώπους καταναλωτές. Θέλει ανθρώπους που να απορροφούν χωρίς σκέψη, χωρίς κρίση, χωρίς απόφαση ότι οι «μεγάλοι αδελφοί» μας προσφέρουν. Συνάμα ο άνθρωπος της εποχής μας ανίκανος να αποφασίσει ύστερα από την καθημερινή πλύση εγκεφάλου που του γίνεται, πέφτει με τα μούτρα στο καταναλωτικό παιχνίδι και θεωρεί πρωτογονισμό και μικροπρέπεια ν’ αντισταθεί και να πει όχι σ’ ότι του προσφέρεται και τελικά τα περισσότερα και άχρηστα του είναι και επιβλαβή αποδεικνύονται. Και βέβαια δεν αναφερόμαστε μόνο στα της τροφής Είναι και τα θεάματα είναι και τα ακούσματα είναι και η διασκέδαση και τα ρούχα και τόσα και τόσα ακόμα άλλα….
          Γι αυτό η ανάγκη για νηστεία από όλά αυτά ίσως να είναι πολύ πιο επιτακτική σήμερα από κάθε άλλη εποχή. Το χαλινάρι στην τρυφή και στις ανυπότακτες ορέξεις βοά σαν τη μόνη δυνατή λύση ,στον αναπότρεπτο χαμό, όχι μόνο του πλανήτη μας απ’ τις καταστρεπτικές παρεμβάσεις μας πάνω σ’ αυτόν, μα και της ψυχής μας κυρίως, που καθημερινά την πωλούμε «αντί πινακίου φακής». 
          Γι αυτό λοιπόν αδελφοί μου.
«Δεν θα παύσω να σας παρακαλώ: μας λέει και πάλι ο Άγ. Συμεών ο Ν. Θεολόγος. Αναλογισθείτε την ωφέλεια από τη νηστεία και την αγρυπνία την προσευχή και τη ψαλμωδία, την ευλάβεια, την περισυλλογή και τη σιωπή. Έτσι επιτελείτε το έργο των αγγέλων, οι οποίοι αοράτως συμπορεύονται μαζί σας. Μη θελήσετε να χωρισθείτε από τη συναυλία μαζί τους. Και μην παραλείπετε να προτρέπετε ο ένας τον άλλον, με αγάπη, να προσέρχεται στην ψυχοτρόφο τράπεζα και να ωφελείται. …»
          Ας φέρουμε στο νου μας τους Πρωτοπλάστους που με δάκρυα  κοιτούν την κλειστή πόρτα του Παραδείσου κι ας αποφασίσουμε για τον εαυτό μας ανάλογα. Όσο είναι καιρός...




Πέμπτη, 20 Φεβρουαρίου 2014

ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΚΑΙ ΚΡΙΣΙΣ



Αυτό-αποθέωση, Φαρισαϊκή,  και ζωή «εις χώραν μακράν», εγωκεντρισμός και καταπάτηση της «πατρικής αγάπης», είναι οι παράγοντες οι οποίοι  μας κατευθύνουν στην αποδημία του Ασώτου και οδηγούν, στην  με μαθηματική ακρίβεια αποδεδειγμένη, καταστροφική πορεία της προσωπικής μας εξορίας.
          Αυτό το μήνυμα σαλπίζει η Εκκλησία μας, τις δυο προηγούμενες Κυριακές - Τελώνου και Φαρισαίου  και Ασώτου - της πρώτης της, «προφωνήσημης» όπως ονομάζεται περιόδου του Τριωδίου.
          Ο Φαρισαίος, κραυγαλέο παράδειγμα ναρκισσιστικής αυτό-αποθέωσης, βιώνει άμεσα την οδύνη της υπαρξιακής του μοναξιάς και για να υπερπηδήσει την αρρωστημένη του κατάσταση, ρίχνει τις ευθύνες σ’ όλους τους άλλους. «Ουκ ειμί ώσπερ οι λοιποί των ανθρώπων».
