Τρίτη 17 Φεβρουαρίου 2026

Κυριακή της Τυρινής:

 

Κυριακή της Τυρινής: Η συγχώρησις των αδελφών προϋπόθεσις της ενώσεώς μας με τον Χριστό

 

† Αρχ. Γεώργιος Καψάνης, Προηγούμενος Ι. Μ. Γρηγορίου Αγίου Όρους

Ομιλία εις την Τράπεζαν της Συγχωρήσεως, τη 24η Φεβρουάριου 1992, Κυριακή της Τυρινής.

 

Ευαχριστούμε τον Κύριο, που μας αξίωσε κι απόψε, αδελφωμένοι όλοι, να εορτάσουμε την Κυριακή της Τυρινής· και θα μας αξιώση μετ’ ολίγον να συγχωρηθούμε και συγχωρημένοι και αγαπημένοι να μπούμε στην ευλογημένη και αγία περίοδο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής.

Είναι Παράδοσις της Εκκλησίας μας και του Ορθοδόξου Γένους μας απόψε οι ορθόδοξοι Χριστιανοί και στις πόλεις και στα χωριά, εκεί που υπήρχε παλαιότερα ευσέβεια και όπου υπάρχει ακόμα κάποια ευσέβεια, οι Χριστιανοί να πηγαίνουν στον Εσπερινό της Συγχωρήσεως, να ακούν τα ωραία γράμματα, τα οποία ωθούν την ψυχή του ανθρώπου προς τον πνευματικό αγώνα, και εν συνεχεία να συγχωρούνται από τον ιερέα και μεταξύ των. Και μετά να πηγαίνουν στα σπίτια των, να παραθέτουν κοινή τράπεζα, συγγενείς και φίλοι, και να ευφραίνωνται οικογενειακώς. Και συγχωρεμένοι όλοι οι Χριστιανοί να αρχίζουν την Αγία και Μεγάλη Τεσσαρακοστή, και μάλιστα σε μερικά μέρη να κρατούν και το Τριήμερο.

Δυστυχώς τα ξενικά έθιμα, τα οποία εισέβαλαν στον τόπο μας τα τελευταία χρόνια, κατήργησαν εν πολλοίς αυτήν την ευλογημένη συνήθεια, αυτό το ωραίο ορθόδοξο χριστιανικό έθιμο. Αλλά και κάποια κατάλοιπα του αρχαίου ειδωλολατρικού Ελληνισμού, τα οποία δυστυχώς μέχρι τώρα δεν ξερίζωσε ο Χριστιανισμός και στην πατρίδα μας, οι καρναβαλικές εορτές, οι οποίες τώρα και για λόγους κερδοσκοπικούς προβάλλονται, αντιστρατεύονται αυτήν την ωραία και πνευματική συνήθεια του Ορθοδόξου λαού μας. Το αποτέλεσμα είναι να διασκεδάζη ο λαός αυτές τις ημέρες, αλλά όχι χριστιανικά, και γι’ αυτό να μή έχη και αληθινή χαρά. Ο διάβολος τα κατάφερε έτσι, ώστε οι ημέρες αυτές για πολλούς αδελφούς μας Έλληνες Χριστιανούς από ημέρες πνευματικής προετοιμασίας που είναι για τον αγώνα της Μεγάλης Τεσσαρακοστής να γίνωνται ημέρες μεγάλων αμαρτημάτων και αισχρουργιών, διά τας οποίας ο Απόστολος Παύλος λέγει ότι «αισχρόν έστι και λέγειν» (Έφεσ. ε΄ 12). Ιδίως στις πόλεις εκείνες που γίνονται οι καρναβαλικές εορτές ακολουθούν πολλές φρικτές αμαρτίες των ανθρώπων. Χαίρεται ο διάβολος και λυπείται ο Χριστός. Και όλα αυτά στην Ορθόδοξο πατρίδα μας.

Στο Άγιον Όρος, δόξα τω Θεώ, διατηρείται η Παράδοσις η Ελληνορθόδοξη. Γι’ αυτό και εμείς απόψε συγκεντρωνόμαστε εδώ να τελέσουμε τον Εσπερινό της αγάπης, και μετά και το δείπνο της αγάπης, όπως οι πρώτοι Χριστιανοί που τελούσαν τις αγάπες.

Γνωρίζουμε ότι ο σκοπός της ζωής μας είναι η ένωσίς μας με τον Θεό. Αυτός είναι ο ανώτερος, ο ύψιστος, ο μεγάλος, ο τελικός σκοπός της ζωής μας. Όλοι οι άλλοι σκοποί είναι δευτερεύοντες και επίγειοι. Π.χ. το να μάθουμε κάποια τέχνη ή κάποια επιστήμη, το να φτιάξουμε κάποιο σπίτι, το να κάνουμε οικογένεια. Καλά είναι κι αυτά, αλλά αυτά δεν είναι ο τελικός σκοπός της ζωής μας. Διότι μπορεί να τα πραγματοποίηση αυτά ο άνθρωπος και να επιτύχη κοσμικά και ανθρώπινα, αλλά αν δεν επιτύχη την ένωσί του με τον Θεό, είναι αποτυχημένος από την άποψι του αιωνίου προορισμού του. Μπορεί πρόσκαιρα να επέτυχε σ’ αυτό τον κόσμο, αλλά αιώνια απέτυχε.

Αυτός ο ύψιστος σκοπός της ζωής μας, που πρέπει να επιδιώκουμε μέσα σε όλα τα ανθρώπινα και πέρα απ’ όλα τα ανθρώπινα, επιτυγχάνεται μέσα στην αγία μας Εκκλησία.

Η Εκκλησία μας είναι εκείνη που μας διδάσκει αυτόν τον μεγάλο σκοπό της ζωής μας, αλλά και που μας βοηθάει να τον πραγματοποιήσουμε. Και να, μία βοήθεια που μας δίνει η Εκκλησία για να πραγματοποιήσουμε αυτόν τον μεγάλο σκοπό της ζωής μας: Η Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Είναι η περίοδος, κατά την οποία με τις ωραίες ακολουθίες, τα ωραία γράμματα που ψάλλει η Εκκλησία μας, τις ωραίες αναγνώσεις, τα ωραία τυπικά, μας υπενθυμίζει ότι ο σκοπός μας είναι να ενωθούμε με τον Θεό. Και ότι για τον σκοπό αυτό πρέπει να αγωνισθούμε. Χωρίς αγώνα δεν μπορεί ο άνθρωπος να ενωθή με τον Θεό. Δεν θα αναλύσω απόψε στην αγάπη σας ποιός είναι αυτός ο αγώνας, γιατί λίγο ως πολύ το γνωρίζουμε. Θέλω όμως να τονίσω, διότι το καλεί η ημέρα, ότι η ένωσις με τον Θεό είναι συγχρόνως και ένωσις με τους αδελφούς μας, τους συνανθρώπους μας. Δεν μπορούμε να ενωθούμε με τον Θεό, αν δεν είμαστε ενωμένοι με τους συνανθρώπους μας. Κάθε τι το οποίο μας χωρίζει από τους συνανθρώπους μας, μας χωρίζει κι από τον Θεό.

