Σάββατο 23 Ιουλίου 2016

Η ΑΓΙΑ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΧΡΙΣΤΙΝΑ


«Η αγία Χριστίνα καταγόταν από την πόλη της Τύρου κι ήταν κόρη ενός στρατηλάτη ονόματι Ουρβανού. Αυτός έβαλε την κόρη του σε πύργο υψηλό, της έδωσε εντολή να ζει εκεί και να προσφέρει  θυσία στους ειδωλολατρικούς θεούς που εκείνος λάτρευε, κατασκευασμένους από χρυσάφι, ασήμι και άλλα υλικά. Η Χριστίνα όμως τα έκανε κομμάτια και ό,τι πολύτιμο υπήρχε ως υλικό το έδωσε στους φτωχούς. Γι’  αυτόν τον λόγο ο πατέρας της άρχισε να την υποβάλλει σε πολλές τιμωρίες και την έβαλε σε φυλακή, χωρίς να της δίνει τροφή. Η αγία όμως τρεφόταν από αγγέλους, οι οποίοι την θεράπευσαν και από τις πληγές της. Έπειτα ρίχνεται στη θάλασσα, όπου δέχεται το θείο βάπτισμα από τον ίδιο τον Κύριο, και οδηγείται στην ξηρά από θείο άγγελο. Όταν μαθεύτηκε ότι ζει, κλείνεται πάλι στη φυλακή, κατ’ εντολή του πατέρα της, ο οποίος το ίδιο βράδυ πέθανε με άσχημο τρόπο. Στη θέση του πατέρα της έρχεται ο στρατηγός Δίων, ο οποίος αρχίζει να εξετάζει τη μάρτυρα, ο αλιτήριος. Αυτή δε, επειδή κήρυξε τον Χριστό, τιμωρείται σκληρότατα. Μέσα στα μαρτύρια ευρισκόμενη, τέλεσε διάφορα θαύματα, γεγονός που οδήγησε στην πίστη τρεις χιλιάδες από τους στρατιώτες. Μετά τον Δίωνα, ανέλαβε την εξουσία κάποιος Ιουλιανός, ο οποίος ρίχνει την αγία σε κάμινο του πυρός, κι αφού εκείνη έμεινε άφλεκτος, την καταδικάζει να ριχτεί σε δηλητηριώδη φίδια και διατάζει  έπειτα να της κόψουν τους μαστούς, από τους οποίους χύθηκε αντί αίμα γάλα. Στη συνέχεια της κόψανε τη γλώσσα, και τελευταίο από όλα, αφού κτυπήθηκε από στρατιώτες με πέτρες, παρέδωσε το πνεύμα της στον Θεό».




Τρία σημεία από το συναξάρι της αγίας είναι εξόχως σημαντικά, προκειμένου να τα σχολιάσουμε:
(1) Λέγεται – και όχι άδικα – ότι ανώτερη αγάπη στον κόσμο τούτο από τη γονεϊκή δεν υπάρχει. Οι γονείς είναι εκείνοι, σχεδόν σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης, που είναι έτοιμοι και τη ζωή τους να δώσουν για χάρη των παιδιών τους. Διότι νιώθουν ότι τα παιδιά τους αποτελούν κομμάτι του εαυτού τους: η ζωή των παιδιών τους ήδη εκ κοιλίας μητρός ζυμώθηκε μ’  εκείνους. Κι όμως: στην περίπτωση της αγίας Χριστίνας – δυστυχώς όχι μόνον αυτής – τούτο καταλύεται. Ο ίδιος ο πατέρας της γίνεται ο δήμιός της, εκείνος που θέλει να την καταστρέψει. Αιτία: ο φανατισμός του, που τον κάνει να είναι δέσμιος των ειδώλων, δηλαδή των διαφόρων δαιμονίων, και που γι’ αυτό απαιτεί και η κόρη του να τον ακολουθεί στις δικές του δοξασίες. Εκ διαμέτρου αντίθετη τοποθέτηση από τη χριστιανική, η οποία κάνει τον άνθρωπο να αγαπά με απόλυτο τρόπο τον Θεό, για να μπορεί όμως αυτός στη συνέχεια να αγαπά με απόλυτο πάλι τρόπο και τον συνάνθρωπό του, που σημαίνει και να σέβεται καθ’ οιονδήποτε τρόπο την ελευθερία του.