          Ο Άσωτος, της δεύτερης Κυριακής, ζει κι αυτός αρχικά, σ’ ένα κόσμο αλλοτριωμένο. Στον απατηλό κόσμο της ψεύτικης της ζημιογόνου ελευθερίας, όπου κυριαρχεί η σωματική απόλαυση, η ικανοποίηση και μόνο των αισθήσεων και η αδιαφορία για οτιδήποτε άλλο. Στην ουσία ζει  κι αυτός μόνος. Απομακρυσμένος  από “την πατρική οικία”, αποκομμένος από την αγάπη και την ασφάλεια που περιβαλλόταν εκεί μέσα, αποχαυνωμένος από τα ψεύτικα «ζήτω», τα προσποιητά χαμόγελα και τα πληρωμένα χειροκροτήματα, βρίσκεται σε κατάσταση εξορίας και αποκοπής .
          Αποξένωση λοιπόν από την μόνη πηγή  ζωής, το Θεό, με Φαρισαϊκό εγωκεντρισμό και δραστηριότητες που περιορίζονται μόνο μέσα στα όρια της βιολογικής εμβέλειας, είναι η κύρια αιτία της υλιστικής αντίληψης για τη ζωή , της θεώρησης των πάντων με κέντρο τον εαυτό μας ,το κλείσιμο σε πύργο Βαβελικό και εκζήτησης της ελευθερίας στην ικανοποίηση των παθών.
          Μια ζωή όμως αμετανόητη, μια αποδημία «εις χώραν εξορίας», χωρίς επιστροφή,  μια απομάκρυνση «από το πατρικό σπίτι», είναι αδύνατον να μας επαναφέρει στην «πατρική αγκαλιά», αν δεν αναγνωρίσουμε προηγουμένως την κατάσταση στην οποία περιήλθαμε , αν δεν πούμε ειλικρινά “Ω πόσων αγαθών υστέρημαι ο ταλαίπωρος εγώ… !”
            Aν δεν πάρουμε την γενναία απόφαση της επιστροφής, “αναστάς πορεύσομαι προς τον πατέρα μου”, δυστυχώς θα συνεχίσουμε να παραμένουμε ξένοι, σε ξένη χώρα, απόμακροι, δυστυχισμένοι, λιμοκτονούντες για ζεστασιά και αγάπη, στερημένοι της Θείας παρουσίας.
          Τούτο ακριβώς μας δείχνει η σημερινή, η τρίτη Κυριακή του Τριωδίου, η Κυριακή “των Απόκρεω”. Εδώ πλέον κυριαρχεί η δικαιοσύνη. Η δίκαια κρίση του Θεού. Η ανταμοιβή του καθενός μας ανάλογα με την επιλογή που έκανε. “Την πατρικήν οικίαν” ή “την χώραν μακράν”. Την επιστροφή ή την αποδημία. Την μετάνοια ή την εγωπαθητική αμετανοησία.
          «Όταν δέ έλθ¨ ο Υιός του ανθρώπου εν τη δόξ¨ αυτού, κα´ πάντες οι Άγιοι Άγγελοι μετ’ αÇτοË, τότε καθίσει πί θρόνου δόξης αÇτοË. Κα´ συναχθήσονται έμπροσθεν αυτού πάντα τ έθνηû κα´ αφοριεί αÇτους π’ αλλήλων, ώσπερ ο ποιμήν αφορίζει τα πρόβατα από των ερίφωνû και στήσει τα μεν πρόβατα εκ δεξιών αυτού, τ δ ερίφια εξ ευωνύμων».
          Αυτή λοιπόν η παραβολή, η παραβολή της «Μελλούσης Κρίσεως», εντεταγμένη σοφά μέσα στην περίοδο του Τριωδίου και μια βδομάδα πριν μπούμε στην Μ. Τεσσαρακοστή, μας καλεί να επανεξετάσουμε τον εαυτό μας, τη συνείδηση μας, τις πράξεις μας, τη ζωή μας ολόκληρη, με γνώμονα την σωτήριο απόφαση για επιστροφή, για μετάνοια. Να αποτινάξουμε από πάνω μας τον καταστροφικό ζυγό της ραθυμίας. Να επαναπροσδιορίσουμε τους στόχους μας και να στοχεύσουμε στην ανείπωτη και ατελεύτητη μακαριότητα που υπάρχει στην «πατρική αγκαλιά», στην επουράνια Βασιλεία.
