Δευτέρα 11 Νοεμβρίου 2019

ΚΥΡΙΑΚΗ Θ΄ΛΟΥΚΑ / ΖΩΗ ΚΑΙ ΘΑΝΑΤΟΣ


Αποτέλεσμα εικόνας για κυριακη θ λουκαΠαράξενο πράγμα, αδελφοί μου, η ζωή. Τη θεωρείς δεδομένη, τη θεωρείς δική σου, κτήμα σου, ένα αγαθό που σώνει και καλά σου ανήκει. Τη θεωρείς δυνατή και ατελείωτη, ώστε κι όταν ακόμα διακηρύσσεις τη ματαιότητα και τη βραχύτητά της, η διακήρυξη αυτή είναι μάλλον αμπελοφιλοσοφία της μιας δεκάρας, της ώρας της αποχώρησης απ’ το νεκροταφείο, μετά από κάποια κηδεία, παρά ουσιαστική πεποίθηση.
Ναι, λες πως τίποτα δε ζει για πάντα και πως όλοι θα πεθάνουμε μια μέρα, μα αυτή τη μέρα της αναχώρησης θαρρείς πως μπορείς να την επιλέξεις και ίσως να τη ρυθμίσεις: Στη σκέψη σου ο θάνατος υπάρχει σαν ένα ενδεχόμενο και μάλιστα μακρινό - κάτσε να γεράσουμε και βλέπουμε- κι έτσι κι όταν ακόμα μιλάς για αυτόν, τα λόγια σου έχουν κάτι από τη σιγουριά του αθάνατου...
Κι ύστερα; Ύστερα, ένα πρωινό, ταραγμένες κραυγές και θρήνος σε φέρνουν αντιμέτωπο με μια πραγματικότητα που μοιάζει με εφιάλτη, καθώς ο δικός σου άνθρωπος, η μεγαλύτερη αδυναμία σου, η παρέα και το στήριγμα σου, ο διπλανός σου, ο γείτονας σου, ο φίλος σου, σε αποχαιρετά και κλείνει για πάντα τα μάτια και φεύγει...
Αυτή την μεγάλη πραγματικότητα, αγαπητοί Χριστιανοί, μας τονίζει ζωηρά σήμερα ό Κύριος με τη θαυμά­σια παραβολή του άφρονα πλουσίου.
Όποιος και να ’σαι, αδελ­φέ μου, σ' αυτόν τον κόσμο, σκέψου ότι κάποια μέρα θα πεθάνεις. Ό θάνατος είναι η μόνη βέβαιη πραγματικότα του φθαρτού τούτου κό­σμου. Και είναι ένα γεγονός που δεν το γλυτώνει κανείς. Ούτε τα μέσα των ισχυρών, ούτε τα πλούτη των πλουσίων, έχουν τη δύναμη να το μα­ταιώσουν. Υπάρχει, λοιπόν, θάνατος! Αυτή την αλή­θεια τα πάντα μας τη φωνάζουν. Τα άστρα σβήνουν, τα άνθη μαραίνονται, τα ζώα πεθαίνουν, ό άν­θρωπος φεύγει... Όπως λέ­γει και ο ποιητής: «Το άν­θος μαραίνεται, το έαρ πα­ρέρχεται, ό χρόνος κυλά. Και μόνον ο θάνατος επλάσθη αθάνατος· αυτός δεν γερνά!».
Στο βίο του Αββά Σισώη του μεγάλου δια­βάζουμε ότι. ευρεθείς κάπο­τε μπροστά στον τάφο του μεγάλου Αλεξάνδρου, και φέρνοντας στο νου του το τι είχε κατορθώσει ο μεγάλος αυτός στρατηλάτης και τι δόξες κέρδισε, ύψωσε τα χέρια του ψηλά και δακρυσμένος ανεβόηοε: «Αϊ, θάνατε, τις δύναται εκφυγείν σε;». Ο λόγος του Θεού και οι άγιοι Πατέρες διδάσκουν ότι από τότε που ο άνθρωπος ξέφυγε από το θέλημα του Θεού, διά της παραβάσεως, ο θάνατος μπήκε στη ζωή μας και έγι­νε ο πιο ισχυρός και απαρά­βατος νόμος της. Καρπός, λοιπόν, της αμαρτίας μας ο θάνατος, κατέστη έκτοτε πανδαμάτωρ, δαμάζει τους πάντας. «Απόκειται τοις ανθρώποις άπαξ αποθανείν, μετά δε τούτο κρίσις» διακηρύττει η Άγια Γραφή (Έβρ. 9. 27). Έτσι από κει και πέρα, καθη­μερινά ακούμε και βλέπου­με γύρω μας τους ανθρώ­πους να πεθαίνουν. Τον ένα τον παίρνει ο θάνατος άρρωστο και εξαντλημένο. Τον άλλον επάνω στη δου­λειά του. Αυτόν την ώρα πού ταξιδεύει, εκείνον την ώρα πού γλεντά. Δεν σε προειδοποιεί, βλέπεις, ό θά­νατος. "Έρχεται ξαφνικά «εν η ώρα ου δοκούμεν». (Ματθ, 24, 44).
Αχ, λοιπόν, αδύναμο ανθρωπάκι της μιας στιγμής, εσύ που τυφλωνόσουν από δόξες, φήμες, φώτα, διασκεδάσεις και γνώσεις, εσύ που έχασες πολύτιμο χρόνο και σπατάλησες το θαυμασμό σου σε πολιτικούς, σε επιστήμονες, σε ποιητές, σε καλλιτέχνες, σε φανταχτερά πρόσωπα, σε μικρές και ασήμαντες βλέψεις της στιγμής... Εσύ που χαράμισες τα όσα, χρόνια απ' τη ζωή σου, για να γλεντάς σαν τον άφρονα πλούσιο, που δε σταμάτησες λεπτό να γκρεμίζεις τις αποθήκες σου και να τις ξαναστήνεις μεγαλύτερες, να τις κλειδώνεις και να τις διπλοκλειδώνεις πιστεύοντας