Πέμπτη 31 Δεκεμβρίου 2020

ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΟΝ ΚΑΙΝΟΥΡΙΟ ΧΡΟΝΟ

 Σαν τ’ άγραφο χαρτί που τρομάζει αυτόν που πρέπει να το γεμίσει με της ψυχής του τα τραγούδια και τ’ αναστενάγματα, έτσι και ο νέος χρόνος, όπως ξανοίγεται σήμερα μπροστά μας, και τον υποδεχόμαστε με τόσες ευχές, με τόσες ελπίδες, με τόσες προσδοκίες, είναι αδύνατο να μην μας βάλει σε σκέψεις και προβληματισμούς. Χωρίς καν να το επιδιώξουμε, την ώρα που ξεφαντώνουμε και ξεφωνίζουμε για την εναλλαγή, την ίδια ακριβώς στιγμή η σκ
έψη μας στροβιλίζεται γύρω από την έννοια και το αίσθημα του χρόνου. Του χρόνου που ο Κόντογλου χαρακτήρισε σαν φοβερή και ανεξιχνίαστη δύναμη. Δύναμη που αδυνατούμε να κατανοήσουμε και να προσδιορίσαμε. Το μόνο που μπορέσαμε να κάνουμε είναι, οι κάποιες οριοθετήσεις, οι κάποιοι διαχωρισμοί στην αεναότητα του χρόνου, κάποια όρια στην αιωνιότητα, αν είναι δυνατόν να γίνει κάτι τέτοιο, τυπικά και μόνο, και αποκλειστικά για δική μας ευκολία και συνεννόηση. Στην πραγματικότητα όμως την ζωή μας μέσα στο χρόνο δεν την καθορίζουν οι αριθμοί – έτσι κι αλλιώς εμείς τους καθορίσαμε κι αυτούς – αλλά η στάση μας μέσα σ’ αυτόν, ο τρόπος που θα τον χειριστούμε.

«Γι’ αυτό ακριβώς, σημειώνει, στεκόμαστε περίφοβοι μπροστά στον καινούριο χρόνο μπροστά σ’ ένα τεχνητό χώρισμα, που βάλαμε στο πέλαγος του καιρού εμείς οι άνθρωποι, σαν να μην είναι η κάθε μέρα αρχή καινούριου χρόνου ».

Νέο λοιπόν έτος αδελφοί μου!. Σωτήριον έτος 2021. Καινούριος χρόνος, καρπός μιας αδιάκοπης και αέναης ροής χρόνων και καιρών, του χρόνου πού κυλάει σαν το ρεύμα του ποταμού χωρίς ανάπαυλα. Τρέχει συνέχεια και σε κάθε κύλισμα συντομεύει το δικό μας χρόνο. Μικραίνει τις μέρες μας, συντέμνει το ταξίδι μας πάνω στη γη.

Και οι ευχές πληθωρικές! Διάπυρες και πάλι σήμερα, στην αρχή του νέου χρόνου, οι ευχές οι προσδοκίες, οι ικεσίες, τα πάμπολλα «θέλω», οι προγραμματισμοί, από χείλη εκατομμυρίων ανθρώπων.

Διάπυρη βέβαια και η δική μας ευχή προς “ τον τούς χρόνους και καιρούς εν τη ιδία εξουσία αυτού έχοντα ” φιλάνθρωπο Κύριο, που μας χαρίζει ακόμη έναν νέο χρόνο, που μας προσφέρει μια ακόμη πίστωση χρόνου για να επιτελέσουμε προορισμό μας, για να ευλογήσει την νέα χρονιά που αρχίζει σήμερα.

Πρωτοχρονιά λοιπόν και πάλι, αγαπητοί αδελφοί. Γέλια και χαρές, ευχές και πανηγυρισμοί, δώρα ,ξεφαντώματα… προγράμματα, ελπίδες, προσδοκίες.

Και τι λοιπόν; Μήπως μόνο η πρώτη του Γενάρη είναι μέρα πρόσφορη για όλα αυτά; Μόνο σήμερα έχουμε τη δυνατότητα της ελπίδας, του προγραμματισμού, της ανασκόπησης, του επαναπροσδιορισμού των πράξεων μας και της ανασύνταξης των δυνάμεων για κάτι καλύτερο; Μόνο την Πρωτοχρονιά βλέπουμε τα λάθη μας, τη στραβή πορεία μας, τις αποκοτιές μας, την ανταρσία μας απέναντι στο Θεό κι αρχίζουμε με νέες αποφάσεις καινούρια όνειρα, αυτοκριτικές και μεγαλόστομα κηρύγματα για «Νέα, πλέον, Εποχή» ;

Μήπως η κάθε μας μέρα, η κάθε μας ώρα, το κάθε λεπτό δεν είναι μια καινούρια αρχή; Μήπως σε κάθε στιγμή της ζωής μας δεν μας δίνεται η ευκαιρία για μια νέα αρχή;

Είναι λοιπόν, αγαπητοί Χριστιανοί, ο χρόνος δώρο Θεού πανάκριβο κι αν τον αφήσουμε να χαθεί η πιο μεγάλη συμφορά, όπως έλεγε ο Μιχαήλ Άγγελος. Ο δε Μ Βασίλειος τονίζει ότι: «Ρει γαρ ο χρόνος και ουκ εκδέχεται τον βραδύνοντα». Δεν περιμένει κανέναν ο χρόνος. Είναι δε η πιο μεγάλη ζημιά που μπορούμε να πάθουμε αν άσκοπα τον σπαταλήσουμε. Αν μια μόνο φορά κάθε 365 μέρες τα βάζουμε όλα τούτα στο μυαλό μας.

Έτσι τον χρόνο τον κερδίζει αυτός που τον αξιοποιεί με προοπτικές αιωνιότητας. Αυτός που εργάζεται συστηματικά στη διάρκεια αυτής της πρόσκαιρης ζωής, με σκοπό να κληρονομήσει την ατελεύτητη. Αυτός που ανταλλάσσει το φευγαλέο παρόν και όλα τα τερπνά του, με την άσβεστη γλυκύτητα του μέλλοντος. Αυτός που δεν κοιτάζει πως θα κερδίσει τον κόσμο όλο, αδιαφορώντας για τη ψυχή του και το σπουδαιότερο δεν την ανταλλάσσει μ’ όλους τους θησαυρούς της γης.

Μπαίνουμε λοιπόν σήμερα στο νέο έτος εν μέσω πολλών δυσχερειών, υλικών και πνευματικών. Η φτώχεια, η ανέχεια, η ανεργία σε συνδυασμό με τις δυσμενείς και σίγουρα κατευθυνόμενες οικονομικές συνθήκες και οι κατά πολύ επιθετικές επιδημίες από τη μία μεριά, η αμφισβήτηση αξιών και ιδανικών και η έντονη απαξίωση των θεσμών από την άλλη, καθιστούν την εποχή μας, δύσκολη και απαράκλητη! Καθημερινώς διαπιστώνεται ότι ο κόσμος «κείται εν τω πονηρώ».!

Μπαίνουμε στη νέα χρονιά πολύ διαφορετικά από κάθε άλλη φορά.

Μπαίνουμε περίεργα, παράξενα,  με 25 πρόσωπα εντός του Ναού μας, μέτρα αυστηρά, με μάσκες, με αποστάσεις και με κλειστές τις πόρτες.

Είναι δύσκολο και οδυνηρό για όλους μας το θέμα της διαχείρισης των 25 ατόμων εντός του Ναού. Ποιον θα βάλλεις στο Ναό; Ποιόν  θα απαγορεύσεις να είναι μέσα; Είμαστε όμως υποχρεωμένοι να το τηρήσουμε αυτά.

Πρέπει να τηρήσουμε, για να μπορέσουμε να ζήσουμε τούτη τη χρονιά, την ιδιαίτερα περίεργη χρονιά με όσο το δυνατόν λιγότερο άγχος και λιγότερο φόβο.

Παρ’ όλα αυτά εμείς περιορίζουμε αβασάνιστα την καλή διαχείριση του χρόνου μας μέσα στην παγκοσμιοποιημένη οικονομία, όπου τα πάντα, ακόμα και η ίδια η ψυχή μας τιμαριθμοποιείται, όπου το υποκείμενο γίνεται αντικείμενο και το πρόσωπο ένας απειροελάχιστος κόκκος άμμου μέσα σε μια ανώνυμη και άμορφη μάζα.

Αλλά και ιδιωτικά δεν βλέπουμε δεν οραματιστούμε καλλίτερα. Τα μοναδικά οράματα μας είναι στο τι θα αγοράσουμε, στο τι θα φάμε, στο πως θα ντυθούμε, στο ποιους τραγουδιστές και καλλιτέχνες θα ακούσουμε, στο πως θα είμαστε εμείς οι κερδισμένοι, στο πως θα εξαπατήσουμε τον άλλον, στο πως θα αναδειχτούμε. Σε ότι δηλαδή χαϊδεύει τις αισθήσεις μας και τον προφίλ μας.

Και η τελική διαπίστωση μας.

Αυξάνει το άγχος, επιτείνεται η δυστυχία, η ευτυχία συνεχώς απομακρύνεται από κοντά μας και καταντά ουτοπία. Κι αυτή είναι η τραγωδία του συγχρόνου ανθρώπου: Να κυνηγά την ευτυχία στα μονοπάτια της θλίψης και του θανάτου. Σαν το μυθικό Σίσυφο που αγκομαχούσε να σπρώξει τον βράχο προς την κορυφή του βουνού. Μόλις κόντευε να τα καταφέρει ο βράχος ξέφευγε και κατρακυλούσε και άντε πάλι από την αρχή…

Η χάρη όμως του Θεού, αυτή που σήμερα μας συγκέντρωσε στους Ιερούς Ναούς μας έχει την δύναμη ν’ αλλάξει τα δεδομένα! Εδώ με την συμμετοχή μας στη σημερινή εορταστική ημέρα και την προσευχή της εκκλησίας μας ζητούμε ελπίδα! Ζητούμε από τον Κύριο μας να αγιάσει τον χρόνο που ανέτειλε και να τον καταστήσει ωφέλιμο για τη σωτηρία μας, για τη σωτηρία της ανθρωπότητας, χαρίζοντας με τις πρεσβείες του σήμερα εορταζομένου Μεγάλου Βασιλείου, ένα καλλίτερο «αύριο» για όλους!

«Είναι δυνατός ο Θεός, γράφει ο Μ. Βασίλειος, να δώσει λύση στην αμηχανία της ζωής μας και να μας χαρίσει αναπνοή και ανάπαυση από μακρούς πόνους! Και όταν έχουμε αυτή την ελπίδα της θεϊκής παρηγορίας, τότε με υπομονή αντιμετωπίζουμε τις θλίψεις, με τις οποίες η αμαρτίες ξεχρεώνουμε... η σε εντονότερο πνευματικό αγώνα προσκαλούμαστε, έχοντας τη βεβαιότητα, πως ο Κύριος ως δίκαιος αθλοθέτης δεν θα αφήσει να πειρασθούμε περισσότερο από τις δυνάμεις μα».

