Τετάρτη 28 Σεπτεμβρίου 2022

ΑΝΘΡΩΠΕ ΑΓΑΠΑ


Αποτέλεσμα εικόνας για ΚΥΡΙΑΚΗ Β ΛΟΥΚΑ




Άνθρωπε αγάπα...
«Πλην αγαπάτε τους εχθρούς υμών και αγαθοποιείται…»   (Λουκά. στ' 35)
Μέσα στη ζούγκλα της παγκοσμιοποίησης και των οικονομικών θεοτήτων, μέσα στον άκρατο ατομισμό και την ιδιοτέλεια, και πέρα απ’ τις ιδιοτυπίες της φιλοσοφίας του Νίτσε περί του υπερανθρώπου, που τόσο ασπάζεται η «Νέα Εποχή μας»… γίνετε χαλί οι αδύνατοι για να πατήσουν πάνω σας οι δυνατοί… αλλά  και σε αντιδιαστολή με τον προτεινόμενο και πολυδιαφημιζόμενο «άνθρωπο κυνηγό» στην προτεινόμενη αξία, «ο θάνατός σου η ζωή μου», μια «άλλη» πρόταση ζωής καταθέτει ή Εκκλησία σήμε­ρα στον κόσμο, καθιστώντας τον κοινωνό στα λόγια του Νυμφίου της. Μια πρόταση επαναστατική, αείποτε νέα και δυ­νατά ανθρώπινη: «...Εγώ σας λέγω ν' αγαπάτε τους εχθρούς σας και να τους ευεργετείτε, …χωρίς να ελ­πίζετε σε κανένα αντάλλαγμα...» Πρόκειται για την «πρόταση» της χριστιανικής αγάπης, που είναι γλυκύτερη και πιο δυνατή κι απ' τη ζωή, που δεν λογαριάζει τίποτε αφού είναι πιο ισχυρή κι απ' αυτόν τον θάνατο. Πρόκειται για τη μο­ναδική απάντηση στον κόσμο, που αυτοφυλακισμένος στη βία και στη λατρεία του μίσους, γεύεται την απόγνωση, και τον όλεθρο.
Η γη μας, αδελφοί μου,  έχει καταντήσει ένα στοιχειωμένο δά­σος από σταυρούς και μνήματα. Ένα δάσος που αντί να μοσχομυρίζει φρεσκάδα, όζει θανατίλα.   Γίνηκε ένας τόπος εξορίας. Γιατί κι αν μας χαρίστηκε η ζωή όμορφη και γλυκιά, εμείς καταντήσαμε, σαν τ’ άγρια θηρία, αφού ανάμεσα μας α­νοίξαμε πόλεμο ανελέητο, αφού ο καθένας μας, «σαν πεινασμέ­νο κοράκι, τροφή βλέπει στου  αδελφού το πτώμα κι ας σμίγει το αίμα μας στο ίδιο αυλάκι κι ας βρέχει ό ίδρωτας μας το ίδιο χώμα», κατά τον ποιητή.
Σ' αυτόν τον κόσμο, που ο Άβελ και ο Κάιν ξαναζούν για να ξανασκοτωθούν, δίχως έλεος κανένα, σ' αυτόν τον κόσμο ο Χριστός κραυγάζει: Άνθρωπε αγάπα...
Το να αγαπήσω και αυτόν τον μου «ως εαυτόν», αγαπητοί Χριστιανοί, σημαίνει, ότι νοιώθω τον άλλον και τον αισθάνομαι σαν ένα κομμάτι του εαυτού μου, σαν εμένα τον ίδιο. Άρα αγάπη δεν σημαίνει να δώσω στον άλλο μια ελεημοσύνη, για να τον ξεφορτωθώ ή για να καθησυχάσω κά­πως την συνείδησή μου. Σημαίνει ότι πονώ για τον άλλο, και δεν μπο­ρώ να φάγω ευχάριστα, όταν ξέρω ότι ο άλλος πεινά. Ότι δεν μπορώ να απολαύσω τη θαλπωρή του σπιτιού μου, όταν γνωρίζω ότι ο άλλος είναι άστεγος. Ότι δεν μπορώ να κοιμηθώ ήσυχα, όταν ο άλλος ουρλιάζει στον πόνο.
Αγάπη σημαίνει ανησυχία, φροντίδα, μέριμνα. Γι' αυτό και δεν μπορεί να αναπτυχθεί στις καρδιές ανθρώπων, που είναι… φιλοτομαριστές.
Αγάπη σημαίνει έξοδο από τον εαυτό μου. Σημαίνει στοργή για τον άλλον. Ο διπλανός μας μπορεί πολλές φορές να μην έχει ανάγκη της υλι­κής βοηθείας μας. Θέλει όμως την αγάπη μας. Θέλει το ενδιαφέρον μας. Θέλει να πεισθεί, ότι τον έχουμε στη καρδιά μας.
Από έλλειψη στοργής πάσχει ο σύγχρονος άνθρωπος, αδελφοί μου. Έργα ελεημοσύνης γίνονται πολλά. Ιδρύματα φιλανθρωπικά υπάρχουν άφθονα. Η κοινωνική πρόνοια, ας πούμε, ότι είναι ανεπτυγμένη. Η στοργή όμως λείπει τις πιο πολλές φορές. Και αυτήν ζήτα επίμονα η κουρασμένη εποχή μας. Ο πονεμένος, η χήρα, το ορφανό, ο απόκληρος της ζωής θέλουν τη στοργή μας.

Η ΑΓΑΠΗ ΘΕΛΕΙ ΚΟΠΟ


Δεν είναι όμως εύκολο πράγμα η χριστιανική α­γάπη. Θέλει κόπο και θυσία. Θέλει αγωνία για τον άλλο, φροντίδα, ενδια­φέρον, ανησυχία. Θα τρέξεις, θα χάσεις ώρες από την ανάπαυση σου, θα θυσιάσεις το χουζούρι σου, εάν θέλεις να είσαι άνθρωπος αγάπης. Θα κάνεις πολλές φορές όχι εκείνο που σου αρέσει και σε ευχαριστεί, αλλ' αυτό που ωφελεί τους άλλους.
Το να σταθείς δίπλα σε κάποιον, που έχει ανάγκη της συντροφιάς σου, θέλει κόπο και θυ­σία. Το να καταβάλεις προσπάθεια να φέρεις στο δρόμο του Θεού κάποιον παραστρατημένο, θέ­λει πολύ κόπο και αρκετό πνεύμα θυσίας. Το να ανεχθείς ένα δύστροπο, ένα κακότροπο, και να φανείς άνθρωπος αγάπης, θέλει αρκετό κόπο και πολλή θυσία. Το να τρέξεις να εξυπηρέτησης κάποιον, να ανεβοκατεβείς μαζί του σκάλες, να παρακαλέσεις και να υποχρεωθείς, θέλει ικανό κόπο και θυσία. Το να προσφέρεις απλό­χερα από τα δικά σου, θέλει  ιδιαίτερη θυσία.
Κάθε προσφορά απαιτεί κόπο και θυσία. Και η αγάπη είναι μια συνεχής προσφορά, και πράξη θυσίας. «Η μεγαλύτερη δυστυχία είναι να μην είμεθα χρήσιμοι σε κανέναν», λέγει ο Ραούλ Φολλερώ.