πως μπορείς να δαμάσεις το θάνατο, που νόμισες πως μπορούσες να διπλοξαπλώσεις και να λες στον εαυτό σου «ψυχή μου έχεις πολλά αγαθά, αναπαύου φάγε πίε ευφραίνου», μα που δεν είχες διαθέσει ούτε ένα λεπτό για να σκεφτείς - να προετοιμαστείς - για το τέλος, που είτε το θέλεις είτε όχι, έρχεται... Που ποτέ δεν έφερες στο νου σου, πως ούτε επιτυχίες, ούτε χρήματα, ούτε πλούτη, ούτε τράπεζες, ούτε αποθήκες, ούτε γνώσεις, ούτε ομορφιά κάνουν τον άνθρωπο σημαντικό και ευτυχισμένο. Ενώ ευτυχία είναι εκείνο το χαμόγελο  το ευτυχισμένο και γλυκό, το ήρεμο χαμόγελο, που αποτυπώνεται στο πρόσωπο τη στιγμή που η ψυχή αφήνει για πάντα πίσω της τον κόσμο της ματαιοδοξίας.
Πόσο υπερφίαλος ήσουν λοιπόν, άφρονα άνθρωπε, όταν πίστευες πως μπορείς να σχεδιάζεις τη ζωή, χωρίς να υπολογίζεις και το τέλος στα σχέδια σου; Σπίτι, αποθήκες, χωρίς θεμέλια έχτιζες, γιατί ζωή που δε στηρίζεται στην ιδέα του θανάτου είναι θεμελιωμένη στην άμμο. Το βλέπουμε αυτό σε κάθε βήμα της ζωής μας… Γι’ αυτό: Ζήσε τα χρόνια που σου απομένουν, όσα ο Θεός ορίσει και απόλαυσε τη ζωή σου, μα φρόντισε και τα θεμέλια της. Την επόμενη φορά που θα φθονήσεις, θα αρπάξεις, θα αδικήσεις, θα κακολογήσεις, θα πληγώσεις, θα συνάξεις, θα γκρεμίσεις, θα κτίσεις, για να υψωθεί η ματαιοδοξία σου, σκέψου με τι τούβλα θεμελιώνεις τον οίκο της ψυχή σου και πόσο θα αντέξει το οικοδόμημα που λέγεται ζωή, στο σεισμό που λέγεται θάνατος... Το μαρτυρά αυτό ο Κύριος και Θεός μας με τη σημερινή του παραβολή όταν μας ρωτά «Α δε ητοίμασας τίνι έσται;»
Αγαπητοί Χριστιανοί!
«…Δεν σε ξεγελά η Εκκλησία, μας λέγει ο μοναχός Μωϋσής ο Αγιορείτης, σε ένα πρόσφατο βιβλίο του, δεν σου υπόσχεται ψευτοχαρά, ούτε διδάσκει κακομοιριές και υποκριτικές ταπεινοισχημίες, αλλά λεβέντικά, ντόμπρα, γενναία, αληθινά, καθαρά, και ξάστερα πράγματα. Σου λέγει να ’χεις μνήμη θανάτου, δεν εξορκίζει το θάνατο, θέλει να σ’ εξοικειώσει μαζί του, δεν σε κοροϊδεύει ότι δεν θα πεθάνεις ποτέ, σου λέγει πως ενθυμούμενος το θάνατο, έχεις μια υγιή αίσθηση της ματαιότητος της παρούσης ζωής. Έτσι σε αποδεσμεύει από τα ισχυρά δεσμά της ύλης, τα ψυχοφθόρα πάθη, σου θυμίζει την Κρίση, την αιώνια ζωή, την ατέλειωτη βασιλεία των ουρανών.» ( Μοναχού Μωϋσέως Αγιορείτου: «Η ΕΥΛΑΛΗ ΣΙΩΠΗ»
Κάποτε ένας βασιλιάς είχε  ένα γελωτοποιό, για να τον διασκεδάζει. Μια μέρα ο γε­λωτοποιός έκανε τον βασιλιά να διασκεδάσει τόσο πολύ, που για να τον ανταμείψει του έδωσε ένα χρυσό ραβδί, λέ­γοντας του: Πάρε το αυτό και μόνο αν βρεις ποτέ κανένα πιο τρελό από σένα δώσ’ του το. Πέρασαν από τότε μερικά χρόνια και ό βασιλιάς αρρώστησε βαριά, έως θανάτου. Λέγει τότε στον γελωτοποιό: «Αγαπητέ μου, φεύγω για το μεγάλο ταξίδι». Ό γελω­τοποιός, κάνοντας ίσως πως δεν κατάλαβε, τον ρώτησε: «Και πότε, βασιλιά μου, θα γυρίσεις με το καλό;». Ο βα­σιλιάς αναστέναξε: «το τα­ξίδι αυτό δεν έχει γυρισμό»! Ο γελωτοποιός φανερά ξαφνιασμένος: «Πω! πω! πο­λύ μεγάλο ταξίδι! Φαντάζο­μαι τι ετοιμασίες θα έχεις κά­νει!». Ο βασιλιάς με βαθειά λύπη είπε: «Δυστυχώς, για όλα τα άλλα φρόντισα στην ζωή μου, αλλά για το ταξίδι μου αυτό δεν έκανα καμιά προετοιμασία». Τότε ό γελω­τοποιός, δίνοντας πίσω το χρυσό ραβδί, του είπε: «Πά­ρε το πίσω, βασιλιά μου. για­τί δεν βρήκα μέχρι τώρα πιο τρελό άνθρωπο από σένα!».
Μακάρι κι εμείς κι όσοι ακούσουν σήμερα τούτη την παραβολή τώρα τουλάχιστον, να συνέλθουμε και να σκεφθούμε σοβαρά ότι μας περιμένει ό θάνατος και η άλλη ζωή. Και ότι άρα πρέπει να ετοιμαζόμαστε... «Ιδού νυν καιρός ευπρόσ­δεκτος, ιδού νυν ημέρα σω­τηρίας» (Β' Κορ. 6, 2).



