Τρίτη, 24 Οκτωβρίου 2017

Πώς πλησιάζουμε το Χριστό./ Ζ΄ ΛΟΥΚΑ

Πώς πλησιάζουμε το Χριστό.


Σχετική εικόνα 
Πριν ν' αναστήσει, αγαπητοί αδελφοί, ο Κύριος τη θυγατέρα του αρχισυνάγωγου Ιάειρου, θεράπευσε κάποια άλλη γυναίκα, πού υπέφερε δώδεκα χρόνια από αιμορραγία και είχε ξοδεύσει ανώφελα όλην την περιουσία της στους γιατρούς, χωρίς να ξαναβρεί την υγεία της..
Πάνω σ’ αυτό το θαύμα της θεραπείας της αιμορροούσας γυναίκας ας προσπαθήσουμε να κάνουμε λίγες σκέψεις.
 Την ώρα λοιπόν  πού ο Ιησούς πήγαινε για το σπίτι του Ιάειρου και ο όχλος τον έσπρωχνε και τον πίεζε περικυκλώνοντάς Τον, η άγνωστη αυτή γυναίκα κατάφερε να τον πλησιάσει και με άκρα ευλάβεια ν' ακουμπήσει την άκρη του ιματίου του. Την ώρα εκείνη ακριβώς θεραπεύθηκε. Σταμάτησε η αιμορραγία της.
Τότε στάθηκε ο Κύριος και ρώτησε τους μαθητές του: ποιος με άγγισε. Κατάπληκτοι εκείνοι τον διαβεβαιώνουν, ότι ο κόσμος κοντεύει να τον συνθλίψει. Ο Διδάσκαλός τους όμως επιμένει, διότι, τους είπε, ένιωσε δύναμη να βγαίνει από πάνω του. Τη στιγμή εκείνη εμφανίζεται η άρρωστη γυναίκα, τρέμοντας «ότι ακάθαρτος ούσα ήψατο του καθαρού» (Ζιγαβηνός) και ομολογεί την αλήθεια. Τέλος απομακρύνεται ήσυχη αφού άκουσε τη διαβεβαίωση του Κυρίου της: η πίστι σου σέσωκέ σε...
Έτσι υστέρα από δώδεκα χρόνια ταλαιπωρία η Βερνίκη, ή Βερονίκη, σύμφωνα με την Παράδοση, ήτανε εκείνη που απέκτησε την υγεία της, υγεία σωματική και ψυχική. επέτυχε το σπουδαίο αυτό κατόρθωμα. Ήλθε στο Χριστό κοντά με την ανάλογη πίστη και τον αρμόζοντα φόβο Θεού, και πέτυχε ατό που χρόνια αποζητούσε εδώ κι εκεί. Ας θυμηθούμε πώς πλησίασε εκείνη το Χριστό καί πώς τον πλησίαζαν οι άλλοι. Άλλοι μεν, όπως οι Γραμματείς, οι Φαρισαίοι, πλησίαζαν με φθόνο, ενώ άλλοι έτρεχαν κοντά του από απλή περιέργεια καί πρόσκαιρο ενθουσιασμό.
Η αιμορροούσα όμως «εφάπτεται εσωτερικώς δια της ψυχής καί της καρδίας» τον Κύριο. Το χέρι της μπορούμε να πούμε είναι προέκταση της ψυχής της. Με πίστη βαθειά στη θεότητα του άπλωσε το χέρι της στο πανάγιο ρούχο Του. Πίστεψε η πτωχή γυναίκα ότι Εκείνος μπορεί να κλείσει τη δική της αιμάτινη πηγή της πολυχρόνιας οδύνης καί συμφοράς της. Πίστεψε καί η πίστη της την έσωσε.
Με τέτοια πίστη καί φόβο Θεού πλησίασε καί άγγιξε το Χριστό η μακαριά Βερονίκη.
