Δευτέρα, 30 Μαρτίου 2020

Η ΟΣΙΑ ΜΑΡΙΑ Η ΑΙΓΥΠΤΙΑ ΣΤΗ Μ. ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗ




Αν, αγαπητοί Χριστιανοί, ο «Άσωτος», όπως τον γνωρίζουμε μέσα από την ομώνυμη παραβολή, είναι για μας, κατά τις πρώτες ημέρες του Τριωδίου, η θεωρητική πλευρά της πορείας του ανθρώπου από την αμαρτία στη μετάνοια, από την αποδημία σε χώρους αγνώστους και την αποποίηση των Θεϊκών δωρεών, στην επιστροφή και την επανένταξη, σήμερα, Ε΄. Κυριακή των Νηστειών και στο τέλος της Μ. Τεσσαρακοστής, βλέπουμε όλη αυτή τη διαδικασία, τον κοπιώδη και ανηφορικό δρόμο του γυρισμού, να παίρνει σάρκα και οστά, να γίνεται πράξη, στο πρόσωπο στο οποίο η Εκκλησία μας αφιέρωσε την σημερινή Κυριακή. Την οσία Μαρία την Αιγυπτία.
    «Η Μετάνοια στην πράξη». Ένας άλλος τίτλος λοιπόν που μπορούμε να αποδώσουμε στη σημερινή Κυριακή. Η  μεταστροφή από μια ζωή βουτηγμένη κυριολεκτικά στο βόρβορο της αμαρτίας, από μια ψυχή που έζησε την πτώση στον έσχατο βαθμό, στη ζωή της αγιότητος, της ανοδικής στον ουρανό πορείας, της με το Θεό κοινωνίας, της ανείπωτης χαράς και αγαλλίασης στην αιώνια χαρά της Βασιλείας του Κυρίου μας.
    Πλησιάζοντας λοιπόν στο τέλος της Μ. Τεσσαρακοστής, η Εκκλησία μας, μας δίνει ένα γερό ταρακούνημα, «προς διέγερσιν των ραθύμων και αμαρτωλών εις μετάνοιαν». Θέλοντας να μας βοηθήσει να κορυφώσουμε τους αγώνες μας , φέρνει μπροστά μας ένα ζωντανό παράδειγμα μετανοίας και σωτηρίας. Όχι πια με παραβολές μα με πρόσωπα ζωντανά. Με μια θαυμαστή γυναικεία μορφή που ξεπέρασε τον ίδιο της τον εαυτό και μπόρεσε να προχωρήσει από το «παρά φύσιν» στο «υπέρ φύσιν». Η οσία Μαρία η Αιγυπτία από τον πλέον βρωμερό βούρκο της αμαρτίας, με μια ψυχή καταλεκιασμένη και καταπληγωμένη από τα πυρωμένα βέλη του πονηρού, αξιώθηκε με την ειλικρινή της μετάνοια και την υπεράνθρωπη άσκηση της, όχι μόνο να φτάσει τους μεγαλύτερους ασκητάς μα και να τους ξεπεράσει. Έγινε ανώτερη απ’ τους μάρτυρες, τους ομολογητές, κι αυτούς ακόμη τους θαυματουργούς αγίους. Έφθασε τα μέτρα της τελειότητος, όπως σημειώνει ο ι. υμνογράφος στο κοντάκιο της Αγίας.
Ἡ πορνείας πρότερον μεστωμένη παντείαις.
Χριστοῦ νύμφη σήμερον τῆ μετανοίᾳ ἐδείχθης
Ἀγγέλων τήν πολιτείαν ἐπιποθοῦσα,
Δαίμονας, Σταυροῦ τῷ ὄποῳ καταπατοῦσα,
Διά τοῦτο βασιλείας ἐφάνης νύμφη, Μαρία ἔνδοξε

    Αγαπητοί Χριστιανοί.
Η ΑΜΑΡΤΙΑ
Το μεγαλύτερο πρόβλημα στη σχέση μας με το Θεό, είναι η αποστασία μας. Είναι η «αποδημία μας εις χώραν μακράν». Αυτό το βλέπουμε μεν θεωρητικά στο πρόσωπο του «Ασώτου», μα το κατανοούμαι, γίνεται χειροπιαστό, στην κακώς αυτονομημένη αρχικά και αλλοτριωμένη ζωή της οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας. Και αυτή, όπως φυσικά και κάθε αμαρτωλός, απεδήμησε. Έφυγε μακράν του Θεού. «Όταν αμαρτάνουμε, μας λέγει ο ι. Χρυσόστομος, φεύγουμε από το Θεό, δραπετεύουμε, φεύγουμε σε ξένη χώρα…».
Απομακρυνόμενοι κάνουμε και το πρώτο βήμα της αποστασίας μας. Το δεύτερο βήμα είναι ο διασκορπισμός. Ο διασκορπισμός της «πατρικής ουσίας»  στην παραβολή του «Ασώτου», το ξεπούλημα σώματος και ψυχής στην οσία Μαρία την Αιγυπτία. Τελικά «Στη χώρα της αμαρτίας η ζωή του ανθρώπου είναι ένας διασκορπισμός των θείων χαρισμάτων. Όλες οι Θείες δωρεές με τις οποίες προικίσθηκε από το Θεό ο άνθρωπος για να εργασθεί τη σωτηρία του, δαπανώνται ασώτως: Δηλαδή, δαπανώνται σε μια ζωή μακράν της σωτηρίας, μακράν του Σωτήρος Χριστού». (Ιερομ.Γρηγορίου. Η ΙΕΡΑ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΙΣ. Σελ.23).
    Τα αποτελέσματα αυτής της ζωής φαίνονται καθαρά στο βίο της οσίας Μαρίας. Το πόσο μπορεί η αμαρτία να κυλήσει τον άνθρωπο και να τον οδηγήσει στην έσχατη πτώση, να τον στείλει με μαθηματική ακρίβεια στην καταστροφή και την απώλεια, και μαζί μ’ αυτόν να γκρεμιστούν και άλλοι, χαράσσεται με έντονα και μελανά χρώματα σήμερα.
    Το να απομακρυνθεί κανείς απ’ την μοναδική πηγή ζωής, το να αποκοπεί απ’ τις ρίζες του σημαίνει αποξήρανση. Σημαίνει σκοτάδι, σημαίνει χάος. Και είναι επόμενο αφού όπως σημειώνει ο Άγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος, «Τέτοιοι είναι εκείνοι που ζουν μέσα σε αμαρτίες. Όπως δηλαδή είναι οι νεκροί μέσα στο σκοτάδι, έτσι είναι κι αυτοί. Κι αν περιφέρουν αναρίθμητες λαμπάδες, κι αν κοιτάζουν προς τον ήλιο, κι αν γίνονται χαρούμενοι από τα φορέματα και την άλλη περιποίηση, δεν είναι καθόλου σε καλύτερη θέση από εκείνους που πέθαναν και βρίσκονται μέσα στο σκοτάδι, αλλά και σε πολύ χειρότερη, όσο το μεν ένα είναι φυσικό πράγμα, ενώ το άλλο αποτελεί αντικείμενο της ελεύθερης εκλογής τους».
Θεέ απόστα απ’ εμού, οδούς Σου ειδέναι ου βούλομαι.
Είναι η φωνή του ανθρώπου που αμαρτάνει και που μένει πεισματικά προσκολλημένος στην αμαρτία. Του ανθρώπου που διώχνει απ’ τη ζωή που το Θεό για να μπορεί ανενόχλητα και ανενδοίαστα να εκδαπανάται μέσα στα πάθη του και να σπαταλά ασώτως «την εαυτού ουσίαν».   
«Όλοι βαδίζουν τον πλατύ δρόμο της αμαρτίας, όλοι χάσκουν μπροστά στα υλικά αγαθά αυτού του κόσμου, τρέχουν διαρκώς πίσω από τις σωματικές απολαύσεις, ενώ τις ψυχές τις αφήνουν να λιώνουν από την πνευματική πείνα. Και μολονότι κάθε μέρα δέχονται άπειρα τραύματα από το κακό, ποτέ δεν καταλαβαίνουν τα κακά μέσα στα οποία βρίσκονται». Εδώ λοιπόν χρειάζεται μεγάλη προσοχή. Σήμερα που ζούμε την μεγάλη τραγωδία της αμαρτίας και παράλληλα έχουμε χάσει την έννοια της. Έχουμε αμβλύνει σε αφάνταστο βαθμό το αισθητήριο αυτό ώστε να αμαρτάνουμε χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε, χωρίς να μας ενδιαφέρει. Όλοι μας λέμε ναι στην αμαρτία και όχι στην μετάνοια και την αναγνώριση της πτώσεως μας. Πέφτουμε και δεν κάνουμε καμιά προσπάθεια για να σηκωθούμε.
Η ΜΕΤΑΝΟΙΑ
   Όσο όμως χαμηλά κι αν έχουμε πέσει, όσο πολλές κι αν είναι οι πληγές μας, ότι κι αν έχει συμβεί, πάντα υπάρχει η ελπίδα. Πάντα ο δρόμος για την επιστροφή και τη σωτηρία είναι ανοιχτός. Δεν υπάρχει αμαρτία (εκτός από την αμετανοησία),που να μην την παραβλέπει ο Θεός, δεν υπάρχει πτώση χωρίς ανόρθωση. Ο ι. Χρυσόστομος μας λέει ότι δεν είναι τόσο φοβερό το να πέσει κανείς. Αυτό σ’ όλους μπορεί να συμβεί. Φοβερό είναι το να μην προσπαθήσεις να σηκωθείς. Να παραμένεις πεσμένος.
    Αυτό μας τονίζεται σήμερα μέσω της οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας. ¨Επεσε…Έπεσε στα έσχατα σημεία που μπορεί να φτάσει μια ψυχή. Όμως δεν νέκρωσε ολωσδιόλου τη συνείδηση της. Μπόρεσε τελικά να αντιληφθεί τη θέση της, να συναισθανθεί το μέγεθος και το βάρος της αποστασίας της, να λυπηθεί για την κατάντια της να πει κι αυτή το σωτήριο «αναστάσα πορεύσομαι προς τον πατέρα μου».
    «Η θλίψη της τότε μετατρέπεται σε αυτοκριτική, σε αυτομεμψία, σε αδυσώπητη καταδίκη της αμαρτωλής ψυχής, σε πύρινους ποταμούς δακρύων,, σε πλήρη απόρριψη και περιφρόνηση του πρότερου βίου, σε άρνηση των παλαιών απολαύσεων και επιθυμιών, σε σταθερή απόφαση για πορεία προς την σωστή κατεύθυνση, χωρίς περιστροφές και παρεκκλίσεις, «ίνα Χριστόν κερδίσει». (Αρχιμαν. Νεκτάριος Ντόβας Μ. Τεσσαρακοστή. Σελ.153).