Γι’ αυτό είναι μεγάλη ανάγκη να είμαστε συνεχώς ενωμένοι πνευματικά με τους συνανθρώπους μας, για να είμαστε ενωμένοι με τον Θεό. Προκειμένου να αφαιρέσουμε κάθε εμπόδιο το οποίον μας χωρίζει από τους συνανθρώπους μας, έχουμε εμείς οι Χριστιανοί την συγχώρησι. Με την συγχώρησι αποκαθιστούμε την ενότητα, την αγάπη, την ομοψυχία, την ειρήνη. Ο πειρασμός, τα πάθη μας, ο εγωϊσμός μας, συνεχώς μας βάζουν εμπόδια στο ν’ αγαπούμε τον συνάνθρωπό μας, στο να τον συγχωρούμε. Μας δημιουργούν μέσα μας ψυχρότητες, επιθετικότητες, κακούς λογισμούς, καχυποψίες, παράπονα για τον συνάνθρωπό μας, άλλοτε δίκαια και άλλοτε άδικα. Αυτά όλα όμως μας χωρίζουν από τον συνάνθρωπό μας. Κι όταν λέω συνάνθρωπό μας, δεν εννοώ τον άγνωστο, αλλά αυτόν με τον οποίον συμπορευόμεθα στον δρόμο της ζωής μας, που για μας μεν τους μοναχούς είναι όσοι αποτελούν την αδελφότητα της Μονής αλλά και οι αδελφοί μας που μας επισκέπτονται, οι προσκυνηταί της Μονής, οι εργαζόμενοι στη Μονή, οι άνθρωποι που περνούν από το Μοναστήρι μας. Όλοι αυτοί είναι οι πλησίον, για τους οποίους ομιλεί ο Κύριος στο ιερό Ευαγγέλιο. Για σας δε τους κοσμικούς πλησίον είναι οι συγγενείς σας, η σύζυγός σας, οι γονείς σας, τα αδέλφια σας, τα παιδιά σας, οι συνεργάτες σας, οι συμμαθηταί σας στα σχολεία. Αυτούς όλους τους ανθρώπους καλούμεθα να τους έχωμε μέσα στην καρδιά μας, να τους αγαπούμε, να τους χωράμε μέσα μας.

Δεν μπορούμε να ενωθούμε με τον Θεό, όταν δεν αισθανόμαστε ό,τι αισθάνεται ο Θεός για τους ανθρώπους. Η καρδιά του Θεού είναι ανοικτή. Χωράει όλο τον κόσμο. Και χωράει και εκείνους οι οποίοι τον υβρίζουν και τον βλασφημούν. Η καρδιά του Χριστού, όταν σταυρωνόταν, χωρούσε εκείνους που τον εσταύρωναν. Κι όχι μόνο τους συγχωρούσε, αλλά και τους εδικαιολογούσε: «Πάτερ, άφες αυτοίς· ού γάρ οίδασι τι ποιούσι» (Λουκ. κγ΄ 34). Και η καρδιά του Χριστιανού πρέπει να είναι μια καρδιά Θεομίμητος και Χριστομίμητος, να είναι ανοικτή πάντα και να χωράη πάντα όλους τους ανθρώπους, και εκείνους για τους οποίους έχει παράπονα και εκείνους οι οποίοι τον έχουν αδικήσει.

Να, ένα μεγάλο αγώνισμα για μας τους Χριστιανούς: Η συγχωρητικότης, η ανοχή, η επιείκεια, η κατανόησις. Δύσκολο το αγώνισμα, αλλά πολύ αναγκαίο για την ένωσί μας με τον Θεό, για την ειρήνη της ψυχής μας, για την σωτηρία της ψυχής μας. Είναι πολύ εύκολο να δημιουργηθή μεταξύ μας ψυχρότης και αντιπάθεια. Αλλά η συγγνώμη, που θα ζητήσουμε ο ένας απ’ τον άλλο και θα δώσουμε ο ένας στον άλλο, αμέσως διορθώνει το κακό, λιγοστεύει την απόστασι, φέρνει τον ένα κοντά στον άλλο, έτσι που ο ένας να χωράη μέσα στον άλλο κι όλοι μαζί να χωράμε μέσα στον Θεό. Τί ευλογία μεγάλη! Να χωράη ο ένας μέσα στον άλλο κι όλοι να χωράμε μέσα στον Θεό. Κι όπως ο Θεός μας χωράει όλους μέσα στην απεριόριστη ευρυχωρία της θείας αγάπης του, έτσι κι εμείς να διευρυνθούμε και να χωράμε όλους τους αδελφούς μας μέσα στην αγάπη μας.

Τί κακό πράγμα είναι να στενεύη κανείς και να μη χωράη κανένα στην καρδιά του ή να χωράη ελάχιστα μόνο πρόσωπα. Αυτό εχει πάθει κι ο εχθρός της σωτηρίας μας, ο διάβολος. Ενώ ο Θεός είναι ανοικτός σ’ όλο τον κόσμο, ο διάβολος είναι κλειστός σ’ όλο τον κόσμο. Ο διάβολος δεν μπορεί να ανοιχθή σε κανένα. Είναι κλεισμένος σε μια φοβερή μοναξιά και εγωκεντρισμό. Δεν αγαπάει κανένα, αλλά μισεί όλους και θέλει το κακό όλων.

Τί ωραίο πράγμα να διευρύνεται ο Χριστιανός. Όσο περνά η ζωή του, να ανοίγη η καρδιά του, να χωράη όλους και ν’ αγαπάη όλους. Αυτό το αγώνισμα πρέπει να κρατήση σε όλη μας την ζωή. Όσο περνούν τα χρόνια μας, τόσο πιο πολύ να διευρυνώμεθα πνευματικά, να ανοιγόμαστε και να χωράμε, όπως είπα, μέσα μας όλους τους αδελφούς μας.

Αυτή η Αγία και Μεγάλη Τεσσαρακοστή θα μας δώση την δυνατότητα ν’ αγωνισθούμε. Σε λίγο θα βάλουμε μετάνοια μεταξύ μας και θα ζητήσουμε συγχώρησι. Θα ζητήσουμε συγχώρησι πρώτα από τον Κύριο και Θεό και Πλάστη και Κριτή μας, ενώπιον του οποίου όλη μας η ζωή, και τα φανερά και τα κρυπτά, είναι γνωστά. Μετά απ’ την Παναγία μας, η οποία προΐσταται της Εκκλησίας των λελυτρωμένων και είναι η Μητέρα μας και η Μητέρα όλων των Χριστιανών κι όλου του κόσμου, και ιδιαίτερα η Προστάτις και Έφορος και Ηγουμένη και Γερόντισσα του Αγιωνύμου τούτου Όρους, στο οποίον και εμείς οι ανάξιοι καταξιωθήκαμε να εγκαταβιώνουμε. Έχουμε μια ιδιαίτερη ευθύνη απέναντι της Παναγίας, γιατί αυτή μας εκάλεσε εδώ, αυτή μας κρατάει εδώ κι αυτή περιμένει πολλά από μας. Και γι’ αυτό και από την Παναγία μας ζητούμε συγχώρησι, για όσες φορές την απογοητεύουμε.