(2) Η αγία άρχισε να διώκεται για την πίστη της στον Χριστό, ενόσω ακόμη δεν είχε γίνει πλήρως χριστιανή, δηλαδή όταν ακόμη δεν είχε βαπτισθεί. Η χάρη του Θεού όμως ενεργούσε πλούσια σε αυτήν, έστω και με εξωτερικό τρόπο. Διότι το βάπτισμα προσφέρει ακριβώς αυτό: συνδέει τον καλοπροαίρετο και ενεργούμενο εξωτερικά από τη χάρη του Θεού άνθρωπο με τον Χριστό, τον κάνει μέλος Του και συνεπώς ο Χριστός δρα μέσα από το κέντρο της καρδιάς του, εκεί που πριν δρούσε το πονηρό. Σ’  έναν τέτοιον άνθρωπο όμως, σαν την αγία Χριστίνα, ο Θεός βρίσκει τρόπους να συνδεθεί με αυτόν, πέραν των «κανονικών και νομίμων». Και τι γίνεται; Μέσα στη θάλασσα ευρισκόμενη η αγία, από την κακία των διωκτών της, έχει τον ίδιο τον Δημιουργό και Σωτήρα της Χριστό να τελεί το άγιο βάπτισμά της, προκειμένου να την κάνει μέλος Του. «Το Πνεύμα όπου θέλει πνει», ενώ θαυμάζει κανείς την «υπακοή» και του ίδιου του Χριστού μας σε ό,τι ο Ίδιος έχει νομοθετήσει. «Ο πιστεύσας και βαπτισθείς σωθήσεται».

(3) Στο μαρτύριο της εκτομής των μαστών της, διαπιστώνεται το παραδοξότατο: αντί αίματος εκχέεται γάλα. Πέραν από την παρατηρούμενη ενέργεια του Θεού, που κάνει ένα θαύμα – προφανώς για να ενισχύσει τους καλοπροαίρετους θεατές του μαρτυρίου της, ώστε να μεταστραφούν ή ν’ αυξηθούν στην πίστη – μπορούμε να επιχειρήσουμε και μίαν ακόμη εξήγηση: αφενός το γάλα αυτό, από μία παρθένο, μπορεί να θεωρηθεί ως σύμβολο της διδασκαλίας που ασκούσε η αγία στους ειδωλολάτρες, κατά το «γάλα υμάς επότισα» που έλεγε στους αρχαρίους στην πίστη ο απόστολος Παύλος, αφετέρου φανερώνει την κυοφορία, μέσα της, της χάριτος του Θεού, που την κάνει και αυτήν μία μικρή «Παναγία», κατά τους λόγους του Κυρίου, που είπε ότι αυτοί που τηρούν το άγιο θέλημά του Πατέρα Του «μήτηρ και αδελφός και αδελφή Του εισίν».

Δευτέρα 11 Ιουλίου 2016

ΑΓΙΑ ΜΑΡΙΝΑ Η ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ

«Μέγα το κατόρθωμα τό σόν, μέγα και πανάριστον  όντως, σου τό εκνίκημα φύσις γαρ ευπτόητος και ευταπείνωτος, τον αόρατον δράκοντα, το όρος το  μέγα, νουν τόν πολυμήχανον, Μαρίνα σύ αληθώς, είλες ευτελές ώς στρουθίον, και καταπατούσα χορεύεις, νυν μετά Αγγέλων αξιάγαστε.»
Μέσα στην ουράνια παστάδα του νυμφίου Χριστού, «νύμφη περικαλλής», «βασίλισσα πεποικιλμένη», «στολισθείσα φαιδρώς» με την πορφύρα που έβαψε το αίμα της και «τόν παρθενίας χιτώνα, τό σώμα κοσμούσα, χρυσέον ώς ύφασμα», «διπλοίς στεφάνοις κοσμουμένη», ξεχωρίζει η «αμνάς του Ιησού» για της οποίας την καταγωγή και την άθληση «ή των Αντιοχέων πόλις έγκαυχάται», η μεγαλομάρτυς αγία Μαρίνα.