Είναι να απορεί κανείς, αδελφοί μου, μπροστά στο παράδοξο των ημερών, όταν παρατηρεί την χαρά και την φωταγωγία, ενώ παράλληλα αντιλαμβάνεται ότι για πολλούς δεν αποτελούν παρά ένα ευχάριστο διάλειμμα της ρουτίνας των βιοτικών μεριμνών, ένα περίτεχνο, όμορφο και φανταχτερό περιτύλιγμα χαράς εν μέσω πανδημίας, από το οποίο όμως λείπει το περιεχόμενο. Μόλις παρέλθουν τούτες οι ημέρες, ο βίος μας συνεχίζει και πάλι με τους ίδιους ρυθμούς, τους ίδιους φόβους, τους ίδιους περιορισμούς,  χωρίς να έχει αλλάξει κάτι μέσα μας, χωρίς να έχει συνειδητοποιηθεί ότι όσο ο άνθρωπος ξεχνάει τη θνητότητα του, όσο εργάζεται σαν άσοφος και παντοτινός κυρίαρχος των πάντων ξεχνώντας ότι οι μέρες του είναι μετρημένες…

Όμως! Η εικονική πραγματικότητα της φωταγωγίας, των φαντασμαγορικών σόου, του καταναλωτισμού, της διασκέδασης, έστω και με εννιά άτομα, των δώρων και των τυπικά επαναλαμβανόμενων ευχών δεν έχουν να προσφέρουν τίποτε το ουσιαστικό αφού «Όπου δεν υπάρχουν Θεοί, εξουσιάζουν φαντάσματα" όπως είχε πει ο Novalis, Γερμανός ποιητής. Και είναι πολύ φυσικό. Είναι αδύνατον οι κοσμικές δυνάμεις να ισορροπήσουν από μόνες τους. Μόνο μ’ αυτές, η ζυγαριά γέρνει από τη μια μεριά. Χρειάζεται και το πνεύμα. Χρειάζεται και η ψυχή. Απαιτείται και ο Θεός! Αν τον εξοστρακίσουμε, αν ανακηρύξουμε τον εαυτό μας Θεό, τότε παραχωρούμε το χώρο στα φαντάσματα. Φαντάσματα που συνεχώς θα τα βρίσκουμε μπροστά μας!

«Για μεγάλο διάστημα, επισημαίνει και πάλι ο Μέγας Βασίλειος, υπηρετούμε τη σάρκα μας με σκοπό την απόλαυση. Ας παραμείνουμε λίγο περισσότερο στη διακονία της ψυχής μας. Ας προσπαθήσουμε με ακρίβεια να δώσουμε στον καθένα ό,τι έχει ανάγκη. Στη σάρκα διατροφές και σκεπάσματα και στην ψυχή δόγματα ευσεβείας, αγωγή, αρετή και διόρθωση των παθών. Να ζήσουμε με τον Κύριο και θα μας δώσει ό,τι η καρδιά μας επιθυμεί»!

Ο καιρός λοιπόν, αδελφοί μου, είναι τόσο λίγος! Μόνο στιγμές περνούν πριν το βέλος του χρόνου σφυρίξει πετώντας προς το μοιραίο στόχο. Είναι κρίμα η καθυστέρηση! Εδώ, ανάμεσά μας, δίπλα μας, στέκεται Κάποιος: «ιδού έστηκα επί την θύραν και κρούω» (Αποκ. 3, 20). Αν Τον κοιτάζαμε, θα βλέπαμε τέτοια χαρά, τέτοια περίσσεια ζωής, που σίγουρα θα καταλαβαίναμε το νόημα της διαφορετικότητας, θα βλέπαμε το πρόσωπο αυτής της φευγαλέας και μυστηριώδους λέξης «ευτυχία»

 .

Παρασκευή 18 Δεκεμβρίου 2020

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΣΕ ΚΑΙΡΟΥΣ ΠΑΝΔΗΜΙΑΣ

 

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΣΕ ΚΑΙΡΟΥΣ  ΠΑΝΔΗΜΙΑΣ

 

Κάθε φορά, αδελφοί μου, κάθε χρόνο, όταν  στις 21  Νοέμβρη, στον Όρθρο, της εορτής  των Εισοδίων της Θεοτόκου ακούγοντας, για πρώτη φορά μέσα στο Εκκλησιαστικό έτος, να ψάλλονται  πανηγυρικότατα , οι Καταβασίες των  Χριστουγέννων ενθουσιάζομαι. Ο τρόπος που ψάλλονται,  τα λόγια, το νόημα, ο έντονα εορταστικός τους τόνος σε καλούν  σε πανηγυρισμό. Είναι σαν μια σάλπιγγα που προκαταβολικά  σαλπίζοντας, προμηνύει σε μας το κοσμοσωτήριο μήνυμα της  «Μητροπόλεως των εορτών». Είναι λοιπόν αναπόφευκτο στον κάθε έναν, αν βέβαια δεν έχει επιτρέψει να αλλοτριωθεί η ψυχή και η ζωή του από άλλα νερόβραστα  ορθολογιστικά και υλιστικά, ξένα προς την ελληνορθόδοξη συνείδηση  μας, μηνύματα, να αισθάνεται αλλιώτικα  και η καρδιά του να χτυπά σε διαφορετικό ρυθμό , τη στιγμή που με έντονο τρόπο η Εκκλησία τον καλεί να γιορτάσει και να χαρεί με «την κατά σάρκα γέννηση του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού».

 

«Ο Χριστός γεννιέται, δοξάστε Τον. Ο Χριστός έρχεται από τους ουρανούς, προϋπαντήστε Τον. Ο Χριστός στη γη, υψωθείτε. Τραγουδήστε όλη η γη τον Κύριο και μέσα σε άκρα ευφροσύνη, ανυμνήστε Τον  λαοί, γιατί δοξάστηκε».

Αδελφοί!

Χριστούγεννα σε καιρούς πανδημίας και όλοι μας πάμε να μπούμε για τα καλά στο χορό της υποδοχής της μεγάλης, όπως λέμε, εορτής.

Τα μηνύματα πολλαπλά κατακλύζουν τα μάτια μας και τα αυτιά μας για τούτη τη γιορτή, με τη επισήμανση όμως πως εφέτος δε θα μοιάζει με καμιά προηγούμενη και ότι θα τη γιορτάσουμε εντελώς διαφορετικά.

Τί όμως εννοούν όλοι αυτοί ομιλώντας για τη διαφορετικότητα των φετινών Χριστουγέννων;

Σε τί θα διαφέρει από προηγούμενους χρόνους;

Για να θυμηθούμε λίγο τι περσινές καλές όπως μας λένε γιορτές!

Τα μάτια μας θαμπώνουν απ’ το φως και την πολυχρωμία λες και ζούμε σ΄ ένα κόσμο παραμυθένιο. Δέντρα Χριστουγεννιάτικα ξεφυτρώνουν εδώ κι εκεί, κι η Ελλάδα ως διά μαγείας μετατρέπεται σ’  ένα απέραντο δάσος. Πάρκα, δρόμοι, πλατείες ολόφωτες δίνουν το εορταστικό παρόν με την φαντασμαγορική ομορφιά τους.  Τα καταστήματα καταστόλιστα. Οι βιτρίνες τους ολόφωτες, προσπαθούν να δελεάσουν και τον πιο απαιτητικό καταναλωτή.

Τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, στο χορό κι αυτά της υποδοχής. Και τι δεν μας προβάλουν, όλες αυτές της μέρες, για να μας μεταφέρουν το πνεύμα των Χριστουγέννων. Από τις χίλιες δυο Χριστουγεννιάτικες διαφημίσεις, για να μη λείψει τίποτε απ’ το γιορτινό τραπέζι μαςû τους τυχερούς πρωτοχρονιάτικους κρατικούς λαχνούς, για να ζήσουμε ζωή χαρισάμενη από δω και πέραû τα λαμπρά χαμόγελα των επίσημα γραβανταρισμένων παρουσιαστών και των προκλητικών παρουσιαστριώνû μέχρι και τις ημίγυμνες αγιοβασίληδες που κατήντησαν κι αυτές το αναπόσπαστο μέλος του δωδεκαημέρου.

Κι εμείς, έρμαια στη δίνη της νεοεποχήτικης αυτής λαίλαπας, ξυπόλυτοι στ’ αγκάθια του καταναλωτισμού, τρέχουμε με ιλιγγιώδη ταχύτητα για να προφθάσουμε ν
α γιορτάσουμε, όπως προωθούν οι εγκέφαλοι της εποχής. Να φάμε, να πιούμε, να μεθύσουμε, να ξεσπαθώσουμε σε προκλητικά ρεβεγιόν.

 Φτάσαμε στο σημείο να κάνουμε και εορτοδάνεια, για να μπορέσουμε να ανταποκριθούμε στις σύγχρονες απαιτήσεις. Βάζουμε στο τραπέζι μας μαύρο χαβιάρι, για να γιορτάσουμε τη γέννηση του Χριστού, και μετά… το πληρώνουμε μέχρι τα επόμενα Χριστούγεννα.

Να πούμε όμως και τούτο.

Χριστούγεννα εφέτος περίεργα, παράξενα,  με 25 πρόσωπα εντός του Ναού μας, μέτρα αυστηρά και με κλειστές τις πόρτες.

Είναι δύσκολο και οδυνηρό για όλους μας το θέμα της διαχείρισης των 25 ατόμων εντός του Ναού. Ποιον θα βάλλεις στο Ναό; Ποιόν  θα απαγορεύσεις να είναι μέσα; Είμαστε υποχρεωμένοι να το τηρήσουμε αυτό

 Προς αποφυγήν λοιπόν παρεξηγήσεων, υποχρεωνόμαστε, μόλις συμπληρωθεί ο αριθμός των 25 ατόμων, οι θύρες του Ναού μας να κλείνουν.

Και τώρα λέω κι εγώ. Ναι να ζήσουμε επί τέλους με τούτη την ευκαιρία της πανδημίας διαφορετικά τα Χριστούγεννα, αλλά πώς;

 

Μέσα από την Ορθοδοξία μπορούμε να αναζητήσουμε τη «χαμένη ψυχή μας»

Λέει ο δημοσιογράφος Γρηγόρης Καλοκαιρινός σε ένα παλαιότερο άρθρο του στην εφημερίδα «Καθημερινή».

Τα χαμένα Χριστούγεννα, συμπληρώνω.

«Τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης κατα­κλύζονται αυτές τις εορταστικές ημέ­ρες από τις λεγόμενες, δημοσιογραφι­κά, «ειδήσεις της αγοράς», που αφο­ρούν την κίνηση των καταστημάτων, ε­πικεντρώνοντας   το   ενδιαφέρον   τους   στο «χριστουγεννιάτικο τραπέζι». Με άλλα λόγια, το εορταστικό... βάρος πέφτει στο τι θα φάμε και θα πιούμε, στο πώς και πού θα διασκεδά­σουμε και τι ρούχα θα φορέσουμε για να αισθανθούμε όσο περισσότερο... γιορτινοί γίνεται.

Η σκέψη δηλαδή όλων μας σχεδόν είναι στραμμένη στην καταναλωτική... διάσταση των Χριστουγέννων. Πρόκειται για την καθα­ρά υλιστική άποψη που έχει επικρατήσει τις τελευταίες δεκαετίες.

…Δυστυχώς, έχουμε λησμονήσει ότι οι μεγά­λες αυτές γιορτές, ειδικά, καθιερώθηκαν κατά τα πρώτα χριστιανικά χρόνια από τις Οικουμε­νικές Συνόδους, για να μας δίνουν την ευκαι­ρία υπενθυμίσεως των δύο αυτών κορυφαίων θρηοκευτικο-ιστορικών γεγο­νότων -της Γεννήσεως και της Αναστάσεως- και, φυσικά, προ­σεγγίσεως των υψηλών νοημά­των και μηνυμάτων τους, που αποτελούν την Αλήθεια της Ζωής. η οποία εκπορεύεται μέσα από αυτές.