Και μετά ζητούμε συγχώρησι και από τους Αγίους μας, που είναι οι μεγαλύτεροι αδελφοί μας και οι οποίοι μας παρακολουθούν, μας βοηθούν, μας συμπαρίστανται και περιμένουν να φιλοτιμηθούμε στον πνευματικό αγώνα.

Ζητάμε συγχώρησι και μεταξύ μας, και ιδίως από όποιον αδελφό έτυχε λόγω της αδυναμίας μας, του εγωισμού μας και των παθών μας, κάποτε να ψυχρανθούμε, να ανταλλάξουμε ένα λόγο που δεν έπρεπε ν’ ανταλλάξουμε ή να κρατήσουμε κάποιο αρνητικό αίσθημα μέσα μας γι’ αυτόν, που, όσο λεπτό κι αν είναι, όμως αποτελεί εμπόδιο στην πλήρη και τελεία κοινωνία μας με τον αδελφό.

Μακάρι να βοηθήση ο Θεός να αξιωθούμε όλοι να προχωρούμε σ’ αυτή την ψυχική ενότητα, να μην έχουμε μια εξωτερική και συμβατική και τυπική ένωσι, αλλά να έχουμε μία καρδιακή ένωσι και περιχώρησι και αγάπη και παραδοχή και αποδοχή ο ένας για τον άλλον. Και όσο περνούν τα χρόνια της ζωής μας, τόσο και πιο πολύ να ενωνόμαστε μεταξύ μας και να ενωνόμαστε με τον Θεό.

Η αλήθεια είναι ότι, όσο πιο πολύ πλησιάζουμε τον Θεό, θα πλησιάζουμε και μεταξύ μας. Και όσο πιο πολύ πλησιάζουμε μεταξύ μας, θα πλησιάζουμε στον Θεό.

Ζητούμε την Χάρι του Θεού, τις πρεσβείες της Παναγίας μας και των Αγίων μας, για να αγωνιστούμε αυτόν τον αγώνα, να τον έχουμε πάντοτε προ οφθαλμών μας και να τον επιτύχουμε.

Αλλά και σε σας αδελφοί μας, που συμμετέχετε απόψε στο δείπνο της αγάπης και της συγχωρήσεως και που είστε διά του Αγίου Βαπτίσματος μέλη τίμια του Αγίου Σώματος του Χριστού, ευχόμεθα να κάνετε αυτόν τον αγώνα στο διάστημα της επιγείου ζωής σας και να αξιωθήτε κάθε μέρα να προοδεύετε σ’ αυτόν τον αγώνα, να ενώνεστε πιο πολύ μεταξύ σας και με τον Θεό. Και αυτό θα σας δίνη πολλή χαρά και πολλή ευλογία. Διότι η αληθινή χαρά προέρχεται από την αγάπη. Και εκεί που βασιλεύει η αγάπη, υπάρχει και η πραγματική ευτυχία. Ενώ εκεί που λείπει η αγάπη, υπάρχει το ανικανοποίητο κενό.

Με αυτές τις ταπεινές σκέψεις εύχομαι να περάσουμε όλοι την Αγία και Μεγάλη Τεσσαρακοστή με υγεία, με προσευχή, με μνήμη Θεού, και να αξιωθούμε ανανεωμένοι πνευματικά να εορτάσουμε με αγία χαρά και την ένδοξο και λαμπροφόρο Ανάστασι του Κυρίου μας, η οποία θα είναι και το προοίμιο της απολαύσεως εκ μέρους μας της αιωνίου βασιλείας του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος μας Ιησού Χριστού.

Ως πρώτος τη τάξει κατά Χάριν Θεού αδελφός της Μονής μας και πατήρ σας πνευματικός, πρώτος σας βάζω μετάνοια και ζητώ απ’ όλους σας συγχώρησι και συγχωρώ πάντας από καρδίας.

 

(Ετήσια έκδοσις της Ιεράς Μονής Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους, «Ο Όσιος Γρηγόριος», περίοδος Β΄, έτος 2012, αριθμ. 37)

Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου 2026

ΚΥΡ ΙΑΚΗ ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΕΩ 

Ματθαίου κε’ 31-46.

 


ΑΓΑΠΗ ΝΑΙ· ΑΛΛΑ ΠΟΙΑ ΑΓΑΠΗ;

 

 

«Εφ’ όσον εποιήσατε ενί  τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων, εμοί εποιήσατε». (Ματθ. κε’ 40)

 

 

 

Υπό του π. Γεωργίου Μεταλληνού

 

 

1. Η σημερινή ευαγγελική περικοπή έρχεται να μας υπενθυμίσει μια μεγάλη αλήθεια. Την περασμένη Κυριακή μίλησε το ιερό Ευαγγέλιο για την αγαθότη­τα του Θεού- Πατέρα, που περιμένει το πλάσμα του να επιστρέψει. Αυτό όμως δεν πρέπει να μας κάμει να ξεχάσουμε και την δικαιοσύνη Του. Ο Θεός δεν είναι μονάχα στοργικός Πατέρας. Είναι και δίκαιος Κριτής.«Οτε  λεος ατο κριτος, οτε  κρίσης νελεήμων» λέγει ο Μ. Βασίλειος. Θα κρίνει τον Κόσμο, μας λέγει το Ευαγγέλιο, και μάλιστα όχι αυθαίρετα, αλλά σύμφωνα με τα έργα μας. Μας φέρνει, λοιπόν, η σημερινή περικοπή ενώπιον του γεγονότος της κρίσε­ως. Και λέμε «γεγονότος», γιατί η παγκόσμια κρίση αποτελεί για την πίστη μας εσχατολογική βεβαιότητα και πραγματικότητα, που ομολογείται σ’ αυτό το Σύμ­βολο μας ως εκκλησιαστική πίστη: «Και πάλιν ρχόμενον κρναι ζντας καί νεκρούς...».