Ω αλλοιώσεως σεπτής, της προς το κρείττον σου, μεταθέσεως σεμνή.
Ω πόθου θεϊκού μισούντος τας σαρκικάς ηδονάς,
Ω πίστεως ζεούσης και θείας πανεύφημε Μαρία

    Αυτό ακριβώς είναι η μετάνοια: η οριακή γραμμή ανάμεσα στον παλαιό αμαρτωλό βίο και την νέα πορεία προς την Ζωή, τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό και Θεό μας. Η μετάλλαξη της ψυχής, η πνευματική μεταμόρφωση, η προοπτική της σωτηρίας, η αισιόδοξη ενατένιση προς τον ουρανό, και την αιωνιότητα. Η απόφαση για μια στροφή 180 μοιρών…».(Αρχιμαν. Νεκτάριος Ντόβας Μ. Τεσσαρακοστή. Σελ.153).
Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ
    Έτσι λοιπόν η κατάντια της οσίας Μαρίας, το κατρακύλισμα της, δεν της έκλεισε το δρόμο που οδηγεί σε συνάντηση με το Θεό. Δεν την απέκλεισε από τη Θεοκοινωνία. Αυτό σημαίνει ότι όπου κι αν βρίσκεται κανείς, σ’ όποια κατάσταση κι αν έχει περιέλθει και για οποιονδήποτε λόγο, άμα καταληφθεί από πόθο θεϊκό, από ζέουσα πίστη, όπως αυτή της οσίας Μαρίας, έχει τη δυνατότητα, μπορεί να διαβεί το δρόμο που οδηγεί στον Αναστημένο Χριστό.
    «Τη στιγμή που ο άνθρωπος μεταθέτει τον έρωτα του από τα κτίσματα στον κτίστη αρχίζει αυτή η πορεία. Κανείς δεν πρέπει να αποθαρρύνεται από την κατάσταση του. Δεν πρέπει να σκέπτεται πως γι΄ αυτόν δεν υπάρχει αυτή η ελπίδα. «Μηδείς οδυρέσθω πταίσματα. Συγγνώμη γαρ εκ του τάφου ανέτειλε». Εξ άλλου τα μάτια του Θεού δεν είναι τα ίδια με τα μάτια του ανθρώπου. Ό, τι φαίνεται κοντά στο Θεό για μας τους ανθρώπους, μπορεί να είναι πολύ μακριά απ’ το Θεό στα μάτια του Θεού, και ασφαλώς ο Θεός δεν νοιώθει κοντά του τον καθωσπρέπει άνθρωπο με την εξωτερική ευσέβεια και την βεβαιότητα του δικαιωμένου… ενώ εμείς βλέπουμε κοντά στο Θεό τους «προφάσει μακρά», προσευχομένους γραμματείς και φαρισαίους που «έξωθεν μεν φαίνονται ωραίοι, έσωθεν δε γέμουσιν οστέων νεκρών και πάσης ακαθαρσίας».(π. Φιλόθεος Φάρος. ΠΡΙΝ ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΤΟ ΠΑΣΧΑ. Σελ.56).
 Ο Χριστός βλέπει κοντά του, ζητά να πάνε μετανοιωμένοι κοντά του, οι τελώνες, οι πόρνες, οι αμαρτωλοί. Ο ίδιος τονίζει ότι δεν έχουν ανάγκη από γιατρό οι υγιείς αλλά οι άρρωστοι. Γι’ αυτό κάλεσε κοντά του και την μεγάλη αμαρτωλή, την οσία Μαρία την Αιγυπτία. Της έδειξε νέες προοπτικές, νέους σκοπούς, νέα οράματα. Της άναψε τον πόθο για σωτηρία. Συναντήθηκε μαζί της. Της χάρισε την αγιότητα..
Αγαπητοί Χριστιανοί.
«Ιδού αναβαίνομεν εις Ιεροσόλυμα»,είναι τα λόγια που απευθύνει σήμερα ο Κύριος προς τους μαθητάς του, καθώς προχωρεί προς το εκούσιο πάθος, «ως πρόβατον επί σφαγή».Καθώς προχωρεί για να ολοκληρώσει το έργο της σωτηρίας του ανθρώπου, με τη μεγάλη θυσία του Σταυρού στο Γολγοθά και να το επισφραγίσει με την Ανάσταση, την αφθαρσία, την αθανασία. Ας τ’ ακούσουμε κι εμείς. Ας ανεβούμε, ας πορευθούμε, κι εμείς μαζί του. Ας ακολουθήσουμε τα βήματα του, ας διαβούμε το δρόμο που αυτός μας χάραξε.
Αυτόν τον δρόμο περπάτησαν οι άγιοι, αυτόν περπάτησε η οσία Μαρία που σήμερα εορτάζουμε, σ’ αυτόν πρέπει κι εμείς να προχωρήσουμε αν ποθούμε συνάντηση μαζί Του.   
Ας προσπαθήσουμε έστω και στο τέλος αυτής της αγωνιστικής περιόδου να συλλάβουμε το βαθύτερο της νόημα. Αν έστω και στο τέλος κατανοήσουμε πόσο μεγάλη σημασία έχει για μας η συνάντηση με τον Αναστημένο Χριστό, τότε θα βιώσουμε και το Πάθος και την Ανάσταση όσο ποτέ μέχρι τώρα στη ζωή μας. Τότε με άφατη αγαλλίαση θα αναφωνούμε:
Ιδού γαρ ήλθε διά του Σταυρού χαρά εν όλω τω κόσμω.

Πέμπτη, 26 Μαρτίου 2020

ΚΥΡΙΑΚΗ Δ΄ΝΗΣΤΕΙΩΝ: Ιωάννου της Κλίμακος

Π[ΗΓΗ ΕΔΩ

Δύσκολος είναι ο δρόμος της αρετής, αδελφοί μου, γεμάτος αγκάθια και πειρασμούς, παγίδες και δυσκολίες. Κατά τις πνευματικές και πραγματικές εμπειρίες της παράδοσης μας ,όποιος αποφάσισε να σηκώσει τον σταυρό του και να γίνει στρατιώτης και ακόλουθος του Σταυρωμένου έχει να αντιμετωπίσει δαίμονες και φαντάσματα, γίγαντες αντιπάλους και εκδικητικούς νάνους. Πειρασμούς , πάθη, εμπαιγμούς, δισταγμούς , πόλεμο μέχρι εξόντωσης από τον κόσμο, αν είναι δυνατόν και πληγές θανάτου ακόμα, φτάνει να ξεστρατίσει και να λογιστεί υπήκοος της απάτης του αιώνα.
Όλα αυτά τα φρικτά και δεινά είναι τα φόβητρα μιας πνευματικής προσπάθειας για ανάβαση εν Χριστώ που όμως αποτελούν τη μία μόνο όψη του νομίσματος. Γιατί από την άλλη όψη , την μυστική και σε λίγους φανερή , αλλά όχι καταφρονεμένη ατενίζουμε πράγματα και υποθέσεις θαυμασμού και χαράς. Στεφάνια πνευματικά και βραβεία ακατάληπτα. Θέα του Θεού και μυστική ευφροσύνη, εμπειρία αποκάλυψης και χαρά της αληθινής ζωής. Δύσκολες οι αναβάσεις, ιστοί αράχνης τα πολεμήματα, θρασύδειλα σκιάχτρα τα τελώνια, δύσκολες μα κατορθωτές οι αρετές,βασιλικό διάδημα η κορυφή. Αυτή η παραβολική κλίμακα που παρουσιάζουμε βέβαια αναφέρεται στη θεματική της ημέρας: στη μνήμη του αγίου Ιωάννη του Σιναΐτη που είναι και συγγραφέας της "Κλίμακας".
Λιοντάρι και αετός ο Ιωάννης. Θεριό και άγγελος της ερήμου. Ζει κοντά στους αγίους και τους ασκητές. Καταγράφει τις αρετές τους και σκιαγραφεί τις πτώσεις τους. Γνωρίζει από προσωπική εμπειρία τί σημαίνει να ανεβαίνεις την κλίμακα των αρετών. Τί σημαίνει να σε προσκαλεί ο παράδεισος και να σε διεκδικεί η κόλαση. Γνωρίζει και καταγράφει τί σημαίνει ανάσταση και πτώση, ορμή και πισωγύρισμα, νήψη και ακηδία και μας το προσφέρει με λόγο ποιητικό,διαδακτικό, αληθινά θεολογικό. Στα συγγράμματα και τις υποθέσεις της "Κλίμακας", ο πιστός μπορεί να βρεί λες ολόκληρο το ευαγγέλιο και συνάμα την Ιερά Παράδοση εξηγημένη και αναλυμένη με τρόπο τέτοιο ώστε τα μυστικά να γίνονται κοινόχρηστα και τα απλά να παρουσιάζονται μεγαλόπρεπα. Όλη η ορθόδοξη χριστιανοσύνη ξεδίψασε από το βιβλίο αυτό.
Από την άλλη έχουμε την ευαγγελική περικοπή της ημέρας που αναφέρεται στη θεραπεία ενός δαιμονισμένου παιδιού. Δεν είναι άστοχη και ασύνδετη ίσως η περικοπή με τη μνήμη του αγίου Ιωάννη ως συγγραφέως της "Κλίμακας των αρετών", αν και δεν τέθηκε σ'αυτό το σημείο της Τεσσαρακοστής για αυτόν ακριβώς τον λόγο. Όταν ατενίζουμε τον εσωτερικό μας κόσμο και τον κόσμο γενικότερα, ας μην ψάξουμε να βρούμε τον δαιμονισμό της φύσης και του ανθρώπου στην φρικτή μόνο περίπτωση ενός ταλαίπωρου δαιμονισμένου. Ας κοιτάξουμε τα πράγματα πίσω από τα πράγματα. Ο δαιμονισμός και η πτώση είναι το ύπουλο σαράκι που τρώει ότι απομακρύνθηκε από την χάρη του Θεού, ότι είναι μακρυά και διάφορα από την αληθινή πηγή της ζώης. Διαστροφή και ασχημονία, κακότητα και μίσος, αντιπαλότητα και παραποίηση, φθορά και καταστροφή, εγωκεντρισμός και θεοποίηση των κτισμάτων. Ο κόσμος σε πολλές περιπτώσεις πορεύεται αντίστροφα. Σε μια κλίμακα οπισθοδρόμησης και πτώσης που κατάληξη έχει τον παμφάγο άδη και την ανυπαρξία. Η εκκλησιαστική και ασκητική ζωή είναι ο δρόμος που πάει ίσια, εξελικτικά προς την πραγμάτωση, την δικαίωση, την θέωση, το φυσικό , το αληθινό, το αυθεντικό,το θεϊκό. Η Εκκλησία κάθε χρονική στιγμή αλλά ιδιαίτερα την σαρακοστή, τώρα δηλαδή που μας βγάζει στην έρημο της άσκησης στην αυτογνωσία, μας προτείνει την συμπόρευση με το λογικό, αυτό που ο εσκοτισμένος νους βλέπει ως παράλογο γιατί συνήθισε να συμπορεύεται με την αμαρτία και να ηδονίζεται μέσα σ'αυτήν. Και ότι είναι λογικό είναι πάντα εκκλησιαστικό. Νηστεία και σαρακοστή σημαίνει κυρίως επιστροφή στην Εκκλησία και στον τρόπο ζωής που αυτή προτείνει, επιστροφή στο δρόμο της.
Το δίλημμα της σαρακοστής και το αεί δίλημμα που θέτει η Εκκλησία ως πραγματικότητα στον άνθρωπο κάθε εποχής είναι: δαιμονισμός ή θέωση. Και στις δύο περιπτώσεις ο άνθρωπος δεν μπορεί να διακρίνει την αλήθεια ή να αποδείξει και να αποτινάξει το ψέμα παρά μόνο μέσα από ένα ασφαλές και διαυγέστατο μέσο: το δίπτυχο προσευχή και νηστεία.
Καλό υπόλοιπο και καλό παράδεισο.