Πολλά τα εγκώμια που έχουν γραφτεί για τη χάρη της. Ο βίος της γραμμένος ελληνικά, με αρχή «Ουδέν ούτως ήδύνει και καθιλαρύνει ψυχήν», σώζεται σε δύο αγιορείτικα χειρόγραφα στις ιερές μονές Ιβήρων και Μεγίστης Λαύρας. Στη Μεγίστη Λαύρα σώζεται επίσης και άλλο μαρτύριο της, με αρχή «Ή της Αναστάσεως του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού χάρις». Εξ’ άλλου, στη Μεγίστη Λαύρα και στην ιερά μονή Παντοκράτορος υπάρχει και ο ελληνικός «Λόγος εις την Αγίαν Μαρίναν» με αρχή «Και την Εκκλησίαν αρα, ής ό Χριστός κεφαλή» που έγραψε ο πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Γρηγόριος ο Κύπριος. Επίσης, από τις παλαιότερες συνοπτικές καταγραφές της «αθλήσεως» της, είναι και εκείνες που σώζονται στο «Συναξάριο Κωνσταντινουπόλεως (9ος-10ος αι. μ.Χ.) καθώς και στο περίφημο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’ του Βουλγαροκτόνου (958-1025) του οποίου η συγγραφή αποδίδεται στον Συμεών τον Μεταφραστή περί τα έτη 961-964 μ.Χ.
Σταχυολογώντας πληροφορίες για την Αγία από τον Μέγα Συναξαριστή της Ορθοδόξου Εκκλησίας, από το Μηναίο Ιουλίου, από τον Συναξαριστή του αγίου Νικόδημου του Αγιορείτου και από το Μηνολόγιο του Βασιλείου που ξεκινά με την φράση «Ή του Χριστού μάρτυς Μαρίνα», μπορούμε να συνοψίσουμε τον βίο της ως ακολούθως:
Η ένδοξη αγία μεγαλομάρτυς Μαρίνα γεννήθηκε λίγο μετά τα μέσα του 3ου μ.Χ. αιώνα, στα σκοτεινά χρόνια των διωγμών, στην Αντιόχεια της Πισιδίας. Και μαρτύρησε επί Αυγούστου Κλαυδίου Β’ του Γοτθικού (268-270) το έτος 270 μ.Χ.


Η Αντιόχεια της Πισιδίας (αποκαλούμενη σήμερα Yalvac) απλωμένη στις πλαγιές της οροσειράς του Ταύρου, την εποχή εκείνη ήταν μία επιφανής ρωμαϊκή αποικία με μεγάλη εμπορική ανάπτυξη. Έφερε τον τίτλο: «Λαμπρότατη και σεβασμιωτάτη Αντιοχέων Κολωνία, αποικία Ρωμαίων», και οι κάτοικοι της αναγνωρίζονταν ως «Ρωμαίοι πολίτες».
Στην πόλη λατρεύονταν θεότητες ινδικής κυρίως προέλευσης, αλλά και φοινικικής. Στο πισιδικό πάνθεο κυριαρχούσαν η Αστάρτη και ο Δίας, ενώ οι κάτοικοι της Αντιόχειας έτρεφαν ιδιαίτερο σεβασμό στον ψευδοθεό Μην Ασκηνό, που τον θεωρούσαν προστάτη της γονιμότητας και του πολλαπλασιασμού ζώων και φυτών.
Μεταξύ των ετών 45-48 μ.Χ. ο απόστολος των εθνών Παύλος, στην διάρκεια της πρώτης αποστολικής περιοδείας του, έχοντας ως βοηθό του τον Βαρνάβα, ήρθαν στην Αντιόχεια της Πισιδίας και ευαγγελίστηκαν τον Λόγο του Κυρίου στην συναγωγή των Ιουδαίων. Οι Ιουδαίοι τους αντιμετώπισαν με δυσπιστία και τότε οι δύο απόστολοι στράφηκαν προς τους ειδωλολάτρες κατοίκους, οι οποίοι τους άκουσαν με ενθουσιασμό. Όταν οι Ιουδαίοι είδαν ότι οι εθνικοί ασπάστηκαν την διδασκαλία του Παύλου και «διεφέρετο ό λόγος του Κυρίου δι’ όλης της χώρας», εξέγειραν τους άρχοντες και κατεδίωξαν τους αποστόλους, βγάζοντας τους από τα σύνορα της πόλης. Τότε οι δύο απόστολοι ακολουθώντας την εντολή του Κυρίου: «Και όσοι εάν μή δέξωνται ύμας μηδέ άκούσωσιν υμών, έκπορευόμενοι εκείθεν εκτινά¬ξατε τόν χουν τόν ύποκάτω τών ποδών υμών εις μαρτύριον αύτοίς• αμήν λέγω ύμϊν, άνεκτότερον έσται Σοδόμοις ή Γο-μόρροις εν ήμερα κρίσεως ή τη πόλει εκείνη» (Μάρκ. ΣΤ, 11), αποτίναξαν την σκόνη της Αντιόχειας που είχε συσσω-ρευθεί κάτω από τα υποδήματα τους και αναχώρησαν για το Ικόνιο (Πραξ. ΙΓ, 14-52).