          Γράφει ο Νικηφόρος Ξανθόπουλος για το σκοπό της Κυριακής αυτής :
«Αυτήν οι θειότατοι πατέρες μετά από τις δύο παραβολές εθέσπισαν ,ώστε μαθαίνοντας κάποιος την φιλανθρωπίαν του Θεού, να μην ζει με αμέλεια λέγοντας. Ότι είναι φιλάνθρωπος ο Θεός και όλες μου τις αμαρτίες θα τις συγχωρήσει. Αυτή λοιπόν την φοβερά ημέρα εδώ κατέταξαν, για να συνεφέρουν με τη μνήμη του θανάτου και της προσδοκίας των ερχομένων δεινών, όσους ζουν με αμέλεια, και να μην ελπίζουν μόνο στην φιλανθρωπία του Θεού αλλά και να μάθουν ότι είναι και δίκαιος κριτής και αποδίδει στον καθέναν κατά τα έργα αυτού».
          Προτροπή λοιπόν προς μετάνοια και στη σημερινή Κυριακή και μάλιστα πιο έντονη. Μέσα προτροπής για την αφύπνιση και των πιο ραθύμων, ώστε να συναισθανθούν την αποστασία τους και να «έλθουν εις εαυτόν», ο ιερός φόβος που προκαλεί η φοβερά «Μέλλουσα κρίσις». Φόβος και αγωνία για την επερχόμενο δικαστήριο, για τη φανέρωση και των πιο κρυφών μας πράξεων, για την αιωνιότητα της καταδίκης και της κολάσεως.
          «…Σε πιάνει φόβος πράγματι εμπρός στον πύρινο ποταμό, που σέρνει όλους τους ανθρώπους στο κριτήριο! Κ’ εκείνος ο φόβος, με τη βοήθεια του λειτουργικού χρόνου του αιωνίου παρόντος, που ζει η εκκλησία, μας αγγίζει και σήμερα, σαν να είμαστε μπροστά στο τρομερό κριτήριον, όπου: ανοίγονται τα μεγάλα βιβλία, φανερώνονται οι κρυφές πράξεις και αμαρτίες μας, μπροστά σε όλους τους αγγέλους και ανθρώπους, και χωρίζονται τα πρόβατα από τα ερίφια, όπως μας λένε τα ιερά κείμενα. Γι’ αυτό κ’ οι Χριστιανοί δέονται από τώρα και παρακαλούν»: ( Π.Β.Πάσχος. Ο ΓΛΥΚΑΣΜΟΣ ΤΩΝ ΑΓΓΕΛΩΝ ΣΕΛ.115 ).
«…Τότε ημών φείσαι κα´ μοίρας καταξίωσον, Χριστέ, των σßζομένων ως εύσπλαγχνος, πίστει δυσωπούμεν σε.»
            «Η μετάνοια λοιπόν είναι ο ασφαλής δρόμος που οδηγεί στην Βασιλεία των Ουρανών. «Ήγγικεν η Βασιλεία των ουρανών» έλεγε ο Κύριος, γι’ αυτό «μετανοείτε». Όταν στη Αγία Γραφή γίνεται λόγος για Βασιλεία των Ουρανών, εννοείται ο Χριστός και η κοινωνία μαζί Του, διότι όπου είναι ο βασιλεύς εκεί και η βασιλεία, αφού δεν νοείται βασιλεία, χωρίς βασιλέα. Ο Θεάνθρωπος Χριστός δεν χωρίζεται από την άκτιστη χάρη Του, που φυλάσσεται στην αγία Εκκλησία και χορηγείται από το Πανάγιο Πνεύμα σε αυτούς που μετανοούν». (ΌΣΟΙ ΠΙΣΤΟΙ . Μητ/λίτου Ναυπάκτου ΙΕΡΟΘΕΟΥ).