Δευτέρα, 23 Μαρτίου 2020

Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου


Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου
Άγιος Λουκάς Αρχιεπίσκοπος Κριμαίας
Λόγος εις τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου
Τρία σημαντικότατα γεγονότα στην ιστορία του κόσμου εορτάζει σήμερα η Εκκλησία μας.
To πρώτο είναι ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου, τον οποίο εορτάζουμε σήμερα με χαρά και αγάπη, αλλά και με δέος ενώπιον του μεγαλείου του γεγο­νότος αυτού, το οποίο ονομάζεται «κεφάλαιον» (δη­λαδή αρχή) της σωτηρίας μας.
Εννέα μήνες μετά τον Ευαγγελισμό πραγματο­ποιήθηκε και το δεύτερο από τα σημαντικότερα γε­γονότα, η κατά σάρκα Γέννηση του Κυρίου μας Ιη­σού Χρίστου. Κορυφή και ολοκλήρωση της σωτηρί­ας μας θα είναι η ανάσταση του Κυρίου Ιησού Χρί­στου μετά από ένα φρικτό θάνατο πάνω στο Σταυρό.
Όχι μόνο μια φορά αλλά πολλές φορές φανερώ­θηκαν στους αγίους άγγελοι. Έξι μήνες πριν τον Ευ­αγγελισμό της Παναγίας Παρθένου Μαρίας στάλθη­κε ο αρχάγγελος Γαβριήλ στον ιερέα Ζαχαρία, ο οποίος υπηρετούσε στο ναό, για να του αναγγείλει, ότι απ' αυτόν θα γεννηθεί ο μεγαλύτερος μεταξύ των αν­θρώπων, ο Πρόδρομος του Κυρίου ο Ιωάννης. Και σήμερα ο ίδιος φέρνει το χαρμόσυνο άγγελμα στην Υπεραγία και άχραντο Παρθένο Μαρία, η οποία ζού­σε στο ταπεινό φτωχόσπιτο του ξυλουργού Ιωσήφ.
Ο διάλογος του με την Παναγία είναι τόσο άγι­ος και μεγαλειώδης που δεν τολμώ να τον περιγράψω με δικά μου λόγια αλλά πρέπει να τον επαναλά­βω με Ευαγγελικά λόγια.
Όταν μπήκε ο αρχάγγελος στο υπερώο, είπε:
«Χαίρε, κεχαριτωμένη ο Κύριος μετά σου· ευλο­γημένη συ εν γυναιξίν.
Η δε ιδούσα διεταράχθη επί τω λόγω αυτού, και διελογίζετο ποταπός είη ο ασπασμός ούτος, και είπεν ο άγγελος αύτη· μη φοβού, Μαριάμ- εύρες γαρ χάριν παρά τω Θεώ. και ιδού σύλληψη εν γαστρί και τέξη υιόν, και καλέσεις το άνομα αυτού Ιησούν. ούτος έσται μέγας και υιός υψίστου κληθήσεται, και δώσει αυτώ Κύριος ο Θεός τον θρόνον αυτού του πατρός αυτού, και βασιλεύσει επί τον οίκον Ιακώβ εις τους αιώνας, και της βασιλείας αυτού ουκ έσται τέλος.
Είπε δε Μαριάμ προς τον άγγελον πώς έσται μοι τούτο, επεί άνδρα ου γινώσκω; και αποκριθείς ο άγ­γελος είπεν αύτη· Πνεύμα άγιον επελεύσεται επί σε και δύναμις υψίστου επισκιάσει σοι· διό και το γεννώμενον άγιον κληθήσεται υιός Θεού...
Είπε δε Μαριάμ· ιδού η δούλη Κυρίου· γένοιτο μοι κατά το ρήμα σου. και απήλθεν απ' αυτής ο άγ­γελος» (Λκ. 1, 28-38).
Σας έχω πει πολλά τα προηγούμενα χρόνια γι' αυτόν το μοναδικό στην Ιστορία του κόσμου διάλογο. Αλλά τώρα θα σταθώ στα λόγια του Αρχαγγέλου:
«Πνεύμα Άγιον επελεύσεται επί σε και δύναμις υψίστου επισκιάσει σοι διό και το γεννώμενον άγι­ον κληθήσεται υιός Θεού».
Κανείς ποτέ, από τη δημιουργία του κόσμου και μέχρι τη συντέλεια του, δεν γεννήθηκε και δεν θα γεννηθεί κατά τον τρόπο, κατά τον οποίο γεννήθη­κε ο Θεάνθρωπος Ιησούς Χριστός. Κανείς ποτέ δε γεννήθηκε χωρίς άνδρα. Κανείς δε γεννήθηκε και δε θα γεννηθεί με την επέλευση του Αγίου Πνεύματος. Σε κανέναν ποτέ δεν κατοίκησε το Άγιο Πνεύ­μα με τέτοια ολοκληρωμένη πληρότητα, με την ο­ποία εγκατοίκησε στην Παναγία Παρθένο Μαρία. Κανέναν δεν επισκίασε η δύναμη του Υψίστου και τα μητρικά σπλάγχνα καμμίας γυναίκας δεν αγίασε, με τέτοια πληρότητα και δύναμη, όπως τα σπλάγχνα της Υπεραγίας Παρθένου Μαρίας.
Κρατήστε βαθειά στην καρδιά σας, αυτό που σας λέω για την πλήρη ενότητα του Πνεύματος του Θε­ού και της ανθρώπινης ουσίας της Μαρίας.
Η ψυχή και το πνεύμα του άνθρωπου έχουν την αρχή τους στο Πνεύμα του Θεού. To δεύτερο κεφά­λαιο της Παλαιάς Διαθήκης λέει, ότι έπλασε ο Θε­ός τον πρώτο άνθρωπο, τον Αδάμ, «χουν από της γης και ενεφύσησεν εις το πρόσωπον αυτού πνοήν ζωής» (Γέν. 2, 7).
Με το Πνεύμα του Θεού μόνο το πνεύμα του άν­θρωπου είναι δυνατόν να κοινωνεί, εφόσον από Ε­κείνον προέρχεται, όπως συμβαίνει και στην φύση, συγγενή δηλαδή μεταξύ τους πράγματα να έχουν πραγματική επικοινωνία.
Την δυνατότητα της αληθινής κοινωνίας με τον Θεό την διδαχθήκαμε από τον ίδιο τον Κύριο μας Ιησού Χριστό, ο οποίος λέει:
«Εάν τις αγαπά με, τον λόγον μου τηρήσει, και ο πατήρ μου αγαπήσει αυτόν, και προς αυτόν ελευσόμεθα και μονήν παρ' αύτω ποιήσομεν» (Ιω. 14, 23).
Αλλά και ο απόστολος Παύλος με κάποια έκ­πληξη ρωτάει τους χριστιανούς της Κορίνθου: «Ουκ οίδατε ότι ναός Θεού έστε και το Πνεύμα του Θεού οικεί εν υμίν;» (Α' Κορ. 3, 16).
Από τους βίους των αγίων γνωρίζουμε για μιά πραγματική κοινωνία με τον Θεό, που είχαν στη ζωή τους οι άγιοι του Θεού. Γνωρίζουμε ότι αυτοί υπήρξαν κατοικοιτήρια του Πνεύματος του Θεού. Αλλά ακόμα και αυτή η βαθειά κοινωνία τους με το Θεό δεν μπο­ρεί να συγκριθεί μ' εκείνη την ευλογημένη κατά­σταση, η οποία υπερβαίνει ακόμα και την κατάσταση των αγγέλων και των αρχαγγέλων, στην όποια βρέθη­κε η Υπεραγία Παρθένος Μαρία μετά την επέλευση του Αγίου Πνεύματος.
Αυτό δεν μπόρεσε, η καλύτερα, δεν ήθελε να α­ντιληφθεί ο κακότυχος εκείνος αιρετικός Νεστόριος, ο οποίος ισχυριζόταν ότι η Υπεραγία Θεοτόκος γέννησε έναν κοινό άνθρωπο Ιησού Χριστό, με τον οποίο αργότερα ενώθηκε ο Θεός, γι' αυτό και την Υπεραγία Παρθένο Μαρία την ονόμαζε Χριστοτόκο και όχι Θεοτόκο.
Αν, έστω και ελάχιστο, δίκαιο είχε ο Νεστόριος, τότε ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός θα ήταν όχι ο Υιός του Θεού και Θεάνθρωπος αλλά ένας από τους πολλούς μεγάλους αγίους, οι οποίοι ονομάζο­νται αληθινοί ναοί και μονές του Πατρός και του Υιού για την απέραντη αγάπη τους στον Θεό και την τέλεια εφαρμογή στη ζωή τους των εντολών του Χριστού. Όπως βλέπετε ο Νεστόριος δικαίως ανα­θεματίστηκε από την Τρίτη Οικουμενική Σύνοδο.
Σ' αυτό το σημείο θα μπορούσα να τελειώσω τον εγκωμιαστικό μου λόγο προς τιμήν της μεγάλης αυτής εορτής του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου. Όμως δεν θέ­λω να προσπεράσω τα λόγια εκείνα του Αρχαγγέλου Γαβριήλ, τα όποια μπαίνουν σε κάθε καθαρή καρδιά:
«Χαίρε, κεχαριτωμένη· ο Κύριος μετά σου».
Όλοι εσείς, που είστε ομόψυχοι με μένα, πέστε μου, μπορεί να υπάρχει ανώτερη και καθαρότερη χαρά από αυτή, που δίνει η αίσθηση ότι μαζί μας εί­ναι ο Κύριος! Ότι μας αγαπά, επειδή φυλάσσουμε τις εντολές Του και ότι θα έλθει μαζί με τον Άναρ­χο Πατέρα Του και θα κατοικήσει μαζί μας!
Της ανώτατης αυτής ευτυχίας και χαράς να μας αξιώσει ο Κύριος και Θεός μας Ιησούς Χριστός διά πρεσβειών της Υπεραγίας και Αχράντου Παρθένου Μαρίας! Αμήν

ΛΟΓΟΣ ΕΙΣ ΤΟΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟ ΤΗΣ ΔΕΣΠΟΙΝΗΣ ΗΜΩΝ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΚΑΙ ΑΕΙΠΑΡΘΕΝΟΥ ΜΑΡΙΑΣ

ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ




ΛΟΓΟΣ ΕΙΣ ΤΟΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟ ΤΗΣ ΔΕΣΠΟΙΝΗΣ ΗΜΩΝ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΚΑΙ ΑΕΙΠΑΡΘΕΝΟΥ ΜΑΡΙΑΣ

ΤΟΥ ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ.

Εὐλόγησον Πάτερ.



Τῆς παρούσης τιμίας Βασιλικῆς συνάξεως τὴν φαεινήν τε καὶ ὑπέρξενον ἀνάμνησιν λαοὶ φυλαὶ καὶ γλῶσσαι καὶ ἅπαν ἀξίωμα καὶ λαὸς ὁ περιούσιος, ἀγαλλόμενος τῇ ψυχῇ, πνευματικῶς πανηγυρίσωμεν, καὶ ὕμνους θεοτερπεῖς τῇ ἐκ Δαβὶδ Βασιλίδι μετὰ σπουδῆς ἐξυφάνωμεν, καὶ συστησώμεθα νέαν ἐορτὴν ἑαρινὴν καὶ πανήγυριν πασῶν πανηγύρεων τῆς ἐλπίδος ἡμῶν.

Σήμερον γάρ, ὡς ἀληθῶς αἰ νοεραὶ Δυνάμεις τῶν οὐρανῶν οὐρανόθεν παρέκυψαν, καὶ μεθ’ ἡμῶν τῶν γηΐνων ἀοράτως πανηγυρίζουσιν.