Τετάρτη 6 Νοεμβρίου 2019

ΚΥΡΙΑΚΗ Η΄ΛΟΥΚΑ / ΚΑΛΟΥ ΣΑΜΑΡΕΙΤΟΥ


"...τί ποιήσας ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσω;" 
      Ποιος δεν γνωρίζει αυτά τα λόγια του Ευαγγελίου που θα ακουστούν αύριο την Κυριακή 15η Νοεμβρίου 2015 από τα χείλη των ιερέων μας σε όλη την Ορθοδοξία, ποιος δεν γνωρίζει αυτήν την παραβολή που είπε ο Ιησούς ως απάντηση στον νομικό της εποχής του, που τον ρώτησε τι να κάνει για να κληρονομήσει την "αιώνια ζωή".
     Βλέπετε αγαπητοί μου, πως οι μεταφυσικές ανησυχίες μας δεν άλλαξαν και πολύ τα τελευταία δύο χιλιάδες και παραπάνω χρόνια που πέρασαν από την έλευση του Ιησού πάνω στην γη, αφού η ίδια ερώτηση προβληματίζει ακόμα τον άνθρωπο που διψά για την αιώνια και άφθαρτη ζωή κοντά στο θέλημα του Θεού.
     Έτσι ο νομικός αντί για απάντηση εισπράττει μια ερώτηση από τον Χριστό, ο οποίος τον ρωτά: "Έν τω νόμω τι γέγραπται; πώς αναγινώσκεις;", που τον φέρνει μπροστά στις ευθύνες του, αφού ήταν ένας μορφωμένος νομοδιδάσκαλος, γνώστης του γράμματος του νόμου, ο οποίος ευθαρσώς του απάντησε: "ἀγαπήσεις Κύριον τὸν Θεόν σου ἐξ ὅλης τῆς καρδίας σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς διανοίας σου, καὶ τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν·" 
Ε αυτό κάνε, ευλογημένε, και θα ζήσεις όπως επιθυμείς, του λέει ο Χριστός.
     Έτσι όμως για τον νομικό του σημερινού Ευαγγελίου, προέκυψε άλλο πρόβλημα, που αντί να τον καθησυχάσει τον έβαλε σε μεγαλύτερες σκέψεις: "να αγαπήσω τον πλησίον μου σαν να ήταν ο εαυτός μου;"  και έτσι ξαναρωτά τον Χριστό: "Και τίς εστί μου πλησίον;"
     Η απάντηση του Ιησού έρχεται καταπέλτης στον ψυχισμό όλων μας και έρχεται με την γνωστότερη παραβολή που είπε ο Χριστός και που τόσο όμορφα μας την περιγράφει ο ευαγγελιστής Λουκάς, την παραβολή του σπλαχνικού και καλού Σαμαρείτη. 
     Στο πρόβλημα, στην ένδεια, στον πόνο, στην ανάγκη, στην αρρώστια, του συνανθρώπου μας έσκυψε το πιο απίθανο άτομο, ο Σαμαρείτης, ο αμαρτωλός, ο υποδεέστερος, ενώ ο Ιερεύς και ο Λευΐτης, άνθρωποι καταξιωμένοι που έχαιραν εκτιμήσεως και αναγνώρισης "...ιδών αυτόν αντιπαρήλθεν."
     Συγχωρέστε με αγαπητοί αδελφοί μου και αναγνώστες τις ιστοσελίδας του ναού μας, όμως στον νου μου ήρθε γράφοντας αυτές τις σκέψεις μου, ένα στιχάκι από ένα όμορφο λαϊκό τραγούδι με τίτλο "στα υπόγεια είναι η θέα" και το αφήνω και αυτό στην κρίση σας μαζί με την υπόλοιπη μικρή ανάλυση μου πάνω στην παραβολή του καλού Σαμαρείτη, που όλοι ξέρουμε τα λόγια που συνοδεύουν την ιστορία της, αλλά δύσκολα ασχολούμαστε με το βαθύτερο νόημα της που μας διδάσκει ο Κύριος μας, ίσως γιατί αρκετές φορές βρεθήκαμε να μοιάζουμε περισσότερο με τον Ιερέα και τον Λευΐτη της παραβολής αυτής και λιγότερο με τον Σαμαρείτη.
     Γνωρίζουμε όλοι μας  λοιπόν την απάντηση στην ερώτηση του νομικού: "Και τίς εστί μου πλησίον;". Την ήξερε και ο νομοδιδάσκαλος αυτός, όταν την έκανε στον Ιησού. Μπορούσε όμως να την εφαρμόσει; Είχε άραγε τα κότσια να δει ο σπουδαγμένος και πολυμαθής άνθρωπος της εποχής εκείνης μέσα στα μάτια του διπλανού του, του πλησίον του, τα δικά του τα μάτια και τον ίδιο του τον εαυτό; 
    Ο Χριστός συχνά-πυκνά μας φέρνει μπροστά στις ευθύνες μας. "Πορεύου και σύ ποεί ομοίως", μας λέει και μας ζητά να μοιάσουμε του καλού Σαμαρείτη της παραβολής, ξέροντας πως εύκολο δεν είναι, μα το έπαθλο που θα μας δώσει για την προσπάθεια μας είναι μεγάλο και δεν είναι άλλο από την κατάκτηση της αιώνιας ζωής, που είναι και το ζητούμενο του νομικού της περικοπής του ευαγγελίου μας, όπως σας έγραψα αρχικά, αλλά θα έπρεπε να είναι και το δικό μας ζητούμενο!!!
    Ας αναρωτηθούμε λοιπόν όλοι μας, σαν και αυτόν τον νομικό του Ευαγγελίου, σήμερα, τώρα, εδώ, μέσα από την ιστοσελίδα της εκκλησιά μας, των Αγίων και Δικαίων Θεοπατόρων Ιωακείμ και Άννης, των Ανθοκήπων της Νέας Ευκαρπίας, "...τί ποιήσας ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσω;" για να πάρουμε την απάντηση από τον ίδιο τον Χριστό: Όπως αγαπάς εμένα έτσι να αγαπήσεις και τον διπλανό σου, και αν καταφέρεις να αγαπήσεις τον πλησίον σου, τότε θα είναι σαν να αγαπάς τον εαυτό σου. Αυτό κάνε για να ζήσεις πραγματικά"...τοῦτο ποίει καὶ ζήσῃ."