Δύο αιώνες αργότερα, την εποχή που έζησε στην Αντιόχεια της Πισιδίας η Αγία Μαρίνα, η ειδωλολατρία επικρατούσε, ενω ο χριστιανισμός είχε  γνωρίσει έναν από τους μεγαλύτερους διωγμούς του επί Δεκίου το έτος 250 μ.Χ.
Η Αγία ήταν μοναχοθυγατέρα κάποιου ιερέα των ειδώλων, του Αιδέσιου (ή Αιδέσιμου), και όταν έμεινε ορφανή από μητέρα στα δώδεκα της χρόνια, ο πατέρας της ανέθεσε την ανατροφή της σε κάποια καλή γυναίκα. Εκείνη η παραμάνα, που ήταν μία πιστή κρυπτοχριστιανή, μαζί με τα κανακέματα που αρμόζουν στα μικρά παιδιά και τις ιστορίες που τους λένε, ξεκίνησε να μιλά στη μικρή Μαρίνα και για τον Χριστό. Έτσι σιγά-σιγά η αγία, με τη στοργή και την αγάπη εκείνης της ευλαβικής και μακάριας γυναίκας, κατηχήθηκε στην χριστιανική πίστη. Οι λόγοι του Κυρίου που άκουγε με προσοχή και με δίψα μάθησης, εισχώρησαν στο εύφορο έδαφος της ψυχής της και ρίζωσαν γερά, σαν τον καλό σπόρο του Ευαγγελίου (Μάρκ. Γ’, 8). Σύντομα θα απέδιδαν πλούσιους καρπούς.
Μπορεί κανείς να φανταστεί τι μεγάλο ρήγμα δημιουργήθηκε στην σχέση πατέρα και κόρης, όταν η Μαρίνα ομολόγησε θαρρετά ότι ήταν Χριστιανή.
Ο Αιδέσιος, ο ειδωλολάτρης πατέρας της, όταν έμαθε την ακλόνητη μεταστροφή της στον Χριστιανισμό αμέσως την αποκλήρωσε. Όμως η Αγία δεν πτοήθηκε από το μίσος του γεννήτορα της. «Και έσεσθε μισούμενοι ύπό πάντων διά τό όνομα μου» (Ματθ. 1,22) ήταν οι λόγοι του Κυρίου που την παρηγορούσαν. Γνώριζε ότι ασπαζόμενη την χριστιανική πίστη, την μόνη αληθινή, θα ερχόταν αντιμέτωπη με τον πατέρα της ο οποίος όχι μόνον ήταν ειδωλολάτρης, αλλά και ιερέας των ψευδοθεών. Ο Κύριος είχε πει: «Μή νομίσητε ότι ήλθον βαλείν ειρήνην επί την γήν ούκ ήλθον βαλείν ειρήνην, αλλά μάχαιραν. Ήλθον γάρ διχάσαι άνθρωπον κατά του πατρός αυτού και θυγατέρα κατά της μητρός… και εχθροί του άνθρωπου οί οικιακοί αυτού. Ό φιλών πατέρα ή μητέρα υπέρ έμέ ούκ εστι μου άξιος» (Ματθ. I, 34-37). Αυτά ήταν τα λόγια που οδηγούσαν πλέον την ζωή της και φλόγιζαν την επιθυμία της. Πατέρας της πλέον ήταν ο Ουράνιος Πατέρας όλων, και ήθελε αυτό σε όλους να το πει. Ήθελε να ομολογήσει την πίστη της και να μαρτυρήσει για το όνομα του Χριστού, προτρεπόμενη από τους λόγους Του: «Πάς ούν όστις ομολογήσει εν εμοί έμπροσθεν τών ανθρώπων, ομολογήσω κάγώ έν αύτώ, έμπροσθεν του πατρός μου του εν ουρανοίς» (Ματθ. I, 32).