Σήμερονπεπλήρωται  τοῦ Δαβὶδ προφητεία  λέγουσαΕὐφραινέσθωσαν οἱ οὐρανοίκαὶ ἀγαλλιάσθω  γῆἸδοὺ γὰρ τὰ ἀμφότερα χαρᾶς ἐπλήρωσεν  Κεχαριτωμένη.
Σήμερονἐκ χειμῶνος κρυεροῦ θερμὸν καὶ πολύανθον ἔαρ ἐπελαμψεκαὶ χρυσοφεγγὴς ἥλιος τερπνότερός τε καὶ χαριέστερος ἡμῶν ἀνατέταλκε.
Σήμερον θεοφύτευτος Ἐδὲμ ἐξανοίγεταικαὶ  θεόπλαστος Ἀδὰμ φιλανθρωπίας ἀγαθότητι ἐν αὐτῇ πάλιν πολιτογραφούμενος εἰσοικίζεται.
Σήμερονλύεται της λύπης  προγονικὴ ἀπόφασιςκαὶ πέπαυται λοιπὸν  τῆς Εὔας ἐπίφθονος ἐξουθενισμὸς καὶ ἐπίμοχθον ἐπιτίμιον.
Σήμεροναἱ ἄνω τάξεις τοῖς ἐπὶ γῆς συγχορεύουσι διὰ τὴν παροῦσαν ταύτην Ἁγίαν σύναξινκαὶ  κόσμος φωτὶ καταλάμπεται.
Σήμερον ἄσπιλος Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ μορφοπρεπῶς μεγαλύνεταικαὶ ὡς ἐν κροσσωτοῖς χρυσοῖς τὸ κάλλει τῆς παρούσης πολυποθήτου ἡμέρας καταγλαΐζεται.
Σήμερον πολύβλεπτος καὶ ἁγιώνυμος πόλις Ἱερουσαλὴμ  κάτω μετὰ τῆς ἄνω εὐφραίνεταικαὶ  νέα Σιὼν προφητικῶς κατατέρπεται.
Σήμερον τοῦ Δαβὶδ καὶ τῆς καλλίπαιδος πόλις Βηθλεὲμ ὡς οὐρανὸς ἀναδείκνυταικαὶ τῇ περικαλλεῖ στολῇ νυμφοστολίζεται.
Σήμερον ἐπίσημος πόλις Βαζαρὲτ καὶ  τιμία Γεθσημανῆ καὶ πᾶσα πόλις καὶ χώρα τὴν ὁλόφωτον ταύτην ἄγουσι κόσμῳ ἑορτήν.
Σήμερονβασιλεῖς τῆς γῆς καὶ πάντες λαοὶ τῆς ἀμιάντου Βασιλίδος ἡμῶν καὶ Θεομήτορος τὴν μακαρίαν ἀνάμνησιν βασιλικῶς πανηγυρίζουσι.
Σήμερονθυγατέρες βασιλέων καὶ βασιλίδων στίφη πρὸς τὴν μνήμην τῆς βασιλικῆς παστάδος ἀπὸ ἀνατολῶν ἡλίου μέχρι δυσμῶν συνελαύνονται.
Σήμεροννεάνιδες καὶ νύμφαιμητέρες καὶ παρθένοικαὶ εὐγενίδων ἅπαν ἀξίωματὴν Μητέρα καὶ Παρθένον καὶ τροφὸν τῆς ζωῆς ἡμῶν μακαρίζουσι.
Σήμερον Ἁγία τῶν Ἁγίων ἀπὸ πάντων ἐγκωμιάζεταικαὶ γέγηθε λοιπόν·  οὐρανὸς καὶ  γῆ καὶ τὰ ποιήματα πάντα συνεορτάζομεν.
Σήμερον ἁγιόγραφος βίβλος τῶν ἀπ’ αἰῶνος Προφητῶν εἰς μέσον ἄγεταικαὶ ἕκαστος αὐτῶν προκαταγγέλλει τὴν χάριν τῆς παρούσης Ἑορτῆς.
Σήμερον Πατριάρχης Ἰακὼβ προφητικῶς περὶ τῆς μυστικῆς ἐκείνης κλίμακοςτῆς ἀπὸ γῆς ἐστηριγμένης εἰς οὐρανούςτὴν διήγησιν ποιούμενος ἀγάλλεται.

Σήμερον παλαιὸς προφήτης ἐκεῖνος καὶ τοῦ Ἰσραὴλ δημαγωγὸς περὶ τῆς βάτου ἐκείνης τῆς καιομένης καὶ μὴ φλεγομένης περὶ ἠμῶν διαλέγεται.
ΣήμερονΖαχαρίας  ἐν προφήταις ἐπίσημος διὰ τῆς ἰδίας προφητείας οὕτως βοᾷΕἶδονφησίκαὶ ἰδοὺ λυχνία χρυσῆκαὶ τὸ λαμπόμενονἐπάνω αὐτῆς.
ΣήμερονἩσαΐας  μεγαλοκήρυξ ἐν προφήταις προφητεύει κεκραγώςἈναστήσεται ῥάβδος ἐκ τῆς ῥίζης Ἰεσσαίκαὶ ἄνθος ἐκ τῆς ῥίζης ἀναβήσεται.
ΣήμερονἹεζεκιὴλ  θαυμάσιος βοᾷἸδοὺ πύλη κεκλεισμένη καὶ οὐδεὶς εἰσελεύσεται δι’ αὐτῆςοὔτε ἐξελεύσεταιεἰμὴ Κύριος  Θεὸς μόνοςκαὶ ἔσται κεκλεισμένη.
ΣήμερονΔανιὴλ  θεσπέσιος τὸ μέλλον ὡς παρὸν προκαταγγέλλων βοᾷἈπετμήθη λίθος ἐξ ὄρους ἄνευ χειρόςτουτέστιν ἄνευ ἀνδρός.
Σήμερον Δαβὶδ  νυμφοστόλος μελῳδῶν περὶ τῆς παρθενικῆς ὡς ἀληθῶς καλλιπόλεως οὕτως βοᾷΔεδοξασμένα ἐλαλήθη περὶ σοῦ πόλις τοῦ Βασιλέως τοῦ Μεγάλου.
ΣήμερονΓαβριὴλ  Ταξίαρχος τοῦ οὐρανοῦ τὰς ἁψίδιας ὑποδραμὼν τὴν πανύμνητον Παρθένον καὶ Θεοτόκον ἀσπάζεται κεκραγώςΧαῖρε Κεχαριτωμένη Κύριος μετὰ Σοῦ.
Σήμερονἅμα πάντες ἄνθρωποις καὶ ἡμεῖς τὴν ἀγγελικὴν φωνὴν ἀναλάβωμενκαὶ σὺν ἐκείνῳ τὰ ἐκείνου ἐγκώμια τὴν πρόξενον τῆς αρᾶς προσκομίσωμεν λέγοντες:
 Χαῖρε σφόδραΘυγάτερ Ἰωακεὶμ καὶ Ἄννηςτῶν σὲ ἀμέμπτως ἐκ προσευχῆς τεκόντων ἐν τῷ προσήκοντι καιρῷ τῇ τούτων συνοικήσει.
Χαῖρε σφόδραΘεοτόκε Παρθένεἀγγελικὸν ὡς ἀληθῶς ἐγκώμιονΕὐλογημένη σὺ ἐν γυναιξίνκαὶ εὐλογημένος  καρπὸς τῆς κοιλίας σου.
Χαῖρε Κεχαριτωμένηἐκ φυλῆς Δαβιτικῆς βασιλικῆςΛευϊτικῆςκαὶ ἐξ Ἄννης τῆς θεόφρονος παρ’ ἐλπίδα βλαστήσασα.
Χαῖρε Κεχαριτωμένη ἀπὸ βρέφους εἰς αὐτὰ τῶν Ἁγίων Ἅγια ἀνατραφεῖσα.
Χαῖρε Κεχαριτωμένη δι’ ἀγγέλου χαρᾶς εὐαγγέλια δεξαμένηκαὶ χαρὰν ἀνεκλάλητον καὶ ἀνεκδιήγητον παντὶ τῷ κόσμῳ προξενήσασα.
Χαῖρε Κεχαριτωμένη πορφυροειδὴς βασιλικὴ ἁλουργίςτὸν πάσης κτίσεως Βασιλέα καθ’ ἡμᾶς σωματωθέντα καταστολίσασα.
Χαῖρε Κεχαριτωμένη τὸ ἀπαύγασμα τῆς Πατρικῆς ἀγαθότητος καὶ τὸ Φῶς ἐκεῖνο τὸ μηδαμοῦ χωρούμενον ἀστενοχωρήτως ἐν τῇ κοιλίᾳ χωρήσασα.
Χαῖρε Κεχαριτωμένη ἀρωματοφόρος γῆ καὶ ζωηφόρος θήκη καὶ νέα μυροθήκη τοῦ Πνεύματος τὸν σύμπαντα κόσμον μυρεψικῶς εὐωδίας ἐμπλήσασα.
Χαῖρε Κεχαριτωμένη Θρόνος  ὑψηλὸς καὶ ἐπηρμένος τοῦ τῶν ὅλων Ποιητοῦ καὶ Λυτρωτοῦ καὶ πάντα χειρὶ κατέχοντος τὰ ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ γῆς.
Χαῖρε Κεχαριτωμένη ναὸς  ἔμψυχος τῆς μεγαλοπρεποῦς δόξης τοῦ δι’ ἡμᾶς ἐνανθρωπήσαντοςκαὶ διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν σάρκα φορέσαντος.
Χαῖρε Κεχαριτωμένη, ζωὴν φέρουσα καὶ φῶς ὡς βρέφος πρόσφατον, γάλα ποτίζουσα τὸν ἐκ πέτρας μέλι πάλαι πηγάζοντα.
Χαῖρε Κεχαριτωμένη, ψυχῆς ἀγαλλίαμα καὶ ὅλου τοῦ κόσμου παγκόσμιον σέβασμα καὶ ἁμαρτωλῶν ἁπάντων ἀγαθὴ μεσιτεία.
Χαῖρε Κεχαριτωμένη, θύρα θλιβομένων καὶ ἐλπὶς ἀπηλπισμένων καὶ προστασία φοβερὰ τῶν εἰλικρινεῖ καρδίᾳ Θεοτόκον ὁμολογούντων σε.
Χαῖρε Κεχαριτωμένη, ἡ Φιλάνθρωπον Δεσπότην ὑπὲρ κοινῆς τοῦ γένους τῶν ἀνθρώπων σωτηρίας κυοφορήσασα, καὶ τοῦτον μητρικῶς ὑπὲρ πάντων καθικετεύουσα.
Χαῖρε ΚεχαριτωμένηΧριστιανῶν ἁπάντων θαυμαστὸν καὶ εὐσυμπάθητον προσφύγιονκαὶ πάσης μεγαλουργοῦ καλλονῆς ὑψηλότατον θέαμα.