Πέμπτη 31 Οκτωβρίου 2019

Κυριακή Ε΄Λουκά: Πλούτος ή Πνευματική Πενία;

Ε΄ Κυριακή του Λουκά και η ευαγγελική περικοπή είναι πασίγνωστη. Πρόκειται περί της παραβολής του πλουσίου και του Λαζάρου και το θέμα που πραγματεύεται είναι ο πλούτος τόσο ο υλικός όσο και ο πνευματικός.

Το ευαγγέλιο προβάλλει δύο ανθρώπους με εντελώς αντίθετο τρόπο ζωής. Ο ένας είναι πλούσιος, πάμπλουτος, και εύπορος. Ένας βολεμένος άνθρωπος που ζει με όλες τις ανέσεις της πρόσκαιρης ζωής. Κυρίως όμως είναι ένας αδιάφορος άνθρωπος κλεισμένος στο δικό του ευατό, που αγνοεί το διπλανό και ελάχιστο αδερφό.
Ο άλλος βρίσκεται στον αντίποδα του ανθρώπου της χλιδής. Είναι ένας «φτωχός Άγιος», ένας ελάχιστος καταπονεμένος, ταλαιπωρημένος και πεινασμένος αδερφός που ζει σε άθλιες συνθήκες. Ο καημένος τρέφεται «ἀπό τῶν ψιχίων τῶν πιπτόντων τῆς τραπέζης» του πλουσίου έχοντας κι αυτός την ταπείνωση της Χαναναίας γυναικός.
 Το χάσμα μεταξύ των δύο είναι τεράστιο ως προς την ποιότητα της ανθρωπιάς και της αρετής τους. Εξαρχής το ευαγγελικό κείμενο μας αναδεικνύει αυτήν τη διαφορά με έναν απλό τρόπο. Ο πλούσιος έχει μεν αργύρια που χαρίζουν ευμάρεια αλλά παραμένει άσημος και ανυπόστατος ενώπιον του Θεού καθότι ούτε καν ονοματίζεται. Ο δε φτωχός και δυστυχής άνθρωπος του ευαγγελίου είναι όντως μαθητής του ενυπόστατου πτωχού θεανθρώπου που ονοματίζεται με το ευλογημένο όνομα του Λαζάρου. Συνεπώς, ο επώνυμος για τον κόσμο είναι ανώνυμος για τον Θεό ενώ ο ανώνυμος για τον κόσμο είναι απόλυτα επώνυμος για τον Θεό.
Στη συνέχεια το χάσμα μεταξύ τους καταδεικνύεται εντονότερα στη μεταθανάτια τους Ζωή. Αφότου «ἠρπάγησαν» και οι δυό, ο μεν ηρπάγη υπ’ ἀγγέλων στον παράδεισο ο δε πλούσιος ανήρ ετάφη απλώς. Και τότε και οι δύο συνεχίζουν ως ζωντανές ψυχές να ζουν, όμως με διαφορετικό τρόπο ύπαρξης. Τώρα το σκηνικό αντιστρέφεται και ο πλούσιος ζει την φτώχια της βίωσης του σκότους ενώ ο Λάζαρος απολαμβάνει τον πλούτο της βίωσης του φωτός του παραδείσου.
Ο κατά κόσμο πλούσιος άνθρωπος κατόπιν εορτής ζητά την ανατροπή του αφόρητου κλίματος που ζει. Μάλιστα ζητά από τον προπάτορα μας Αβραάμ, να αποστείλει τον Λάζαρο όπως πληροφορήσει τα αδέρφια του για το τι τους αναμένει αφού ακολουθούσαν την ίδια βιοτή με τη δική του.
Η απάντηση όμως είναι απόλυτη και αφοπλιστική και παραπέμπει στον Λόγο του Θεού που διδάσκει και κατευθύνει τον κάθε άνθρωπο προς τον ορθό τρόπο ζωής για την Σωτηρία. Το κατα πόσο τελικά είναι κανείς πλούσιος και φτωχός για την λογική του ευαγγελίου καθορίζεται από τον τρόπο με τον οποίο ζει. Αν ζει και πράττει με κριτήριο το Λόγο του Θεού, ζει τη Βασιλεία του Θεού στο μέτρο που του επιτρέπεται. Έχοντας λοιπόν μια αμυδρή εμπειρία Σωτηρίας η κοσμική φτώχεια γίνεται πλούτος αδαπάνητος που αξίζει να τον υπομένεις όπως τον απλό και ταπεινό Λάζαρο.