ΑΓΑΠΗ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΜΙΑ ΑΠΕΡΑΝΤΗ  ΚΑΛΟΣΥΝΗ

Η αγάπη είναι μία απέραντη καλοσύνη, μια αγαθότητα χωρίς όρια. Αυτός που αγαπά, τους βλέπει όλους με καλό μάτι. «Ου λογίζεται το κακόν» (Α'. Κορινθ. ιγ', 5). Ούτε χαίρει ποτέ, όταν ο άλλος υποστεί μία ζημιά ή όταν αδικηθεί ή εάν σκοντάψει στη ζωή του. «Ου χαίρει επί τη αδικία»  Ούτε ποτέ του ζηλεύει και φθονεί την πρόοδο και ανάδειξη του άλλου. «Η α­γάπη... ου ζηλεί»
Όλους τους ανθρώπους τους αγαπά ο άν­θρωπος της αγάπης. Δεν ξεχωρίζει αυτούς, που πάνε στα μέτρα του και αυτούς που του είναι αντίθετοι. Όλους τους βλέπει με το ίδιο μάτι. Προς όλους δείχνει απέραντη καλοσύνη. «Ουκ ασχημονεί» η αγάπη «Ου παροξύνεται».. Ό­λους τους ανέχεται  και δεν εξοργίζεται. Δεν ζη­τεί μόνο το προσωπικό συμφέρον, αλλά και του αδελφού. «Η αγάπη. . . ου ζητεί τα εαυτής»
Η αγάπη μοιάζει με έναν απέραντο ποταμό, που στο κύλισμα του δροσίζει όλα τα μέρη, απ' τα οποία περνά, αδιακρίτως. Η αγάπη δεν γνωρίζει τι ση­μαίνει μίσος, αντιπάθεια, εκδίκηση. Λησμονεί αμέσως το κακό και συγχωράει εύκολα … Ξέρει να ανέχεται.
Για τους Αγίους αγάπη σημαίνει κένωση (άδειασμα, ταπεί­νωση), αυτοπαραίτηση απ' τις δυνάμεις του «εγώ», υπέρβαση του εαυτού μας· σημαίνει την τέχνη του να δίνεις κι όχι να παίρ­νεις , να κερδίζεις τη ζωή, δίνοντας την για τους άλλους, να πέ­φτεις άπειρες φορές καθημερινά στη φωτιά για την αγάπη των ανθρώπων κι όμως να μη χορταίνεις απ' αυτή σου την προσφο­ρά (άγιος Ισαάκ ό Σύρος). Γι' αυτό η αγάπη δεν περιορίζεται σε ορισμούς ή ηθικόλογα «πρέπει», δεν αποτελεί κάποια συντα­γή , αλλά είναι η έκφραση της οδύνης του ανθρώπου μπροστά στις συγκεκριμένες υπάρξεις, είναι η δύναμη που χαριτώνει τον άνθρωπο να υπερβαίνει κάθε ατομικό όριο και ν' αγκαλιάζει όλους τους ανθρώπους, είναι αυτή που «αλλοιώνει την φύση των πραγμάτων» (ιερός Χρυσόστομος), που βγάζει το άτομο απ' την αυτάρκεια του και το οπλίζει με το σφρίγος να πει: οι «άλ­λοι» δεν είναι η κόλαση μου, αλλά «οι άλλοι είναι ο Θεός μου»
«Ας καταδιώκεσαι εσύ, μην καταδιώξεις· ας σταυρώνεσαι εσύ, μη σταυρώσεις· ας αδικείσαι εσύ, μην αδικήσεις· ας συκοφαντείσαι εσύ, μη συκοφαντήσεις, γίνε καλοσυνάτος κι όχι αυστηρός στο κακό. Μη μισήσεις τον αμαρτωλό. Όλοι είμαστε υπεύθυνοι. Κι αν για τον Θεό στρέφεσαι εναντίον του, κλάψε γι' αυτόν. Γιατί τον μισείς; Τις αμαρτίες του να μισήσεις και να εύχεσαι γι' αυτόν, για να μοιάσεις στον Χριστό, που δεν αγανακτούσε κατά των αμαρτωλών, αλλά προσευχόταν γι' αυτούς... Θυμήσου ότι κι εσύ είσαι κοινω­νός της γήινης φύσεως και να ευεργετείς όλους» (όσιος Ισαάκ ό Σύρος).
Αδελφοί μου!
Όσο κι αν οι δομές της σύγχρονης κοινω­νίας αναπτύσσονται στον αντίποδα της εντολής: "κα­θώς θέλετε ίνα ποιώοιν υμίν οι άνθρωποι και υμείς ποι­είτε αυτοίς ομοίως". Όσο κι' αν ο άνθρωπος παραδί­δεται όλο και περισσότερο στις επιταγές του κοσμοείδωλου που εισήγαγε ο "από μηχανής" Θεός της σύγχρονης κοινωνίας του ατομισμού και της ωφελιμιστικής παγκοσμιοποίησης,  ο Χριστός, μολονότι αγνοημέ­νος, παρεξηγημένος και προδομένος, ήλθε και παρα­μένει κοντά μας "πλήρης χάριτος και αληθείας", Ήλθε και παραμένει για να επαναφέρει τον πλανώμενο άνθρωπο. Να ανακαινίσει την ερειπω­μένη εικόνα του, την οποία προσέλαβε και ανέλαβε να ελευθερώσει από το θάνατο και να την εξομοιώσει με τη Θεία Φύση Του. Εμείς, λοιπόν, οι ελευθερωμένοι "εν Χριστώ", οφείλομε να παραμείναμε ελεύθεροι από τα δεσμά του κόσμου και "μη πάλιν ζυγώ δουλείας", όπως διακήρυξε ο Παύλος.
Σ' αυτή την απόφασή μας εναντιώνονται  πολλοί και πολλά. Κανένας όμως δεν θα έχει τη δύναμη να την ακυρώσει χωρίς τη δική μας θέληση. Αρκεί να μείνομε για την αγάπη Του ως το τέλος, καθώς διαβεβαιώνει ότι: «ο υπομείνας εις τέλος σωθήσεται».

 «Πλην αγαπάτε τους εχθρούς υμών και αγαθοποιείται…»   (Λουκά. στ' 35)
Μέσα στη ζούγκλα της παγκοσμιοποίησης και των οικονομικών θεοτήτων, μέσα στον άκρατο ατομισμό και την ιδιοτέλεια, και πέρα απ’ τις ιδιοτυπίες της φιλοσοφίας του Νίτσε περί του υπερανθρώπου, που τόσο ασπάζεται η «Νέα Εποχή μας»… γίνετε χαλί οι αδύνατοι για να πατήσουν πάνω σας οι δυνατοί… αλλά  και σε αντιδιαστολή με τον προτεινόμενο και πολυδιαφημιζόμενο «άνθρωπο κυνηγό» στην προτεινόμενη αξία, «ο θάνατός σου η ζωή μου», μια «άλλη» πρόταση ζωής καταθέτει ή Εκκλησία σήμε­ρα στον κόσμο, καθιστώντας τον κοινωνό στα λόγια του Νυμφίου της. Μια πρόταση επαναστατική, αείποτε νέα και δυ­νατά ανθρώπινη: «...Εγώ σας λέγω ν' αγαπάτε τους εχθρούς σας και να τους ευεργετείτε, …χωρίς να ελ­πίζετε σε κανένα αντάλλαγμα...» Πρόκειται για την «πρόταση» της χριστιανικής αγάπης, που είναι γλυκύτερη και πιο δυνατή κι απ' τη ζωή, που δεν λογαριάζει τίποτε αφού είναι πιο ισχυρή κι απ' αυτόν τον θάνατο. Πρόκειται για τη μο­ναδική απάντηση στον κόσμο, που αυτοφυλακισμένος στη βία και στη λατρεία του μίσους, γεύεται την απόγνωση, και τον όλεθρο.
Η γη μας, αδελφοί μου,  έχει καταντήσει ένα στοιχειωμένο δά­σος από σταυρούς και μνήματα. Ένα δάσος που αντί να μοσχομυρίζει φρεσκάδα, όζει θανατίλα.   Γίνηκε ένας τόπος εξορίας. Γιατί κι αν μας χαρίστηκε η ζωή όμορφη και γλυκιά, εμείς καταντήσαμε, σαν τ’ άγρια θηρία, αφού ανάμεσα μας α­νοίξαμε πόλεμο ανελέητο, αφού ο καθένας μας, «σαν πεινασμέ­νο κοράκι, τροφή βλέπει στου  αδελφού το πτώμα κι ας σμίγει το αίμα μας στο ίδιο αυλάκι κι ας βρέχει ό ίδρωτας μας το ίδιο χώμα», κατά τον ποιητή.
Σ' αυτόν τον κόσμο, που ο Άβελ και ο Κάιν ξαναζούν για να ξανασκοτωθούν, δίχως έλεος κανένα, σ' αυτόν τον κόσμο ο Χριστός κραυγάζει: Άνθρωπε αγάπα...
Το να αγαπήσω και αυτόν τον μου «ως εαυτόν», αγαπητοί Χριστιανοί, σημαίνει, ότι νοιώθω τον άλλον και τον αισθάνομαι σαν ένα κομμάτι του εαυτού μου, σαν εμένα τον ίδιο. Άρα αγάπη δεν σημαίνει να δώσω στον άλλο μια ελεημοσύνη, για να τον ξεφορτωθώ ή για να καθησυχάσω κά­πως την συνείδησή μου. Σημαίνει ότι πονώ για τον άλλο, και δεν μπο­ρώ να φάγω ευχάριστα, όταν ξέρω ότι ο άλλος πεινά. Ότι δεν μπορώ να απολαύσω τη θαλπωρή του σπιτιού μου, όταν γνωρίζω ότι ο άλλος είναι άστεγος. Ότι δεν μπορώ να κοιμηθώ ήσυχα, όταν ο άλλος ουρλιάζει στον πόνο.
Αγάπη σημαίνει ανησυχία, φροντίδα, μέριμνα. Γι' αυτό και δεν μπορεί να αναπτυχθεί στις καρδιές ανθρώπων, που είναι… φιλοτομαριστές.
Αγάπη σημαίνει έξοδο από τον εαυτό μου. Σημαίνει στοργή για τον άλλον. Ο διπλανός μας μπορεί πολλές φορές να μην έχει ανάγκη της υλι­κής βοηθείας μας. Θέλει όμως την αγάπη μας. Θέλει το ενδιαφέρον μας. Θέλει να πεισθεί, ότι τον έχουμε στη καρδιά μας.
Από έλλειψη στοργής πάσχει ο σύγχρονος άνθρωπος, αδελφοί μου. Έργα ελεημοσύνης γίνονται πολλά. Ιδρύματα φιλανθρωπικά υπάρχουν άφθονα. Η κοινωνική πρόνοια, ας πούμε, ότι είναι ανεπτυγμένη. Η στοργή όμως λείπει τις πιο πολλές φορές. Και αυτήν ζήτα επίμονα η κουρασμένη εποχή μας. Ο πονεμένος, η χήρα, το ορφανό, ο απόκληρος της ζωής θέλουν τη στοργή μας.