***
Ἀλλὰ ταῦτα μὲν καὶ ἡμεῖς οἱ ἐλάχιστοι παρὰ τῆς θεοπνεύστου Γραφῆς μεμαθηκότες πρὸς τὴν ἐπουράνιον Νύμφην καὶ Βασιλίδα καὶ Θεοτόκον ἀναξίοις χείλεσιν διελέχθημενἜλθωμεν δὲ λοιπόνει ποθεῖτε καὶ βούλεσθεἐπὶ τὸν ἔνθεον τοῦ Γαβριὴλ Εὐαγγελισμόνκαὶ ἀκούσωμεν τί πρὸς τὴν ἄμεμπτον ἐπιστὰς εὐηγγελίζετο.
Ὁ Ἄγγελος: Ἄκουε δεδοξασμένη λόγους ἀποκρύφους Ὑψίστου, ἄκουε. Ἰδοὺ συλλήψῃ ἐν γαστρὶ καὶ τέξεις Υἱὸν καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦν. Ὁπλίζου λοιπὸν εἰς Χριστοῦ παρουσίαν· ἦλθον γὰρ εὐαγγελίσασθαί σοι τὰ σοὶ ἀποκείμενα ἀπὸ καταβολῆς κόσμου
 Παρθένος: Ἄπιθι πόλεως ἐμῆς καὶ πατριᾶς ἄνθρωπεἄπιθικαὶ σπουδῇ τὸ ἐμὸν κατάλιπε δωμάτιονΜακρὰν ἀπόφυγε προθύρων ἐμῶν  λαλῶν μοικαὶ μὴ τοιοῦτον εὐαγγελισμὸν τῇ ἐμῇ ταπεινώσει προσκόμιζε.
 Ἄγγελος: Βουλὴν ἀρχαίαν πληρῶσαι βουλόμενος καὶ θελήσας θελῆσαι τὸν πλανηθέντα ἄνθρωπονἄνθρωπος  μόνος Φιλάνθρωπος φιλανθρωπίας ἀγαθότητι γενέσθαι ηὐδόκησεν· καὶ τί λοιπὸν τὸν ἐμὸν οὐ προσδέχῃ ἀσπασμὸν μετὰ πάσης χαρᾶς  Κεχαριτωμένη;
 Παρθένος: Βλέπω σουνεανίσκετῆς εὐμορφίας τὸ ἀζωγράφιστον κάλλος καὶ τοῦ χαρακτῆρος τὴν αὐγερὰν θεωρίανκαὶ λόγους ἀκούω σουοὓς οὐδέποτε ἤκουσακαὶ ὑπονοῶ ὅτι τάχα πλανῆσαί με παραγέγονας.
 Ἄγγελος: Γνῶθι σαφῶς καὶ πιστώθητι ὅτι μᾶλλον ἐγὼ ἐν ἐκπλήξει γέγονα θεασάμενος τὸ τοιοῦτόν σου θεοζωγράφητον κάλλοςκαὶ βλέπων σε λοιπὸν νομίζω δόξαν Κυρίου καταμανθάνειν σε.
 Παρθένος: Γλῶσσανἣν οὐκ ἔγνωνἤκουσακαὶ ὄψινἣν οὐδέποτε εἶδον τεθέαμαι· καὶ πῶς οὐ μὴ πτήξωκαὶ ὅλη διόλου σύντρομος γενήσομαιὅτι μνηστῆρα δίκαιον κέκτημαικαὶ οὐκ ἤθισα μετὰ ξένων τὸ καθόλου συλλαλεῖν;
 Ἄγγελος: Δέξαι δὴ ἀγγελίας χαρὰν ἀξιάκουστον καὶ ἐγκώμιον τὸ σοὶ πρεπωδέστατον·  γὰρ ἐκ σοῦ τικτόμενος Υἱὸς Ὑψίστου κληθήσεταικαὶ ὑπὸ σοῦ τῆς ἡγιασμένης ὑπερβολ  χρηστότητος βασταχθήσεται.
 Παρθένος: Δέδοικα καὶ τρέμω σου τοὺς τοιούτους λόγουςκαὶ ὑπολαμβάνω ὅτι ὡς ἄλλην Εὔαν πλανῆσαί με βούλει· ἐγὼ δὲ οὐκ εἰμὶ κατ’ ἐκείνηνἵνα ὡς ἐκείνην με δελεάσῃς· πῶς δὲ καὶ ἀσπάζεσαι κόρην ἣν οὐδέποτε τεθέασαι;
 Ἄγγελος: Εὐαγγελίζομαί σοι χαρᾶς εὐαγγέλιαεὐαγγελίζομαί σοι Τόκον ἀνόητονεὐαγγελίζομαί σοι παρουσίαν ὑψηλοῦ Βασιλέως ἀνεκδιήγητον· τάχα δὲ καὶ ἣν κατέχεις πορφύρανπρονοεῖ σου τὸ Βασιλικὸν ἀξίωμα.
 Παρθένος: Ἐπειδὴ ταῦτα μηνύεις μοι καὶ μηνύων οὐ παύεσαικἀγώ σοι λέξω λοιπὸν ὅτι οὐ πιστεύω σου τὸν τοιοῦτον εὐαγγελισμόνκαθότι ἐξουθενῆσαι ἦλθες τὸ παρθενικὸν ἀξίωμακαὶ λυπῆσαι τὸν ἐμον μνηστῆρα.
 Ἄγγελος: Ζαχαρίας  προφήτης καὶ προσφιλὴς τῆς συγγενίδος σου Ἐλισάβετ ἐξ ἀπιστίας σιγήσας πληροφορήσει σοι· πρὸς ἐκεῖνον πορεύθητι καὶ μάθῃς τὰ ἐκείνῳ συμβησόμενα.
 Παρθένος: Ζεῦγος εὐγενέστατον καὶ ἄμεμπτονἸωακεὶμ καὶ Ἄνναοἱ ἐμοὶ γεννήτορες τυγχάνουσινκαὶ πῶς ἐγὼ τούτων γέννημα ἐπίμεμπτον γενήσομαιΤίς δὲ καὶ πληροφορήσει αὐτοὺς ὅτι Μαρία οὐκ ἠτάκτησεν;
 Ἄγγελος: Ἡνίκα τελεσθῶσιν οἱ λόγοι μου εἰς τὸν καιρὸν αὐτῶντότε συνήσεις τοῦ ἀκαταλήπτου μυστηρίου τὴν Δύναμιντότε γνώσῃ τῶν ἐμῶν ῥημάτων τὴν ἔκβασιν καὶ τοῦ Ὑψίστου τὴν ἄφραστον συγκατάβασιν.
Ἡ Παρθένος: Ἡ ἐξ οἴκου καὶ πατριᾶς Δαβὶδ καταγομένη, πῶς τοιούτου φρικτοῦ καὶ ἐπουρανίου ἐξυπηρετήσω μυστηρίου; Καὶ πως τὸν ἐπὶ τὸν Χερουβὶμ ἅγιον καθεζόμενον, ἐγὼ ὑποδέξασθαι δυνήσομαι;
 Ἄγγελος: Θρόνος θεοβάστακτος καὶ Βασιλικὴ καθέδρα τοῦ ἐπουρανίου Βασιλέως κληθήσῃκαθότι Βασίλισσα καὶ Δέσποινα καὶ βασιλέως ἐπιγείου Θυγάτηρ τυγχάνειςκαὶ χαρακτῆρα ἔχεις βασιλικόν.
 Παρθένος: Θρόνος Ὑψίστου πῶς ἐγὼ γενήσομαιἑρμήνευσον  λαλῶν μοι· καὶ πῶς τὸ ὕπὲρ ἥλιον φῶς ἐκεῖνο τὸ ἀψηλάφητον ψηλαφήσει σὰρξ πηλίνηἀμήχανα κηρύττειςνεανίσκεεὐαγγέλιακαὶ νομίζω ἀπατῆσαί με παραγέγονας.
 Ἄγγελος: Ἴνα καὶ διατίκαὶ τίνος ἕνεκεν ἐπὶ τοσοῦτον ἠπίστησας τὸν εὐαγγελισμὸν δέξασθαιδεδοξασμένηκαὶ μέχρι τίνος οὐ πειθαρχεῖς εἰς τὸν ἐξ οὐρανοῦ σοι πεμφθέντα ἄγγελονΟὐκ εἰμὶ ἐγὼ  τὴν Εὔαν πλανήσαςοὐκ εἰμίμὴ γένοιτο.
 Παρθένος: Εἶδόν σου τὴν πολυσχημάτιστον ὄψινκαὶ ἤκουσά σου τὰ πολυθαύμαστα ῥήματαἅπερ οὐδεὶς πώποτε ἀκήκοεν· καὶ δὴ οὐ βούλομαί σου τὸν τηλικοῦτον εὐαγγελισμὸν ὑποδέξασθαι.
 Ἄγγελος: Καὶ  μορφή μου καὶ  φωνή μου καταπλήττει σε· ἀλλ’ οἶδα ὅτι τὰ ῥήματα τοῦ στόματός μου χαρᾶς ἀνεκλαλήτου πρόξενά σοι γενήσονταικαὶ μακαρίσει σε κατὰ τὸ ῥῆμά σου οὐρανὸς καὶ  γῆ.
Ἡ Παρθένος: Κατὰ τί γνώσομαι τοῦτο ὅτι ἔσται τελείωσις τοῖς ὑπὸ σοῦ λαλουμένοις; Καθότι παρθένος ἀθαλάμευτος ἐγὼ τυγχάτω, καὶ μῶμος ἡδυπαθείας οὐκ ἔστιν ἐν ἐμοί· δούλη γὰρ εἰμὶ Κυρίου τοῦ ποιήσαντός με.
Ὁ Ἄγγελος: Λέξω σοι τρανῶς, ὅτι καὶ Ἐλισάβετ ἡ συγγενής σου κατὰ τὸν καιρὸν τοῦτον υἱὸν ἐν γήρᾳ τέξεται, καὶ πολλοὶ ἐπὶ τῇ γεννήσει αὐτοῦ χαρήσονται καὶ θαυμάσονται, κληθήσεται δὲ τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰωάννης.
Ἡ Παρθένος: Λάβε δόγμα παρ’ ἐμοῦ, καὶ ἀπόστηθι τῆς ἐμῆς οἰκίας, κἄν τε γὰρ ἄγγελος, κἄν τε ἄνθρωπος τυγχάνῃς· ἄγγελον θεωρῶ τῷ σχήματι, καὶ ἄνθρωπον κατανοῶ τῷ ῥήματι.
Ὁ Ἄγγελος: Μὴ γὰρ εἰς τὰ ἅγια τῶν ἁγίων οὐχ ἑώρακάς με, εὐλογημένη, καὶ τροφὴν ἐκ τῆς ἐμῆς ἐδέξω χειρός; ἐγὼ γάρ εἰμι Γαβριήλ, ὁ διαπαντὸς παρεστηκὼς ἐνώπιον τῆς δόξης Κυρίου.
Ἡ Παρθένος: Μνηστῆρα σώφρονα, γηραλέον καὶ δίκαιον κέκτημαι, τεκτονικὴν ἐπιστήμην ἐπιστάμενον, καὶ εὐλαβοῦμαι τοῦτον μήπως κατατύχῃ μετὰ σοῦ τοῦ ξένου συνομιλοῦσαν, καὶ μάλιστα κατὰ μόνας.