Π. Νικόλαος Πάτσαλος, Εφημέριος Ι. Ν. Παναγίας Αγγελόκτιστης Κίτι Λάρνακας Κύπρος – 29-10-2017

Τετάρτη 16 Οκτωβρίου 2019

«Ο δε καρπός του Πνεύματος εστίν αγάπη…» (Γαλ. 5,22)


Αποτέλεσμα εικόνας για ΑΔΕΛΦΟΊ, Ο ΚΑΡΠΌς ΤΟΥ ΠΝΕΎΜΑΤΟς ὁ δὲ καρπὸς τοῦ Πνεύματός ἐστιν ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη, μακροθυμία, χρηστότης, ἀγαθωσύνη, πίστις, 23 πρᾳότης, ἐγκράτεια·
Αλλ’ ενώ τα ανθρώπινα έχουν αρχή, ακμή και τέλος, η Εκκλησία δεν έχει τέλος• μπορούμε να πούμε και γι’ αυτήν «και της βασιλείας» αυτής «ούκ έσται τέλος» (Λουκ. 1,33). Όσο κι αν την πολεμούν, θα μείνει αήττητος, διότι έχει μέσα της τη δύναμη του αγίου Πνεύματος.
Το Πνεύμα το άγιο, το τρίτο πρόσωπο της θεότητας, ως Θεός είναι αόρατο. Έγινε όμως αισθητό από τις διάφορες εκδηλώσεις του την ήμερα της Πεντηκοστής. Υπό δύο μορφές έγινε αισθητό σήμερα, όπως λέει ο ευαγγελιστής Λουκάς. Όχι όπως στον Ιορδάνη «εν είδει περιστεράς». Αυτή τη φορά ήλθε ως πύρινες γλώσσες, και ως πνοή βίαιου ανέμου. Γιατί; Συμβολικά είναι αυτά. Εμφανίσθηκε ως γλώσσες πυρός, για να δείξει ότι το μόνο όπλο που διαθέτει ο χριστιανισμός είναι η ισχυρά γλώσσα, ο ζωντανός λόγος του Θεού στο στόμα των αγίων αποστόλων. Έγινε δε αισθητό ως βιαία πνοή ανέμου, διότι σαν σφοδρός άνεμος ξερίζωσε, ναι ξερίζωσε, το πεπαλαιωμένο δέντρο της ειδωλολατρίας, που δε μπόρεσε να ξεριζώσει κανείς από τους σοφούς της αρχαιότητος. Το απλό κήρυγμα των αλιέων της Γαλιλαίος, που είχαν φωτιστή από το Πνεύμα το άγιο, ξερίζωσε την ειδωλολατρία.
Αλλά το ξερίζωμα είναι άρνησης. Και το Ευαγγέλιο δεν είναι μόνο άρνησης. Ξερίζωσε, ναι, παμπάλαια ειδωλολατρικά έθιμα ριζωμένα στις καρδιές των ανθρώπων, αλλά στη θέση τους φύτεψε άλλο δέντρο, το δέντρο του χριστιανισμού. Και ότι το Ευαγγέλιο έχει τη δύναμη να ξεριζώνει παμπάλαια συστήματα και καθεστώτα ανομίας και πλάνης, και να φυτεύει το ουράνιο δέντρο του Χριστού, αυτό δεν είναι θεωρία• φαίνεται καθαρά σε συγκεκριμένα πρόσωπα. Δέντρο παμπάλαιο είναι ο «παλαιός άνθρωπος» (‘Ρωμ. β, β ‘ Εφ. 4,22• Κολ. 3,9), ο αμαρτωλός. Αλλ’ αφ’ ης στιγμής πιστέψει στο Χριστό και μετανοήσει, αλλάζει. Ψυχή, που ποτίζεται από τα νάματα του παναγίου Πνεύματος, ανθεί και καρποφορεί. και το δέντρο, είπε ο Χριστός, γνωρίζεται από τους καρπούς του (βλ. Λουκ 6,43′ Ματθ. 7,16). Η μηλιά από τα μήλα, η αχλαδιά από τ’ αχλάδια, η πορτοκαλιά από τα πορτοκάλια• και ο Χριστιανός; από τους καρπούς του αγίου Πνεύματος.
Ποιοι είναι οι καρποί του αγίου Πνεύματος;
Περί του αγίου Πνεύματος ομιλεί και το ευαγγέλιο και ο απόστολος που ακούσαμε (βλ. Ματθ. 18,18′ Εφ. 5,9). Ιδίως όμως ομιλεί ο απόστολος Παύλος στην προς Γαλατάς επιστολή του (κεφ. 5ο, στ. 22). Εκεί απαριθμεί συγκεκριμένα εννέα καρπούς του αγίου Πνεύματος. «Ο καρπός του Πνεύματος», λέει, είναι τα εξής.
• Πρώτος καρπός είναι μια λέξης γλυκύτατη, που πάει να εξαφανιστεί από τη γη, λέξης που εκφράζει την ουσία του χριστιανισμού. είναι η αγάπη. Αγάπη όχι στα λόγια αλλά στην πράξη.
Πρότυπο αγάπης είναι ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, η εσταυρωμένη Αγάπη, αγάπη που φτάνει μέχρι θυσίας σταυρικής.
• Δεύτερος καρπός του αγίου Πνεύματος, λέει ο απόστολος Παύλος, είναι η χαρά. Πράγματι, όπου υπάρχει αγάπη ακολουθεί η χαρά. Η μοχθηρά ψυχή κάνει και το πρόσωπο σκυθρωπό και το βλέμμα ν’ αποπνέει θλίψη.
Μετά τη χαρά, ως φυσικό αποτέλεσμα, έρχεται η ειρήνη. Όποιος ζη με το Θεό, αυτός ειρηνεύει με τον ουράνιο Πατέρα, ειρηνεύει με τον πλησίον, ειρηνεύει προ παντός με τη συνείδηση του• δεν αισθάνεται τύψεις.
Πρώτη λοιπόν Τριάς, αγία τριάς των καρπών αυτών, είναι «αγάπη, χαρά, ειρήνη». Δευτέρα τριάς• «μακροθυμία, χρηστότης, αγαθοσύνη».
• Τι σημαίνει μακροθυμία, Όταν κάποιος σου κάνη κακό, να μην εφαρμόσεις το εβραικό δίκαιο «όφθαλμόν αντί οφθαλμού, οδόντα αντί οδόντος» (Εξ. 21,24), αλλά να ανέχεσαι• και να ελπίζεις, ότι κι ο μεγαλύτερος κακούργος μπορεί να μεταβληθεί σε αγαθό άνθρωπο.
• Ο άλλος καρπός είναι η χρηστότης, δηλαδή η πλατειά καρδιά, σαν τον ουρανό, που αγκαλιάζει όλο τον κόσμο ανεξαιρέτως.