Καλούμεθα, λοιπόν, σήμερα να συνειδητοποιή­σουμε τρία πράγματα. Πρώτον, ότι Κριτής μας θα είναι ο Ι. Χριστός, ως Θεός. Σωτήρ ο Χριστός αλλά και Κριτής. Αν την πρώτη φορά ήλθε ταπεινός στη γη, «να σώσ τόν κόσμον», τώρα θα έλθει «ν τ δόξ ατο», ίνα κρίνη τον κόσμον. Αυτός που έγινε για μας «κατάρα» πάνω στον Σταυρό, έχει κάθε δικαίωμα να μας κρίνει, αν αφήσαμε να μείνει μέσα μας και στην κοινωνία μας ανενέργητη η θυσία Του. Δεύτε­ρον θα κρίνει όχι μόνο τούς Χριστιανούς, ούτε μόνο τούς εθνικούς, όπως πίστευαν οι Εβραίοι για την κρί­ση του Θεού. Θα κρίνει όλους τούς ανθρώπους, χρι­στιανούς και μη, πιστούς και απίστους. Τρίτον βάση της κρίσεως, το κριτήριο, θα είναι η αγάπη. Η στάση μας δηλαδή απέναντι στους συνανθρώπους μας. Καθο­λική - παγκόσμια η κρίση, καθολικό - παγκόσμιο και το κριτήριο. Ο παγκόσμιος νόμος της ανθρωπιάς, στον όποιο συναντώνται όλοι, χριστιανοί και μη. Και όσοι εγνώρισαν τον Χριστό και όσοι δεν μπόρεσαν να τον γνωρίσουν και γι’ αυτό έμειναν μακριά από το Ευαγγέλιό Του. Στο νόμο αυτό, δεν υπάρχει χώρος για προφάσεις και δικαιολογίες. Η πείνα, η δίψα, η γύ­μνια, η αρρώστια, η φυλακή βοούν, δεν μπορούν να μείνουν κρυφά, για να έχει το δικαίωμα να ισχυρισθεί κάποιος πώς δεν τα πρόσεξε... Δεν μπορεί να τ’ αγνοή­σει κανείς, χωρίς προηγουμένως να παύσει να έχει συναισθήματα ανθρώπου, αν δεν έχει τελείως «αχρειώσει», εξαθλιώσει, την εικόνα του Θεού μέσα του.

 

2. Το συγκλονιστικό μεγαλείο και την φρικτότητα της ώρας της Κρίσεως ζωγραφίζουν με υπέροχα χρώ­ματα οι ύμνοι της ημέρας. «, ποία ρα τότε! ταν... τίθωνται θρόνοι καί βίβλοι νοίγωνται, καί πράξεις ­λέγχωνται καί τά κρυπτά το σκότους δημοσιεύον­ται»! Είναι φρικτή και η απλή σκέψη της ώρας της κρίσεως, γιατί όχι μόνο υπενθυμίζει την ανετοιμότητά μας να εμφανισθούμε μπροστά στο βήμα του φοβερού Κριτού, αλλά και διότι αποκαλύπτει την τραγικότητα της ζωής μας, την οποία δαπανάμε μέσα σε έργα μα­ταιότητος, που δεν αντέχουν στο φως της αιωνιότητος. Δεν δικαιούμεθα ενώπιον του κριτού μας για όσα ο κόσμος θεωρεί μεγάλα και σπουδαία: γνώσεις, θέ­σεις, τίτλους, αξιώματα, πλούτο, δόξα. Αυτά όλα είναι δυνατό μάλιστα να οδηγήσουν στην καταδίκη μας.

Κρινόμεθα βάσει της έμπρακτης εφαρμογής της αγά­πης μας. Όχι ως άτομα δηλαδή, αλλά ως μέλη της αν­θρώπινης κοινωνίας. Ο θεός δεν έπλασε άτομα, αυτό­νομα και ανεξάρτητα. Μάς έπλασε, για να γίνουμε πρόσωπα και κοινωνία προσώπων. Και οι μεγαλύτε­ρες αρετές, αν μείνουν απλώς ατομικές, είναι μετοχές χωρίς αντίκρυσμα ενώπιον του Μεγάλου Κριτού. Για­τί δεν βρήκαν την πραγμάτωση τους μέσα στην αν­θρώπινη κοινωνία. Δεν καταξιώθηκαν σε διακονίες. Έτσι λ.χ. η γνώση είναι θεία ευλογία, όταν όμως θηρεύεται για χάρη του συνανθρώπου, για την διακονία του πλησίον. Το ίδιο και η εγκράτεια και η ευλάβεια, και η νηστεία και σύνολη η άσκησή μας. Αν όλα αυ­τά γίνονται για μια ατομική δικαίωση και όχι ως δια­κονία των αδελφών, των πλησίον, μας ελέγχει η φωνή του Θεού: «λεον θέλω κα ο θυσίαν» (Ματ. θ΄ 13)! Αγάπη θέλω και όχι την θρησκευτικότητα, που αποβλέπει στην αυτοέξαρση και την αυτοπροβολή. Πού βλέπει τον τύπο ως πεμπτουσία της ευσέβειας.

 

3. Ο κόσμος έχει μάθει να εξαγοράζει τα πάντα, ακόμη και τις συνειδήσεις. Στο χώρο όμως της πίστε­ως δεν ισχύει ο νόμος αυτός. Η ατομική ευσέβεια δεν μπορεί να εξασφαλίσει θέση στην βασιλεία του Θεού, αν δεν γίνει πρώτα εκκλησιαστική, αν δεν συνοδεύε­ται δηλαδή από τα έργα της αγάπης. Ο στίβος του χριστιανού είναι και η κοινωνία και όχι μόνο το «ταμιείον». Εις το ταμιείον του καταφεύγει ο Χριστια­νός για τον πνευματικό του ανεφοδιασμό. Ποτέ όμως δεν εξαντλείται η πολιτεία του στο στενό χώρο της α­τομικότητας του. Αν η πνευματικότητα μας είναι ορ­θή, θα οδηγεί σε ανιδιοτελή αγάπη. Ας το ακούσουμε μια για πάντα: Το επιχείρημα των γλυκανάλατων χρι­στιανών της ανευθυνότητος και του «λάθε βιώσας» δεν έχει καμμιά δύναμη: «Κύτταξε την ψυχή σου» δεν σημαίνει τίποτε περισσότερο από δειλία και υποχώ­ρηση, αν δεν συνοδεύεται και από το στίβο: «Πάλευσε για να φτιάξεις τη χριστιανική σου κοινωνία». Διαφορετικά είμασθε κατά λάθος ανάμεσα σε χριστια­νούς. Η θέση μας είναι κάπου στην Άπω Ανατολή, στη νέκρωση του νιρβάνα.

 

4. Αισθάνομαι όμως την ανάγκη να προλάβω στο σημείο αυτό μια απορία. Αν κρινόμασθε βάσει της έμπρακτης αγάπης μας, τότε που πηγαίνει η πίστη; Ποια σημασία έχει ο υπέρ της πίστεως και της καθαρότητος του δόγματος αγώνας; Αν δεν έχει διαστά­σεις αιώνιες, τότε γιατί να γίνεται;