Ὁ Ἄγγελος: Νῦν ἠρξάμην λαλεῖν· πλήρης γάρ εἰμι ῥημάτων οὐρανίων· καὶ λέξω σοι λοιπὸν ὅτι ἐκ σοῦ μέλλει τίκτεσθαι Βασιλεὺς βασιλέων, καὶ βασιλεύσει ἐπὶ τὸν οἶκον Ἰακὼβ εἰς τοὺς αἰῶνας, καὶ τῆς Βασιλείας αὐτοῦ οὐκ ἔσται τέλος.
Ἡ Παρθένος: Νῦν ἡ ψυχή μου τετάρακται, καὶ οὐκ οἶδα τί λογίσομαι τὴν ἔμφρικτον ταύτην ὀπτασίαν· νομίζω γὰρ ὅτι, εἰ ἀληθεύσει τὰ ῥήματά σου, ἔκδοτον ποιήσει με Ἰωσὴφ εἰς χεῖρας τῶν αὐτὰ κρινόντων.
Ὁ Ἄγγελος: Ξενίζομαι, δεδοξασμένη, ὅτι ἀκμὴν διστάζεις ἐμὲ τὸν ἐκ τοσούτων ὑψωμάτων πρὸς σὲ παραγενόμενον· ἐμοὶ γὰρ μᾶλλον ἔξεστιν εὐλαβεῖσθαί σε, ὡς Μητέρα τοῦ Κυρίου μου μέλλουσαν ἔσεσθαί σε, καὶ τρέμειν σου τὸ Βασιλικὸν ἀξίωμα.
Ἡ Παρθένος: Ξενισμὸς γάρ εἰσι τὰ εὐαγγέλιά σου, καὶ ἡ ἐπιστασία σου δημοσιεύσει τοὺς τρόπους σου· ἦλθες γὰρ εἰς τὸ ἐμὸν δωμάτιον ἀμηνυτὶ πλησιάσας μοι, τάχα ὡς παιδίσκην τινά, καὶ οὐχ ὡς Δέσποινα λογισόμενος.
Ὁ Ἄγγελος: Ὅλη δι’ ὅλου καθαρὰ καὶ ἄμεμπτος τυγχάνεις· καὶ θαυμάζω πῶς ἐπὶ τοσοῦτο τοῖς ἐμοῖς ἠπίστησας ῥήμασιν· ἰδοὺ γὰρ ὁ Βασιλεὺς τῆς δόξης, ὡς λογίζομαι, ἔτι λαλοῦντός μου, ἐν σοὶ τῇ Παρθένῳ ὡς Βασιλίδι ἐνοίκησεν.
Ἡ Παρθένος: Ὁ παρθένον ἀπείρανδρον ἀσπαζόμενος καὶ κόρη ἀπειρογάμῳ, τὰ τοιαῦτα φθεγγόμενος ἑρμήνευσόν μοι τὸ ἀληθές, εἰ οἶδας, τὸ πότε καὶ πόθεν καὶ πῶς λοιπὸν ἔσται μοι τοῦτο, ἐπεὶ ἄνδρα οὐ γινώσκω.
 Ἄγγελος: Πνεῦμα Ἅγιον ἐπελεύσεται ἐπὶ σέκαὶ Δύναμις Ὑψίστου ἐπισκιάσει σοι· διὸ καὶ τὸ γεννώμενον ἐκ σοῦ Ἅγιον κληθήσεται Υἱὸς ΘεοῦΜὴ φοβοῦ λοιπὸν Μαριάμ· εὗρες γὰρ χάριν παρὰ τῷ Θεῷ.
 Παρθένος: Πολυζήτητον μυστήριον ἦλθες εὐαγγελιζόμενός μοικαὶ πῶς μὴ πτήξω καὶ ἐπιπλεῖον ἀπιστήσω τὸν τοιοῦτον παράδοξόν σου εὐαγγελισμόν;
 Ἄγγελος: Ῥίψον τὴν ἄπιστον γνώμηνΠαρθένε· ἰδοὺ γάρὡς ἐμοὶ δοκεῖἐτελέσθησαν οἱ λόγοι μουκαὶ  κοιλία σου ὄγκον βαστάζεικἂν μὴ βούλει· καθότι οὐκ ἀδυνατήσει παρὰ τῷ Θεῷ πᾶν ῥῆμα.
 Παρθένος: Ῥίζης δαβιτικῆς βασιλικὸν βλάστημα ὑπάρχωκαὶ δέδοικα μήπως ὡς ἐκείνῳ ἐπέλθῃ κἀμοὶ τῆς ἀλλοτρίας ἀπροσδόκητος ἐξουθενισμόςκαὶ φανερώσῃ μου λοιπὸν τὰ ἁμαρτήματα τὸ πέταλον τοῦ ἱερέως τὀ ἅγιον.
 Ἄγγελος: Σωτῆρα τέξεις Κύριοντὸν ἕνα τῆς Ζωαρχικῆς Τριάδοςκαὶ χαρὰν τῷ κόσμῳ προξενήσεις ἀνεκλάλητονἣν οὐδεὶς οὐδέπω ἀγγέλων  ἀνθρώπων προεξένησενκαὶ ἔσται τὸ ὄνομά σου εὐλογημένον εἰς τοὺς αἰῶνας.
Ἡ Παρθένος: Σωτῆρα ποῖον τέξομαι; Λέγε μοι, νεανίσκε· ξενίζει γὰρ ὡς ἀληθῶς καὶ ἀγγέλων τὰς νοερὰς διακοσμήσεις καὶ ἀρχαγγέλων τὰς φλογερὰς καὶ πολυομμάτων ταξιαρχίας τὰ σὰ εὐαγγέλια.
Ὁ Ἄγγελος: Τέρψις καὶ διόλου γλυκασμός εἰσι τὰ ῥήματά σου, καὶ διὰ τοῦτό σοι λέξω ὅτι οὐκ ἐκ θελήματος σαρκός, οὐδὲ ἐκ θελήματος ἀνδρός, ἀλλ’ ἐκ θελήματος Θεοῦ καὶ ἐξ ἐπιφοιτήσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἡ σὴ κυοφορία γενήσεται.
Ἡ Παρθένος: Τίς πληροφορήσει τῷ Ἰωσὴφ ὅτι οὐκ ἐκ θελήματος ἀνδρὸς οὐδὲ ἐκ θελήματος σαρκός, ἀλλ’ ἐξ ἐπιφοιτήσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἡ ἐμὴ κυοφορία γενήσεται; Καθότι ἐκ τοῦ αἰῶνους οὐκ ἠκου΄σθη ὅτι παρθένος ἀπείρανδρος βρέφος τέξεται.
Ὁ Ἄγγελος: Ὑπὸ τὴν σὴν εὐσπλαγχνίαν καταφεύξεται πᾶν γένος ἀνθρώπων, καὶ πᾶσα γλῶσσα πυρίνη μακαρίσει σε, καὶ λαληθήσεται τὸ ὄνομά σου ἐν πάσῃ γενεᾷ καὶ γενεᾷ, ὅτι διὰ σοῦ Χριστὸς τῷ κόσμῳ μέλλει τίκτεσθαι.
Ἡ Παρθένος: Ὑλικὴ τυγχάνουσα καὶ ἐκ τῆς γῆς τὴν γέννησιν ἔχουσα, πῶς καταφυγὴ ἀνθρώπων γενήσομαι; Καὶ πῶς Χριστὸν τὸ Φῶς τοῦ κόσμου ἐναγκαλίσομαι; Καὶ πῶς ὁ Ἥλιος ἐκεῖνος ὁ ἄδυτος ὑπὸ τῆς νοητῆς σελήνης βασταχθήσεται;
Ὁ Ἄγγελος: Φαιδρὸν ἀνάλαβε ὄμμα, δεδοξασμένη· Οὐρανὸς γὰρ μέλλεις γενέσθαι καὶ Σκηνὴ Θεοχώρητος, καὶ Ναὸς Θεοῦ ἔμψυχος ἑπτὰ στερεωμάτων εὐρυχωρότερός τε καὶ θαυμασιώτερος.
Ἡ Παρθένος: Φρίττω τὰ παράδοξα τῆς ξένης μου λοχείας ἐγκαίνια, εὐλαβοῦμαι δὲ καὶ τὸν Ἰωσήφ· καὶ τί λοιπὸν συμβήσεταί μοι; Οὐκ οἶδα. Συμφέρει μοι οὖν πρὸς τὸν οἶκον Ζαχαρίου ἀπελθεῖν, πρὸς τὴν ἐμὴν συγγένιδα.
 Ἄγγελος: Χριστιανῶν ἁπάντων γένῃ κοινὸν ἱλαστήριονκαὶ διὰ τοῦτο γαλήνιον ἐπιφθέγγομαί σοι τὴν πρέπουσαν φωνήνΧαῖρε Κεχαριτωμένη ὁ Κύριος μετὰ σοῦ. Εὐλογημένη σὺ ἐν γυναιξίν, καὶ εὐλογημένος ὁ καρπὸς τῆς κοιλίας σου.
Ἡ Παρθένος: Χαρακτῆρα φέρουσα βασιλικόν, καὶ εἰς τὰ βασίλεια Βηθλεὲμ τιθηνισθεῖσα, καὶ εἰς τὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων ἐκ παιδιόθεν διαπρέψασα, καὶ Παρθένος λοιπὸν τυγχάνουσα, πῶς Μήτηρ ἀκουσθήσομαι Παιδὸς ἐμοῦ;
 Ἄγγελος: Ψηλαφήσας  Ὕψιστος ὅλον τὸν κόσμονκαὶ μὴ εὑρὼν πλήν σου Μητέραπάντως ἐκεῖνοςὡς ἠθέλησενὡς ηὐδόκησενἐκ σοῦ τῆς ἡγιασμένης ἄνθρωπος διὰ φιλανθρωπίαν γενήσεταιΜακαρίζου λοιπὸν ἐν ἀνθρώποις.
 Παρθένος: Ψαλῶ καὶ αἰνέσω τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ μετ’ ᾠδῆςὅτι ἐπέβλεψεν ἐπὶ τὴν ταπείνωσιν τῆς δούλης αὐτοῦἸδοὺ γὰρ ἀπὸ τοῦ νῦν μακαριοῦσί με πᾶσαι αἱ γενεαίκαὶ λαὸς  ἐξ ἐθνῶν διαπαντὸς ἐπαινέσει με.
 Ἄγγελος:  Παρθένεχαρᾶς ἐπουρανίου καὶ τερπνὸν καὶ πανθαύμαστον κατοικητήριονκαὶ τοῦ κόσμου παντὸς παγκόσμιον σέβασμα μόνη ἀληθῶς ἐν γυναιξὶν εὐλογημένηἑτοιμάζου λοιπὸν εἰς μυστικὴν Χριστοῦ παρουσίαν.
 Παρθένος:  νεανίσκε χαρᾶς ἀνεκλαλήτου πρόξενε ἐξ ἀσωμάτων ἁγίων παραγενόμενος καὶ πηλῷ διαλεγόμενοςἕως πότε ἀνέξομαί σουκαὶ μέχρι τίνος οὐ καταπαύεις τοὺς λόγους σουἸδοὺ ἡ δούλη Κυρίου γένοιτό μοι κατὰ τὸ ῥῆμά σου.