Τα Χριστούγεννα -όπως και το Πάσχα- μπο­ρούμε -εάν πραγματικά συμμετάσχουμε στον εορτασμό τους διά της Εκκλησίας- να ξανα­βρούμε την χαμένη επικοινωνία με την ψυχή μας …

…Όμως, εμείς τίποτε από αυτά δεν κάνουμε. Αντί να πάμε στην Εκκλησία, αντί να σταθούμε: για λίγο στα πιο σημαντικά από τα Θεία Λόγια των ημερών, αντί να ενδιαφερθούμε και να χτυπήσουμε την «διπλανή μας πόρτα» αναζητώντας το μοναχικό συνάνθρωπο, στριμωχνόμαστε στα σούπερ μάρκετ και στα καταστήματα. Αυτό γίνεται κάθε χρόνο. Αυτό … και φέτος. Και τα Χριστούγεννά, δεν πρόκειται να είναι για τους πιο πολλούς από εμάς τίποτε περισσότερο από μια ποικιλόμορφη... ευκαιρία κραιπάλης. Αφού -απλούστατα- στα σούπερ -μάρκετ βρίσκεις τα πάντα, εκτός από τη χαμένη ψυχή σου…

Λοιπόν αδελφοί

Ένας Άγιος της Εκκλησίας μας, ο Άγιος Ιερώνυμος, θέλησε κάποτε να γιορτάσει τα Χριστούγεννα με διαφορετικό τρόπο, από κάθε άλλη φορά και όλο τον άλλο κόσμο. Πήγε λοιπόν στη Βηθλεέμ,  κλείστηκε στο σπήλαιο όπου γεννήθηκε  ο Χριστός, κι εκεί έμεινε για να περάσει τη νύχτα της Γέννησης του Θεανθρώπου, γονατιστός μπροστά στη Φάτνη και προσευχόμενος. Όλη την νύχτα λοιπόν στην προσευχή του έλεγε: «Χριστέ μου, που απόψε γεννάσαι εσύ σ’ αυτόν τον κόσμο, ποιο δώρο σαν ανταπόδωμα θα ήθελες  να προσφέρω  στη γέννηση Σου;» Απαρίθμησε όλα όσα είχε απαρνηθεί,  όσα προσέφερε  για χάρη Του. Περιουσία, μόρφωση, ανέσεις, τα πάντα. Τη ζωή μου, έλεγε, απόψε να ζητήσεις θα στη χαρίσω. Απάντηση όμως δεν έπαιρνε. Αυτός συνέχισε να μιλά στο Θεό με πιο πολύ θέρμη ακόμη. Ώσπου κατά τα μεσάνυχτα άκουσε φωνή εξ ουρανού που ανταποκρινόταν στο αίτημα του. «Ιερώνυμε, όλα όσα μου λες  ότι μου πρόσφερες μέχρι τώρα ή προτίθεσαι να μου δώσεις για μένα είναι άχυρα».

-«Και η ζωή μου Κύριε και όσα έχω προσφέρει σε Σένα τόσα αξίζουν »

Και η απάντηση ήτανε  «Ναι».

-«Τι άλλο λοιπόν Κύριε, θέλεις να σου προσφέρω απόψε στη γέννηση Σου»;

-«Κάτι ζητώ από σένα Ιερώνυμε  και από όλους τους ανθρώπους, που μπορείς να μου δώσεις .

-«Ζητώ τις  αμαρτίες σου, ζητώ την καρδιά σου. Εγώ  ήλθα στον κόσμο για να φέρω τη λύτρωση και τη σωτηρία των ανθρώπων».

Να λοιπόν τί σημαίνει να είναι φέτος και κάθε χρόνο διαφορετικά τα Χριστούγεννα.

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ 2020

Σάββατο 12 Δεκεμβρίου 2020

ΒΗΜΑΤΙΖΟΝΤΕΣ ΣΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ

 


Καθώς βηματίζουμε προς τα Χριστούγεννα η Εκκλησία, με τέλεια παιδευτικό τρόπο, μας οδηγεί σε μια σημαντική συνάντηση. Μας καθοδηγεί και μας προωθεί να συναντήσουμε ευλογημένες και αγιασμένες μορφές, που προετοίμασαν τον ταλαίπωρο κόσμο για την μεγάλη και συγκλονιστική, την σώζουσα και ελπιδοφόρα συνάντηση με τον Θεάνθρωπο Λυτρωτή.
Έτσι με φιλάνθρωπο τρόπο προσεγγίζει την ταραγμένη ζωή μας και στο ανήσυχο σκοτάδι της αγωνίας μας, ρίχνει ιλαρό φως με την προβολή και την παρουσίαση των ιερών μορφών των Προπατόρων.

Ταυτόχρονα φέρνει στ’ αυτιά μας ένα αγωνιώδες κάλεσμα του Θεού για την πραγματοποίηση, μέσα στα όρια του ανίσχυρου και πεινασμένου  κυριολεκτικά στη ψυχή κόσμου, μας, ενός Μεγάλου Δείπνου. Μας φέρνει πιο κοντά στην ουσία και το περιεχόμενο, το βάθος της Σάρκωσης του Θεού. Τότε ακριβώς μετέχουμε στο σωτήριο Δείπνο ζώντας, προσωπικά και βαθειά. 

Εύκολα, αδελφοί μου, ο άνθρωπος με καθαρά μάτια μπορεί να διακρίνει το σωτήριο νόημα του Δείπνου, στο οποίο σήμερα, με την ευκαιρία της μνήμης των προπατόρων του Κυρίου μας και ενώ βρισκόμαστε στα Προπύλαια των Χριστουγέννων, αναφέρεται η Εκκλησιά. Ένα Δείπνο αλλιώτικης μορφής. Ένα δείπνο με το οποίο ο πιστός κοινωνεί το Χριστό. Εξάλλου σε κάθε εποχή, πολύ περισσότερο στην δική μας, που την διακρίνει η βαριά και καταθλιπτική σύγχυση γύρω από τα πνευματικά, που ο άνθρωπος τριγυρνά τους άφιλους και ανάδελφους κοινωνικούς δρόμους περίτρομα και βασανιστικά, που τον τρέφει ο άγριος υλιστικός μας πολιτισμός με τα ευτελή, ατελή και φθοροποιά ξυλοκέρατά του. που γονατισμένος νευροψυχικά, όπως είναι, δεν αντέχει να σηκώνει κεφάλι και ν’ ατενίζει μ’  ελπίδα το μέλλον του, αφού το παρόν τον κρατά δέσμιο στην σκληρή πραγματικότητα, που κολυμπάει στ’ αγαθά, αλλά παραμένει αχόρταγος, πεινασμένος εσωτερικά και βασανίζεται,  που άτολμα απευθύνεται στον Θεό ή πεισματικά τον αγνοεί και προσπερνά αδιάφορα από κοντά Tου για να γίνεται η πείνα και η δίψα της καρδιάς ολοένα και περισσότερο εφιαλτική, ο Θεός, ταπεινά. σιωπηρά και χαρισματικά, επιμένει να προσφέρει το ιερό και μαρτυρικό Tου Σώμα, για να τραφεί το πολύπαθο πλάσμα Tου, ο άνθρωπος.

Μεγαλόπρεπο το Δείπνο της βασιλείας του Θεού. Μεγαλόπρεπο και πλούσιο σε πνευματικά αγαθά, όπως και ο Θεός ο οποίος το ετοίμασε για χάρη των ανθρώπων και τους οποίους εκάλεσε να γίνουν συμμέτοχοι αυτών των αγαθών.

Όμως ποια η ανταπόκριση στη μεγάλη και τιμητική αυτή πρόσκληση; Δυστυχώς, όχι μόνο αρνητική, αλλά και αποκαρδιωτική. Πρώτον, γιατί ήταν καθολική, αφού «ήρξαντο από μιάς παραιτείσθαι πάντες». Καθολική άρνηση σαν να ήταν προσυνεννοημένοι κάτι που εκφράζει την κοινωνική κατάσταση της εποχής, ή της κάθε εποχής. Η κατάσταση ήταν αποκαρδιωτική όχι μόνο από την καθολικότητα της άρνησης, αλλά και από τους λόγους που ο καθένας επικαλέσθηκε για να δικαιολογήσει την άρνησή του. Κοινό χαρακτηριστικό όλων, η απροθυμία και η άρνηση.

«Αγρόν ηγόρασα», είπε ο πρώτος «και έχω ανάγκη να πάω να το δω». Μια απάντηση που έγινε παροιμιώδης και που εκφράζει διαχρονικά την πλήρη αδιαφορία.

Ο δεύτερος, επικαλείται λόγους επαγγελματικούς. Και αυτοί οι επαγγελματικοί λόγοι όχι μόνο τον απορρόφησαν, αλλά και τον έκαναν άπληστο και προ πάντων, υλόφρονα.

Ο τρίτος θα προβάλει σαν δικαιολογία της άρνησής του το γάμο και την οικογένεια.

Οι καλεσμένοι της παραβολής, αγαπητοί Χριστιανοί, πρόταξαν τρεις διαφορετικούς λόγους για να δικαιολογήσουν την άρνησή τους. Το Δείπνο όμως δεν ματαιώθηκε, ούτε και η πρόσκληση έλαβε τέλος. Η πρόσκληση του Θεού είναι προσωπική και άρα διαχρονική. Απευθύνεται συνεχώς σ’ όλους τους ανθρώπους. Απευθύνεται στους Χριστιανούς και πάλι λίγο πριν το γεγονός της ενανθρώπησης. Απευθύνεται σε μας που δυστυχώς όλο και λιγότερο, όλο και πιο επιδερμικά και εξωτερικά βιώνουμε το γεγονός; Σε μας που περιοριζόμαστε σ’ ένα εξωτερικό διάκοσμο, στις βιτρίνες των ημερών, στα φαγοπότια, τα ξενύχτια, τις διασκεδάσσεις. Σε μας που λέμε πως γιορτάζουμε Χριστούγεννα μα λείπει από αυτά ο Χριστός!

Αλλά και όσοι βρισκόμαστε στην Εκκλησία, ανταποκρινόμαστε στην πρόσκληση για συμμετοχή στο Δείπνο της βασιλείας του Θεού, τη Θεία Κοινωνία; Σ’ αυτή την πρόσκληση που επαναλαμβάνεται κάθε φορά που τελείται το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, απαντούμε θετικά; Κι ακόμη περισσότερο, όσοι ανταποκρινόμαστε θετικά, μήπως η συμμετοχή μας στο μυστήριο της Θείας Κοινωνίας έγινε μια απλή συνήθεια; Πόσοι πλησιάζουμε στο μυστήριο με τη συναίσθηση του φόβου του Θεού, ή την πίστη ότι ζούμε το γεγονός της Ενανθρώπησης του Θεού και ζούμε πραγματικά τη δική μας ανάσταση;

H Ζωοτρόφος Τράπεζα που ετοίμασε ο Σαρκωμένος Θεός και παρέδωσε δια της Εκκλησίας Tου στην έναγχο πικραμένη και πνευματικά ταλαιπωρημένη ανθρωπότητα προκαλεί ανύσταχτα, σταθερά και ατελείωτα τον αχθοφόρο της καθημερινότητας. Σε Δείπνο ζωής μας καλεί ο Χριστός. Με την αδιάλειπτη δική Tου παρουσία και την ζωντανή προσφορά. Σφάγιο χορταστικό ο Ίδιος απλωμένο στο ζωοφόρο Τραπέζι της Θείας Ευχαριστίας.

Αδελφοί μου, πλησιάζουν Χριστούγεννα. Ο Ιησούς, με τη μορφή του «δούλου» της παραβολής, μας προσκαλεί και σήμερα «έρχεσθε ότι έτοιμά εστι πάντα». Μας καλεί να μετατρέψουμε το σπήλαιο της καρδιάς μας σε νέα Βηθλεέμ απ’ όπου θα διαλαλείται η ενανθρώπηση πλέον και σαν εσωτερική μαρτυρία ο απόηχος της οποίας θα αντανακλά στην όλη ζωή και συμπεριφορά μας. Ο Κύριος είναι σαφής: «Λέγω γαρ υμίν ότι ουδείς των ανδρών εκείνων των κεκλημένων γεύσεταί μου του δείπνου». Εμείς σε ποιους ανήκουμε, στους «εκλεκτούς» ή στους «κεκλημένους»; Η απόφαση είναι προσωπικά δική μας. Αμήν.