Κατά την ώρα της κρίσεως η πίστη, και ως αφο­σίωση και ως διδασκαλία, δεν αποκλείεται, όπως πι­στεύουν εν πρώτοις πολλοί. Προϋποτίθεται. Κριτής μας είναι Ο ΧΡΙΣΤΟΣ. Μας σώζει η μας κατακρίνει η συμπεριφορά και στάση μας απέναντι του. Γιατί μας διευκρινίζει ότι στο πρόσωπο Του αναφέρεται κάθε πράξη μας προς τον συνάνθρωπό μας, καλή ή κακή. Ηθικά αδιάφορες πράξεις δεν υπάρχουν. Αν τονίζει σαν κριτήριο την αγάπη, δεν σημαίνει πώς θέλει ν’ αποκλείσει την πίστη. Θέλει να προλάβει ακριβώς την καταδίκη της πίστεως εκ μέρους μας σ’ ένα σύνολο θεωρητικών αληθειών χωρίς ανταπόκριση και εφαρ­μογή στη ζωή μας. Όπως ο κεκηρυγμένος άθεος και ο συνειδητός αρνητής της πίστεως μεταφράζει την α­θεΐα και απιστία του σε αντίθεα έργα, έτσι και ο πιστός πρέπει να κάμει την πίστη του κινητήρια δύναμη της ζωής του. Γιατί « πίστις χωρς τν ργων» (Ιακ. β΄ 20) της α­γάπης, είναι νεκρά. Δεν αποκλείει, λοιπόν, την πίστη, αφού αυτή είναι η προϋπόθεση του ορθού βίου και της σωτηρίας. Αλλά και κάτι περισσότερο. Όχι μόνο « μή πιστεύσας» (εις τον Χριστό) δεν σώζεται, αλλά και ο μη ορθώς πιστεύσας. Ο Θεός δεν είναι μόνο α­γάπη, είναι και αλήθεια (Ιωαν. ιδ’ 6· Α’ Ιωαν. δ’ 8· δ’ 16· ε’ 6) και μάλιστα Αυτοαλήθεια. Όποιος προδίδει την αλήθεια προδίδει και την αγάπη. Η αγάπη του Χριστού «συγχαίρει δ τ ληθεί» (Α΄ Κορ. ιγ΄ 6) συζεί δηλαδή και συνευδοκιμεί με την αλήθεια, δεν υπάρχει χωρίς αυ­τήν. Να λοιπόν πώς καταξιώνεται ο αγώνας για την καθαρότητα του δόγματος. Γιατί είναι αγώνας για την αγάπη, είναι η μεγαλύτερη εκκλησιαστική διακονία. Είναι αγώνας πρώτιστα κοινωνικός, γιατί γίνεται χά­ριν του Λαού του Θεού, για να μείνει ανεπηρέαστος α­πό την πλάνη, που είναι πραγματική αυτοκτονία.

 

Αδελφοί μου!

Όταν ο Χριστός μας ανέφερε την παραβολή της Κρίσεως, οι λόγοι του μπορούσαν να νοηθούν όχι μό­νο σε συνάρτηση προς τούς συγχρόνους του, αλλά και προς όσους έζησαν πριν απ’ Αυτόν. Όσοι δεν γνώρισαν τον Χριστό, μπορούν να έχουν λόγους να κριθούν μόνον για την αγάπη τους, μολονότι αγάπη χωρίς πίστη στον Θεό δεν είναι ποτέ δυνατόν να υπάρχει. Όποιος ειλικρινά ασκεί την αγάπη «δέχεται» τον Θεό, έστω και αν τον αγνοεί. Ο άπιστος δεν δύνα­ται να έχει παρά μόνο φαινομενικά αγάπη. Και μόνο εκεί, που υπάρχει βάπτισμα και «άγιο Πνεύμα», είναι δυνατό να υπάρξει «τελεία αγάπη», αγάπη χριστιανι­κή.

 

Το ζήτημα όμως πρέπει, νομίζω, να τεθεί κατ’ άλ­λο τρόπο. Όταν εμείς σήμερα ακούμε την παραβολή, δύο χιλιάδες χρόνια μετά την σάρκωση του Υιού του Θεού, πώς είναι δυνατόν να χωρίσουμε από την αγά­πη μας την (ορθή) πίστη; Το Ευαγγέλιο λέγει καθαρά:«… μ πιστεύων δη κέκριται, τι μ πεπίστευκεν ες τ νομα το μονογενος υο το Θεο» (Ίωαν. γ’ 18). Μετά την ένσαρκη δηλαδή οικονομία η κρίση εί­ναι συνέπεια της στάσης κάθε ανθρώπου έναντι του Χρίστου. Κριτήριο μένει η αγάπη. Αγάπη όμως που προϋποθέτει την εις Χριστόν πίστη. Γιατί αυτή είναι η μόνη αληθινή. Αυτή μονάχα δικαιώνει και σώζει...

 


Πέμπτη 5 Φεβρουαρίου 2026

Ο ΑΣΩΤΟΣ, ΟΙ ΑΣΩΤΟΙ...ΚΙ ΕΜΕΙΣ



«Η ευαγγελική παραβολή πού διαβάζεται σήμερα είναι γνωστή σε όλους μας ως παραβολή του Ασώτου.·.
Ένας άνθρωπος έχει δύο γιους. Ό νεότερος γιος ζητάει χωρίς περιστροφές από τον πατέρα του το μερίδιο του από την κληρονομιά.…
Και ο πατέρας του δίνει το κομμάτι, το επιβάλλον μέρος της περιουσίας, πού ζητάει. Είναι άρχοντας αγάπης. Δεν ενδιαφέρεται για τον εαυτό του. Ενδιαφέρεται να σώσει το παιδί του. Αυτό βρίσκεται στο σκοπό της ζωής του, είναι η καταξίωση του, το είναι του. Δεν τον ενδιαφέρει τι θα πει ο κόσμος, όπως ενδιαφέρει τόσο πολύ εμάς για το πως θα χαρακτηρίσουν το παιδί μας για τις αστοχίες του, δεν τον ενδιαφέρει αν θα χάση το κύρος του, αν παρουσιαστεί ως πατέρας αποτυχημένος, με παιδί πού αφήνει το σπίτι και φεύγει μακριά. Η αγάπη του πατέρα πάει πιο μακριά απ' ό,τι μπορεί να πάει η κρίση του κόσμου η η ανταρσία του γιου του.
Για τον λόγο αυτό δεν του κάνει διδασκαλία με λόγια. Τώρα πρέπει να τον αφήσει να περιπλανηθεί, να πάθει, να μάθει, να δει προσωπικά το ψεύδος και τις ανυπόστατες απάτες.
Αυτό ξέρει ο πατέρας, ότι είναι κάτι θανάσιμα επικίνδυνο, αλλά δεν βλέπει άλλη λύση. Το μόνο πού μπορεί να κάνει είναι να τον συντροφεύει πάντοτε με την αγάπη του, πού υπάρχει στο σπίτι, αλλά απλώνεται παντού. Δίνει αγωγή στο παιδί του υποφέροντας μυστικά ολόκληρος, βγαίνοντας από σταυρό της αναμονής.
Το θέμα δεν είναι ο πατέρας να κρατήσει δια της βίας τον γιο κοντά του, αλλά να του δώσει τη δυνατότητα, να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις, ώστε ο ίδιος μόνος του να έλθει προς αυτόν. …
Και ο άσωτος φεύγει. Πηγαίνει για να ζήσει σε μια χώρα ξένη, όπου τα πάντα ξοδεύονται χωρίς να ανανεώνονται. Αλλά μετά από λίγο μένει μόνος. Οι φίλοι του έμειναν κοντά του όσο κράτησαν τα πλούτη του. Αρχίζει να ζει την έκπτωση και την εξαθλίωση. Και όταν πηγαίνει να ζητήσει βοήθεια τον σπρώχνουν πιο χαμηλά. Τον στέλνουν να βόσκει χοίρους, να ποιμάνει τα πάθη. Τον κάνουν χοιροβοσκό. Του αρνούνται τη φύση του, την ανθρωπιά του, την αξιοπρέπεια του, την ευγένεια του. Τον θεωρούν ζώο.
Η επιστροφή και η μετάνοια
Όμως, η δοκιμασία του νεότερου γιου στη μακρινή χώρα φανέρωσε και το τι έκρυβε μέσα τον, τι αντοχή είχε, τι έμεινα ανέπαφο, σε ποιόν να καταφύγει, που υπάρχει τροφή, ζωή και ανάσταση για όλους.
Και αρχίζει να μονολογεί: "Μπορεί να τα έχασα όλα! Μπορεί να χάθηκα κι εγώ Κυριολεκτικά να πέθανα. Άλλα υπάρχει κάτι πού δεν χάνεται, δεν πεθαίνει. Είναι ο πατέρας μου και η αγάπη τον. Δεν σκέφτομαι τα παιδιά του - είμαι ανάξιος για κατ τέτοιο - σκέφτομαι τους υπηρέτες του, πως τους φέρεται, πως τους χορταίνει. θα σηκωθώ και θα γυρίσω πίσω και θα πω στον πατέρα μου: Αμάρτησα στον ουρανό κα ενώπιον σου. Σε σένα που έχεις τέτοια αγάπη που γεμίζει ουρανό και γη. Σε σένα που ακόμη εδώ, στη μακρινή χώρα της στέρησης και της κόλασης, με συνοδεύεις. Δεν είμαι άξιος να λέγομαι γιος σου. Ξέπεσα, έχασα την υιοθεσία. Αυτή είναι η αμαρτία  μου. Δεν είναι η περιουσία σου που σπατάλησα. Καθύβρισα τη μια σχέση του παιδιού προς τον πατερά. Πάτερ ήμαρτον,
Ξέρετε, είναι σχετικά εύκολο να παραδεχθώ τα λάθη και τα ελαττώματα μου αλλά είναι πολύ δύσκολο να αναγνωρίσω ξαφνικά πως έχω προδώσει, πως έχω χάσει την πνευματική μου, την αληθινή μου ομορφιά, πως βρίσκομαι τόσο μακρύ: από το αληθινά μου σπίτι.
Και ο άσωτος παίρνει το δρόμο της επιστροφής. Πριν ακόμη φθάσει στο σπίτι, ο πατέρας τον βλέπει από μακριά και τρέχει. Χωρίς να του πει τίποτα, πέφτει ολόκληρος στην αγκαλιά του και τον καταφιλεί. Ήδη ο γιος κατάλαβε, πηρέ τη απάντηση. Ό πατέρας άκουσε την εξομολόγηση. Γιατί πάντοτε ήταν μαζί με το παιδί του. Αυτό το οποίο παρακαλώ να προσέξουμε είναι ότι η πρώτη λέξη της ομολογίας του δεν είναι "συγχώρα με", αλλά "πατέρα". Είναι το όνομα του πατέρα πού ανεβαίνει από τα βάθη του είναι του και του δίνει το θάρρος να ελπίζει.