***
Καὶ ταῦτα μὲν ἡ πολυΰμνητος καὶ πανάμωμος καὶ Παρθένος Μαρία πρὸς τὸν Ἀρχάγγελο Γαβριήλ, ἢ καὶ τὰ τούτων ἀῤῥητότερα διελέγετο. Ἀλλ’ ἀκούσωμεν λοιπὸν τί πρὸς αὐτὴν καὶ ὁ δίκαιος Ἰωσὴφ διελέγετο.
Ὁ Ἰωσήφ: Ἄσπιλόν σε παρέλαβον ἐξ οἴκου Κυρίου, καὶ Παρθένον ἀμόλυντόν σε κατέλιπον ἐν τῷ οἴκῳ μου, καὶ τί τοῦτο νῦν ὁρῶ Μαρία παρ’ ἐλπίδα καὶ οὐ παρθένον τυγχάνουσαν; Λέγε μοι Μαριὰμ τί τὸ ἀληθές, ἐν τάχει λέγε μοι.
Ἡ Παρθένος: Ἄσπιλόν με κατέλιπες, ὡς ἔφης, ἐν τῶ οἴκῳ σου, καὶ πάλιν ἀμόλυντον ἐγὼ λογίζομαι καὶ τέτυχάς με, καθότι ἐκ παιδιόθεν ἐμίησα τὸν ἀπὸ τῆς σαρκὸς ἐσπιλωμένον χιτῶνα, καὶ ἴχνος ἡδυπαθείας οὐκ ἔστιν ἐν ἐμοί.
Ὁ Ἰωσήφ: Βήματος δικαστικοῦ εὐλαβήθητι, Μαριάμ, τὸ αὐστηρὸν βουλευτηρίον, καὶ συναγωγῆς ἰουδαϊκῆς τὸ ἀπαραλόγιστον δικαστήριον, καὶ λέξον μοι σαφῶς τὸ ἀληθές, μὴ κρύψῃς ἀπ’ ἐμοῦ τὰ συμβησόμενα.
Ἡ Παρθένος: Βῆμα καὶ κριτήριον ἀπαράλλακτον τοῦ μέλλοντος αἰῶνος φοβήθητι, Ἰωσήφ, ὅπου καὶ ἄγγελοι τρέμουσιν οἱ μηδὲν ἁμαρτήσαντες, περὶ δὲ τοῦ ἐπιγείου δικαστηρίου μή σοι μελέτω.
Ὁ Ἰωσήφ: Γέγραπται ἐν βίβλῳ Μωσέως ὅτι, ἐάνν τιςεὕρῃ παρθένον καὶ βιασάμενος κοιμηθ ῇ μετ’ αὐτῆς καὶ εὑρεθῇ, δώσει ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος τῷ πατρι τῆς νεάνιδος δίδραγμα· οὗ προστάγματι ποίησον.
Ἡ Παρθένος: Γέγραπται ἐν τοῖς προφήταις ὅτι δοθήσεται τὸ ἐσφραγισμένον βιβλίον ἀνδρὶ εἰδότι γράμματα, καὶ ἐρεῖ, οὐ δύναμαι ἀναγνῶναι αὐτό· τάχα οὖν, ὡς ἐμοὶ δοκεῖ, ἡ προφητεία αὕτη περὶ σοῦ ἐλέχθη.
 Ἰωσήφ: Δημοσίευσον Μαριὰμ τὸν ἐπίβουλον τῆς ἐμῆς οἰκίαςἄγε δὴ εἰς μέσον τὸν ἀτακτήσανταἵνα ξίφει τεκτονικῷ τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ ἀφελοῦμαικαθότι ἐκεῖνος τὴν ἐμὶν ἠτίμασεν πολιάν· καὶ ἐκμυτηρίσει με λοιπὸν  δωδεκάφυλος τοῦ Ἰσραήλ.