• Ο τρίτος καρπός της δευτέρας τριάδος είναι η αγαθοσύνη, δηλαδή το καλό όχι μόνο θεωρητικώς αλλά και πρακτικώς, όχι μόνο δυνάμει αλλά και ενεργεία στη ζωή μας.
Και τέλος η τρίτη τριάδα των καρπών.
• Πίστις. Πίστις όχι με τη συνηθισμένη έννοια αλλά με την πρώτη σημασία. Άνθρωπος πίστεως είναι ο άξιος εμπιστοσύνης, ο αξιόπιστος. Αυτός λέει «το ναι ναι» και «το ου ου» (Ματθ. 5,37 κ.α.), το φως φως και το σκότος σκότος (πρλ. Ησ. 5,20), την ήμερα ήμερα και τη νύχτα. Αυτός είναι σταθερός και ειλικρινής.
• Ωραίος καρπός ακόμα είναι η πραότης, που έχει σχέση με την ταπείνωση το ήρεμο και ησύχιο πρόσωπο, που μοιάζει με γαλήνια θάλασσα.
• Και τελευταίος καρπός είναι η εγκράτεια, που την ύμνησαν οι πατέρες της Εκκλησίας, αλλά και αρχαίοι προγονοί μας που έλεγαν Η πιο μεγάλη νίκη δεν είναι αυτή που κατήγαγε ο μέγας Αλέξανδρος• είναι να νικήσουμε τον εαυτό μας, τις κακίες και τα πάθη μας.
Ιδού λοιπόν, οι εννέα καρποί, τρεις τριάδες, κατ’ αντιστοιχία της αγίας Τριάδος.
Και τώρα ερωτώ, αγαπητοί μου• υπάρχουν σήμερα οι καρποί αυτοί; Εάν υπάρχουν, τότε υπάρχει χριστιανική ζωή. Εάν πάλι δεν υπάρχουν, μην απελπισθούμε. Ας αναλογισθούμε, ότι και τα άγρια δέντρα μπορούν να γίνουν ήμερα και καρποφόρα. Αυτό δεν είναι μία λογοτεχνική και ποιητική έκφρασης• είναι μία πραγματικότης.
Ο χριστιανισμός πραγματοποίησε την πιο μεγάλη αλλαγή στον κόσμο. Οι άλλες αλλαγές είναι προσωρινές και επιφανειακές, δεν αγγίζουν το βάθος. Πρέπει ν’ αλλάξει η καρδιά του ανθρώπου• και για ν’ αλλάξει, χρειάζεται μια δύναμις υπερφυσική. Έχουμε τέτοια παραδείγματα. Ένα είναι ο απόστολος Παύλος που ήταν άγριο δένδρο και έγινε καρποφόρο, και μάλιστα παγκοσμίως. Άλλο παράδειγμα είναι ο ιερός Αυγουστίνος που ήταν επίσης άγριο, άκαρπο δέντρο, αλλά με την πίστη στο Χριστό έγινε δέντρο του οποίου τον καρπό γεύεται μέχρι σήμερα όλος ο κόσμος.
Ο Πλάτων ονομάζει τον άνθρωπο δέντρο. Ενώ όμως τα φυσικά δέντρα έχουν τις ρίζες τους στη γη, ο άνθρωπος έχει τη ρίζα του στον ουρανό. είναι κατ’ εξοχήν μεταφυσικό ον, ουράνιο δέντρο, αφού από τον ουρανό τρέφεται.
Σήμερα οι άνθρωποι αγρίεψαν. Χέρσες οι ψυχές, μοιάζουν με Σαχάρα γεμάτη κάκτους και αγκάθια κάθε κακίας. Άλλα Θαρσείτε, αδελφοί. Έχετε την ελπίδα στο Πνεύμα το άγιο. Πιστεύω ακράδαντος, ότι και τα πλέον άγρια δέντρα και τα πλέον σκληρά συστήματα και τα πλέον άθεα καθεστώτα μπορούν να μεταβληθούν σε κάρπιμα δέντρα. Πως, με ποιο τρόπο; Στην γεωπονική υπάρχει η μέθοδος που λέγεται εμβολιασμός μ’ ένα μικρό φλοιό η κλαδάκι, που λέγεται εμβόλιο, η άγρια ελιά μεταβάλλεται σε ήμερη. Χρειάζεται λοιπόν και η άνθρωπότης εμβόλιο. Το δε πνευματικό εμβόλιο, που μεταβάλλει τον άνθρωπο, είναι η Πίστης στον Κύριο.
Την αγία αυτή ημέρα ας εξετάσουμε καθένας τον εαυτό του ως άτομο Τι είμεθα; Ας εξετάσουμε Τι είμεθα και ως οικογένεια; Τι είμεθα ως κοινωνία; Τι είμεθα ως κράτος; Μήπως είμεθα άγρια δέντρα; Εάν είμεθα άγρια δέντρα, πρέπει να μεταβληθούμε. Ο άνθρωπος είναι μεταβλητό ον, μπορεί να μεταβληθεί. Και με τη δύναμη του Θεού μεταβάλλεται από άγριο σε ήμερο, από ληστή σε προφήτη και διδάσκαλο του ευαγγελίου.
Εύχομαι να γίνουμε καρποφόρα δέντρα και να φέρουμε τους εννέα αυτούς καρπούς• πρώτη τριάς «αγάπη, χαρά, ειρήνη», δευτέρα τριάς «μακροθυμία, χρηστότης, αγαθοσύνη», και τρίτη τριάς «Πίστης», «πραότης» «εγκράτεια».
Ας εξετάσουμε• έχουμε τις αρετές αυτές; Εάν δεν τις έχουμε και είμαστε άκαρπα δέντρα, αλίμονο! Τι είπε ο Κύριος• «Παν δένδρο μη ποιούν καρπό καλόν εκκόπτεται και εις πυρ βάλλεται» (Ματθ. 7,19). Φωτιά και τσεκούρι μας περιμένει. Τα άκαρπα δέντρα είναι καταδικασμένα. Πόλεμος παγκόσμιος, Αρμαγεδδών της ανθρωπότητας, θα τα ξεριζώσει όλα, είτε πρόκειται για άτομα είτε για σύνολα και συστήματα.
Είθε, δια των πρεσβειών της Παναγίας και πάντων των αγίων, ο Παράκλητος να μας επισκίαση και ο καθένας μας να παρουσίαση στη ζωή του καλούς καρπούς και ως άτομο και ως οικογένεια και ως έθνος, για να είμεθα δέντρα καρποφόρα εις αιώνας αιώνων αμήν.
επίσκοπος Αυγουστίνος
Απομαγνητοφωνημένη ομιλία η οποία έγινε
στον Ιερό Ναό του Άγιου Παντελεήμονα Φλωρίνης
την 15-06-1981. Καταγραφή και σύντμησης
20-06-2005