                «Μετάνοια είναι η επίγνωση της πνευματικής μας αρρώστειας και η επιστροφή μας στο Θεό .Μετάνοια είναι η επιστροφή του ανθρώπου στη Βασιλεία του Θεού. Η λέξη –Μετάνοια-- σημαίνει:Αλλαγή του νου, αλλαγή της νοοτροπίας μας και της ζωής μας. Η αμαρτία μας απομακρύνει από το Θεό, που είναι η Ζωή και μας οδηγεί στον θάνατο. Η μετάνοια μας επαναφέρει στον Θεό και μας εισάγει εκ νέου στον Παράδεισο απ’ όπου μας έδιωξε η αμαρτία. Η μετάνοια, λέγει ο ιερός Χρυσόστομος, ανοίγει τον ουρανό και μας εισάγει στον Παράδεισο».  (Η ΥΠΕΡΑΓΙΑ ΘΕΟΤΟΚΟΣ  -σελ.128-   Ιερομονάχου  ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ). 
          Θα έλθει, λοιπόν, όντως ο Κύριος –ο Θεάνθρωπος Ιησούς- ξανά, Κύριος της δόξης, «κρίναι ζώντας και νεκρούς». Θα έλθει όχι πλέον άσημος και κυνηγημένος, φτωχά και απέριττα, μα «εν δυνάμει και δόξη πολλή». Όχι πλέον για να κηρύξει, να συγχωρέσει, να θαυματουργήσει, μα ένδοξα και θαυμαστά για να ελέγξει τις πράξεις ζώντων και νεκρών και να αποδώσει στον καθέναν τον… μισθό του. Θα ανακαινισθεί η κτίση, θα αναστηθούν οι νεκροί, θα αλλοιωθούν-θα αλλάξουν- τα σώματα όσων βρίσκονται ακόμα στη ζωή και τότε θα ακούσουμε την αδέκαστη ετυμηγορία. Δόγμα και άρθρο της πίστεως μας , που δεν επιδέχεται καμιά αμφισβήτηση. Θα έλθει «ως κλέπτης εν νυκτί». Θα έλθει τότε που δεν θα τον περιμένουμε. Όταν  αποχαυνωμένοι από την αμαρτία θα ζούμε μόνο για τη σάρκα μας, μόνο για την απόλαυση. Όταν θα έχουμε θεοποιήσει τους λογής-λογής “BIG BROTHER”και –αλίμονο στην βλακεία μας-θα ζητάμε από αυτούς σωτηρία και προκοπή. Όταν θα έχουμε γίνει μόνο σάρκα και θα δαπανάμε τη ζωή μας ,αφιονισμένοι, μέσα σ’ ένα απέραντο “BAR”…Όπως ακριβώς και στις μέρες του Νώε και του Λώτ, που ήλθε η καταστροφή και το μεθύσι της αμαρτίας δεν τους άφηνε να δουν «πέρα από τη μύτη τους». Όταν πλέον –και δεν απέχουμε πολύ- θα έχουμε ξεπεράσει και αυτά τα Σόδομα και τα Γόμορρα.
          Αδελφοί μου.
          Σε καιρούς δύσκολους, σε καιρούς απογνώσεως ,σε καιρούς αμφισβήτησης των πάντων και γενικής αλλοτρίωσης, όπως και οι καιροί μας, το μήνυμα της σημερινής Κυριακής δύσκολα γίνεται αποδεκτό. Ακόμα και να το σκεπτόμαστε αποφεύγουμε μη τυχόν και μαυρίσουμε την καρδιά μας με τέτοιες άσκημες σκέψεις. Δεν θέλουμε ν’ ακούμε τέτοια πράγματα. Δεν έχουμε μάθει να σκύβουμε το κεφάλι και να παραδεχόμαστε τα σφάλματα μας. Το δίκαιο είναι πάντα με το μέρος μας και πάντα εμείς ,δεν είμαστε «ώσπερ οι λοιποί των ανθρώπων». Το να υποχωρήσουμε το θεωρούμε αδυναμία, τη συγνώμη μικροπρέπεια. Είμαστε το νέο μοντέλο του «υπερανθρώπου» που για να πετύχουμε στα σχέδια μας , πατάμε… επί πτωμάτων .