 Παρθένος: Δίκαιος σὺ καὶ ἀμεμπτος τυγχάνειςκαὶ εἰκότως  Θεός μου ἀποκαλύψει σοι τὰ ἐμοὶ συμβησόμενακαὶ δείξει σοι καθ’ ὕπνουςὃν λέγεις ἐπίβουλον· ἐγὼ γὰρ εἰς τὸ ὕψος ἐκεῖνοὅπου ἐκεῖνος αὐλίζεταιοὐκ ἤθισα ἄγεσθαι.
 Ἰωσήφ: Ἔξιθι τοῦ οἴκου μουκαὶ ταχὺ πρὸς τὸν σὸν ἐραστὴν ἐπείχθητι· οὐ διαθρέψω σε ἀπὸ τοῦ νῦνοὐ καθήσεις ἐπὶ τραπέζης ἐμεῆςκαθότι λύπην καὶ ἐξουθενισμὸν ἀντὶ χαρᾶς ταῖς ἐμαῖς ἡτοίμασας πολιαῖς.
 Παρθένος: Ἔκδεξαι μικρόν Ἰωσήφκαὶ μὴ ξενώσῃς με λάθρα τοῦ οἴκου σουκαθότι ξενιτεύειν οὐκ ἤθισα· καὶ ποῦ λοιπὸν πορεύσομαι μὴ γινώσκουσα πρός τίνα καταφεύξομαιΟὐκ ἐπίσταμαι.
 Ἰωσήφ: Ζωῆς καὶ θανάτου τυγχάνουσαλέγε μοιΜαριάμτίς  θηρεύσας σεφανέρωσόν μοι τὸν μετὰ σοῦ συνομιλήσανταἑρμήνευσόν μοι ποίας πόλεως ἐτύγχανενἵνα ἐκεῖ πορευθεὶς  ἐξουθενίσω αὐτόν.
 Παρθένος: Ζῇ Κύριος  Θεός μουὅτι καθαρὰ εἰμὶ καὶ ἄνδρα οὐ γινώσκω·  γὰρ φανείς μοιὡς ἐμεοὶ δοκεῖἄγγελός τις εἶχεν ἀνθρωποσχημάτιστοςεἰμὴ μετὰ εὐλαβείαςὡς ἀπὸ διαστήματος τινὸς ἐξίστατο καὶ ἵστατοκαὶ οὕτως τῇ ἐμῇ ταπεινώσει διελέγετο.
 Ἰωσήφ: Ἥξει ἐπὶ σοίἀλλὰ καὶ ἐπ’ ἐμοὶ τῷ γέροντικλεψιγαμίας ἔγκλημα καὶ ἐξουθενισμὸς ἀπροσδόκητος παρὰ τῶν ταῦτα κρινόντωνκαὶ ἐλέγξει λοιπὸν ἀμφοτέρους ἡμῶνκἂν μὴ βουλώμεθα τὸ ὕδωρ τῆς ἐλέγξεως.
 Παρθένος: Ἠκούσθη σοι ὅτι καὶ Ἐλισάβετ  γυνὴ Ζαχαρίου καὶ συγγενής μου κατὰ τὸν καιρὸν τοῦτον Προφήτην καὶ Πρόδρομον παρ’ ἐλπίδα συνέλαβεν· εἰμὴ γὰρ Προφήτης ἐτύγχανενοὐκ ἂν διὰ τῶν σκιρτημάτων ἐπέγνω τὸν ἐν ἐμοὶ βασταζόμενον Κύριον.
 Ἰωσήφ: Θαυμάζω ἐπὶ σοὶ καὶ σφόδρα καταπλήττομακαὶ οἶδα ὅτι διαλάλημα γενήσομαι τοῖς υἱοῖς ἸσραήλΚαὶ ἐξουθενίσει με ἀδωναΐ Κύριος, ἀνθ’ ὧν παρέλαβόν σε ἐξ ἁγίου κατοικητηρίου εἰς τήρησιν, καὶ παρθένον σε οὐκ ἐφύλαξα.
Ἡ Παρθένος: Θλίψεως ἡμέρα κατέλαβέ με, καὶ μέμψις ἐξ ὑποψίας ἐπῆλθέν μοι καὶ ἐξέτασις μνηστῆρός μου κατεπείγει με, καὶ κυοφόρησις παιδός μου κατηγορεῖ μοι, καὶ ὁ τὸ χαῖρέ μοι, λέξας, τάχα ἀπεκρύβη· καὶ τί λοιπὸν λογίσομαι; Οὐκ οἶδα.
 Ἰωσήφ: Εἶδον τὸν ὄγκον τῆς σῆς νηδύοςκαὶ ὅλως διόλου σύντρομος γέγοναΕἰπέ μοι ποῦ σε κρύψωκαὶ πότε σοι φανερώσωκαὶ πῶς δυνήσομαι λαθεῖν τὸ ἰουδαϊκὸν συνέδριονἀπόστηθι οὖν τοῦ οἴκου μουταχέως ἀπόστηθι.
 Παρθένος: Ἰδοὺ διώκεις με τοῦ οἴκου σου Ἰωσήφ· καὶ ποῦ λοιπὸν πορεύσομαιΟὐ γινώσκω· ὑποστρέψω ἆρα ἐν τῷ Ἱερῷ τοῦ ἁγιάσματοςἀπέλθω πρὸς τοὺς ἐμοὺς γονεῖςἀλλὰ ποίῳ προσώπῳ ἀτενίσω εἰς αὐτούς.
 Ἰωσήφ: Κὰν ἐγὼ σιωπήσω τὸ ἁμάρτημά σουφανερόν ἐστι· καὶ οἱ λίθοι καὶ τὰ ἅγια τῶν ἁγίων μεγάλα βοήσονταικαθότι παρέλαβόν σε εἰς τήρησιν τοῦ καταλεγομένου ἱερέωςκαὶ παρθένον σε οὐκ ἐφύλαξα.
 Παρθένος: Κρύψον με λοιπὸν εἰς τὸ σπήλαιον τῆς ἐμεῆς Βηθλεέμκαὶ ἔκδεξαι μικρὸν ἐμῆς κυοφορίας καὶ μάθοις ὰν ἐξ ἐμοῦ τίς ἔστιν  μέλλων τίκτεσθαιΛογίζομαι λοιπὸν ὅτι Ἰησοῦς ὁ Θεός μου ἐπιβλέψει ἐπὶ τὴν ταπείνωσίν μου.
Ὁ Ἰωσήφ: Λέξον μοι λοιπόν, τίς ἐστιν ὁ ξένος καὶ παροδηγητὴς ἐκεῖνος ὁ ἄνθρωπος, ὁ εἰς τὸ ἡμέτερον δωμάτιον ἀμηνύτως παραγενόμενος, ὥς τις ποτὲ κακόσκοπος, καὶ μάλιστα ἐμοῦ ἀπόντος καὶ οὐκ ὄντος ὑπὸ τὰ τείχης τῆς πόλεως Ναζαρέτ;
Ἡ Παρθένος: Λαβοῦσα τὴν κάλπην ἀπῆλθον εἰς τὴν πηγὴν ἀντλῆσαι ὕδωρ, ὅπως πίωμαι, καὶ εἰσῆλθεν εἰς τὰ ὦτά μου φωνὴ τοιαύτη λέγουσα· Χαῖρε Κεχαριτωμένη ὁ Κύριος μετὰ σοῦ.
Ὁ Ἰωσήφ: Μὴ γὰρ ἐκ τῆς φωνῆς συνέλαβες; ἀπὸ τοῦ αἰῶνος οὐκ ἠκούσθη ὅτι ἀπὸ φωνῆς ῥημάτων ἐκυοφόρησε παρθένος ἀπείρανδρος ποτέ, ἀλλ’ οὔτε οἱ πατέρες ἡμῶν ἀνήγγειλαν ἡμῖν εἴ τι τοιοῦτον γέγονεν ἐν ταῖς ἡμέραις αὐτῶν.
 Παρθένος: Μὴ γὰρ Ἡσαΐας  Προφήτης οὐ ἐφώνησε λέγων· Ἰδοὺ  Παρθένος ἐν γαστρὶ ἕξειΚαὶ πάλιν· Παιδίον ἐγεννήθη ἡμῖνοὗ  Μήτηρ ἄνδρα οὐ γινώσκειΣφάλλεις λοιπόν Ἰωσήφἐπιπολὺ μεμφόμενός μοι.
 Ἰωσήφ: ΝομίζωΜαρίαὅτι τῆς Εὔας τῆς σῆς μητρὸς ἐξηκολούθησας·  ἀλλ’ ἐκείνη μὲν τοῦ παραδείσου ἀπῳκίσθηκαθότι τὴν ἀκοὴν ἐφήπλωσε εἰς τὸν ταύτην ψιθυρίσαντασὺ δὲ ἐκ τοῦ οἴκου μου ἐκβληθήσῃ ὡς ὑπεύθυνος.
 Παρθένος: Νῦν ἐπῆλθές μοι ὡς ἀλλογενὴς καὶ ἑτερόφυλος κατήγοροςκαὶ οὐχ ὡς βασιλίδα ἀλλ’ ὡς μοιχαλίδα τινὰ διελέγχεις μοι· καὶ ἀπὸ πόλεως εὀς πόλιν λάθρα διώκομαι· καὶ τί λοιπὸν ἀπολογήσομαιΟὐκ ἐπίσταμαι.
 Ἰωσήφ: Ξενίζει με  Τόκος σουοὐ μόνον ἐμοίἀλλὰ καὶ ἀγγέλοις καὶ ἀνθρώποιςκαὶ οὐκ ὰν πιστεύσει σού τις τί ταῦτα τὰ ῥήματαὅτι παρθένος ἀπείρανδρος βρέφος φέρεις.
 Παρθένος: Ξενίζει νῦν τὰ λεγόμενα καὶ καταπλήττει σου τὸν νοῦν τῆς μυστικῆς κυοφορίας μου τὸ παράδοξον μυστήριονἐγὼ δὲ οὐκ εἰμὶ αἴτιος τῆς ἐπελθούσης μοι συμφορᾶςκαθότι ἀπὸ βρέφους μεμάθηκα λατρεύειν τῷ Κυρίῳ μου τῷ ποιήσαντί μεκαὶ ἄνδρα οὐ γινώσκω.
 Ἰωσήφ:  Οὐκ εἶπόν σοι δεῖξόν μοι τὸν ἐπίβουλον τῆς οἰκίας μουκαὶ ἐλευθερῶ σε τοῦ τοιούτου ἐγκλήματος πορεύθητι πρὸς τὸν σὸν ἐραστήν· καὶ τί λοιπὸν ἀπὸ τοῦ νῦν ἐλπίζεις;
 Παρθένος: Οὐκ ἐπίσταμαι λοιπὸν τὸ ἐν ποίοις τόποις αὐλίζεταιἐπειδὴ κατὰ ἀλήθειαν ἤμελλον αὐτὸν κατατύχειν τὸ ἀζωγράφητον κάλλος θεάσασθαικαὶ μετ’ αὐτοῦ διαλεχθήσεσθαιὅτι εἶπέ μοι· Χαῖρε Κεχαριτωμένηκαὶ ἀρτίως πολλὰ λυποῦμαι.
 Ἰωσήφ: Πῶς μὴ πτήξω· καὶ τύψω μου τὴν ὄψιν καὶ τήξω μου τὴν ψυχήνὅτι παρθένον παρέλαβόν σε ἐξ οἴκου Κυρίουκαὶ οὐ διετήρησά σεΠῶς δὲ προσεύξομαι πρὸς Κύριον τὸν Θεόν μου κατὰ τὸ ἠθισμένον μοι, καὶ πληρώσει μου τὴν ἔντευξιν;
Ἡ Παρθένος: Πίστευε Προφήτας τοῦ Θεοῦ, καὶ μὴ ἐπὶ τοσοῦτον λύπῃ κατατήξῃς ἑαυτόν· εὑρήσεις γὰρ αὐτὸ γεγραμμένον, τό· Ἰδοὺ ἡ Παρθένος ἐν γαστρὶ ἕξει καὶ τέξεται Υἱόν, καὶ καλέσουσιν τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἐμμανουήλ.
Ὁ Ἰωσήφ: Ῥάβδος ἀχειρότευκτος ἔπεισέ με παραλαβεῖν σε ἐκ τοῦ οἴκου Κυρίου καὶ τῆς προσευχῆς, καὶ κατέλιπά σε μετὰ πάσης εὐταξίας καὶ κοσμιότητος ἐν τῷ οἴκῳ μου, καὶ ἵνα τί οὐκ ἐδέξω σεμνὴν τὴν ἐμὴν ἐπάνοδον καὶ τῶν ἔργων τὴν συμπλήρωσιν;
Ἡ Παρθένος: Ῥυτίδα κοίτης ἀλλοτρίας καὶ μῶμον σαρκικῆς ἐπιθυμίας οὐκ ἐπίσταμαι· ζῇ Κύριος εἶπον, καὶ πάλιν λέγω σοι ὅτι τὴν πορφύραν κατέχουσα ἤκουσα φωνῆς ἀγγελικῆς βοώσης μοι· Μὴ φοβοῦ Μαριάμ· εὗρες γὰρ χάριν παρὰ τῷ Θεῷ.
Ὁ Ἰωσήφ: Στέρξον ὀλίγον λοιπὸν ἐν τῷ οἴκῳ μου, καθότι καιρὸς ἀπογραφῆς ἐστιν, Αὐγούστου Καίσαρτος νῦν βασιλεύοντος· ἐγὼ δὲ γυναῖκα ἐμὴν εὐλαβοῦμαί σε ἀπογράψασθαι, καὶ μάλιστα διὰ τὴν Δαβιτικὴν συγγένειαν.
Ἡ Παρθένος: Συντηρήσω ἆρα τοὺς λόγους σου ἐν τῇ καρδίᾳ μου, καὶ στέρξω ἔτι μικρὸν ἐν τῷ οἴκῳ σου, καὶ ἐκδέξομαι καιρὸν ἀπογραφῆς καὶ ἡμέραν κυήσεως, μέχρις ἂν ἀμφότερα τελεσθῶσιν.
Ὁ Ἰωσήφ: Τάχα ἄγγελον ἦν ὁ καθ’ ὕπνον φανείς μοι, καὶ λέξας μοι· Ἰωσήφ, υἱὸς Δαβίδ, μὴ φοβηθῇς παραλαβεῖν Μαριὰμ τὴν γυναῖκά σου· τὸν γὰρ ἐν αὐτῇ γεννηθέν, ἐκ Πνεύματος ἐστὶν ἁγίου· τέξεται δὲ Υἱόν, καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦν· αὐτὸς γὰρ σώσει τὸν λαὸν αὐτοῦ ἐκ τῶν ἁμαρτιῶν αὐτῶν.
Ἡ Παρθένος: Τάχα, κύριέ μου, ἐκεῖνον ἦν ὁ τὸ Χαῖρέ μοι φθεγξάμενος· ἀλλὰ τὸ λοιπὸν τόν ἐρεύνησον καὶ σπήλαιον, καὶ μαίαν ἑβραίαν καταζήτησον τοῦ γένους ἡμῶν, καὶ τὸ μυστήριον φύλαττε.
Ὁ Ἰωσήφ: Ὑποδείξει μοι πάντως ὁ φανείς μοι καὶ τὸν τόπον καὶ τὸ σπήλαιον. Σὺ δὲ Μαρία τὰ σπάργανα ἑτοίμασον, κἄν τε προφήτης, κἄνε τε βασιλεύς ἐστιν ὁ μέλλων εἰς ἡμᾶς τίκτεσθαι.
Ἡ Παρθένος: Ὑπονοῶ ὅτι Βασιλεύς ἐστιν ὁ μέλλων τίκτεσθαι· γέγραπται γὰρ παρὰ τῷ προφήτῃ Ζαχαρίᾳ· Χαῖρε σφόδρα Θύγατερ Σιών· κήρυσσε θύγατερ Ἱερουσαλήμ·  ἰδοὺ ὁ Βασιλεύς σου ἔρχεται δίκαιος καὶ σώζων.
Ὁ Ἰωσήφ: Φανέρωσόν μοι λοιπόν, ὁ καθ’ ὕπνους χρηματίσας μου, τὰ μέλλοντα ἡμῖν μετὰ ταῦτα συμβαίνει. Ἐγὼ δὲ καὶ τὸν Ἡρώδην φοβοῦμαι, μὴ ποτέ τινος μηνύσαντος, ζητήσῃ τὸν παρ’ ἡμῶν τικτόμενον παῖδα τοῦ ἀνελεῖν αὐτόν.
Ἡ Παρθένος: Φανήσεται σημεῖον ἐπίσημον ἐν τῷ οὐρανῷ· γέγραπται γὰρ παρὰ τῷ προφήτῃ Βαλαάμ· Ἀνατελεῖ ἄστρον ἐξ Ἰακώβ, καὶ ἀναστήσεται ἄνθρωπος ἐξ Ἰσραήλ, καὶ θραύσει τοὺς ἀρχηγοὺς Μωάβ.
Ὁ Ἰωσήφ: Χθὲς ἐξ ὑποψίας σφαλόμενος μέμψιν ἐπήνεγκα τῇ ὡραιότητί σου καὶ τῷ κάλλει σου, νῦν δὲ τὴν ἐξ ὕψους πληροφορίαν δεξάμενος, ἀπολογήσομαι ἆρα, καὶ μετ’ εὐλαβείας προσκυνήσω τῇ μεγαλοσύνῃ σου, καὶ εὐλογήσω τὸ ὄνομά σου εἰς τοὺς αἰῶνας.
Ἡ Παρθένος: Χρυσὸς ὡς ἐμοὶ δοκεῖ προσενεχθήσεται τῷ μέλλοντι τίκτεσθαι ἐκ ἐμοῦ, καθὼς γέγραπται παρὰ τῷ προφήτῃ Δαβίδ, ὅτι· καὶ δοθήσεται αὐτῶ ἐκ τοῦ χρυσίου τῆς Ἀραβίας, καὶ πληρωθήσεται τῆς δόξης αὐτοῦ πᾶσα ἡ γῆ, γένοιτο.
Ὁ Ἰωσήφ: Ψηλαφήσωμεν λοιπὸν τόπον ἀψηλάφητον, ὅτι καιρὸς ἐπέστη ὁ τῆς κυήσεως· χρήζομεν δὲ καὶ ὑποζυγίου· ἰδοὺ γὰρ βλέπω σε στυγνάζουσαν, καὶ νομίζω ὅτι τεκνογονήσειν βούλει.
Ἡ Παρθένος: Ψηλάφησον ἕτι ἅπαξ τὸν προφήτην Μαλαχίαν, λέγει γάρ· Καὶ σὺ Βηθλεέμ, γῆ Ἰούδα, οἶκος τοῦ Εὐφραθᾶ, ὀλιγοστὸς εἶ τοῦ εἶναι ἐν χιλιάσιν Ἰούδα, ἐκ σοῦ γάρ μου ἐξελεύσεται τοῦ εἶναι ἄρχοντα ἐν τῷ Ἰσραήλ.
Ὁ Ἰωσήφ: Ὡς νομίζω, οὐκ ἀποστήσεται ἐξ ἡμῶν ὁ ἄγγελος ὁ καθ’ ὕπνον φανείς μοι, μέχρις ἂν πάντα, ἃ ἐμήνυσεν ἡμῖν, πληρωθήσονται, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν ὁδὸν συμπορεύσεται.
 Παρθένος:  μεγάλης μου καὶ μακαρίας ἡμέραςμάλισταὅτι ἐποίησέ μοι μεγαλεῖα  Δυνατόςκαὶ ἅγιον τὸ ὄνομα αὐτοῦκαὶ τὸ ἔλεος αὐτοῦ εἰς γενεὰν καὶ γενεὰν τοῖς φοβουμένοις αὐτοῦκαὶ τὸ ἔλεος αὐτοῦ εἰς γενεὰν καὶ γενεὰν τοῖς φοβουμένοις αὐτόνὍτι αὐτῷ πρέπει πᾶσα δόξα τιμὴ καὶ προσκύνησις, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.