Η ΑΓΑΠΗ ΘΕΛΕΙ ΚΟΠΟ


Δεν είναι όμως εύκολο πράγμα η χριστιανική α­γάπη. Θέλει κόπο και θυσία. Θέλει αγωνία για τον άλλο, φροντίδα, ενδια­φέρον, ανησυχία. Θα τρέξεις, θα χάσεις ώρες από την ανάπαυση σου, θα θυσιάσεις το χουζούρι σου, εάν θέλεις να είσαι άνθρωπος αγάπης. Θα κάνεις πολλές φορές όχι εκείνο που σου αρέσει και σε ευχαριστεί, αλλ' αυτό που ωφελεί τους άλλους.
Το να σταθείς δίπλα σε κάποιον, που έχει ανάγκη της συντροφιάς σου, θέλει κόπο και θυ­σία. Το να καταβάλεις προσπάθεια να φέρεις στο δρόμο του Θεού κάποιον παραστρατημένο, θέ­λει πολύ κόπο και αρκετό πνεύμα θυσίας. Το να ανεχθείς ένα δύστροπο, ένα κακότροπο, και να φανείς άνθρωπος αγάπης, θέλει αρκετό κόπο και πολλή θυσία. Το να τρέξεις να εξυπηρέτησης κάποιον, να ανεβοκατεβείς μαζί του σκάλες, να παρακαλέσεις και να υποχρεωθείς, θέλει ικανό κόπο και θυσία. Το να προσφέρεις απλό­χερα από τα δικά σου, θέλει  ιδιαίτερη θυσία.
Κάθε προσφορά απαιτεί κόπο και θυσία. Και η αγάπη είναι μια συνεχής προσφορά, και πράξη θυσίας. «Η μεγαλύτερη δυστυχία είναι να μην είμεθα χρήσιμοι σε κανέναν», λέγει ο Ραούλ Φολλερώ.

ΑΓΑΠΗ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΜΙΑ ΑΠΕΡΑΝΤΗ  ΚΑΛΟΣΥΝΗ

Η αγάπη είναι μία απέραντη καλοσύνη, μια αγαθότητα χωρίς όρια. Αυτός που αγαπά, τους βλέπει όλους με καλό μάτι. «Ου λογίζεται το κακόν» (Α'. Κορινθ. ιγ', 5). Ούτε χαίρει ποτέ, όταν ο άλλος υποστεί μία ζημιά ή όταν αδικηθεί ή εάν σκοντάψει στη ζωή του. «Ου χαίρει επί τη αδικία»  Ούτε ποτέ του ζηλεύει και φθονεί την πρόοδο και ανάδειξη του άλλου. «Η α­γάπη... ου ζηλεί»
Όλους τους ανθρώπους τους αγαπά ο άν­θρωπος της αγάπης. Δεν ξεχωρίζει αυτούς, που πάνε στα μέτρα του και αυτούς που του είναι αντίθετοι. Όλους τους βλέπει με το ίδιο μάτι. Προς όλους δείχνει απέραντη καλοσύνη. «Ουκ ασχημονεί» η αγάπη «Ου παροξύνεται».. Ό­λους τους ανέχεται  και δεν εξοργίζεται. Δεν ζη­τεί μόνο το προσωπικό συμφέρον, αλλά και του αδελφού. «Η αγάπη. . . ου ζητεί τα εαυτής»
Η αγάπη μοιάζει με έναν απέραντο ποταμό, που στο κύλισμα του δροσίζει όλα τα μέρη, απ' τα οποία περνά, αδιακρίτως. Η αγάπη δεν γνωρίζει τι ση­μαίνει μίσος, αντιπάθεια, εκδίκηση. Λησμονεί αμέσως το κακό και συγχωράει εύκολα … Ξέρει να ανέχεται.
Για τους Αγίους αγάπη σημαίνει κένωση (άδειασμα, ταπεί­νωση), αυτοπαραίτηση απ' τις δυνάμεις του «εγώ», υπέρβαση του εαυτού μας· σημαίνει την τέχνη του να δίνεις κι όχι να παίρ­νεις , να κερδίζεις τη ζωή, δίνοντας την για τους άλλους, να πέ­φτεις άπειρες φορές καθημερινά στη φωτιά για την αγάπη των ανθρώπων κι όμως να μη χορταίνεις απ' αυτή σου την προσφο­ρά (άγιος Ισαάκ ό Σύρος). Γι' αυτό η αγάπη δεν περιορίζεται σε ορισμούς ή ηθικόλογα «πρέπει», δεν αποτελεί κάποια συντα­γή , αλλά είναι η έκφραση της οδύνης του ανθρώπου μπροστά στις συγκεκριμένες υπάρξεις, είναι η δύναμη που χαριτώνει τον άνθρωπο να υπερβαίνει κάθε ατομικό όριο και ν' αγκαλιάζει όλους τους ανθρώπους, είναι αυτή που «αλλοιώνει την φύση των πραγμάτων» (ιερός Χρυσόστομος), που βγάζει το άτομο απ' την αυτάρκεια του και το οπλίζει με το σφρίγος να πει: οι «άλ­λοι» δεν είναι η κόλαση μου, αλλά «οι άλλοι είναι ο Θεός μου»
«Ας καταδιώκεσαι εσύ, μην καταδιώξεις· ας σταυρώνεσαι εσύ, μη σταυρώσεις· ας αδικείσαι εσύ, μην αδικήσεις· ας συκοφαντείσαι εσύ, μη συκοφαντήσεις, γίνε καλοσυνάτος κι όχι αυστηρός στο κακό. Μη μισήσεις τον αμαρτωλό. Όλοι είμαστε υπεύθυνοι. Κι αν για τον Θεό στρέφεσαι εναντίον του, κλάψε γι' αυτόν. Γιατί τον μισείς; Τις αμαρτίες του να μισήσεις και να εύχεσαι γι' αυτόν, για να μοιάσεις στον Χριστό, που δεν αγανακτούσε κατά των αμαρτωλών, αλλά προσευχόταν γι' αυτούς... Θυμήσου ότι κι εσύ είσαι κοινω­νός της γήινης φύσεως και να ευεργετείς όλους» (όσιος Ισαάκ ό Σύρος).
Αδελφοί μου!
Όσο κι αν οι δομές της σύγχρονης κοινω­νίας αναπτύσσονται στον αντίποδα της εντολής: "κα­θώς θέλετε ίνα ποιώοιν υμίν οι άνθρωποι και υμείς ποι­είτε αυτοίς ομοίως". Όσο κι' αν ο άνθρωπος παραδί­δεται όλο και περισσότερο στις επιταγές του κοσμοείδωλου που εισήγαγε ο "από μηχανής" Θεός της σύγχρονης κοινωνίας του ατομισμού και της ωφελιμιστικής παγκοσμιοποίησης,  ο Χριστός, μολονότι αγνοημέ­νος, παρεξηγημένος και προδομένος, ήλθε και παρα­μένει κοντά μας "πλήρης χάριτος και αληθείας", Ήλθε και παραμένει για να επαναφέρει τον πλανώμενο άνθρωπο. Να ανακαινίσει την ερειπω­μένη εικόνα του, την οποία προσέλαβε και ανέλαβε να ελευθερώσει από το θάνατο και να την εξομοιώσει με τη Θεία Φύση Του. Εμείς, λοιπόν, οι ελευθερωμένοι "εν Χριστώ", οφείλομε να παραμείναμε ελεύθεροι από τα δεσμά του κόσμου και "μη πάλιν ζυγώ δουλείας", όπως διακήρυξε ο Παύλος.
Σ' αυτή την απόφασή μας εναντιώνονται  πολλοί και πολλά. Κανένας όμως δεν θα έχει τη δύναμη να την ακυρώσει χωρίς τη δική μας θέληση. Αρκεί να μείνομε για την αγάπη Του ως το τέλος, καθώς διαβεβαιώνει ότι: «ο υπομείνας εις τέλος σωθήσεται».