 

Σάββατο 5 Δεκεμβρίου 2020

Ο ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΜΥΡΩΝ ΤΗΣ ΛΥΚΙΑΣ, Ο ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΣ (6 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ) τοῦ π. Γ. Δορμπαράκη


«Ὁ ἅγιος Νικόλαος ἔζησε στὰ χρόνια τῶν τυράννων Διοκλητιανοῦ καὶ  Μαξιμιανοῦ καὶ διέπρεψε πρῶτα ὡς μοναχός. Ἔπειτα λόγω τῆς μεγάλης ἀρετῆς του δέχτηκε τὴν ἀρχιερωσύνη. Ἐπειδὴ ὅμως πίστευε στὸν Χριστὸ καὶ κήρυσσε ἐλεύθερα τὴν χριστιανικὴ πίστη καὶ ζωή, συνελήφθη ἀπὸ τοὺς ἄρχοντες τῆς πόλεως κι ἀφοῦ ὑπεβλήθη σὲ βασανιστήρια καὶ στρεβλώσεις τοῦ σώματός του, ρίχτηκε στὴ φυλακὴ μαζὶ καὶ μὲ ἄλλους χριστιανούς. Ὅταν ὅμως ὁ μεγάλος καὶ εὐσεβὴς Κωνσταντῖνος ἀπέκτησε τὴν βασιλεία τῶν Ρωμαίων μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἐλευθερώθηκαν οἱ φυλακισμένοι, καὶ μαζὶ μὲ αὐτοὺς καὶ ὁ Νικόλαος, ὁ ὁποῖος πῆγε στὰ Μύρα. Μετὰ ἀπὸ λίγο διάστημα, συγκροτήθηκε μὲ τὴν βοήθεια τοῦ Κωνσταντίνου καὶ ἡ πρώτη ἐν Νικαίᾳ Σύνοδος, τῆς ὁποίας μέλος ἦταν καὶ ὁ θαυμαστὸς Νικόλαος.

.           Αὐτὸς ἔκανε πολλὰ καὶ διάφορα θαύματα, ὅπως δηλώνει καὶ ἡ ἱστορία του.  Διέσωσε μάλιστα καὶ τρεῖς ἄντρες ποὺ συκοφαντήθηκαν καὶ ἐπρόκειτο νὰ πεθάνουν ἄδικα. Διότι εὑρισκόμενοι στὴν φυλακή, ἔμαθαν τὸν χρόνο ποὺ ἔμελλε νὰ ἀποκεφαλισθοῦν καὶ ἐπικαλέστηκαν τὸν ἅγιο σὲ βοήθειά τους, θυμίζοντάς του τὶς διάφορες εὐεργεσίες ποὺ ἔκανε καὶ πῶς ἔσωσε στὴν Λυκία τρεῖς ἄνδρες ποὺ ἐπρόκειτο κι αὐτοὶ νὰ χάσουν τὴν ζωή τους. Λοιπὸν ὁ ταχὺς καὶ θερμὸς εἰς βοήθειαν, ὁ ἅγιος Νικόλαος δηλαδή, φανερώνεται στὸν βασιλιὰ καὶ στὸν ἔπαρχο κατὰ τὸν ὕπνο τους. Καὶ τὸν μὲν ἔπαρχο ἐπιτιμᾶ γιὰ τὴν συκοφαντία τῶν ἀνδρῶν πρὸς τὸν βασιλιά, τὸν δὲ βασιλιὰ διδάσκει καὶ τοῦ ὑπενθυμίζει  ὅτι οἱ φυλακισμένοι ἄνδρες εἶναι ἀθῶοι καὶ ἀπὸ φθόνο κατηγορήθηκαν. Ὁπότε τοὺς λύτρωσε ἀπὸ τὴν ἐπικείμενη τιμωρία. Ἐπὶ πλέον καὶ ἄλλα πολλὰ τεράστια θαύματα ἐπιτέλεσε, κι ἀφοῦ ποίμανε τὸν ὀρθόδοξο λαὸ μὲ ἱερὸ τρόπο κι ἔφτασε σὲ βαθὺ γῆρας, ἐξεδήμησε πρὸς τὸν Κύριο, χωρὶς ὅμως νὰ ξεχάσει μετὰ τὸ τέλος του τὸ ποίμνιό του. Διότι καθημερινά, θὰ λέγαμε, προσέφερε τὶς εὐεργεσίες του σ’ αὐτοὺς ποὺ εἶχαν ἀνάγκη καὶ τοὺς ἔσωζε ἀπὸ παντὸς εἴδους κινδύνους καὶ περιστάσεις».
.           Ὁ ὑμνογράφος ἅγιος Θεοφάνης εὑρισκόμενος σὲ ἀδυναμία καὶ ἀπορία προκειμένου νὰ ἐγκωμιάσει ἕναν τόσο μεγάλο ἅγιο σὰν τὸν ἅγιο Νικόλαο –«Ποίοις εὐφημιῶν στέμμασιν ἀναδήσωμεν τὸν Ἱεράρχην;… Ποίοις μελωδικοῖς ἄσμασιν ἐπαινέσωμεν τὸν Ἱεράρχην;» Καί: «Νικόλαε, μὴ βδελύξῃ τὴν ἐγχείρησιν· ποθῶν οὐ κομπάζων γάρ, τρισμάκαρ,  κατετόλμησα», δηλαδή: τρισμακάριστε Νικόλαε, μὴ βδελυχθεῖς τὴν ἀπόπειρα τοῦ ἐγκωμιασμοῦ σου. Διότι τὸ τόλμησα ἀπὸ πόθο καὶ ὄχι ἀπὸ ὑπερηφάνεια– ἐπιχειρεῖ νὰ τὸν προβάλει χρησιμοποιώντας τὸν τόπο τῆς ἐπισκοπῆς του: τὰ Μύρα τῆς Λυκίας, τὸ ἴδιο τὸ ὄνομά του: Νικόλαος, τὴν προσωνυμία του: θαυματουργός.
.           Ὁ τόπος τῆς ἐπισκοπῆς του, τὰ Μύρα, γίνονται ἐν πρώτοις ἀφορμὴ γιὰ τὸν ὑμνογράφο νὰ φανερώσει τὸ πνευματικὸ βάθος τοῦ ἁγίου, ὅτι δηλαδὴ ὁ ἴδιος ἀναδείχθηκε πνευματικὸ μύρο, ἀφοῦ χρίστηκε ἀπὸ τὸ νοητὸ μύρο, τὸ ἅγιο Πνεῦμα. Ὡς μυροβολῶν λοιπὸν τὸ μύρο τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ τὸ προσφέρει στοὺς πιστούς, ποὺ μὲ πίστη καὶ πόθο τελοῦν τὴν πανσέβαστη μνήμη του. «Μύροις παροικήσας αἰσθητῶς, μύρον ἀληθῶς ἀνεδείχθης μύρῳ χρισθεὶς νοητῷ, ἅγιε Νικόλαε, ἀρχιεράρχα Χριστοῦ· καὶ μυρίζεις τὰ πρόσωπα τῶν πίστει καὶ πόθῳ σου τὴν παναοίδιμον μνήμην τελούντων ἀεί». Ἡ εἰκόνα αὐτὴ τοῦ μυρωμένου ἀπὸ τὸν Θεὸ ἁγίου, ποὺ «μυρίζει» σὰν ἄνοιξη τοὺς πιστούς, εἶναι ἀπὸ τὶς ἀγαπημένες εἰκόνες τοῦ ὑμνογράφου του. Πράγματι ἔρχεται καὶ ἐπανέρχεται αὐτὸς μὲ αὐτὴν τὴν σκέψη, μὲ σκοπὸ βεβαίως νὰ θυμίσει ὅτι στὴν πραγματικότητα ὁ ἅγιος Νικόλαος ὑπῆρξε μιμητὴς τῶν ἁγίων Ἀποστόλων, ποὺ πρῶτοι αὐτοὶ ὑπῆρξαν τὰ μυροδοχεῖα τοῦ ἁγίου Πνεύματος, συνεπῶς σὰν ἐκείνους καὶ ὁ ἴδιος «περιπολεύει τὴν οἰκουμένην» γιὰ νὰ προσφέρει τὴν βοήθειά του. «Πάτερ Νικόλαε, τοῦ παναγίου Πνεύματος μυροθήκη ὑπάρχων, ὡς ἔαρ μυρίζεις εὐφρόσυνον τῶν θείων ἀρωμάτων Χριστοῦ· τῶν ἀποστόλων γὰρ μιμητὴς γενόμενος, τὴν οἰκουμένην περιπολεύεις, διὰ τῶν λόγων τῶν θαυμάτων σου». (Πάτερ Νικόλαε, ἐπειδὴ εἶσαι μυροθήκη τοῦ παναγίου Πνεύματος, σὰν εὐφρόσυνη ἄνοιξη προσφέρεις τὸ  θεῖο ἄρωμα τοῦ Χριστοῦ).
.           Ὁ ἅγιος Θεοφάνης δὲν παραλείπει βεβαίως, ἔστω καὶ σὲ μικρότερη ἔκταση, νὰ τονίσει καὶ τὸν τρόπο ποὺ ὁ ἅγιος ἔγινε κατοικητήριο τοῦ Θεοῦ καὶ συνεπῶς μυροθήκη τοῦ Πνεύματός Του. Χρησιμοποιεῖ μάλιστα γιὰ νὰ δείξει τὴν πνευματική του ἄσκηση καὶ μία ἐξαίσια εἰκόνα, εἰλημμένη ἀπὸ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη: ὁ ἅγιος Νικόλαος ἔγινε νέος Ἀβραὰμ καὶ εὐλογήθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ ὡς ἔχων καὶ αὐτὸς τὴν ἀρετὴ τῆς φιλοξενίας. Τί ἔκανε λοιπὸν ἀπὸ πλευρᾶς πνευματικῆς ἀσκήσεως ὁ ἅγιος; Ὅπως προσέφερε  ὁ Ἀβραὰμ θυσία στὸν Θεὸ τὸν μονογενῆ του υἱό, κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο καὶ ὁ Νικόλαος: προσέφερε στὸν Θεὸ θυσία τὸν νοῦ του, σὰν νὰ ἦταν ὁ μονογενὴς υἱός του. Ὁ ἅγιος μὲ ἄλλα λόγια χαριτώθηκε ἀπὸ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, διότι ἀγάπησε ὁλοκάρδια τὸν Θεό, τόσο ὥστε ὁ νοῦς του ἀδιάκοπα εὑρισκόταν προσκολλημένος σ’  Ἐκεῖνον. «Νέος Ἀβραὰμ ἐδείχθης, Νικόλαε, ὡς μονογενῆ υἱὸν προσάξας τὸν νοῦν τῷ Δεσπότη σου, ἀναιμάκτους θυσίας προσφέρων ἀεί, καντεῦθεν εὐλογήθης ὡς φιλόξενος, Πάτερ, καὶ Τριάδος γέγονας οἰκητήριον θεῖον καὶ ἄμωμον». (Ἀποδείχθηκες νέος Ἀβραάμ, Νικόλαε, γιατί ὁδήγησες τὸν νοῦ στὸν Δεσπότη σου, σὰν μονογενῆ υἱό, προσφέροντάς του πάντοτε ἀναίμακτες θυσίες, καὶ ἔτσι εὐλογήθηκες σὰν φιλόξενος, Πάτερ, καὶ ἔγινες κατοικητήριο θεῖο καὶ ἄμωμο).
.           Ὁ ὑμνογράφος ὅμως, εἴπαμε, χρησιμοποιεῖ καὶ τὸ ὄνομα τοῦ Νικολάου ὡς ἀφορμὴ σχολιασμοῦ τῆς ἁγιότητάς του. «Νίκη φερωνύμως ἀληθῶς, τοῦ πιστοῦ λαοῦ ἀνεδείχθης, ἐν πειρασμοῖς κραταιά, ἅγιε Νικόλαε, θεράπων ὄντως Χριστοῦ· πανταχοῦ γὰρ καλούμενος, ὀξέως προφθάνεις, πόθῳ τοὺς προστρέχοντας ὑπὸ τὴν σκέπην σου· σὺ γὰρ ἐν νυκτὶ καὶ ἡμέρᾳ, πίστει ὀπτανόμενος σώζεις ἐκ τῶν πειρασμῶν καὶ περιστάσεων». (Ἀναδείχθηκες ἀληθινὰ κι ὅπως τὸ λέει καὶ τὸ ὄνομά σου, νίκη γιὰ τὸν λαό, πραγματικὲ δοῦλε τοῦ Χριστοῦ. Διότι μόλις καλεῖσαι ὁπουδήποτε, προφταίνεις πολὺ γρήγορα ἐκείνους ποὺ προστρέχουν μὲ πόθο κάτω ἀπὸ τὴν σκέπη σου. Ἐσὺ δηλαδὴ καὶ τὴν νύκτα καὶ τὴν ἡμέρα φανερούμενος μὲ τὴν πίστη σώζεις ἀπὸ τοὺς πειρασμοὺς καὶ τὶς δεινὲς περιστάσεις). Ὁ ἅγιος ἐν Πνεύματι εὑρισκόμενος, ἰδίως μετὰ τὴν κοίμησή του, ἀποτελεῖ τὸ ὅπλο τοῦ κάθε πιστοῦ. Ὁ ὁποιοσδήποτε ποὺ θὰ τὸν ἐπικαλεστεῖ ἐν πίστει, ἂν μάλιστα βρίσκεται σὲ κίνδυνο, εἴτε εἶναι στὴν γῆ εἴτε στὴν θάλασσα, θὰ τὸν βρεῖ πρόθυμο συμπαραστάτη του. Ὁ ἅγιος δηλαδὴ θὰ γίνει ἡ νίκη τοῦ πιστοῦ. «Εἶσαι, ἅγιε Νικόλαε, ἱεροκήρυκα Χριστοῦ,  μέγας καὶ θερμὸς βοηθὸς σ’ αὐτοὺς ποὺ βρίσκονται στοὺς κινδύνους, εἴτε εἶναι στὴν γῆ εἴτε πλέουν στὴν θάλασσα, εἴτε εἶναι μακριὰ εἴτε εἶναι κοντά». Καὶ βεβαίως ὁ ἅγιος ἔγινε καὶ ἡ νίκη τοῦ λαοῦ ἀπέναντι στὶς αἱρέσεις τῆς ἐποχῆς, ἰδίως ἀπέναντι στὸν αἱρεσιάρχη Ἄρειο. Ὑπῆρξε κατὰ τὸν ὑμνογράφο μάλιστα «ὁ ὀλετὴρ Ἀρείου καὶ θερμὸς ἀντίμαχός» του, δηλαδὴ αὐτὸς ποὺ τὸν ἐξολόθρευσε– κυρίως μὲ τὴν ἁγιασμένη ζωή του– καὶ ὁ θερμὸς πολέμιός του. Εἶναι γνωστὸ ὅτι μὴ ἀντέχοντας ὁ ἅγιος τὶς βλασφημίες τοῦ Ἀρείου κατὰ τοῦ Κυρίου μέσα στὴν Σύνοδο, σηκώθηκε καὶ ράπισε τὸ βλάσφημο στόμα.
.           Καὶ τέλος, ὁ ἅγιος ὑμνογράφος ἐπιμένει πάρα πολὺ στὸ θαυματουργικὸ χάρισμα τοῦ ἁγίου. Δὲν εἶναι τυχαῖο ὅτι ἔχει αὐτὴν τὴν ἐπωνυμία: θαυματουργός. Ἡ ἐμφάνισή του μάλιστα, ὅπως ἀναφέρει καὶ τὸ συναξάρι, στὸν βασιλιὰ Κωνσταντῖνο καὶ στὸν ἔπαρχο κατὰ τὸν ὕπνο τους, γιὰ νὰ σώσει τοὺς ἀθώους ἄνδρες, εἶναι τόσο γνωστή, ὥστε καὶ στὸ ἐξαποστειλάριο τῆς Πέμπτης τῆς κάθε ἑβδομάδος, τῆς ἡμέρας τῆς ἀφιερωμένης στὸν ἅγιο Νικόλαο, ὅπως καὶ στοὺς ἁγίους ἀποστόλους βέβαια –ἐνδεικτικὸ τῆς μεγάλης ἁγιότητάς του: νὰ ὑπάρχει ἡμέρα ἀφιερωμένη σ’ ἐκεῖνον, ὅπως γίνεται μὲ τὴν ἡμέρα Τρίτη  καὶ μὲ τὸν ἅγιο Ἰωάννη τὸν Πρόδρομο– νὰ μνημονεύεται τὸ συγκεκριμένο θαῦμα του. «Τὸν μέγαν ἀρχιποίμενα καὶ ἱεράρχην ἅπαντες, τὸν πρόεδρον τῶν Μυρέων, Νικόλαον εὐφημοῦμεν· πολλοὺς γὰρ ἄνδρας ἔσωσεν, ἀδίκως θνήσκειν μέλλοντας· καὶ βασιλεῖ ὀπτάνεται, σὺν Ἀβλαβίῳ κατ’ ὄναρ, λύων τὴν ἄδικον ψῆφον». Θὰ ἔπρεπε βεβαίως νὰ γεμίσουμε πολλὲς σελίδες, ἂν θέλαμε, ἔστω καὶ ἀκροθιγῶς,  νὰ μνημονεύσουμε ὄχι τὰ θαύματα ποὺ ἔκανε καὶ κάνει ὁ ἅγιος Νικόλαος, ἀλλὰ καὶ μόνον αὐτὰ ποὺ εἶναι καταγεγραμμένα στὴν ἀκολουθία τοῦ ἁγίου. Εἶναι σὰν τὶς ἀκτίνες τοῦ ἥλιου, μὲ τὰ ὁποῖα φανερώνεται ἡ λαμπρότητά του. Ὅπως τὸ λέει καὶ ὁ ὑμνογράφος: «Ἀστράπτεις ἐν τῇ γῇ τῶν θαυμάτων ἀκτῖσι, Νικόλαε σοφέ». Καί: «Γνωρίζει πᾶσα ὑφήλιος, Νικόλαε τρισμάκαρ, τὰ θαύματά σου».