Εμείς, γιατί κι εμείς με το ένα ή τον άλλο τρόπο λέμε πως τον πλησιάζουμε. Πώς όμως τον πλησιάζουμε; Σαν εκείνη ή σαν τον όχλο; ανευλαβώς, χωρίς φόβο Θεού ή διαφορετικά; Και πώς ο Θεός να εισακούσει τις προσευχές μας, όταν με πίστη ισχνή, χωρίς φλόγα, χλιαρά καί με αμφιβολία απευθύνουμε τα αιτήματά μας; «Πάντα, μας είπε, όσα εάν αιτήσητε εν τη προσευχή πιστεύοντες, λήψεσθε» (Ματθ. 21, 22) ο δε Άγιος Ιάκωβος μας συμβουλεύει: «αιτείτω δε εν πίστει, μηδέν διακρινόμενος• ο γαρ διακρινόμενος έοικε κλύδωνι θαλάσσης ανεμιζομένω καί ριπιζομένω» (Ιακ. 1, 6).
Πώς ακόμη να ελπίζουμε, όταν και μέσα στο ναό μερικές φορές δίνουμε την εντύπωση, ότι στερούμαστε το φόβο του Θεού. Η Εκκλησία εύχεται «υπέρ των μετά πίστεως καί φόβω Θεού εισιόντων εν αυτώ». Ιδίως όταν πηγαίνουμε να κοινωνήσουμε τα Άχραντα Μυστήρια, τότε πού όχι απλώς εγγίζουμε το κράσπεδο του ιματίου του Χρίστου, όπως η αιμορροούσα του σημερινού Ευαγγελίου, αλλά δεχόμαστε ολόκληρο το Σώμα Του, πώς να περιμένουμε θεραπεία σωματική καί ψυχική, όταν καί τη φοβερή εκείνη ώρα δεν έχουμε φόβο Θεού;
Να προσθέσουμε όμως εδώ και κάτι άλλο. Κάτι πολύ παρεξηγημένο που νομίζουμε πως είναι η προσωποποίηση της ευλάβειας μας ενώ στην πραγματικότητα είναι τύπος παρεξηγημένος και στείρος που καμιά σχέση δεν έχει με την πραγματικότητα της Εκκλησίας.  Κάτι που έρχεται σαν συμπέρασμα απ’ τη σημερινή ευαγγελική περικοπή.
Ο γυνακες συνήθως, ταν αμορραγον, π σφαλμένη ντίληψη θεω­ρον τι δν εναι καθαρές. Κα χι μόνον δν παίρνουν θεία κοινωνία λλ οτε κν ­σπάζον­ται τς εκόνες. δ βλέπουμε μως τι Κύριος καταργε τ λαθεμένη ντίληψη κα σχολεται μ τν αμορροοσα, χωρς ν τ θεωρε κάθαρτη, κα τν παινε γι τν πίστη της κα τς παρέχει τ θεραπεία. Προφανς διότι αμορραγία τς γυναίκας, πως κα φυ­σικ συνεύρεσή της μ τν ντρα της (γάμος), εναι φυσικ πράγματα κα δν εναι φάμαρτα. Τ δωσε κα τ ελόγησε Θεός. Κα ,τι δίνει Θες δν εναι μαρτωλά. λλα εναι τ μαρτωλά, πο πρέπει ν κρα­τον τ γυνακα, λλ κα τ συνεργ ν­τρα, μακρι π τ θεία κοινω­νία· κτρωση, συστηματικ κύρωση τς τεκνοποιίας, μοιχεία, πορ­νεία, ο κτς γάμου σαρκικς σχέσεις κα πολλά παρόμοια. ς τ χουν π’ ψη τους κι ς δείχνουν τ φόβο τους κε πο πρέπει κα κοστίζει, κι χι κε πο δν πρέπει κα δν κοστίζει.
Ιδού λοιπόν, αγαπητοί αδελφοί, το δίδαγμα πού μας προτείνει η γυναίκα του σημερινού Ευαγγελίου, η Βερονίκη της Παραδόσεως: Μετά φόβου Θεού καί πίστεως... προσέρχεσθε πάντοτε εις τον Χριστόν. Αμήν.