http://otheosagapiesti.blogspot.com 


Τρίτη 20 Σεπτεμβρίου 2022

 Ο

Κυριακή Α’ Λουκά

25 Σεπτεμβρίου 2022

«Τον εστρίμωχναν τα πλήθη, για ν’ ακούσουν το λόγο του Θεού κι αυτός στεκόταν κοντά στη λίμνη Γενησαρέτ. Είδε δυό βάρκες αραγμένες στην ακρολιμνιά· οι ψαράδες πιο κεί έπλυναν τα δίχτυα τους. Μπήκε σε μια απ’ αυτές που ήταν του Σίμωνα και τον παρακάλεσε να ξεμακρύνη λίγο από τη στεριά. Κι αφού κάθισε άρχισε να διδάσκη τον κόσμο μεσ’ από τη βάρκα. Όταν τέλειωσε είπε στο Σίμωνα· Γύρισε στ’ ανοιχτά και ρίξετε τα δίχτυα για ψάρεμα.

Του αποκρίθηκε ο Σίμωνας και του είπε· Δάσκαλε, όλη τη νύχτα κοπιάσαμε και δεν πιάσαμε τίποτα. Θα ρίξω όμως το δίχτυ αφού το ορίζεις. Έκαμαν έτσι κι έπιασαν τόσο μεγάλο πλήθος ψάρια που άρχισε το δίχτυ να σπάζη. Φώναξαν τους συνεταίρους τους της δεύτερης βάρκας να παν να τους βοηθήσουν. Πήγαν και γέμισαν και οι δύο βάρκες σε σημείο να βουλιάζουν. Όταν το είδε αυτό ο Σίμωνας πέφτει στα γόνατα του Ιησού και τον παρακαλεί. Έβγα απ’ τη βάρκα μου, Κύριε, γιατί είμαι αμαρτωλός. Τον είχε γεμίσει θάμπος κι αυτόν κι όλους τους συντρόφους του για τα ψάρια που είχαν πιάσει μ’ αυτό τον τρόπο. Όμοια είχαν ξαφνιαστή κι ο Ιάκωβος και ο Ιωάννης, γιοί του Ζεβεδαίου που ήσαν συνέταιροι του Σίμωνα. Γι’ αυτό ο Ιησούς είπε στον Σίμωνα· Μη φοβάσαι, από τώρα θα ψαρεύης ανθρώπους. Κι αφού έσυραν τα πλοία στη στεριά, τα παράτησαν όλα και τον ακολούθησαν».

Αποφεύγει ο Κύριος τη φήμη, κι αυτή τόσο περισσότερο τον καταδιώκει. Ερχόταν ο κόσμος, κι εκείνος ανεβαίνει στο πλοίο. Για να μιλάη από το πλοίο σ’ αυτούς που στέκονταν στην αμουδιά· όλοι απέναντί του. Κι αφού μίλησε στο πλήθος, δεν άφησε χωρίς αμοιβή τον κύριο του πλοίου. Τον ευεργετεί διπλά: του χάρισε πλήθος ψάρια και τον κάμει μαθητή του.

Θαυμάστε τον τρόπο του Κυρίου, πως προσελκύει καθένα με τα δικά του και τους συντρόφους του. Προσέξετε και την ηπιότητα του Χριστού πως παρακαλεί τον Πέτρο ν’ απομακρύνη το πλοίο από τη γη. Τη λέξη ηρώτησε πρέπει να την πάρωμε στη θέση της λέξης παρακάλεσε. Αλλά ο Πέτρος πόσο βολικός ήταν ώστε να δεχθή στο πλοίο του άνθρωπο που δε γνώριζε και να τον ακούη σε όλα. Όταν του είπε να πάνε ανοιχτά, δεν αρνήθηκε. Μπορούσε να πη. Όλη τη νύχτα κοπίασα και δεν εκέρδισα τίποτα και τώρα να σε ακούσω και να υποβληθώ σε νέους κόπους; Δεν είπε τίποτα απ’ αυτά. Αλλά το αντίθετο. Αφού με συμβουλεύεις θα ρίξω το δίχτυ στη θάλασσα. Τόσο θερμή ήταν η πίστη του και προτού πιστέψη. Γι’ αυτό και πιάνει τόσα ψάρια, που δεν μπορεί να τα τραβήξη και κάμει νόημα στους συντρόφους του, στους συνεργάτες στο άλλο πλοίο.

Με νοήματα τους προσκαλεί γιατί η έκπληξή του από την ψαριά δεν τον άφηνε ούτε να μιλήση.

Με πολύ σεβασμό έπειτα ο Πέτρος ζητεί από το Χριστό να μη μείνη στο πλοίο του, χαρακτηρίζοντας αμαρτωλό τον εαυτό του κι ανάξιο να μείνη μαζί του.

Ερμηνεύσετέ τα αν θέλετε και αλληγορικά. Το πλοίο είναι η Συναγωγή των Ιουδαίων. Ο Πέτρος δίνει τον τύπο των δασκάλων του Νόμου. Όλη τη νύχτα κοπίασαν οι δάσκαλοι πριν από το Χριστό και δεν έπιασαν τίποτε. Νύχτα· ο καιρός πριν από την έλευση του Χριστού.

Κι όταν ήλθε ο Χριστός και έγινε ημέρα, αφού πήραν τη θέση των νομοδιδασκάλων οι απόστολοι στο λόγο εκείνου δηλαδή στην προσταγή του, ρίχνουν το δίχτυ του Ευαγγελίου και συλλαμβάνουν πλήθος ανθρώπους.

Μόνος του ο καθένας δεν μπορή οι απόστολοι να τραβήξουν το δίχτυ με τα ψάρια αλλά κάμουν νόημα στους συντρόφους και συνεργάτες τους και συνεργάζονται μαζί τους. Αυτοί είναι οι κατά τις διάφορες εποχές ποιμένες και διδάσκαλοι των Εκκλησιών, που εξηγούν και ερμηνεύουν την αποστολική διδασκαλία και συνεργάζονται με τους αποστόλους για να συλλάβουν τους ανθρώπους.