Και εκείνη η ημέρα για την οποία ανυπομονούσε, έφθασε. Ήταν πλέον δέκα πέντε ετών η Μαρίνα και για να μπορεί να εξοικονομεί τον επιούσιο άρτο της έβοσκε πρόβατα. Βρισκόταν λοιπόν με το κοπάδι της σε έναν αγρό, όταν την είδε ο έπαρχος της πόλης Ολύμβριος που είχε βγει περίπατο στην εξοχή, θαμπωμένος από την ομορφιά της, που έμοιαζε ανώτερη από όλα τα λουλούδια εκείνου του αγρού, την ερωτεύτηκε αμέσως και πόθησε να την κάνει γυναίκα του. Ζήτησε λοιπόν να την οδηγήσουν στο ανάκτορο του.
Η νεαρή Μαρίνα ακολούθησε ήρεμα τους φρουρούς που την συνόδευαν στον έπαρχο. Καταλάβαινε ότι τα βήματα της δεν την κατεύθυναν προς έναν επίγειο νυμφίο. Ποτέ δεν θα γινόταν σύζυγος του Ολύμβριου. Αντίθετα, η οδός την οποία βάδιζε την οδηγούσε κατευθείαν στον Νυμφίο που ποθούσε η ψυχή της. Στον ουράνιο Νυμφίο Ιησού Χριστό. Επάνω στο Πανάγιο όνομα Του ακουμπούσε όλες τις ελπίδες της και έδιωχνε μακριά κάθε φόβο. «Ούτε ένα σπουργίτι δεν μπορεί να πέσει νεκρό στη γη χωρίς την θέληση του ουράνιου Πατέρα σας. Μη φοβάστε λοιπόν. Έχετε μεγαλύτερη αξία από πολλά σπουργίτια» (Ματθ. I, 29-32) είχε πει ο Κύριος Ιησούς. Εκείνος λοιπόν που φρόντιζε ξεχωριστά για κάθε ένα από τα δημιουργήματα Του, θα φρόντιζε και για εκείνην. Γνώριζε ότι και κάθε τρίχα της κεφαλής της ήταν μετρημένη από τον Κύριο.
Ενισχυμένη λοιπόν από αυτούς τους λόγους, η Μαρίνα βάδιζε άφοβα προς την κατοικία του ηγεμόνα. Ήταν οπλισμένη με την ασπίδα της πίστεως και την μάχαιρα του πνεύματος, τους λόγους δηλαδή του Κυρίου, που γνώριζε ότι θα την έσωζαν από κάθε δυσκολία. Θυμόταν την προτροπή του αποστόλου Παύλου: «Έπί πάσιν άναλαβόντες τόν θυρεόν της πίστεως, εν ώ δυνήσεσθε πάντα τά βέλη του πονηρού τά πεπυρωμένα σβέσαι» (προς Εφεσίους ΣΤ, 16). Δεν σκεφτόταν τι θα πει. Δεν προετοίμαζε στο μυαλό της απολογίες. Γνώριζε ότι με το που θα άνοιγε το στόμα της, το Πνεύμα το άγιο θα μιλούσε για εκείνην. Τι κι αν ήταν ένα αδύναμο κορίτσι; Τι κι αν έπρεπε να αντιμετωπίσει ολόκληρο ηγεμόνα; «Τά ασθενή του κόσμου εξελέξατο ό Θεός ίνα καταισχύνη τά ισχυρά» (Κορινθ. Α, 27) είχε πει ο απόστολος. Και αν δεν ήταν μόνον ο ηγεμόνας αλλά ήταν όλες οι δυνάμεις του πονηρού, και πάλι η Μαρίνα γνώριζε ότι μπορούσε να νικήσει ντυμένη την πανοπλία του Θεού. Ο θείος Παύλος και πάλι την προέτρεπε νοερά με τους λόγους του: «Ένδύσασθε τήν πανοπλίαν του Θεού προς τό δύνασθαι υμάς στήναι προς τάς μεθοδείας του διαβόλου• ότι ούκ εστίν ημίν η πάλη προς αίμα και σάρκα, αλλά πρός τάς αρχάς, πρός τάς εξουσίας, πρός τούς κοσμοκράτορας του σκότους» (Εφεσ. ΣΤ, 11-12).