(Από το βιβλίο: «Εν ολίγοις» του Αρχιμ. Χρυσοστόμου Αβαγιανού – Εκδ. Ι. Μητρόπολις Μυτιλήνης)


Τετάρτη, 18 Οκτωβρίου 2017

ΔΑΙΜΟΝΙΣΜΕΝΟΣ ΚΑΙ ΔΑΙΜΟΝΙΣΜΕΝΟΙ

Σχετική εικόνα«Και εύρσν καθήμενον τον άνθρωπον, αφ' ου τα δαιμόνια
εξεληλύθει, ίματισμένον και σωφρονοϋντα
παρά τους πόδας του Ιησού...»
(Λουκ. η' 35)

Δύο εικόνες διαμετρικά αντίθετες μεταξύ τους έρχονται στο νου μας ακούγοντας τη σημερινή ευαγγελική περικοπή. Από τη μια η φρικτή μορφή του δαιμονιζόμενου των Γαδαρηνών. Ανθρώπου ρακένδυτου όχι μόνο σωματικά μα και ψυχικά. Απορριμμένος απ' την κοινωνία, μοιράζεται με τους νεκρούς τα μνήματα τους. Ανθρώπου που λεγεώνες δαιμόνων του έδεναν νου και τη ψυχή και οι άνθρωποι, για να ησυχάσουν απ’ αυτόν, τον άφηναν αλυσοδεμένο να σέρνεται σαν αγρίμι μανιασμένο στις έρημους για να βρει εκεί καταφυγή.
Απ' την άλλη ο ίδιος άνθρωπος, ιματισμένος και σώφρον, βρίσκεται γαληνεμένος στα πό­δια του λυτρωτή του. Ένα πρώην απομεινάρι, αραγμένο στ' απάνεμο θεϊκό λιμάνι, ζωντανό πια χωρίς τους σκοτισμένους λογι­σμούς νου και τη μαυρισμένη ψυχή, ησυχασμένο, παρακαλεί τον Κύριο να μείνει για πάντα μαζί του.
ΕΙκόνες χθεσινές -σημερινές του ανθρώπου πού με ταραγ­μένο τον νου σφαδάζει μετέχοντας στην παραλογία του σημερινού κόσμου του πολυτάραχου, πού σ' ώρες βαθιάς συναισθήσεως του αληθινού ομολογεί μαζί με τον Φώτη Κόντογλου : «Η­συχία! Σιωπή ! Ω βλογημένη σιωπή , πού μέσα σε σένα ακούγω τις μυριάδες φωνές του παντός. Κι ώ ταραχή και βουή της πο­λιτείας πού μ' εμποδίζεις να ακούσω την υπερκόσμια αυτή και πολύηχη σιωπή, πού την ακούω σε τούτη την έρημο ! Τώρα κα­ταλαβαίνω καλά γιατί στην έρημο ακούγανε οι ασκητές τη φω­νή του Θεού και καταλαβαίνανε τα μυστήρια...».
Είναι, αλήθεια, ή ώρα της «ησυχίας» «παρά τους πόδας του Ιησού
Αδελφοί μου!
Είμαστε, λέει ο απ. Παύλος λυτρωμένοι με το Αίμα του Ιησού Χριστού. Έχουμε λάβει τη σωτηρία μας από το νόμο της αμαρτίας και του θανάτου δια του αίματος του Χριστού. Είμαστε, λέει πάλι κάπου αλλού, μέλη της αγίας Του Εκκλησίας. Τέτοιο μεγάλο προνόμιο μας έδωσε ο Χριστός.