Η πατρική αγάπη

Εκείνη τη στιγμή ο άσωτος ομολογεί το λάθος του και σιωπά. Δεν μπορεί να συνεχίσει. Τα χάνει με τον χείμαρρο της αγάπης του πατέρα πού τον διαλύει. Κα το λόγο παίρνει ο πατέρας πού μιλά ξεκάθαρα εν σιωπή. Δεν λέει στο παιδί του για τον εαυτό του. Ούτε αν πόνεσε, ούτε πόσο πόνεσε όταν έφυγε. Ούτε πόσο χαίρεται τώρα πού γύρισε. Ούτε τον μαλώνει για να δικαιώσει τον εαυτό του. Αυτά δε λέγονται. Διότι η μυσταγωγία της σχέσης τους ιερουργείται σε χώρο βαθειάς σιωπής. Πυράκτωμα αγάπης πού παραλύει τη γλωσσά. Έτσι νίκησε η πατρική αγάπη το θάνατο. Και άναψε τούτη η χαρά, το πανηγύρι πού ενδύεται και πάλι ο γιος την στολή την πρώτη, και φορά το δακτυλίδι της υιοθεσίας, και θύεται ο μόσχος ο σιτευτός». ( Αρχιμανδρίτης Βασίλειος. Ηγούμενος Ι. Μ. ΙΒΗΡΩΝ).

 