Υπερασπιστής της στη θλιμμένη οδό που ακολουθούσε, θα ήταν ο ίδιος ο Χριστός. Εκείνος θα ελάφρυνε το βάρος του σταυρού, που η Αγία κουβαλούσε στους εφηβικούς της ώμους, ακολουθώντας τον Νυμφίο της καρδιάς της.
Η Αγία παρουσιάστηκε στον Ολύμβριο με σεμνότητα, και όταν ξεκίνησε η συζήτηση, η Μαρίνα έδωσε την απάντηση της με σύνεση στον έπαρχο, ομολογώντας του με θάρρος: «Της Πισιδίας είμαι γέννημα και θρέμμα, και τό του Κυρίου μου Ιησού Χρίστου επικαλούμαι όνομα». Αυτή η απάντηση άλλαξε αμέσως την διάθεση του Ολύμβριου και τα αισθήματα του απέναντι της. Διέταξε να την κλείσουν φυλακή μέχρι την επόμενη ημέρα που ξημέρωνε γιορτή και είχαν θυσία. Όμως μάταια έλπιζε. Ο ηγεμόνας έμοιαζε με εκείνους που «ήλλαξαν την δόξαν του άφθαρτου Θεού έν όμοιώματι εικόνος φθαρτού άνθρωπου και πετεινών και τετραπόδων και ερπετών, και έσεβάσθησαν και έλάτρευσαν τή κτίσει παρά τόν κτίσαντα» (Ρωμ. Α, 23-25). Η Αγία απεναντίας ως μόνον και μέγα Αρχιερέα στον οίκο του θεού αναγνώριζε τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό ο οποίος «μίαν υπέρ αμαρτιών προσενέγκας θυσίαν εις τό διηνεκές έκάθισεν εν δεξιά τού Θεού» (προς Εβρ. Δ, 14 και I, 12). Μόνο σε Αυτόν μπορούσε να θυσιάσει, και ως θύμα πρόσφερε τον ίδιο τον εαυτό της. Η Μαρίνα με την απολογία της σκόρπισε σαν καπνό κάθε μάταιη ελπίδα του ηγεμόνα. Τον κατατρόπωσε χλευάζοντας τα είδωλα για την ασθένεια και τη ματαιότητα τους, και δεν του άφησε περιθώριο αντιλογίας. Τότε ο Ολύμβριος την παρέδωσε στα χέρια των δημίων.
Την ξάπλωσαν κατά γης και την χτυπούσαν με αγκαθωτά ραβδιά, μέχρι που το αίμα της κοκκίνησε το χώμα. Έπειτα την φυλάκισαν, και λίγες ημέρες αργότερα την περίμενε νέο μαρτύριο. Την κρέμασαν από τα χέρια και ξέσχιζαν για ώρες το σώμα της με σιδερένια νύχια. Η Αγία όμως έδειχνε καρτερία• «ό δέ ύπομείνας εις τέλος, ούτος σωθήσεται» (Ματθ. I, 22) είχε πει ο Κύριος. Και η Μαρίνα θυμόταν αυτούς τους λόγους που την ενίσχυαν τώρα στις δύσκολες αυτές ώρες του μαρτυρίου. Δεν φοβόταν τους δημίους με τα σιδερένια νύχια που έφθειραν μόνο το χωμάτινο κορμί της, οργώνοντας το με αιμάτινα ρυάκια. Την ψυχή της που ανήκε στον Κύριο τίποτε και κανένας δεν μπορούσε να την βλάψει.