Δαιμονιζόμενοι υπήρχαν στην εποχή του Χρίστου, υπάρχουν και σήμερα. Όταν ό άνθρωπος απομακρυνθεί από τις αρχές που καθορίζει η πίστη προς το θεό και κλονισμένος οδηγείται σε μια αναρχούμενη ζωή  και σε μια ψυχική ανισορροπία τότε είναι δαιμονισμένος! «Ποια σχέση υπάρχει με­ταξύ σου και μεταξύ μας;» ειπώθηκε σήμερα στον Κύριο, φυσικά, απ’ τα δαιμόνια! Έτσι ο άνθρωπος χωρίς θεό, χωρίς τον κύ­κλο των ηθικών αξιών, διακόπτει κάθε πνευματική σχέση με το θεό και οδηγείται σε δαιμονικές και παράλογες πράξεις. Δεν θέλει να έχει σχέσεις με το Χριστό. Η προσωπικότητα του καθίσταται καταρρακωμένη. Η χωρίς φραγμούς ζωή, η ασύδοτη ζωή, η αναστατωμένη και αυτονομημένη απ’ το Θεό ζωή,  είναι δαιμονισμός. Τα έργα της δουλείας στην αμαρτία είναι του διαβόλου. Ο Χριστός, αντίθετα προσφέρει τη ζωή της εσωτερικής ελευθερίας, ζωή ησυχίας, ζωή ισορροπίας και ηρεμίας ζωή χαράς και  καταξιώσεως.
Δαιμονισμένος ο άνθρωπος της εποχής μας. Δαιμονισμένος γιατί έχει καταντήσει χιμαιροκυνηγός και δεν κατανοεί ο άμοιρος πως ζει με σύντροφο την ουτοπία. Πιστεύει κι ελπίζει σε μια ευτυχία βασισμένη στην καταξίωση την κοσμική, τη μάταιη που δεν έχει πνευματικό θεμέλιο. Βασίζεται στην υπερκαταναλωτική αφθονία σε όλους τους τομείς σκοτώνεται για να μαζέψει «μεταξωτές κορδέλες» που τελικά κι αυτές είναι φύκια.  Τον αφουγκράζεται ο μακαριστός Φώτης Κόντογλου, να παραμιλάει και να σιγοκλαίει λέγοντας: «Τι δυστυχία, να 'σαι φημισμένος στρατηγός ή συγγρα­φέας ή τεχνίτης ή ό, τι άλλο... Ενώ ο ταπεινός κι ο ξεχασμένος σεργιανίζει ξέγνοιαστος μέσα στο περιβόλι της καρδιάς του, ανά­μεσα σε πρασινάδες και σε νερά, και γέρνει και ξεκουράζεται απάνω στο χορτάρι και χαίρεται τον κόσμο, όπως του διόρισε ό Θεός...».
Δαιμονισμένοι, γιατί εγκαταλείψαμε πλέον την οικογένεια μας, τα παιδιά μας, αβοήθητα και απροστάτευτα,  στη προσπάθεια μας να τους δώσουμε όλο και περισσότερα. Δαιμονισμένοι, γιατί σκύψαμε το κεφάλι και αιχμαλωτιστήκαμε σ’ ένα εισαγόμενο σατανισμό, που μας τον πλασάρουν με τον κατ’ ευφημισμό όρο, διασκέδαση και αναστρέψαμε τη φύση. Κάναμε λοιπόν τη νύχτα μέρα και τη μέρα νύχτα, έτσι διασκεδάζει σήμερα ο κόσμος, γεμίσαμε τ’ αυτιά μας με εκκωφαντικούς και ακατανόητους, δαιμονισμένους, ήχους, δηλητηριαστήκαμε με το αλκοόλ  και τα ναρκωτικά.
Αντί τους υποσχόμενου παραδείσου οδηγηθήκαμε στην πλή­ρη καταστροφή. Είμαστε δαιμονισμένοι  γιατί, με κάθε τρόπο, τηλε­όραση, ραδιόφωνο, Τύπο και ότι άλλο, επιχειρούμε να προβάλλουμε τη δια­στροφή, τον κλονισμό, την ανωμαλία, το έγκλημα, την αναισχυντία και να καταρρακώσουμε κάθε παραδεδεγμένη αξία.