Προσέξετε και τη φράση ρίχουν τα δίχτυα. Το Ευαγγέλιο είναι το δίχτυ, λέξη ταπεινή και συνηθισμένη που ταιριάζει με την ασημότητα εκείνων που την ακούν και γι’ αυτό και ο λόγος να ριχτή στη θάλασσα. Κι αν κανένας έλεγε ότι φανερώνεται το βάθος των νοημάτων με την έκφραση ρίχουν το δίχτυ στη θάλασσα, κι αυτό δεν θα ήταν αταίριαστο.

Εκπληρώθηκε ο λόγος του προφήτου που είπε· Ιδού, εγώ θα στείλω πολλούς ψαράδες, λέγει ο Κύριος. Κι έπειτα θα στείλω πολλούς κυνηγούς και θα τους συλλάβουν. Και ψαράδες εννοεί τους αγίους αποστόλους, ενώ κυνηγούς τους κατά τις διάφορες εποχές προισταμένους και διδασκάλους των Εκκλησιών.

Πέμπτη 15 Σεπτεμβρίου 2022

ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΥΨΩΣΙΝ Η σημασία του Τιμίου Σταυρού στη ζωή της Εκκλησίας μας

Αποτέλεσμα εικόνας για υψωσις του τιμιου σταυρουΗ σημασία του Τιμίου Σταυρού στη ζωή της Εκκλησίας μας

(Σύντομο θεολογικό σχόλιο)
 