Τα δικά μας χρέη


            Μιλάμε, αδελφοί μου, για τον Άσωτο Υιό και τονίζουμε τη σημασία της επιστροφής. Σήμερα, όμως, όπως έχουν διαμορφωθεί τα πράγματα, αντί να μιλάμε για ασώτους υιούς, καλύτερα να μιλάμε πως δεν θα φτιάχνουμε άσωτους υιούς. Και ο καλύτερος τρόπος είναι να σταθούμε πλάι στους νέους με αγάπη και κατανόηση. Να τους πλησιάσουμε με ανοιχτά τ΄ αυτιά μας κι ακόμη πιο ανοιχτή την καρδιά μας. Η οικογένεια, πρώτα, οι δάσκαλοι μετά, οι διάφοροι κοινωνική θεσμοί, στο κατόπιν, με πρώτο - πρώτο το θεσμό της Εκκλη­σίας.
Ζούμε, αγαπητοί Χριστιανοί, σε μία εποχή φοβερών αντιφάσεων και ανισορροπίας. Κι αυτή ανισορροπία και οι αντιθέσεις ξεκινούν από αυτή την ίδια την οικογένεια, με τις νέες περί οικογενείας ιδέες, την ασυδοσία που μας έβαλαν μέσα σ’ αυτήν, τις ελευθεριάζουσες σχέσεις των μελών της και ακόμη αυτήν την απλή και μόνο συνύπαρξη των μελών της κάτω από την ίδια στέγη.
 Επεκτείνο­νται στους διάφορους θεσμούς όπως αυτού της Εκκλησίας, όπου,  όπως παρατηρούμε γίνεται ότι είναι δυνατόν ώστε αυτή να πληγεί. Καταβάλλονται καθημερινά και ασταμάτητα προσπάθειες για να μπει στο περιθώριο, να κλείσει το στόμα της και να μπει στην άκρη αφού πρώτα κλονιστεί η πίστη και η εμπιστοσύνη του Ελληνικού λαού σ’ αυτήν. Κάνουμε το κάθε το για να αποτρέψουμε την είσοδο της νεολαίας στην Εκκλησία – βλέπετε τι γίνεται κάθε μέρα -­­­­­­­­­­, χωρίς να μας νοιάζει πως τους οδηγούμε κάπου αλλού. Προτιμάμε να τους βλέπουμε στα καταγώγια και τα ναρκωτικά παρά στην Εκκλησία. Την Εκκλησία που δεν είναι αυτή που μας παρουσιάζουν. Γιατί τα πιο πολλά από αυτά είναι παραπλάνηση και παραπληροφόρηση είναι ενορχηστρωμένος πόλεμος. Είναι  αθεΐα και χρεωστούμενα σε φωνή καθαρή και ασυμβίβαστη, στα τεκταινόμενα από τους κοσμοκράτορας του αιώνος τούτου.   
Συνεχίζεται με τους δημογραφικούς, οικονομικούς και κοινωνικούς το­μείς όπου τα πάντα υπερχρεωμένα στις επιταγές που επιβάλλει η «Νέα Τάξη Πραγμάτων» της τόσο γλυκερώς επαγγελλόμενης «Νέας Εποχής» ξεπουλούν κάθε όσιο και ιερό και τα παιδιά καταπληγωμένα και ανυπεράσπιστα ζουν στο δικό τους μαρτύριο.
Δεν μπορούμε, λοιπόν, να μιλάμε για διαφθορά των νέων, όταν σε τόσες και τόσες περιπτώσεις, αρκούμαστε  σε μια γελοία και βλακωδέστατη υποσημείωση, του τύπου «βλάπτει σοβαρά την υγεία» και εμείς ζούμε με την ευφορία της αυταπάτης , ότι κάναμε το χρέος μας και με το παραπάνω. Λεν μπορούμε να μιλάμε για κοινωνικές αξίες, εξύψωση του κοινωνικού βίου, εξάλειψη της εγκληματικότητας, όταν τα ναρκωτικά περιφέρο­νται από χέρι σε χέρι, μπροστά στα μάτια μας, ακόμη και μέσα σε δημοτικά σχολεία. Όταν κάθε ώρα και στιγμή τα Μ.Μ.Ε. προβάλλουν σκηνές βίας και εγκληματικότητας. Σκηνές αισχρές και απαξιωτικές για το ανθρώπινο είδος. Όταν προωθούν το αφύσικο και χλευάζουν το φυσικό,  όταν  δεν μπορούμε πλέον να μιλάμε για ηθικό οικογενειακό βίο, αφού από τα κανάλια κατά κόρον προσβάλ­λεται ο ανέντιμος βίος η παράνομες σχέσεις η απλή συμβίωση, οι ανωμαλίες. Όταν έχουν δημιουργήσει  μια κατάσταση αφόρητη και επικίνδυνη για τα μάτια και τα αυτιά μας,  μια ατμόσφαιρα αποπνικτική απ’ τις βρωμερές αναθυμιάσεις βόθρων δυσοζόντων.
Πώς μπορούμε να απαιτήσουμε σωστή συ­μπεριφορά από τους νέους μας, όταν τα σχολεία μας έπαυσαν να είναι παιδαγωγικά καθιδρύματα και έγιναν μεταπρατήρια φτηνών γνώσεων; Όταν συζητάμε ότι και  αυτήν ακόμη η αναφορά σε Θεό, πίστη και Εκκλησία πρέπει να καταργηθεί. Να καταργηθούν τα Θρησκευτικά, η προσευχή, να φύγουν οι εικόνες από τα σχολεία;
Έχουμε, αδελφοί μου και σήμερα ασώτους υιούς, αλλά υπεύθυνοι δεν είναι εν πολλοίς οι άσωτοι. Αυτοί είναι τα θύματα των αντιφάσεων και της ανισορροπίας του δικού μας κοινωνικού κατεστημένου. Αντί να ζητούμε λοιπόν την επιστροφή των άσωτων, μάλλον απαιτείται η δική μας  γεν­ναία επιστροφή. Μάλλον πρέπει να δούμε εμείς πρώτα να «έλθουμε στον εαυτό μας», να ρθούμε στα συγκαλά μας, να βροντοφωνάξουμε το «ήμαρτον» και μετά να μιλήσουμε για «ασώτους υιούς».