Θλιβερά τα αποτελέσματα της σύγχρονης δαιμονοπληξίας. Περιφέρονται λείψανα ανθρώπων, με παρανοϊκές καταστά­σεις και ως ανοικτοί τάφοι αποδίδουν την ηθική δυσοσμία. Όλοι αυτοί καμιά σχέση δεν έχουν με το Θεό. Ο Θεός δεν υποδεικνύει ζωή ανισορροπίας, αλλά  εξισορρό­πηση και ηρεμία. Αν σήμερα οι άνθρωποι κατατρύχονται από τα βασανιστικά συναισθήματα του άγχους, της μοναξιάς, της ανασφάλειας, όλα είναι «αγαθά» της ανισορροπίας πού επεκτείνεται στις συνθήκες της κοινωνικής ζωής και μάλιστα της πνευματικής ζωής.
Μέσα σ’ αυτή την "κοσμική κοινωνία", την "κοσμική" κοινωνία, που λόγω της πολυπραγ­μοσύνης και των πολλών περισπασμών προς διάφορες κατευ­θύνσεις, φυλακίζει την ψυχή και δεν αφήνει τη Χάρη του Θεού ν' ανθίσει μέσα της, υπάρχει και μια άλλη Κοινωνία· η εν Αγίω Πνεύματι κοινωνία, που μας φωνάζει " άνθρωπε ησύχασε". Ή πρώτη είναι γνώρισμα του σύγχρονου ανθρώπου και τρόπου ζωής. Η δεύτερη, η οδός της "ησυχίας", ο δρόμος της απεξάρτησης απ’ τη τρέλα της  νέας εποχής είναι τα ο ανθός πού δεν ευ­δοκιμεί μονάχα στα πόδια του Χριστού και αναφέρεται σ' όλους που μέσα στο κοσμικό κατεστημένο βάλλονται συνεχώς και πιέζονται με ατέρμονες έννοιες και φροντίδες. Αυτή είναι η κατά Θεόν ησυχία.
Σ' αυτόν τον ευλογημένο άνθρωπο, πού ίσως έβαλε σε δεύ­τερη μοίρα την Κολυμβήθρα απ' όπου βγήκε Χριστοφόρος, η Εκκλησία του λέει: «Όπως ακριβώς σ' ένα δρόμο, οπού πηγαι­νοέρχονται πολλοί πεζοί, ποτέ δεν φυτρώνει χορτάρι ούτε κι αν το σπείρεις, γιατί πατιέται το χώμα. έτσι συμβαίνει και με μας. Παραιτήσου από κάθε φροντίδα και θα ιδείς να φυτρώνουν αυ­τά, πού δεν γνώριζες Ότι βρίσκονταν μέσα σου, επειδή πάνω σ' αυτά περπατούσες». (ό­σιος Πέτρος ο Δαμασκηνός).
Δαιμονισμός, αδελφοί μου, είναι να νομίσει κανείς ότι μένει παντοτινά στη ζωή αυ­τή. Δαιμονισμός είναι να φροντίζει για το σώμα προς βλάβην της ψυ­χής και να καυχιέται γι’  αυτό πού αφήνει πίσω του. Γι’ αυτό ιματισμένοι και σωφρονούντες στα πόδια του Ιησού ας ακούσουμε τα λόγια Του!  «Προσέχετε δε τους εαυτούς σας, μήπως οι ψυχές σας γίνουν βαριές και ανίκανες να προσέχουν και να αγρυπνούν, πνιγμένες μέσα στις κραιπάλες και τις μέθες και στις αγωνιώδεις και βασανιστικές φροντίδες των βιοτικών».
Αλήθεια, σαν δεν προσέξουμε,  τότε φευγατίζεται η ψυχική γαλήνη, και οι κοσμικές μέριμνες πνίγουν νου και καρδιά.