Η μεγάλη εορτή της Παγκοσμίου Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού είναι ένας ακόμα σημαντικός εορτολογικός σταθμός της Εκκλησίας μας. Οι πιστοί την ημέρα αυτή καλούνται να τιμήσουν και να προσκυνήσουν τον Τίμιο Σταυρό του Κυρίου ώστε να αντλήσουν δύναμη και χάρη από αυτόν. Η μεγάλη αυτή Δεσποτική εορτή δίνει επίσης την ευκαιρία σε όλους μας να σκεφτούμε ορισμένες βασικές αρχές και αλήθειες της πίστης μας, οι οποίες είναι συνυφασμένες με τη θεολογία του Σταυρού.
Η Ορθόδοξος Καθολική Εκκλησίας μας, η οποία διασώζει μόνη Αυτή ανόθευτη την βιβλική και πατερική διδασκαλία, αποδίδει την προσήκουσα τιμή στο Σταυρό του Χριστού, ως το κατ εξοχήν όργανο και σύμβολο της απολυτρώσεως του ανθρωπίνου γένους. Σε αντίθεση με την ποικίλη ετεροδοξία, η οποία, είτε αδιαφορεί να αποδώσει τιμή στο Σταυρό (Προτεσταντισμός), είτε πολεμά ευθέως Αυτόν, ως ειδωλολατρικό σύμβολο (Mάρτυρες του Ιεχωβά). Η Εκκλησία μας θέσπισε πολλές φορές προσκύνησης και τιμής του Σταυρού καθ όλη τη διάρκεια του έτους, με αποκορύφωμα τη μεγάλη εορτή της Παγκοσμίου Υψώσεως, στις 14 Σεπτεμβρίου.
Ο Σταυρός του Κυρίου αποτελεί για τη χριστιανική πίστη κορυφαίο σύμβολο θυσίας και αγιασμού, διότι η σημασία του είναι πραγματικά τεράστια. Ο Σταυρός μαζί με την Ανάσταση λειτουργούν ως δυο βασικοί άξονες πάνω στους οποίους κινείται η ζωή των πιστών χριστιανών. Η Ανάσταση έπεται του Σταυρού και προϋποθέτει το Σταυρό και ο Σταυρός προμηνύει την Ανάσταση. Χωρίς Σταυρό δεν γίνεται Ανάσταση. Πάνω σε αυτές τις αρχές στηρίζεται η θεολογία του Σταυρού και η σπουδαία σημασία του για τη ζωή της Εκκλησίας.
Ο μέγας απόστολος των Εθνών Παύλος, ο κατ εξοχήν θεολόγος του Σταυρού, τονίζει συχνά στις θεόπνευστες επιστολές του ότι ο Σταυρός του Χριστού είναι γι αυτόν και για την Εκκλησία καύχηση. «εμοί δε μη γένοιτο καυχάσθαι ει μη εν τω σταυρώ του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού» (Γαλ.6:13), διότι «ο λόγος γαρ ο του σταυρού τοις μεν απολλυμένοις μωρία εστί τοις δε σωζομένοις ημίν δύναμις Θεού εστι,»(Α΄Κορ. 1:17», επιεδή ο Ιησούς Χριστός «εγενήθη εν σοφία από Θεού, δικαιοσύνη τε και αγιασμός και απολύτρωσις» (1 Κορ.1:30) ως ο «Εσταυρωμένος» (1 Κορ.1:23). Ο Κύριος της δόξης «υπό χειρών ανόμων» καρφώθηκε επάνω στο ξύλο του Σταυρού, για να υποστεί το επώδυνο μαρτύριο της σταυρώσεως και να πεθάνει ως έσχιστος κακούργος. Αλλά όμως η ανθρώπινη αυτή κακουργία, εξ αιτίας της άμετρης θείας αγάπης, λειτούργησε ευεργετικά για το θεοκτόνο ανθρώπινο γένος, «συνίστησι δε την εαυτού αγάπην εις ημάς ο Θεός, ότι αμαρτωλών όντων ημών Χριστός υπέρ ημών απέθανε. Πολλώ ουν μάλλον δικαιοθέντες νυν εν τω αίματι αυτού σωθησόμεθα δι αυτού από της οργής. Ει γαρ εχθροί όντες κατηλλάγημεν τω Θεώ διά του θανάτου του υιού αυτού, πολλώ μάλλον καταλλαγέντες σωθησόμεθα εν τη ζωή αυτού» (Ρωμ.5:8-10).
Ο Σταυρός πριν τη μεγάλη σταυρική θυσία του Χριστού ήταν έχθιστο φονικό όργανο εκτέλεσης κακούργων. Όποιος πέθαινε δια της σταυρώσεως χαρακτηρίζονταν «επικατάρατος» (Γαλ.3:1). Αφότου όμως ο σαρκωμένος Θεός πέθανε ως κακούργος πάνω στο εγκάρσιο ξύλο, αυτό κατέστη πηγή απολυτρώσεως. Από μέσο θανατώσεως μεταβλήθηκε σε ακένωτη πηγή ζωής, από αποκρουστικό και απαίσιο όργανο των δημίων έγινε φωτεινό σύμβολο και δίαυλος ευλογιών, από ξύλο πόνου και ωδίνων κατέστη καταφύγιο ανάπαυσης και χαράς.
Η παράδοξη αυτή και μεγάλη αλλαγή συντελέσθηκε επειδή η άμετρη θεία αγάπη και ευσπλαχνία δε λειτούργησε εκδικητικά προς την ανθρώπινη αγνωμοσύνη και κακουργία. Μέσα στην απύθμενη θεία φιλανθρωπία δεν υπάρχει «χώρος» για μίσος, θυμό και εκδίκηση. Ο Θεός, ως η απόλυτη αγάπη (Α΄ Ιωάν.4:8,) αντί εκδίκησης ανταπέδωσε στον άνθρωπο ευσπλαχνία και του δώρισε τη λύτρωση από τα πικρά δεσμά της αμαρτίας και του κακού και του χάρισε την αιώνια ζωή. Χάρη λοιπόν στην άμετρη αγάπη του Θεού, το φρικτό φονικό όργανο των ανθρώπων μετεβλήθη σε πηγή αγιασμού και απολυτρώσεως. Σύμφωνα με την υψηλή θεολογία του ουρανοβάμωνος Παύλου ο Σταυρός του Χριστού από ατιμωτικό και φρικτό φονικό όργανο θανατώσεως των κακούργων ανθρώπων, μετεβλήθη, μετά το σταυρικό θάνατο του Κυρίου, σύμβολο σωτηρίας, μέσο συμφιλίωσης με το Θεό και πηγή αγιασμού. Η ανθρώπινη κακία έδωσε στο Θεό πόνο και θάνατο δια του ξύλου του Σταυρού, η θεία ανεξικακία και άκρα φιλανθρωπία, έδωσε, αντίθετα, στο δήμιό Του αγάπη και λύτρωση! Η δύναμη λοιπόν του Σταυρού έγκειται στην ακένωτη αγάπη του Θεού, η οποία διοχετεύεται πλέον στην ανθρωπότητα και σε ολόκληρη τη δημιουργία μέσω του Σταυρού.
Οι Πατέρες της Εκκλησίας μας έχοντας υπόψη τους αυτή τη μεγάλη αλήθεια διατύπωσαν την περίφημη θεολογία του Σταυρού. Το ιερότατο αυτό σύμβολο είναι πια συνυφασμένο με τον Κύριο Ιησού Χριστό. Από Εκείνον αντλεί την ανίκητη δύναμή του, τον αγιασμό και τη χάρη. Γι αυτό και δεν είναι ειδωλολατρία να προσκυνείται από τους πιστούς, διότι προσκύνηση του Τιμίου Σταυρού, σημαίνει προσκύνηση του ιδίου του Χριστού, του Οποίου είναι το σημείο και η ενθύμηση της απολυτρωτικής Του θυσίας.
Ο Σταυρός του Χριστού αποτελεί πλέον την ενοποιό δύναμη της ανθρωπότητας. Αν το ξύλο της γνώσεως του καλού και του κακού στην Εδέμ (Γεν. γ΄ κεφ.) έγινε πρόξενος κακού και έχθρας του ανθρωπίνου γένους, το ξύλο του Σταυρού έγινε σημείο επανένωσης των ανθρώπων στο Σώμα Του Κυρίου Ιησού Χριστού. Τα δύο εγκάρσια ξύλα, που συνθέτουν το σύμβολο του Σταυρού, συμβολίζουν την ένωση των ανθρώπων με το Θεό (κάθετο ξύλο) και την ένωση των ανθρώπων μεταξύ τους (εγκάρσιο ξύλο). Φυσικά η ένωση των ανθρώπων περνά αναγκαστικά από τη σχέση τους με το Θεό. Το εγκάρσιο ξύλο παριστά, επίσης, τα δύο χέρια του Εσταυρωμένου Λυτρωτή μας, τα οποία είναι ανοιγμένα για να αγκαλιάσουν ολόκληρη την ανθρωπότητα. Μέσα σε αυτή τη θεώρηση η νέα εν Χριστώ ανθρώπινη κοινωνία έχει διαφορετική υφή από τις προχριστιανικές και εξωχριστιανικές κοινωνίες. Η ενοποιός δύναμη του Σταυρού του Χριστού αδελφοποιεί τους ανθρώπους, δημιουργώντας την κοινωνία της αγάπης, της αδελφοσύνης, της δικαιοσύνης και της ειρήνης.
Το σύμβολο του Τιμίου Σταυρού είναι ακόμα η φοβερή δύναμη κατά των αντίθεων δυνάμεων. Μέχρι το σταυρικό θάνατο του Χριστού, ως όργανο του κακού, χρησιμοποιούνταν για την καταστροφή και το θάνατο. Αφότου ο Θεός καταδέχτηκε να καρφωθεί και να πεθάνει πάνω σ αυτόν μεταβλήθηκε σε όπλο εναντίων εκείνων που το χρησιμοποιούσαν. Η Εκκλησία μας ψάλλει θριαμβευτικά: «Κύριε όπλον κατά του διαβόλου τον σταυρόν Σου ημίν δέδωκας, φρύττει γαρ και τρέμει μη φέρων καθοράν αυτού την δύναμιν, ότι νεκρούς ανιστά και θάνατον κατήργησεν». Το σύμβολο του Τιμίου Σταυρού είναι το θαυμαστό φυλακτήριο των πιστών. Δεν υπάρχει αγιαστική πράξη της Εκκλησίας μας που να μην σταυρώνονται οι πιστοί, δεν υπάρχει στιγμή προσευχής που να μην ποιούμε το σημείο του Σταυρού, δεν υπάρχει δύσκολη στιγμή που να μην αγιάζουμε το σώμα μας με το σημείο του Σταυρού για να θωρακιζόμαστε έτσι κατά των δυνάμεων του κακού. Ο Τίμιος Σταυρός αντικατέστησε όλα τα δεισιδαίμονα και αναποτελεσματικά φυλακτήρια του παρελθόντος. Οι πιστοί πλέον φέρουν με καμάρι Αυτόν ως πολύτιμο και αποτελεσματικό φυλακτήριο κατά του κακού, αλλά και ως ομολογία της πίστης τους στην μεγάλη απολυτρωτική θυσία του Χριστού.
Πρέπει να επισημάνουμε εδώ την φανερή αποστροφή, ακόμα και την έχθρα προς τον Σταυρό του Χριστού, πολλών αιρετικών χριστιανικών ομάδων. Στο σύνολό του, λοιπόν, ο προτεσταντικός κόσμος δεν αποδίδει καμιά τιμή στο Σταυρό. Είναι γνωστό πως οι προτεστάντες δεν κάνουν το σημείο του Σταυρού και χρησιμοποιούν αυτόν μόνο ως διακοσμητικό στοιχείο!. Οι Μάρτυρες του Ιεχωβά μάλιστα, χειρότερα από αυτούς μάχονται με λύσσα το σημείο του Σταυρού. Δεν προφέρουν καν το όνομα Σταυρός και αντ αυτού τον ονομάζουν …πάσαλο. Στην Καινή Διαθήκη έχουν αντικαταστήσει την ονομασία του Σταυρού με …ξύλο! Και μόνο γι αυτό θα μπορούσε κάποιος να χαρακτηρίσει την οργάνωση αυτή σαφώς σατανική.
Η κατάσταση της κατάνυξης και της χαρμολύπης που δημιουργεί στην ψυχή μας η παρουσία και θέα του Τιμίου Σταυρού μας κάνει να υπομένουμε με καρτερία και υπομονή τα προβλήματα της ζωής, δηλαδή να υπομένουμε τον προσωπικό μας σταυρό (Ματθ.16:24), ελπίζοντας εξάπαντος στην επερχόμενη ανάσταση, μεταφορικά και κυριολεκτικά. Αυτή η ακράδαντη πίστη μας δίνει δύναμη και μας κάνει να αντιμετωπίζουμε τη ζωή με αισιοδοξία, σε αντίθεση με την παποπροτεστατική Δύση, η οποία ζητά εναγωνίως την ευδαιμονία χωρίς τη θυσία, δηλαδή ζητά την ανάσταση χωρίς το σταυρό. Γι αυτό και δεν μπορεί να τη συναντήσει πουθενά. Η ελληνορθόδοξη παράδοσή μας έχει ως βάση την παύλειο αρχή «ει δε απεθάνομεν συν Χριστώ, πιστεύομεν ότι και συζήσομεν αυτώ, ειδότες ότι Χριστός εγερθείς εκ νεκρών ουκέτι αποθνήσκει, θάνατος αυτού ουκέτι κυριεύει»(Ρωμ.6:8-9). Αυτό μας κάνει να ξεχωρίζουμε από την αιρετική Δύση, η οποία όζει από απαισιοδοξία, εξαιτίας του πνευματικού της θανάτου, μη έχοντας ελπίδα αναστάσεως, διότι δεν πιστεύει στη δύναμη του Σταυρού του Χριστού και δεν έχει την ταπεινή διάθεση να συσταυρωθεί μαζί Του, για να μπορέσει έτσι να συναναστηθεί με Αυτόν. Για να μπορεί όμως ο άνθρωπος να λάβει τον θείο αγιασμό μέσω του Σταυρού είναι απαραίτητο να πιστέψει στο Λυτρωτή Χριστό και στην σταυρική απολυτρωτική Του Θυσία. Επίσης πρέπει να σταυρώσει και αυτός τον εαυτό του όπως και ο Χριστός, να συσταυρωθεί μαζί Του, όχι βέβαια κυριολεκτικά όπως κάνουν κάποιοι παπικοί, που κάθε χρόνο τη Μ. Παρασκευή σταυρώνονται σε ξύλο σταυρού, αλλά πρέπει να σταυρώσει ο άνθρωπος όχι το σαρκίο του, αλλά τον αμαρτωλό και κακό εαυτό του, «ταις του βίου ηδοναίς», όπως προτρέπει ο ιερός υμνογράφος της Μ. Εβδομάδος. «ίνα και συζήσωμεν αυτώ (τω Χριστώ)».
Η μεγάλη εορτή της Παγκοσμίου Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού είναι μια ακόμα ευκαιρία για όλους μας να σκεφτούμε τις άπειρες δωρεές του Θεού στη ζωή μας. Να στρέψουμε το βλέμμα μας στο εκθαμβωτικό φως του Σταυρού προκειμένου να διαλύσουμε το σκοτεινό έρεβος των αμαρτιών της ψυχής μας. Δεν έχουμε πολλές επιλογές, ή αποδεχόμαστε τη λυτρωτική δύναμη του Σταυρού του Χριστού και σωζόμαστε, ή παραμένουμε δούλοι της αμαρτίας και φορείς του κακού και χανόμαστε. Η κλήση προς τη λύτρωση είναι πάντα ανοιχτή, φτάνει να πάρουμε τη μεγάλη απόφαση και να την αποδεχτούμε. Ο Κύριος μας περιμένει.
 