.           Ἐκεῖ ὅμως ποὺ ὑπάρχει ἡ πληθὺς τῶν θαυμάτων του εἶναι στὸν χῶρο τῶν ναυτικῶν. Δὲν ὑπάρχει ἄνθρωπος τῆς θάλασσας ποὺ νὰ μὴν ἔχει νὰ διηγηθεῖ κάποια ἐπέμβαση τοῦ ἁγίου, κάποιο θαῦμα πρὸς σωτηρία του. Γι’ αὐτὸ καὶ ὅλοι τους ἔχουν ἀνηρτημένη στὸ δωμάτιό τους  τὴν εἰκόνα τοῦ ἁγίου Νικολάου, τοῦ προστάτη τους. Κι αὐτὸ ὄχι τυχαῖα. Τὸ ἴδιο τὸ συναξάρι του, πέρα ἀπὸ ἄλλες περιπτώσεις, μνημονεύει τὸν εὐλαβῆ ἐκεῖνο ἄνθρωπο τοῦ Βυζαντίου, ποὺ ἀγαποῦσε ὑπερβαλλόντως τὸν ἅγιο Νικόλαο καὶ ποὺ ἀναγκάστηκε νὰ φύγει μὲ καράβι γιὰ δουλειὲς σὲ ἄλλη χώρα. Καὶ κάτι συνέβη τὸ βράδυ τῆς ἀναχώρησής του ποὺ εἶχε δυναμώσει ὁ ἀέρας, οἱ ναῦτες δὲν τὸν πρόσεξαν καὶ τὸν ἔσπρωξαν καὶ βρέθηκε στὰ μανιασμένα κύματα. Κανεὶς δὲν μπόρεσε νὰ τὸν σώσει καὶ τὸν ἔκλαιγαν ὡς ἤδη πεθαμένο. Ἐκεῖνος ὅμως στὸν βυθὸ εὑρισκόμενος ἄρχισε νὰ ἐπικαλεῖται τὸν προστάτη ἅγιό του, καί, ὢ τοῦ θαύματος! Βρέθηκε μέσα στὸ σπίτι του στάζοντας ἀπὸ τὸ θαλασσινὸ νερό. Τὸ μεγάλο αὐτὸ θαῦμα βεβαίως ἔγινε γνωστὸ ὄχι μόνον στοὺς συγγενεῖς καὶ τοὺς γείτονες, ἀλλὰ καὶ σὲ ὅλο τὸ Βυζάντιο, τόσο ποὺ κλήθηκε καὶ ἀπὸ τὸν βασιλιὰ καὶ τοὺς ἀρχιερεῖς νὰ τὸ διηγηθεῖ, μὲ κατάληξη τὴν δοξολογία τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν ἄγρυπνη δέησή Του μέσα στὸν Ναὸ ἀπὸ ὅλους.