Παρασκευή 4 Οκτωβρίου 2019

ΚΥΡΙΑΚΗ Γ΄ ΛΟΥΚΑ


altΓράφει ὁ Ἱεροκῆρυξ Μ /  Ἀρχιμ. Νικάνωρ Καραγιάννης

http://www.imkifissias.gr

            Μπροστὰ στὸ μυστήριο τοῦ θανάτου μᾶς τοποθετεῖ ἡ εὐαγγελικὴ διήγηση τῆς ἀνάστασης τοῦ γιοῦ τῆς χήρας τῆς Ναΐν: «Μὴ κλαῖε […] νεανίσκε, σοὶ λέγω ἐγέρθητι». Τὸ σκοτεινὸ αἴνιγμα τοῦ θανάτου φωτίζεται καὶ ἡ θλίψη διαλύεται, καθὼς ἡ πηγὴ τῆς ζωῆς συναντᾷ τὸν θάνατο καὶ τὸν συντρίβει.
            Ὁ θάνατος εἶναι ἕνα συγκλονιστικὸ γεγονός, ποὺ φαίνεται νὰ τερματίζει τὸ θαῦμα τῆς ζωῆς καὶ μᾶς κάνει νὰ φοβόμαστε γιὰ τὴν ὕπαρξή μας, ἀλλὰ καὶ νὰ πονᾶμε γιὰ τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἀγαπᾶμε, καθὼς φεύγουν ἀπὸ τὴν παροῦσα ζωή. Ἂν, ὅμως, ὁ θάνατος τοῦ ἀνθρώπου εἶναι διάλυση καὶ ἀφανισμός, τότε δὲν ὑπάρχει Θεός. Μία τέτοια θεώρηση τοῦ θανάτου εἶναι ἄρνηση τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ ὁ Θεὸς «θάνατον οὐκ ἐποίησεν οὐδὲ τέρπεται ἐπ’ ἀπωλείᾳ ζώντων» (Σοφ. Σολ. 1,13). Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ὁ θάνατος, ἔστω καὶ ἂν φαίνεται πὼς εἶναι τὸ φυσιολογικὸ τέλος μιᾶς διαδικασίας φθορᾶς, στὴν πραγματικότητα εἶναι ἀφύσικος, διότι δὲν ἔχει τὴν ῥίζα του στὸν Θεό. Προέρχεται ἀπὸ μιὰ δύναμη ποὺ εἶναι ἀντίθετη πρὸς τὸ σχέδιο τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία εἰσῆλθε στὸν κόσμο «διὰ τῆς ἁμαρτίας», κατὰ τὸν λόγο τοῦ Ἀποστόλου Παύλου. Εἶναι τραγικό λάθος νὰ πιστέψουμε ὅτι ἡ χριστιανικὴ διδασκαλία μᾶς συμφιλιώνει μὲ τὸν θάνατο, ἀφοῦ ὁ ἄνθρωπος δημιουργήθηκε «διὰ τὸ ἀεὶ εἶναι». Ὁ λόγος τοῦ Εὐαγγελίου καὶ τὸ μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας δὲν μᾶς συμβιβάζουν μὲ τὸν θάνατο, ἀλλὰ μᾶς δίνουν τὴν δυνατότητα νὰ τὸν ὑπερνικήσουμε ἐν Χριστῷ. Ἐδῶ βρίσκεται ἠ οὐσία καί τό περιεχόμενο τῆς ἀποστολῆς τους. Ὁ Θεὸς εἶναι ἡ πηγὴ τῆς ζωῆς, ὁ «διδοὺς πᾶσι ζωὴν καὶ πνοὴν καὶ τὰ πάντα» (Πράξ. ιζ΄ 25). Ὅσες φορὲς ὁ ἄνθρωπος θέλει μόνος του τὴν ζωή, δηλαδὴ γιὰ τὸν ἑαυτό του καὶ ὄχι γιὰ τὸν Θεό, ἀποκόπτεται ἀπὸ τὴν πηγὴ τῆς ζωῆς καί, νομίζοντας ὅτι μπορεῖ νὰ ζήσει ἀφ’ ἑαυτοῦ, πεθαίνει. Τὸ θαῦμα τῆς ἀνάστασης τοῦ νεκροῦ παιδιοῦ ἀπὸ τὸν Χριστὸ ἀποκαλύπτει τὴν ἀλήθεια γιὰ τὴν ζωὴ καὶ τὸν θάνατο. Ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ Κύριος τῆς ζωῆς καὶ τοῦ θανάτου. Ἡ παρουσία Του γεμίζει τὰ πάντα καὶ διαλύει τὸν φόβο τοῦ θανάτου. Ζωὴ εἶναι ἡ σχέση καὶ ἡ κοινωνία μαζί Του καὶ θάνατος ἡ ἄρνηση τῆς ἀγάπης Του. Τὰ βιολογικὰ φαινόμενα μεταμορφώνονται μέσα στὸ φῶς τῆς Ἀνάστασης τοῦ Χριστοῦ, γι’ αὐτὸ καὶ ζωὴ γιὰ τὸν πιστὸ δὲν εἶναι ἁπλὰ ἡ φυσικὴ ἐπιβίωση οὔτε θάνατος ἡ τελευταία πράξη της καὶ ὁ τερματισμός της. Εἶναι τὸ πέρασμα στὴν πραγματικότητα τῆς αἰωνιότητας, στὴν ὁλοκλήρωση τῆς ζωῆς. Τὸ θαῦμα τῆς ζωῆς εἶναι δῶρο τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ καὶ δὲν ἐκμηδενίζεται. Ὁ βιολογικὸς θάνατος παρουσιάζεται ὡς ἀναγκαῖο κακό, συνέπεια τῆς πτώσης μας. Γι’ αὐτὸ μπροστὰ στὴν τραγῳδία του θλιβόμαστε καὶ κλαῖμε (ἄλλωστε, ἃς μὴν ξεχνᾶμε ὅτι ὁ Χριστὸς δάκρυσε στὸν τάφο τοῦ Λαζάρου καὶ δὲν χάρηκε, ποὺ σὲ λίγο θὰ τοῦ ἔδινε ζωή). Ἀλλὰ ἡ λύπη μας γιὰ τὸν χωρισμὸ δὲν εἶναι πένθος ἄλυτο, ἀπόγνωση καὶ ἀπελπισία. Ἡ λύπη μας ἔχει τὴν ἐλπίδα καὶ τὴν προσμονὴ τῆς ἀνάστασης. Ὁ ἄνθρωπος καὶ ὁ κόσμος εἶναι δημιουργήματα τοῦ Θεοῦ καὶ δὲν ἔγιναν, γιὰ νὰ πεθάνουν καὶ νὰ σβήσουν, ἀλλὰ γιὰ νὰ ζήσουν. Αὐτὴ ἡ ἀλήθεια μᾶς λέει ὅτι, ὅταν πεθαίνει ὁ ἄνθρωπος, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ χάνεται ἡ ὕπαρξή του, δὲν μπορεῖ νὰ ἐκμηδενίζεται ἡ ζωή, ἁπλῶς ἀναστέλλεται προσωρινά, «κοιμᾶται», γιὰ νὰ ξυπνήσει μεταμορφωμένη καὶ νὰ ἀναστηθεῖ «ἐν ἑτέρᾳ μορφῇ» στὴν αἰωνιότητα τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ. «Μὴ κλαῖε»∙ ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ καὶ ἡ συνέχειά του, τὸ κήρυγμα τῆς Ἐκκλησίας, δὲν εἶναι μία ἀκόμη κοσμοθεωρία καὶ φιλοσοφία ἀνάμεσα στὶς τόσες πολλὲς γιὰ τὸν θάνατο. Δὲν εἶναι μιὰ φθηνὴ παρηγοριά, γιὰ νὰ ξεγελάσει τὴν τραγικὴ μοίρα τῆς ἀνθρώπινης φύσης μὲ τὸ ψέμα της, ἀλλὰ εἶναι ζωὴ καὶ ἀλήθεια ποὺ σώζει.
            Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος, ὅπως καὶ ὁ πολιτισμός του, ἔστω καὶ ἂν ἔχει ἀκούσει τὸ χριστιανικὸ κήρυγμα τῆς ἀνάστασης, δὲν φαίνεται νὰ τὸ ἀποδέχεται, ὅπως μαρτυρεῖ ὁ τρόπος καὶ ἡ στάση ζωῆς του. Ζεῖ σὰν νὰ μὴν ὑπάρχει θάνατος, γιατί, ὅταν τὸν ἀντικρίζει, τρομάζει καὶ ἀπελπίζεται μέσα στὸν μηδενισμό του. Μόνο ἡ σταθερὴ βεβαιότητα ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι ἡ Ζωὴ ποὺ κατάπιε τὸν θάνατο μᾶς δίνει τήν πληρότητα τῆς χαρᾶς καὶ τῆς εὐτυχίας πού ἀναζητοῦμε. Ἀμήν.