 

Τρίτη 13 Σεπτεμβρίου 2022

Η ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΥΨΩΣΙΣ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ

Ο Άγιος Κωνσταντίνος ο Μέγας και Ισαπόστολος, πριν γίνει μονοκράτορας στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, βρισκόταν σε πόλεμο με τους συμβασιλείς του. Κάποια φορά, πριν από μια σημαντική μάχη, γνωρίζοντας ότι οι δυνάμεις του είναι ασθενέστερες του αντιπάλου του, συλλογιζόταν τι έπρεπε να πράξει. Τότε, μέρα μεσημέρι, φάνηκε στον ουρανό το σημείο του Σταυρού, σχηματισμένο με αστέρια, και γύρω έγραφε: «ν τούτνίκα», δηλαδή «Μ΄ αυτό θα νικήσεις», με τη δύναμη του Σταυρού, τη θεϊκή, όχι τη δική σου. Μετά από αυτό το θαύμα ο Κωνσταντίνος πήρε θάρρος. Διέταξε μάλιστα να κατασκευασθεί ένας όμοιος χρυσός σταυρός, ώστε να προπορεύεται πάντοτε του στρατεύματος. Αμέσως όρμησε στη μάχη και νίκησε κατά κράτος τους εχθρούς του.
Μετά μάλιστα το θεϊκό όραμα και την ανέλπιστη νίκη του με τη δύναμη του Σταυρού, πίστεψε ολοκληρωτικά στον Χριστό και περίμενε την  κατάλληλη στιγμή για να βαπτισθεί. Τότε έστειλε και τη μητέρα του, την Αγία Ελένη, στα Ιεροσόλυμα, μαζί με κατάλληλους ανθρώπους και πολλά χρήματα, για να αναζητήσει και να βρει το Τίμιο Ξύλο του Σταυρού πάνω στο οποίο είχε καρφωθεί το Πανάγιο Σώμα του Χριστού και χύθηκε το Αίμα Του, για τις αμαρτίες μας. Με τους διωγμούς των χριστιανών σχεδόν για τριακόσια χρόνια ο Σταυρός ήταν χαμένος και θαμμένος κάτω από πλήθος σκουπιδιών.
Το έργο ήταν δύσκολο και κοπιαστικό. Η παράδοση λέει πως ευωδιαστά φυτά και πλούσιος βασιλικός οδήγησαν την Αγία Ελένη να σκάψει στο κατάλληλο σημείο. Βρέθηκαν τρεις σταυροί, του Χριστού και των δύο ληστών. Πάλι σύμφωνα με την παράδοση, ο Τίμιος Σταυρός αναγνωρίσθηκε όταν μια πεθαμένη γυναίκα αναστήθηκε, μόλις την ακούμπησαν στο Σταυρό του Κυρίου.
H Αγία Ελένη και όλοι οι αξιωματούχοι που ήταν μαζί της με πολλή πίστη και ευλάβεια προσκύνησαν τότε το Σταυρό. Ζήτησε όμως και ο λαός με πολύ πόθο να τον δει και να τον προσκυνήσει. Ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων Μακάριος θεώρησε ότι θα ήταν ευκαιρία να εκτεθεί ο Σταυρός σε προσκύνηση στα εγκαίνια του Ναού της Αναστάσεως που έκτιζε η Αγία Ελένη, για να συμπεριλάβει τον Πανάγιο Τάφο και τον Γολγοθά. Πράγματι, στις 13 Σεπτεμβρίου, ημέρα των εγκαινίων, συγκεντρώθηκε πολύς κόσμος στα Ιεροσόλυμα. Την επομένη, στις 14 Σεπτεμβρίου, ο Πατριάρχης ύψωσε ψηλά τον Σταυρό, για να τον δουν όλοι οι χριστιανοί, οι οποίοι άρχισαν να φωνάζουν για πολλή ώρα το Κύριε ελέησον.
Από τότε θεσπίστηκε από τους Πατέρες της Εκκλησίας αυτή η μεγάλη γιορτή, η οποία συμπίπτει και με μια δεύτερη ύψωση που έγινε τριακόσια περίπου χρόνια αργότερα. Το 614 μ.X. οι Πέρσες είχαν καταλάβει τα μέρη εκείνα και άρπαξαν τον Τίμιο Σταυρό. Μερικά χρόνια αργότερα, το 628 μ.X., ο αυτοκράτορας Ηράκλειος τους νίκησε και μπόρεσε να τον επαναφέρει θριαμβευτικά. Λέγεται ότι ο Σταυρός αργότερα χωρίστηκε σε δύο σταυρούς. Ο ένας έμεινε στα Ιεροσόλυμα κι ο άλλος μεταφέρθηκε, μαζί με τους ήλους (τα καρφιά) για ευλογία στην Κωνσταντινούπολη. Χάριν ευλογίας επίσης, όσοι χριστιανοί επισκέπτονταν παλαιότερα τους Αγίους Τόπους, έπαιρναν έστω κι ένα μικρό κομματάκι από τον Τίμιο Σταυρό. Έτσι σήμερα δεν σώζεται ολόκληρος. Τα μεγαλύτερα κομμάτια υπάρχουν στο σκευοφυλάκιο του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων, που βρίσκεται κάτω από τον Γολγοθά, και στο Άγιο Όρος.
H Ύψωση του Τιμίου Σταυρού είναι πολύ μεγάλη γιορτή, σαν τη Μεγάλη Παρασκευή, γι’ αυτό είναι νηστεία, εκτός αν τύχει Σάββατο ή Κυριακή, οπότε τρώγεται λάδι.
O Σταυρός έχει πολύ μεγάλη δύναμη, γιατί πάνω σ’ αυτόν καρφώθηκε το πανάγιο Σώμα του Χριστού και χύθηκε το Αίμα Tου για τη σωτηρία όλου του κόσμου. Με τον Σταυρό ο Χριστός ξεγέλασε, νίκησε και ντρόπιασε το διάβολο, ο οποίος νόμισε ότι νίκησε, θανάτωσε κι εξαφάνισε τον Χριστό. Γι’ αυτό και δεν αντέχει να βλέπει αυτό το ιερό σύμβολο·  φεύγει μακριά. Ας μη ντρεπόμαστε λοιπόν να κάνουμε τον σταυρό μας σωστά και με ευλάβεια. Ας φοράμε επάνω μας σταυρό, όχι απαραίτητα χρυσό ή ασημένιο. και, κυρίως, ας πιστεύουμε στη δύναμή Tου, στην παντοδυναμία του Χριστού.

http://www.pemptousia.gr/

Σάββατο 10 Σεπτεμβρίου 2022

ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟ ΤΗΣ ΥΨΩΣΕΩΣ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ


Αποτέλεσμα εικόνας για κυριακη προ τησ υψωσεωσ του τιμιου σταυρου
ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟ ΤΗΣ ΥΨΩΣΕΩΣ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ 