τοῦ π. Γ. Δορμπαράκη

Τρίτη 17 Νοεμβρίου 2020

ΖΩΗ ΚΑΙ ΘΑΝΑΤΟΣ


 Αποτέλεσμα εικόνας για ΑΦΡΟΝΑΣ ΠΛΟΥΣΙΟΣ

Παράξενο πράγμα, αδελφοί μου, η ζωή. Τη θεωρείς δεδομένη, τη θεωρείς δική σου, κτήμα σου, ένα αγαθό που σώνει και καλά σου ανήκει. Τη θεωρείς δυνατή και ατελείωτη, ώστε κι όταν ακόμα διακηρύσσεις τη ματαιότητα και τη βραχύτητά της, η διακήρυξη αυτή είναι μάλλον αμπελοφιλοσοφία της μιας δεκάρας, της ώρας της αποχώρησης απ’ το νεκροταφείο, μετά από κάποια κηδεία, παρά ουσιαστική πεποίθηση.
Ναι, λες πως τίποτα δε ζει για πάντα και πως όλοι θα πεθάνουμε μια μέρα, μα αυτή τη μέρα της αναχώρησης θαρρείς πως μπορείς να την επιλέξεις και ίσως να τη ρυθμίσεις: Στη σκέψη σου ο θάνατος υπάρχει σαν ένα ενδεχόμενο και μάλιστα μακρινό - κάτσε να γεράσουμε και βλέπουμε- κι έτσι κι όταν ακόμα μιλάς για αυτόν, τα λόγια σου έχουν κάτι από τη σιγουριά του αθάνατου...
Κι ύστερα; Ύστερα, ένα πρωινό, ταραγμένες κραυγές και θρήνος σε φέρνουν αντιμέτωπο με μια πραγματικότητα που μοιάζει με εφιάλτη, καθώς ο δικός σου άνθρωπος, η μεγαλύτερη αδυναμία σου, η παρέα και το στήριγμα σου, ο διπλανός σου, ο γείτονας σου, ο φίλος σου, σε αποχαιρετά και κλείνει για πάντα τα μάτια και φεύγει...
Αυτή την μεγάλη πραγματικότητα, αγαπητοί Χριστιανοί, μας τονίζει ζωηρά σήμερα ό Κύριος με τη θαυμά­σια παραβολή του άφρονα πλουσίου.
Όποιος και να ’σαι, αδελ­φέ μου, σ' αυτόν τον κόσμο, σκέψου ότι κάποια μέρα θα πεθάνεις. Ό θάνατος είναι η μόνη βέβαιη πραγματικότα του φθαρτού τούτου κό­σμου. Και είναι ένα γεγονός που δεν το γλυτώνει κανείς. Ούτε τα μέσα των ισχυρών, ούτε τα πλούτη των πλουσίων, έχουν τη δύναμη να το μα­ταιώσουν. Υπάρχει, λοιπόν, θάνατος! Αυτή την αλή­θεια τα πάντα μας τη φωνάζουν. Τα άστρα σβήνουν, τα άνθη μαραίνονται, τα ζώα πεθαίνουν, ό άν­θρωπος φεύγει... Όπως λέ­γει και ο ποιητής: «Το άν­θος μαραίνεται, το έαρ πα­ρέρχεται, ό χρόνος κυλά. Και μόνον ο θάνατος επλάσθη αθάνατος· αυτός δεν γερνά!».
Στο βίο του Αββά Σισώη του μεγάλου δια­βάζουμε ότι. ευρεθείς κάπο­τε μπροστά στον τάφο του μεγάλου Αλεξάνδρου, και φέρνοντας στο νου του το τι είχε κατορθώσει ο μεγάλος αυτός στρατηλάτης και τι δόξες κέρδισε, ύψωσε τα χέρια του ψηλά και δακρυσμένος ανεβόηοε: «Αϊ, θάνατε, τις δύναται εκφυγείν σε;». Ο λόγος του Θεού και οι άγιοι Πατέρες διδάσκουν ότι από τότε που ο άνθρωπος ξέφυγε από το θέλημα του Θεού, διά της παραβάσεως, ο θάνατος μπήκε στη ζωή μας και έγι­νε ο πιο ισχυρός και απαρά­βατος νόμος της. Καρπός, λοιπόν, της αμαρτίας μας ο θάνατος, κατέστη έκτοτε πανδαμάτωρ, δαμάζει τους πάντας. «Απόκειται τοις ανθρώποις άπαξ αποθανείν, μετά δε τούτο κρίσις» διακηρύττει η Άγια Γραφή (Έβρ. 9. 27). Έτσι από κει και πέρα, καθη­μερινά ακούμε και βλέπου­με γύρω μας τους ανθρώ­πους να πεθαίνουν. Τον ένα τον παίρνει ο θάνατος άρρωστο και εξαντλημένο. Τον άλλον επάνω στη δου­λειά του. Αυτόν την ώρα πού ταξιδεύει, εκείνον την ώρα πού γλεντά. Δεν σε προειδοποιεί, βλέπεις, ό θά­νατος. "Έρχεται ξαφνικά «εν η ώρα ου δοκούμεν». (Ματθ, 24, 44).
Αχ, λοιπόν, αδύναμο ανθρωπάκι της μιας στιγμής, εσύ που τυφλωνόσουν από δόξες, φήμες, φώτα, διασκεδάσεις και γνώσεις, εσύ που έχασες πολύτιμο χρόνο και σπατάλησες το θαυμασμό σου σε πολιτικούς, σε επιστήμονες, σε ποιητές, σε καλλιτέχνες, σε φανταχτερά πρόσωπα, σε μικρές και ασήμαντες βλέψεις της στιγμής... Εσύ που χαράμισες τα όσα, χρόνια απ' τη ζωή σου, για να γλεντάς σαν τον άφρονα πλούσιο, που δε σταμάτησες λεπτό να γκρεμίζεις τις αποθήκες σου και να τις ξαναστήνεις μεγαλύτερες, να τις κλειδώνεις και να τις διπλοκλειδώνεις πιστεύοντας πως μπορείς να δαμάσεις το θάνατο, που νόμισες πως μπορούσες να διπλοξαπλώσεις και να λες στον εαυτό σου «ψυχή μου έχεις πολλά αγαθά, αναπαύου φάγε πίε ευφραίνου», μα που δεν είχες διαθέσει ούτε ένα λεπτό για να σκεφτείς - να προετοιμαστείς - για το τέλος, που είτε το θέλεις είτε όχι, έρχεται... Που ποτέ δεν έφερες στο νου σου, πως ούτε επιτυχίες, ούτε χρήματα, ούτε πλούτη, ούτε τράπεζες, ούτε αποθήκες, ούτε γνώσεις, ούτε ομορφιά κάνουν τον άνθρωπο σημαντικό και ευτυχισμένο. Ενώ ευτυχία είναι εκείνο το χαμόγελο  το ευτυχισμένο και γλυκό, το ήρεμο χαμόγελο, που αποτυπώνεται στο πρόσωπο τη στιγμή που η ψυχή αφήνει για πάντα πίσω της τον κόσμο της ματαιοδοξίας.
Πόσο υπερφίαλος ήσουν λοιπόν, άφρονα άνθρωπε, όταν πίστευες πως μπορείς να σχεδιάζεις τη ζωή, χωρίς να υπολογίζεις και το τέλος στα σχέδια σου; Σπίτι, αποθήκες, χωρίς θεμέλια έχτιζες, γιατί ζωή που δε στηρίζεται στην ιδέα του θανάτου είναι θεμελιωμένη στην άμμο. Το βλέπουμε αυτό σε κάθε βήμα της ζωής μας… Γι’ αυτό: Ζήσε τα χρόνια που σου απομένουν, όσα ο Θεός ορίσει και απόλαυσε τη ζωή σου, μα φρόντισε και τα θεμέλια της. Την επόμενη φορά που θα φθονήσεις, θα αρπάξεις, θα αδικήσεις, θα κακολογήσεις, θα πληγώσεις, θα συνάξεις, θα γκρεμίσεις, θα κτίσεις, για να υψωθεί η ματαιοδοξία σου, σκέψου με τι τούβλα θεμελιώνεις τον οίκο της ψυχή σου και πόσο θα αντέξει το οικοδόμημα που λέγεται ζωή, στο σεισμό που λέγεται θάνατος... Το μαρτυρά αυτό ο Κύριος και Θεός μας με τη σημερινή του παραβολή όταν μας ρωτά «Α δε ητοίμασας τίνι έσται;»
Αγαπητοί Χριστιανοί!
«…Δεν σε ξεγελά η Εκκλησία, μας λέγει ο μοναχός Μωϋσής ο Αγιορείτης, σε ένα πρόσφατο βιβλίο του, δεν σου υπόσχεται ψευτοχαρά, ούτε διδάσκει κακομοιριές και υποκριτικές ταπεινοισχημίες, αλλά λεβέντικά, ντόμπρα, γενναία, αληθινά, καθαρά, και ξάστερα πράγματα. Σου λέγει να ’χεις μνήμη θανάτου, δεν εξορκίζει το θάνατο, θέλει να σ’ εξοικειώσει μαζί του, δεν σε κοροϊδεύει ότι δεν θα πεθάνεις ποτέ, σου λέγει πως ενθυμούμενος το θάνατο, έχεις μια υγιή αίσθηση της ματαιότητος της παρούσης ζωής. Έτσι σε αποδεσμεύει από τα ισχυρά δεσμά της ύλης, τα ψυχοφθόρα πάθη, σου θυμίζει την Κρίση, την αιώνια ζωή, την ατέλειωτη βασιλεία των ουρανών.» ( Μοναχού Μωϋσέως Αγιορείτου: «Η ΕΥΛΑΛΗ ΣΙΩΠΗ»
Κάποτε ένας βασιλιάς είχε  ένα γελωτοποιό, για να τον διασκεδάζει. Μια μέρα ο γε­λωτοποιός έκανε τον βασιλιά να διασκεδάσει τόσο πολύ, που για να τον ανταμείψει του έδωσε ένα χρυσό ραβδί, λέ­γοντας του: Πάρε το αυτό και μόνο αν βρεις ποτέ κανένα πιο τρελό από σένα δώσ’ του το. Πέρασαν από τότε μερικά χρόνια και ό βασιλιάς αρρώστησε βαριά, έως θανάτου. Λέγει τότε στον γελωτοποιό: «Αγαπητέ μου, φεύγω για το μεγάλο ταξίδι». Ό γελω­τοποιός, κάνοντας ίσως πως δεν κατάλαβε, τον ρώτησε: «Και πότε, βασιλιά μου, θα γυρίσεις με το καλό;». Ο βα­σιλιάς αναστέναξε: «το τα­ξίδι αυτό δεν έχει γυρισμό»! Ο γελωτοποιός φανερά ξαφνιασμένος: «Πω! πω! πο­λύ μεγάλο ταξίδι! Φαντάζο­μαι τι ετοιμασίες θα έχεις κά­νει!». Ο βασιλιάς με βαθειά λύπη είπε: «Δυστυχώς, για όλα τα άλλα φρόντισα στην ζωή μου, αλλά για το ταξίδι μου αυτό δεν έκανα καμιά προετοιμασία». Τότε ό γελω­τοποιός, δίνοντας πίσω το χρυσό ραβδί, του είπε: «Πά­ρε το πίσω, βασιλιά μου. για­τί δεν βρήκα μέχρι τώρα πιο τρελό άνθρωπο από σένα!».

Μακάρι κι εμείς κι όσοι ακούσουν σήμερα τούτη την παραβολή τώρα τουλάχιστον, να συνέλθουμε και να σκεφθούμε σοβαρά ότι μας περιμένει ό θάνατος και η άλλη ζωή. Και ότι άρα πρέπει να ετοιμαζόμαστε... «Ιδού νυν καιρός ευπρόσ­δεκτος, ιδού νυν ημέρα σω­τηρίας» (Β' Κορ. 6, 2).

Πέμπτη 8 Οκτωβρίου 2020

Κυριακή Δ' Λουκά - ...Τι φυτρώνει και τι δεν φυτρώνει!

Υπάρχει σ᾿ αυτήν την παραβολή μια θεμελιακή δίπολη κατάσταση. Ανάμεσα σ αυτό το δίπολο εξελίσσεται το όλο περιγραφόμενο από τον Χριστό "δράμα" της σχέσεως του Λόγου Του με τα κτίσματά Του!

Υπάρχει ο σπόρος του Γεωργού Χριστού και ο χώρος των ανθρώπινων ενδεχομένων και πιθανοτήτων υποδοχής αυτού τού σπόρου. Τί είναι ο σπόρος; Το λέει ο ίδιος ο Χριστός: "ο σπόρος είναι ο λόγος του Θεού" (Λουκ. 8,11). Και τι είναι από την άλλη πλευρά ο χώρος, που υποδέχεται τον σπόρο-λόγο του Θεού; Η καρδιά του ανθρώπου! Όλο το παιχνίδι στην καρδιά του ανθρώπου… παίζεται. Την καρδιά των ανθρώπων ήρθε να "αλλάξει" ο Χριστός. Ήδη από την Παλαιά Διαθήκη ο Θεός ζητούσε του ανθρώπου την καρδιά: «Υιέ μου, δός μοι σήν καρδίαν» (Παροιμ 23,26).

 Ο σπόρος αναπτύσσεται και είναι μια υπόθεση σιωπής. Ο Χριστός δεν είναι δέσμιος εντυπώσεων. Δεν θέλει να εξαγγείλει αλλαγές. Δεν κάνει… εγκαίνια δραστηριοτήτων για να δειχθούν στο… internet. Η αφάνεια, το εύθραυστο και η "ανυπαρξία" του Λόγου Του είναι για όσους έχουν μυαλό, η απόδειξη της ποιότητας του υγιούς και πραγματικού, που Εκείνος κομίζει και όχι του νοσηρού και ψευδούς "φαίνεσθαι".

Ο σπόρος-Λόγος του Θεού είναι "κόκκος σινάπεως" για τα μάτια των ανθρώπων, δηλαδή ελάχιστο και πολύ μικρό μέγεθος, που όμως γεννάει καινούργιες μεγάλες καταστάσεις (νέους ανθρώπους) όταν υπάρξουν συνθήκες ευνοϊκές για ανάπτυξη και φανέρωση των δυνατοτήτων του. Όταν δηλαδή, όπως λέμε σήμερα, μπορεί να φανερώσει τις «γονιδιακές» του καταβολές! Αυτό που ισχύει δηλαδή βιολογικά για τον άνθρωπο ισχύει και πνευματικά για τον λόγο του Θεού. Το γονιμοποιούν "σπέρμα" Του στις καρδιές μας, που θα φανερώσει αν είμαστε ή όχι... "σπέρμα Αβραάμ"!

 Ο Λόγος του Θεού δημιούργησε και στερέωσε το σύμπαν (τῷ λόγῳ Κυρίου οἱ οὐρανοί ἐστερεώθησαν) αυτοδύναμα και κυριαρχικά. 


Ο Λόγος του Θεού αναδημιούργησε στην φυσική ύπαρξη, δηλαδή την σωματική τους υπόσταση, τους απ᾿ αιώνος νεκρούς, όπως βλέπουμε στον προφήτη Ιεζεκιήλ στο όραμα με τα ξηρά οστά, πράγμα που θα φανεί πριν την κοινή ανάσταση, (Ιεζ. 37, 1-14).