Σάββατο 31 Ιανουαρίου 2026

ΙΔΟΥ ΚΑΙΡΟΣ ΕΥΠΡΟΣΔΕΚΤΟΣ




 ΚΑΙΡΟΣ  ΕΥΠΡΟΣΔΕΚΤΟΣ




Με τη σημερινή Κυριακή, την Κυριακή του Τελώνου και του Φαρισαίου, αγαπητοί μου αδελφοί, δεν εγκαινιάζεται απλά η κατανυκτική περίοδος του Τριωδίου, ούτε και προβάλλονται παραβολικά δύο πρόσωπα της καθημερινότητας μας. Με τη σημερινή Κυριακή διευκρινίζονται και οριοθετούνται βασικά σημεία της ζωής. Είναι η πίστη, είναι η ευσέβεια, είναι η μετάνοια, είναι η ταπείνωση. Όλα αυτά διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο τόσο στην προσωπική μας σωτηρία, όσο και στη σωτηρία των άλλων.
Αδελφοί μου!
Και πάλι Τριώδιο! Και βέβαια αυτό δεν μας το θυμίζει αυτό μόνο η Εκκλησία μας, μα το τονίζουν καθημερινά τώρα και τόσοι άλλοι, κοσμικοί και μη. Εφημερίδες, τηλεόραση, περιοδικά, ραδιόφωνο, κέντρα διασκέδασης, σύλλογοι, και δημοτικές αρχές, όλοι μιλάνε για το τριώδιο. Τι γίνεται λοιπόν;
 Για την Εκκλησία μας, «Τριώδιο», είναι το βιβλίο που περιέχει τις ακολουθίες από την Κυριακή του Τελώνου και Φαρισαίου μέχρι και το πρωί του Μεγάλου Σαββάτου. Πήρε την ονομασία του από τα «τριώδια», δηλαδή τους κανόνες που απαρτίζονται από τρεις ωδές, ενώ όλο τον άλλο χρόνο αποτελούνται από 9 και τα οποία αποτελούν τον κύριο κορμό του βιβλίου. Κατ’ επέκταση «Τριώδιο» ονομάζεται όλη αυτή η χρονική περίοδος κατά την οποία η Εκκλησία έχει σε χρήση το βιβλίο αυτό.
Εάν ανατρέξουμε στις σελίδες του βιβλίου αυτού θα διαπιστώσουμε, από τους ύμνους που αναγράφονται εκεί, ότι είναι μια περίοδος προσευχής και τελωνικού στεναγμού. Αναφέρεται στην μετάνοια, στην ηρωική δηλαδή απόφαση επιστροφής στην περιοχή της χάριτος, από την οποία αποσπάται ο πιστός, όταν ακολουθεί «το ίδιον θέλημα»·  μιλά για την ειλικρινή γνώση του εαυτού μας· παροτρύνει  για αλλαγή πορείας και επιστροφή στην «παραδείσια σχέση».
Για τον πολύ κόσμο, όμως, έχει φορτιστεί η περίοδος αυτή με άλλο περιεχόμενο. Υπάρχει δυστυχώς μεγάλη σύγχυση.
Είναι, πράγματι, περίεργο, αγαπητοί Χριστιανοί, πως αυτή την περίοδο, ενώ η Εκκλησία προσπαθεί να αφαιρέσει τις μάσκες του ψεύδους και της υποκρισίας από τη ζωή μας, ο κόσμος γλεντά, ασύστολα και ανερυθρίαστα, μασκοφορεμένος, κρυμμένος πίσω από προσωπεία, πολλά από τα οποία αποκαλύπτουν εσωτερικές παραμορφώσεις και εξευτελίζουν το ανθρώπινο πρόσωπο. Βρίσκει τρόπο να αποκαλύψει  εσωτερικά «ειδεχθή προσωπεία», χωρίς την τόλμη που απαιτεί ο πόνος της μετάνοιας. Όμως μόνο με τη μετάνοια, στην οποία μας καλεί η περίοδος του Τριωδίου, αποκαθίσταται η διακοπείσα σχέση μας με τον Θεό. Είναι η αντίστροφη, της φυγής και της αποστασίας, πορεία. Τότε κυριάρχησε η υπερηφάνεια, η αλαζονεία και ο εγωισμός. Τώρα η ταπείνωση, είναι ανάγκη να νεκρώσει τα αντίθεα πάθη και η υπακοή στο θέλημα του Θεού, να λευκάνει την ψυχή και να ετοιμάσει κατάλυμα, για να υποδεχθεί Εκείνον. Η μετάνοια είναι ο μονόδρομος, της ανασυνδέσεώς μας με τον Θεό και η απαρχή μιας νέας σχέσεως. Γίνεται λοιπόν φανερό ότι την περίοδο του Τριωδίου είναι έντονη η αντίθεση του «κοσμικού» πνεύματος με το πνεύμα της Εκκλησίας. Και είναι, πράγματι, θλιβερό το πώς η εξαθλίωση του ανθρώπου, η παραμόρφωσή του, θεωρείται παράδοση και πολιτισμός. Είναι κάτι που κρίνει –με δυσάρεστα αποτελέσματα- την ελληνορθόδοξη Ποιότητά μας!
Γύρω, λοιπόν, από την καθαρότητα της πίστης και την ειλικρίνεια στην καθημερινή ζωή θα περιστραφεί αυτός ο αγώνας. Ολέθρια πάθη που θα παραταχθούν μπροστά μας θα είναι παραδείγματα προς αποφυγήν, ενώ οι αρετές θα είναι αθλήματα για αγώνα και στόχοι για να επιτευχθούν. Αρετές όπως η προσευχή, η νηστεία, η ταπεινοφροσύνη και η μετάνοια θ' ανοίξουν τον πνευματικό στίβο, προσκαλώντας μας για να τις κατακτήσουμε. Παράλληλα πάθη όπως η υψηλοφροσύνη και η υποκρισία όχι μόνο θα υπογραμμίζονται για αποφυγή, αλλά και θα στιγματίζονται σαν ενέργειες αντιθρησκευτικές και αντικοινωνικές.
Με τη σημερινή, λοιπόν, παραβολή του Τελώνου και του Φαρισαίου, αδελφοί μου, προβάλλουν κατά τρόπο παραστατικό οι σωστές αρετές και ξεσκεπάζονται τα πάθη. Μετάνοια και ταπεινοφροσύνη, υψηλοφροσύνη και υποκρισία αποκαλύπτονται σήμερα μπροστά μας. Πρωταγωνιστές δύο άνθρωποι της καθημερινής ζωής, που διαχρονικά είναι οι ίδιοι. Δυο άνθρωποι που στο πρόσωπο του καθενός μπορούμε να αναγνωρίσουμε τον ίδιο μας τον εαυτό. Φαρισαίος και Τελώνης. Ο πρώτος είναι η προσωποποίηση της υποκρισίας. Ο δεύτερος είναι η έκφραση της αδικίας και η ενσάρκωση της αμαρτωλότητας, αλλά συνάμα και της μετάνοιας και της δικαίωσης. Παρά την κραυγαλέα διαφορά τους, ως ένα σημείο έχουν σαν κοινό χαρακτηριστικό την αμαρτωλότητα, η οποία στην μεν περίπτωση του Τελώνη είναι οφθαλμοφανής, στη δε περίπτωση του Φαρισαίου καλύπτεται με επιμέλεια· σκεπάζεται με μάσκα. Για τούτο και είναι περισσότερο επικίνδυνη τόσο για τον ίδιο όσο και για τους άλλους, αφού μένει χωρίς τη δυνατότητα της αναγνώρισης και κατ' επέκταση, χωρίς τη δυνατότητα της μετάνοιας και της σωτηρίας. Ο Φαρισαϊσμός έχει μια πολύ βασική μορφή. Αυτή τη μορφή την απέδωσε σήμερα ο Κύριος πολύ παραστατικά. Έχει την ψευδαίσθηση της τελειότητας από τη μια και από την άλλη περιφρονεί όλους τους άλλους. Είναι τόση η αίσθηση της τελειότητάς, που εκφράζεται μέσα από τις «αρετές» και τις πολλαπλές ατέλειες των άλλων. Είναι ενάρετος ο Φαρισαίος, προσεύχεται, νηστεύει και κάνει ελεημοσύνες. Προπαντός όμως δεν έχει τα ελαττώματα των άλλων και ιδιαίτερα του Τελώνη, που είναι άρπαγας, άδικος, μοιχός, ανήθικος.
Όμως μέσα από τη σημερινή παραβολή ο Κύριος όχι μόνο καταδικάζει αυτή την υποκρισία, αλλά και την απορρίπτει. Την καταδικάζει γιατί δεν προσφέρει τη δυνατότητα στον άνθρωπο να αναγνωρίσει τις ατέλειες του, τον κρατά δέσμιο του εγωισμού του και τον αφήνει μακριά από τη σωτηρία. Η δικαίωση δεν μπορεί να είναι αυτοδικαίωση, μα προσφέρεται μόνο από το Θεό, όπως έγινε και με τον Τελώνη. Ο Τελώνης με την πραγματική του μετάνοια και ταπείνωση, την ειλικρινή αναγνώριση και συναίσθηση της αμαρτωλότητάς του, προσέλκυσε τη Χάρη του Θεού. Αντίθετα ο φαινομενικά ευσεβής και ενάρετος Φαρισαίος απορρίφθηκε από το Θεό γιατί δεν συμβάδιζαν ειλικρίνεια πίστεως, προθέσεων και πράξεων.
Αδελφοί μου, συγκλονιστική η αφήγηση του σημερινού Ευαγγελίου. Συγκλονιστικότερο το αποτέλεσμα: «Κατέβη ούτος δεδικαιωμένος... ή γαρ εκείνος». Με τον τρόπο αυτό  επιβεβαιώθηκε ότι η «δικαίωση» δεν κερδίζεται με ψεύτικους τίτλους, αλλά ούτε και κατ' επέκταση η σωτηρία με τίτλους φαρισαϊκούς. Η δικαίωση κερδίζεται μέσα από ειλικρίνεια προθέσεων και έργα πίστεως και αγάπης. Η δικαίωση προσφέρεται σαν δώρο από το Θεό στον άνθρωπο σαν έκφραση αποδοχής της ειλικρινούς του μετάνοιας και ταπεινοφροσύνης. Κατά συνέπεια ας επαναλάβουμε κι εμείς το του υμνωδού: «Φαρισαίου φύγωμεν υψηγορίαν και Τελώvου μάθωμεν το ταπεινόν εν στεναγμοίς προς τον Σωτήρα κράζοντες. Ίλαθι, μόνε ημίν ευδιάλακτε».
Αμήν.