του Μιχαήλ Χούλη


Κάποιος από τους Φαρισαίους, που λεγόταν Νικόδημος, άρχοντας των Ιουδαίων, για να μην γίνει αντιληπτός από τους ομοεθνείς του, ήρθε στον Ιησού νύχτα, και συζήτησε με τον Ιησού σοβαρότατες αλήθειες, περί του Θεού και της ανθρώπινης σωτηρίας. Ο Ιησούς τού εξήγησε ότι η γνώση των επουρανίων δεν μπορεί να αποκαλυφθεί άνευ της μαρτυρίας Εκείνου, δηλαδή του Υιού του Θεού. Στο 24ο κεφάλαιο του βιβλίου των Παροιμιών, τίθεται η εξής ερώτηση: «Ποιος ανέβηκε στον ουρανό και κατέβηκε απ’ αυτόν;» Η υπονοούμενη απάντηση είναι: «Μόνο ο Θεός». Ο Χριστός επομένως εξηγεί στο Νικόδημο για τον εαυτό Του ότι: Μόνο Εκείνος από τους ανθρώπους θα ανέβει στον ουρανό κατά την ανάληψή Του, όπως και μόνο Εκείνος κατέβηκε ως δεύτερος Αδάμ από τον ουρανό, και ο οποίος παρευρίσκεται πάντοτε ταυτόχρονα στον ουρανό, ως Υιός και Λόγος του Πατρός.
Και ίσως κάποιος εδώ να ρωτήσει: «Μα και ο Ηλίας και ο Μωυσής δεν αναφέρονται στην Παράδοση της Εκκλησίας μας ότι ανελήφθησαν στον ουρανό; Πώς τώρα αναφέρεται ότι μόνο ο Ιησούς θα αναληφθεί στον ουρανό;» Η απάντηση είναι ότι ο Μωυσής και ο Ηλίας απετέλεσαν προτυπώσεις του Χριστού και εικόνες Του στην Παλαιά Διαθήκη, σαν απλοί άνθρωποι που ήσαν, ενώ ο Χριστός είναι το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, που όχι μόνο ανέβηκε και κάθισε στα δεξιά του Θεού, αλλά και μόνο εκείνος κατέβηκε από Ψηλά, αφού σαρκώθηκε και γεννήθηκε ως άνθρωπος. Και αυτό επειδή, θέλοντας να αποκαλύψει σε μας τα επουράνια, έγινε από αγάπη ένας από εμάς, και ως άνθρωπος όμοιος με μας ελάλησε προς εμάς τις θείες και σωτήριες αλήθειες, ενώ στη συνέχεια, προσφέροντας το αίμα Του, απέκτησε την Εκκλησία Του.
Επεξηγώντας περισσότερο ο Ιησούς τα λόγια Του, αναφέρει στο Νικόδημο και το δεύτερο μυστήριο της σωτηρίας, μετά την δια του βαπτίσματος αναγέννηση που είχε στο μεταξύ προείπει, και αυτό είναι η δια του Σταυρού γενομένη ευεργεσία της ανθρωπότητος. Λέγει λοιπόν ο Ιησούς ότι, όπως ο Μωυσής ύψωσε το χάλκινο φίδι στην έρημο, και όσοι τραυματισμένοι το κοιτούσαν σώζονταν από το δηλητήριο των φιδιών, με τον ίδιο τρόπο η αμαρτία, λόγω τής επί του Σταυρού ύψωσης και θυσίας του Χριστού, θα εκτεθεί, δημόσια και ηττημένη, σαν το νεκρό χάλκινο ομοίωμα του φιδιού. Όσοι συμμετέχουν επομένως δια της πίστεως στο μυστήριο του Ιησού, σώζονται, ο οποίος υψωθείς μεταξύ ουρανού και γης, ήτο σαν να εγκαταλείφθηκε προς στιγμήν όχι μόνο από τους ανθρώπους, αλλά και από τον ίδιο τον Πατέρα Του. Υψώθηκε όμως ο Κύριος και με την ανάληψή Του, για να καθίσει στα δεξιά του Πατρός, και να παράσχει μετάνοια και άφεση αμαρτιών στο λαό.
Η πίστη μάλιστα των αμαρτωλών, που έχουν ανάγκη τη σωτηρία, στον Εσταυρωμένο, είναι ό,τι υπήρξε η ενατένιση προς το υψωμένο φίδι εκείνων από τους Ισραηλίτες που είχαν ανάγκη θεραπείας, καθότι ο Σταυρός του Κυρίου είναι η κλίμακα προς τον ουρανό και πηγή αιώνιας ζωής. Αυτός δηλαδή που πιστεύει, λέγει ο Ιησούς, δεν θα χαθεί λόγω των τραυμάτων των αμαρτιών του, αλλά θα πετύχει την γη της επαγγελίας, απολαμβάνων σ’ αυτήν ζωήν αιώνιον και ποιοτικώς μοναδική. Είναι αλήθεια ότι τα λόγια αυτά χαράχτηκαν στην καρδιά του Νικοδήμου, και εξ’ αιτίας αυτών, όταν είδε αργότερα υψούμενον επί του σταυρού τον Ιησού, δεν σκανδαλίστηκε όπως οι υπόλοιποι μαθητές, αλλά αισθάνθηκε την πίστη του ενισχυμένη.

Ως συνέχεια των προηγούμενων, έρχεται τώρα ο Κύριος να αιτιολογήσει τα λόγια Του ότι «πρέπει να υψωθεί ο Υιός του Ανθρώπου». Λέγει λοιπόν ότι η θυσία Του αφορά όλη την ανθρωπότητα, αγκαλιάζει όλο τον κόσμο, και εκπορεύεται από την αμοιβαία αγάπη καί του Πατέρα καί του Υιού. Η πηγή μάλιστα της άπειρης αγάπης είναι ο Θεός Πατέρας, ο οποίος δεν αρνήθηκε να χαρίσει στο θάνατο ακόμη και τον μονάκριβο γιο Του, προκειμένου να οδηγήσει τον κόσμο, δια της πίστεως και της αρετής, στην αιώνιο λύτρωση.
Τέλος, αναιρεί ο Χριστός την εσφαλμένη πίστη των Ιουδαίων, οι οποίοι είχαν την άποψη ότι ο ερχόμενος Μεσσίας θα καθίστατο, αποκλειστικά για το έθνος τους, βασιλέας και σωτήρας. Επαναλαμβάνει επομένως τρεις φορές την λέξη “κόσμος” για να καταδειχθεί το παγκόσμιον της θείας ευδοκίας, και λέγει στο Νικόδημο: «Διότι δεν έστειλε ο Θεός τον Υιό του στον ΚΟΣΜΟ για να χωρίσει και να καταδικάσει τον ΚΟΣΜΟ, αλλά για να σωθεί ο ΚΟΣΜΟΣ δι’ αυτού». Η αλήθεια αυτή που τονίζεται εδώ, δεν αποκλείει την επάνοδο του Χριστού, κατά την Δευτέρα αυτού Παρουσία, ως Κριτού της Οικουμένης, όπως και σαφώς διδάσκεται στην Καινή Διαθήκη, αλλά εκφράζει κυρίως τον θετικό σκοπό της αποστολής του Κυρίου στον κόσμο. Δεδομένου ότι η κατάκριση των ανθρώπων είναι αποτέλεσμα της θελήσεως αυτών και όχι της θελήσεως του Θεού. Όπως ακριβώς και ο ήλιος, ο οποίος δεν ευθύνεται αν οι ακτίνες του δεν φτάνουν στα φυτά και τους ανθρώπους που βρίσκονται υπό σκιά, ή πίσω από σκούρες κουρτίνες.
Οι ευαγγελιστές λοιπόν -αλλά και ο απόστολος Παύλος- με τα ανωτέρω περιγραφέντα, εκφράζουν την πίστη ότι τίποτε δεν είναι τυχαίο, διότι όλα βρίσκονται στα χέρια του Θεού, ο οποίος, επειδή κυβερνά και προνοεί ακριβέστατα και απολύτως δίκαια για τον κόσμο, φρόντισε ώστε ο Υιός του Ανθρώπου, όπως ονόμαζε τον εαυτόν του ο Χριστός, να αντιπροσωπεύσει και αντικαταστήσει στη θυσία Του ολόκληρη την ανθρωπότητα, ίνα σωθούμε όλοι δι’ Αυτού, ακολουθούντες τις εντολές και το παράδειγμά Του.