Το δίπολο λοιπόν τώρα αυτής της σχέσης, λόγος-καρδιά, έχει απαραίτητη βάση και δεσμευτική-αναγκαστική συνθήκη την ελευθερία. Χωρίς την ελευθερία δεν συνδέονται λόγος και καρδιά. Συγκολλούνται καμιά φορά αναγκαστικά (φοβίες-δεσμεύσεις-συνθήκες-ιστορία) αλλά για να "φωνάζουν" το ασύμπτωτο και διαφορότροπο τους... με τον ασυγχρόνιστο βηματισμό! 

Ο λόγος του Θεού ανέστησε και αποκατέστησε την εκ γενετής αδυναμία του παραλύτου στα Λύστρα του Ικονίου της Μικράς Ασίας (Πράξ. 14, 8-18) με αποτέλεσμα να νομίσουν οι άνθρωποι ότι ο Παύλος (του οποίου ο λόγος έκανε την θεραπεία) είναι ο Θεός, αφού είχε τέτοια δύναμη ο λόγος του!

Ο λόγος λοιπόν του Θεού όντας δημιουργικός και παρ᾿ ότι παντοδύναμος, γίνεται "αδύναμος" στο να "επιβληθεί" στην θέληση του ελεύθερου όντος, που είναι ο άνθρωπος. Αυτό φανερώνει: i. ότι ο Θεός σέβεται απολύτως την ελευθερία του ανθρώπου· ii. ότι ο Θεός αξιολογεί, ότι το υποχρεωτικό καλό και η αναγκαστική ευρρυθμία δεν έχουν σχέση μαζί του! Πόσοι όμως άνθρωποι δεν επιθυμούν ακριβώς αυτά, για να έχουν "ήσυχο" το μυαλό τους, που φαντάζεται την δύναμη μόνο ως εξουσία επιβολής, που "παραμερίζει" και επιβάλλει!!;; 

Δύναμη για τον Θεό είναι η ποιότητα αντοχής μπροστά στο όχι και την άρνηση εκ μέρους κάποιου τον οποίο μπορείς να… εξαφανίσεις! 

Δύναμη για τον Θεό είναι να μπορείς να συνεχίζεις να αγαπάς αυτόν που "εμπαίζει" ως αδυναμία και ανυπαρξία, τον εκ μέρους σου σεβασμό της ελευθερίας του και την μη επιβολή αναγκαστικών λογικών σχημάτων. 

Δύναμη για τον Θεό είναι να μπορείς να αγκαλιάζεις αυτόν που σου "βγάζει την γλώσσα" ενώ μπορείς να τον αναλώσεις "τῷ πνεύματι τοῦ στόματος" (Β’ Θεσσαλ. 2, 8) δηλαδή με ένα φύσημα!

 Έχουμε λοιπόν τον σπόρο-λόγον του Θεού, ως μια πρόταση «σύναψης σχέσεως» με τον Σπορέα, ως μια κλήση στο τραπέζι Αγάπης, που κάνει Αυτός, που σύστησε τα πάντα. Και έχουμε από την άλλη την πόρτα της καρδιάς του καθενός μας, στην οποία πόρτα γίνεται η… κρούση εκ μέρους του Σπορέως-Χριστού! «Δες με, στέκομαι μπροστά στην πόρτα σου και χτυπώ. Αν κάποιος ακούσει την φωνή μου και ανοίξει την πόρτα, θα μπω στο "σπίτι του" και θα δειπνήσω μαζί του και αυτός μαζί μου. Θα τον βάλω να καθίσει μαζί μου στο θρόνο μου …» (Αποκάλυψη 3, 20-21).

 Μπροστά σε μια τέτοια πρόταση-προοπτική γιατί η ανταπόκριση ποικίλει; Γιατί άλλοι "πεθαίνουν" παρά την οδόν; Άλλοι "εἰς τάς ἀκάνθας"; Άλλοι "ἐπί τα πετρώδη";

Διότι, αφού η καρδιά μας είναι μια "πόρτα", υπάρχει και για μας η τριπλή πιθανότητα που ισχύει και στα φυσικά δεδομένα: α. η πόρτα να είναι κλειστή· β. η πόρτα να είναι μισάνοιχτη· γ. η πόρτα να είναι ορθάνοιχτη!!!

Ας δούμε αναλυτικά κάθε μία από αυτές τις πιθανότητες.

Α. Πόρτα κλειστή είναι κάθε καρδιά που έχει βουλιάξει στον εγωισμό της αυτοεξασφάλισης και της προστασίας των "συμφερόντων" της όπως νομίζει! Θεωρώντας τους άλλους, ως κίνδυνο πάσης μορφής κλείνεται στο "κλουβί" του εαυτούλη τον οποίο προσπαθεί να "προστατέψει" με όσο γίνεται "περισσότερες αμπάρες"! Κλείνεται στον "πύργο" της, της προστατευτικής απόστασης και φυσικά απομονώνεται και κατ᾿ επέκταση "πνίγεται" σε μια μοναξιά για την δημιουργία της οποίας κατηγορεί τους άλλους. Βασανίζεται και βασανίζει. Βουλιάζει στο άγχος εξασφάλισης προστατευτικού καλύμματος και τελικά αυτό το "κάλυμμα" γίνεται… επιτάφια πλάκα! Τους άλλους τους αξιολογεί ως… χρήσιμο κίνδυνο και προσπαθεί εγωιστικά να τους χρησιμοποιήσει με "τρόπους" αποφυγής του… κινδύνου! 

Τότε είναι που έχουμε… Βατερλό και διαμαρτυρίες, ότι "οι άλλοι με πληγώνουν" χωρίς να μπορεί να σκεφτεί ο δύστυχος φυλακισμένος (ο αποτυχημένος εκατομμυριούχος που λέει ο T. S. Eliot για τον Αδάμ) ότι αφού όλη η ύπαρξή του είναι ένας σκαντζόχοιρος γεμάτος αγκάθια και δυστυχώς το ίδιο είναι και οι άλλοι, είναι συνεπαγωγικό αυτονόητο, το ότι στο πλησίασμα θα υπάρχει αλληλοπλήγωμα! Δεν έχει κανένα νόημα η διαμαρτυρία για τον άλλον ότι είναι πηγή οδύνης. Στην ίδια κίνηση γίνεται και αυτός πηγή οδύνης για εκείνον.

Έτσι η καρδιά γίνεται πέτρα χωρίς ικμάδα και "ανθώνας" αγκαθιών, μέσα στα οποία (αγκάθια), τίποτε δεν φυτρώνει και δεν του επιτρέπεται να αναπτυχθεί. Αυτόν τον δύστυχο έγκλειστο ποιος μπορεί να τον… πείσει ότι η πρόταση του σπορέα Χριστού τον αφορά και μπορεί να τον θεραπεύσει; Είναι πεπεισμένος ότι "οι άλλοι είναι η κόλαση"! Πώς μπορεί να εμπιστευθεί και να αποδεχθεί πρόταση ζωής; "Ξέρει κανείς καλύτερα από αυτόν το συμφέρον του";; Όσο μακρύς χρονικά είναι αυτός ο αυτοεναγκαλισμός τόσο σκληρότερες οι αγκυλώσεις των "κλειδώσεων" των χεριών και των ποδιών της ψυχής του, και τόσο δυσκολότερη η ανταπόκριση στο άπλωμα του χεριού του λόγου του Χριστού! Ευχών χρεία!

 Β. Πόρτα μισάνοιχτη είναι κάθε καρδιά που τραμπαλίζεται ανάμεσα στις ιδέες που κουβαλάει και στα πάθη που "υπηρετεί". Αυτή η διελκυστίνδα κάνει τον άνθρωπο να πελαγώνει και να χάνεται μη ξέροντας τι αγαπάει τελικώς περισσότερο, τις ιδέες του (τα πιο αγαπημένα μας παιδιά, Ισαάκ Σύρος) ή τα γοητευτικά του πάθη; Βυθισμένος στη φιλαυτία (=το αγαπάν τα εαυτού νοήματα και θελήματα) την φαντάζεται εξασφάλιση έστω και αν μετά τις πρώτες εμπειρίες έχει αρχίσει να τον… συγχύζει και να τον τυραννά. Σαν τον γάιδαρο του μύθου κι αυτός μεταξύ νερού-ιδεών και αχύρου-παθών ζαλίζεται και πέφτει μη ξέροντας τι να πρωτοδιαλέξει! Όταν κουραστεί ψυχικά από την δουλεία των παθών και σκεφτεί να τα πετάξει και να απαλλαγεί από αυτά, τον παραλαμβάνουν οι στραβές του ιδέες και τον ακινητοποιούν στο να δραστηριοποιηθεί προς μια κατεύθυνση ελευθερίας που δείχνει ο Χριστός. Όταν σιχαθεί τις ιδέες του και αποφασίσει ότι δεν αξίζουν τίποτα και πρέπει να τις αναθεωρήσει, τότε οι συμφύσεις των παθών και η οργανική μνήμη των δεσμεύσεων, που έχουν προηγηθεί, τον κάνουν "στήλη άλατος" να κοιτάει μόνο προς τα πίσω και έτσι αποκλείουν κάθε ενδεχόμενο πορείας προς την αλλαγή. Και έτσι περνούν τα χρόνια και αυτός γερνάει και "κυλιέται" μέσα στους ίδιους δρόμους και στα ίδια "συνήθεια", που λέει ο ποιητής.

 Η καρδιά του είναι ένα σταυροδρόμι! Όποιος θέλει περνάει από εκεί. Καταπατούν, αυτοί οι αναρίθμητοι "διαβάτες", κάθε σπόρο και τον νεκρώνουν. Αποκλείουν κάθε ενδεχόμενο ανταπόκρισης αφού η δύναμη του Λόγου δεν "προλαβαίνει" να φανερωθεί έχοντας γίνει "ὑποπόδιον" των διερχόμενων ιδεών και παθών.

"Ἰδού οἱ λόγοι μου, ὥσπερ πῦρ φλέγον καί ὡς πέλυξ κόπτων πέτρα, λέγει Κύριος» (Ιερεμίας 23, 29).

"Τα λόγια μου είναι σαν φωτιά που κατακαίει και σαν σφυρί που συντρίβει τον βράχο" λέει ο Θεός στον προφήτη Ιερεμία. Ο λόγος του Θεού στον προφήτη είναι η ελπίδα μας. Χρειάζονται κάψιμο οι στραβές ιδέες που μας τυραννούν. Χωρίς κάτι τέτοιο θα σερνόμαστε αυταπατώμενοι σε ευχετικές προτροπές μελλοντικής καλυτέρευσης για να "αποφύγουμε" την οδυνηρή "φωτιά" που θα κατακαύσει θα καθαρίσει και θα απολυμάνει το "θησαυροφυλάκιο" της καρδιάς μας από κάθε τι που δεν είναι υγιές.

 Αλήθεια και "υγεία" πρέπει να ταυτίζονται. Αλήθεια είναι ο Χριστός. Συνεπώς κάθε τι υγιές μας κάνει συγγενείς του Χριστού. Μας επιτρέπει να αφουγκραστούμε τον Λόγο Του. Να τον εμπιστευτούμε και να τον δεχτούμε ρυθμιστή της ζωής μας.

 Από την άλλη "το σφυρί του Θεού που συντρίβει τον βράχο" μας είναι απαραίτητο εξάρτημα για να μπορέσουμε να σπάσουμε τα είδωλα που προσκυνούσαμε και τα… άλατα των κλειδώσεων των ποδιών και των χεριών της ψυχής μας και έτσι να μπορούμε να ανταποκρινόμαστε στην… "χειραψία" και  πολύ περισσότερο στον "εναγκαλισμό" του Χριστού.