          Πού να ακούσει λοιπόν για μετάνοια και κρίση ο άνθρωπος αυτός;
          Πώς να δεχθεί ότι θα έλθει ώρα που θα δώσει λόγο για τις πράξεις του;
Πώς να μπορέσει να συνειδητοποιήσει ότι:                         
«Όταν μέλλ¨ς έρχεσθαι, κρίσιν δικαίαν  ποιήσαι…
Βίβλοι ανοιγήσονται, φανερωθήσονται πράξεις…
Ηχήσουσι σάλπιγγες κα´ κενωθήσονται τάφοι…
Κλαίω κα´ οδύρομαι, όταν εις αίσθησιν έλθω…» 
            Όμως , άνθρωπος είναι αυτός που «άνω θρώσκει». Βλέπει ψηλά. Αυτός που έχει στραμμένο το βλέμμα του στον ουρανό. Ο νοσταλγός της αιωνιότητος . Δεν φτιαχτήκαμε για να έρπουμε στα χώματα και τις λάσπες , μα για να κερδίζουμε όλο και ψηλότερες κορυφές . Κι αυτές δεν κατακτούνται ούτε με τη δύναμη, ούτε με τη δόξα, ούτε με τις απολαύσεις. Ούτε θα φθάσουμε σ’ αυτές κυνηγώντας το χρυσό… μα το Χριστό.
                Την επουράνιο Βασιλεία την κερδίζουμε όταν μάθουμε να χαμηλώνουμε το ανάστημα μας .Όταν τα μάτια μας χύσουν τα δάκρυα της μετανοίας .Όταν τα χέρια μας χτυπήσουν στο στήθος και τα στόμα μας κραυγάσει γοερά το, «À Θεός ιλάσθητ´ μοι τâ αμαρτωλâ».Όταν κατανοήσουμε την αποξένωση απ’ το «πατρικό σπίτι» και πάρουμε το δρόμο της επανένταξης μας σ’ αυτό, ομολογούντες το «πάτερ ήμαρτον». Όταν βγούμε απ’ το «καβούκι μας»,καταπατήσουμε την εγωπάθεια μας και πλησιάσουμε το συνάνθρωπο μας. Τον παράδεισο τον κερδίζουμε με την μετάνοια.
Διαφορετικά :        
«Αλοίμονο σου, μαύρη και κατακαημένη μου ψυχή !
Ως πότε δε θα κόβεις από το να κάνεις το κακό;
Ως πότε θα μου κοίτεσ’  έτσι-δα στη ραθυμία, άπραγη;
Γιατί δε μου θυμάσαι κείνη εκεί τη φριχτή ώρα του θανάτου;
Γιατί ολάκερη δεν τρέμεις εμπροστά στο φοβερό ετούτο βήμα του
Σωτήρος; Τι άραγε θα αποκριθείς ή θ’ απολογηθείς, τότε που θα
φανερωθούν όλα τα έργα σου να σε ελέγχουν;
Κι όλες οι πράξεις σου να σε κατηγορούν;
Λοιπόν τι καρτερείς ψυχή μου ;Η ώρα έρχεται, ήρθε.
Τρέξε να προλάβεις !Και φώναξε στον Κύριο, ήμαρτον Κύριε, ήμαρτον σε σένα. Μα ξέρω τη φιλευσπλαχνία σου, Φιλάνθρωπε.
Εσύ, που είσαι ο καλός τσοπάνος , μη με χωρίσεις και μ’ απομακρύνεις απ’ τα δεξιά σου. Κι αυτό όχι γιατί το αξίζω,
Μα γιατί ελπίζω στο δικό σου έλεος το μεγάλο !».
( Απόστιχο Εσπερινού της Κυριακής των Απόκρεω).
Μετάφραση :Π.Β.Πάσχου