Γ. Πόρτα ορθάνοιχτη δεν είναι, όπως πολλές φορές νομίζουμε, μια καρδιά "καθαρή καί ἄμωμη", αλλά μια καρδιά που αγαπά και εμπιστεύεται! Άλλωστε ούτε η πόρνη, ούτε ο ληστής, ούτε ο τελώνης, ούτε οι αμαρτωλοί που συνανεστρέφοντο τον Χριστό καί τόν "ἠγάπων πολύ" είχαν κατά τεκμήριον καθαρή καρδιά! Είχαν όμως καρδιά "ἀγαπῶσαν" και εμπιστευομένη. Πανανθρώπινη διαπίστωση επαναλαμβανόμενη από την πελώρια προσωπικότητα του Αυγουστίνου, (που πέρασε αυτήν την διαδρομή), είναι το ότι: ακούμε όσους εμπιστευόμαστε! Δηλαδή όσο μεγαλύτερη είναι η αγάπη και η εμπιστοσύνη, τόσο πιο αυτονόητη είναι η υπακοή.

Στην περίπτωσή μας ο μέγας προφήτης Σαμουήλ είναι (εξαιρέσει της Παναγίας) το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα. "Λάλει, Κύριε, ὁ δοῦλος σου ἀκούει" (Α’ Βασ. 3, 10) απαντά όταν τον φωνάζει ο Θεός. "Παιδάριον" είναι όταν γίνεται αυτό. Συνεπώς η ανταπόκριση δεν είναι θέμα... σύνεσης, αλλά αγάπης. Όταν κανείς είναι νεαρότερος αγαπάει ευκολότερα. Δεν έχει ακόμα "ταυτίσει" τον εαυτό του με τις επιθυμίες του. Η πόρτα της καρδιάς του είναι ορθάνοιχτη στην επίσκεψη του Θεού. Ξέρει να "ἐξέρχεται εἰς συνάντησιν" (Ματθ. 7, 26) με τον ερχόμενο Νυμφίο της ζωής του. 

Ο λόγος του Θεού γίνεται αποδεκτός σε μια καρδιά, "γῆ ἀγαθή", και καρποφορεί εκατό φορές περισσότερο. Μια ανατολίτικη ιστορία λέει ότι ο Ιησούς ρώτησε τους Ισραηλίτες: Που φυτρώνει ο σπόρος; Στο έδαφος της γης του απάντησαν. Και ο Ιησούς τους είπε: Αλήθεια σας λέω, φυτρώνει μόνο στο "έδαφος" της καρδιάς!

Επεξηγώντας αυτό ακριβώς ο Θεός στον προφήτη Σαμουήλ του έλεγε: "ὅτι ὁ ἄνθρωπος ὄψεται εἰς πρόσωπον, ὁ δέ Θεός ὄψεται εἰς καρδίαν" (Α’ Βασ. 16, 7). Μια καρδιά λοιπόν ανοιχτή και θεατή από τον Χριστό είναι η αναγκαία και ικανή συνθήκη πλήρους καρποφορίας του λόγου του Θεού.

Δηλαδή όταν αρχίζει για τον άνθρωπο η... αντίστροφη μέτρηση και ελευθερώνεται από την γοητεία της αυταπάτης (να κλείνει την πόρτα) και αρχίζει να κάνει Κύριο της ζωής του τον Χριστό και όχι τις επιθυμίες του, με τις οποίες μπορεί και χρόνια, να ταύτιζε τον εαυτό του (έχοντας πόρτα καρδιάς μισάνοιχτη), τότε με ορθάνοιχτη την πόρτα της καρδιάς του μπορεί να αποφασίσει να πει εξ όλης καρδίας, "λάλει, Κύριε, ὁ δοῦλος σου ἀκούει".

Τότε ο σπόρος καρποφορεί εις εκατόν.

Μαρτζούχος π.Θεοδόσιος , κήρυγμα - κατήχηση , κήρυγμα Κυριακής

Τετάρτη 2 Σεπτεμβρίου 2020

Το εν Χώναις Θαύμα του Αρχάγγελου Μιχαήλ

Romfea.gr

en xonais

O μέγας Aρχιστράτηγος του Θεού Mιχαήλ, και παλαιά μεν προ της ενσάρκου οικονομίας, είχεν ευσπλαγχνίαν και κηδεμονίαν προς το ανθρώπινον γένος, και πολλάς ευεργεσίας έδειξεν εις αυτό.

Mετά δε την επί γης ένσαρκον παρουσίαν του Θεού Λόγου, πολλά μεγαλιτέραν ευσπλαγχνίαν και αγάπην έδειξεν εις ημάς τους Xριστιανούς, τους καυχωμένους εις το όνομα του Xριστού.

Όθεν από τότε και ύστερον, τρέχωντας νοερώς εις όλα τα μέρη της οικουμένης, και δίδωντας πλουσίας τας ευεργεσίας του, εκατοίκησε και εις ένα τόπον της Φρυγίας ονομαζόμενον Xερέτωπα.

Kαθώς και ο μέγας Eυαγγελιστής Iωάννης ο Θεολόγος, κηρύττωντας το Eυαγγέλιον εις εκείνα τα μέρη, προφητικώς είπεν, ότι μετά ολίγον καιρόν θέλει γένη θειοτέρα επισκοπή και ξεχωριστή πρόνοια του των Aγγέλων αρχηγού Mιχαήλ εις εκείνον τον τόπον.

Διότι αφ’ ου επέρασεν ολίγος καιρός μετά την τοιαύτην πρόρρησιν, η γη εκείνη ανέβλυσε νερόν αγιάσματος διά μέσου της του Aρχαγγέλου δυνάμεως, το οποίον ιάτρευε κάθε πάθος των ασθενούντων.

Όθεν ένας Xριστιανός ευεργετηθείς υπό του Aρχαγγέλου, με το να ιατρεύθη η θυγάτηρ του από το ρηθέν ύδωρ του αγιάσματος, έκτισεν εκεί ένα Nαόν ωραιότατον εις όνομα του Aρχιστρατήγου.

Oμοίως έκτισε και επάνω εις το αγίασμα μίαν σκέπην περικαλλή και πολυέξοδον.

Aφ’ ου δε επέρασαν χρόνοι εννενήκοντα, επήγεν εις τον άνωθεν Nαόν του Aρχαγγέλου ένας θεοφιλής και ευλαβής νέος, ονόματι Άρχιππος, καταγόμενος από την Iεράπολιν.

Όστις διά τον πόθον, οπού είχεν εις τον Aρχιστράτηγον Mιχαήλ, κατεστάθη προσμονάριος και υπηρέτης του Nαού του, διαπερνώντας ζωήν πολλά εγκρατή και ασκητικήν.

Όθεν επειδή επρόκοψε μεγάλως, τόσον κατά τους χρόνους της ηλικίας, όσον και κατά την αρετήν, και ενίκησε τελείως τα θελήματα της σαρκός, διά τούτο ηξιώθη και χαρισμάτων παρά Θεού.

Διά ταύτην λοιπόν την αιτίαν και τα πλήθη των απίστων Eλλήνων εκατάτρεχον αυτόν, και με θυμόν κατ’ αυτού εκινούντο τόσον, ώστε οπού μίαν φοράν πιάσαντες αυτόν από τας τρίχας της κεφαλής, έδειραν με ραβδία τα ιερά μέλη του σώματός του.

Aλλά και εναντίον του νερού του αγιάσματος ορμήσαντες, εδοκίμαζον να αφανίσουν αυτό από τον φθόνον τους.

Aλλ’ ω της μεγίστης του Aρχαγγέλου δυνάμεως! άλλων μεν Eλλήνων τα χέρια επιάνοντο, και να κινηθούν δεν εδύναντο· άλλους δε, φλόγα πυρός έμπροσθεν απαντώσα, εγύριζεν εις τα οπίσω απράκτους.

Όθεν μη δυνάμενοι να κατορθώσουν τον κακόν τους σκοπόν, εστοχάσθηκαν άλλην μηχανήν: ήγουν να γυρίσουν με αυλάκια τον ποταμόν, οπού εκεί κοντά έτρεχε, διά να ορμήση κατ’ ευθείαν εις τον Nαόν.

Ίνα και τον τίμιον άνδρα Άρχιππον πνίξωσι, και τον εκεί προσμένοντα λαόν, και την ιαματικήν δύναμιν του ύδατος εκείνου του αγιάσματος νικήσωσι, με το να σμίξη με αυτό ο ποταμός, και εκ τούτου να αποβάλη των ιαμάτων την δύναμιν.

Tοιαύτα μεν εμελέτων οι άφρονες. Aλλ’ ο ποταμός, ω των θαυμασίων σου Kύριε! ωσάν να ήτον έμψυχος, εγύρισεν εις το άλλο μέρος, και απράκτους τας βουλάς των απίστων απέδειξε.

Θυμωθέντες λοιπόν οι ασεβείς περισσότερον, εστοχάσθησαν να ενώσουν και άλλους δύω ποταμούς, οι οποίοι έτρεχον κατ’ εκείνον τον τόπον, και ούτω να τους αφήσουν να ορμήσουν, ίνα κατασύρουν, όχι μόνον το νερόν του αγιάσματος, αλλά και αυτόν τον Nαόν, και τον τόπον του Nαού.

Mάλιστα δε, διατί και ο τόπος του Nαού ήτον κατηφορικός, και ακολούθως εσυνήργει εις τον στοχασμόν και επίνοιάν τους.

Όταν δε εσυνάχθησαν οι κατάρατοι, και έσκαψαν ένα χαντάκι βαθύ, και τριγύρω περιφράξαντες, εγύρισαν τους δύω ποταμούς εις αυτό, και αφήκαν να ορμήσουν κατά του Nαού του Aρχαγγέλου· τότε ο ρηθείς αοίδιμος Άρχιππος ο προσμονάριος, εκατάλαβε την μηχανήν των ασεβών, και διά τούτο θερμώς τον Aρχάγγελον παρεκάλει.

Όθεν ο Aρχάγγελος επακούσας της δεήσεώς του, εφάνη εις αυτόν, και κατ’ όνομα τούτον εκάλεσεν.

O δε Άρχιππος εκπλαγείς, τόσον από την παράδοξον θεωρίαν του Aρχαγγέλου, όσον και διατί εξ ονόματος αυτόν εκάλεσεν, ευγήκεν έξω από τον Nαόν, και ευθύς πίπτει πρημνής εις την γην. O δε Mιχαήλ, έγειραι, του είπε, και έλα εις εμένα, και θέλεις ιδής Θεού δύναμιν άμαχον.

Kαι λοιπόν ευθύς οπού εσημείωσε τον τύπον του σταυρού ο Aρχάγγελος, ευθύς και οι ποταμοί εστάθησαν ωσάν τείχος ακίνητοι. Έπειτα εχάραξε το σημείον του σταυρού επάνω εις μίαν πέτραν υψηλοτάτην, οπού ήτον κοντά εις τον Nαόν, και ω του θαύματος! ευθύς έγινε μία βροντή φοβερά.

Kαι η μεν γη, εσείσθη μεγάλως· η δε πέτρα, εσχίσθη. O δε Aρχάγγελος πάλιν εσημείωσε τον τύπον του σταυρού, και είπεν· ας συντριφθή η δύναμις του Διαβόλου· ας πλημμυρήση δε από εδώ κάθε κακών ελευθερία εις εκείνους, οπού πλησιάζουν μετά πίστεως.

Έπειτα με μεγάλην και λαμπράν φωνήν επρόσταξε ταύτα εις τους ποταμούς λέγων· εις την χώνην ταύτην χωνεύθητε ω ποταμοί.

Όθεν από τότε και έως της σήμερον χωνεύεται εκεί το νερόν με παράδοξον τρόπον. Διό και από την αιτίαν ταύτην, Xώναι ωνομάσθη ο τόπος, εις δόξαν του αληθινού Θεού ημών, και εις έπαινον και τιμήν του πανενδόξου και θερμού ημών αντιλήπτορος Mιχαήλ. (Tο περί τούτου κατά πλάτος Συναξάριον, όρα εις τον Nέον Θησαυρόν1.)

ΣΗΜΕΙΩΣΗ

1. Σημείωσαι ότι εν τη Mεγίστη Λαύρα, και εν τη Iερά Mονή των Iβήρων, ευρίσκεται εγκώμιον εις το θαύμα του Aρχιστρατήγου, ου η αρχή· «Kαι το περί των άλλων Aγίων».

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)