Βλέποντας την Αγία ακλόνητη στην πίστη της την έριξαν πάλι στο κελί της φυλακής. Και εκεί, εκείνο που δεν κατάφερε ο έπαρχος, προσπάθησε να το κατορθώσει, μάταια όμως, ο μισόκαλος διάβολος. Ενώ λοιπόν η αγία προσευχόταν στο δεσμωτήριο «έφάνη αύτη δράκων παμμεγέθης, έχων όφεις περί τόν τράχηλον αύτού, και συρίζων πέριξ της αγίας, ήπείλη καταπιείν αυτήν. Καί κατασφραγισαμένη καί ποιήσασα τόν τύπον του σταυρού, ενέκρωσεν αυτόν». (Μηναίο Βασιλείου). Στον συναξαριστή του αγίου Νικόδημου του αγιορείτου και, με μικρές παραλλαγές, στο μηναίο Ιουλίου αναφέρονται τα εξής: «Έγεινε δέ εκεί σεισμός μέγας, ώστε έσαλεύθη ή φυλακή, καί ιδού έμβηκεν από εν μέρος της φυλακής εις δράκων, ό όποιος έρπων κατά γής έκαμνε φοβερόν συρισμόν, καί έφάνη ότι έχυσε φωτίαν πέριξ τής άγιας. Επειδή δέ ή άγια έφοβήθη πολλά καί έγεινε σύντρομος διά τήν θεωρίαν ταύτην, προσηύχετο εις τόν θεόν όθεν ό φοβερός εκείνος δράκων μεταβληθείς, έφαίνετο ώς μαύρος τις σκύλος. Ή δέ μάρτυς άρπάσασα τούτον άπό τάς τρίχας, καί ευρούσα εκεί εν σφυρίον ερριμένον, εκτύπησεν αυτόν εις τήν κεφαλήν καί εις τήν ράχιν, καί τελείως αυτόν εταπείνωσε». Στο χειρόγραφο της Μεγίστης Λαύρας αναφέρεται ότι ο διάβολος παρουσιάστηκε σαν δράκοντας φοβερός. Από το στόμα και τα μάτια του έβγαιναν καπνοί και φωτιά, τα δόντια του ήταν άσπρα και η γλώσσα του κόκκινη σαν αίμα. Με θόρυβο και σφυρίγματα πλησίασε την αγία, κι εκείνης της φάνηκε ότι την κατάπιε μέχρι τη μέση. Έντρομη, επικαλέστηκε το σωτήριο όνομα του Χριστού και χρησιμοποιώντας ως δίστομη ρομφαία το σημείο του σταυρού, ξέσχισε την κοιλιά του και γλίτωσε. Στη συνέχεια ο δαίμονας της παρουσιάστηκε σαν σκύλος και η αγία χτυπώντας τον με ένα σφυρί, τον εταπείνωσε. Για τρίτη φορά προσπάθησε να την πειράξει ενώ προσευχόταν. Της παρουσιάστηκε σαν ένας τεράστιος μελαμψός άνδρας• την άρπαξε από τα χέρια και τη φοβέριζε ότι θα την σκοτώσει αν δεν σταματούσε τις προσευχές. Τότε αρπάζοντας τον η αγία από τα μαλλιά, τον χτύπησε και τον ανάγκασε να εξαφανιστεί. Αμέσως, όλη η φυλακή έλαμψε από ένα φωτεινό σταυρό που ένωνε γη και ουρανό, και ένα περιστέρι ανάγγειλε στην αγία το επικείμενο τέλος της, συγχαίροντας την ταυτόχρονα για το κατόρθωμα της: «Χαίρε, Μαρίνα, ή λογική περιστερά του Θεού, ότι ένίκησας τόν πονηρόν και τον έχθρόν κατήσχυνας».
Μετά την μεγαλειώδη αυτή νίκη κατά του διαβόλου, η αγία αναπαύθηκε στο σκοτεινό κελί της με την καρδιακή ταραχή που ακολουθεί κάθε μεγάλη μάχη, αλλά και πνευματική ηρεμία ταυτόχρονα, μαζί και ταπείνωση, ενθυμούμενη τους λόγους του Κυρίου: «Ιδού δίδωμι υμίν τήν έξουσίαν του πατείν επάνω όφεων καί σκορπιών και επί πάσαν τήν δύναμιν του εχθρού, καί ουδέν ύμας ου μή άδικήση. Πλήν έν τούτω μή χαίρετε, ότι τά πνεύματα υμίν υποτάσσεται• χαίρεται δέ ότι τά ονόματα υμών έγράφη έν τοις ουρανοίς» (Λουκ. Γ, 19-20).
Την επομένη ημέρα νέα μαρτύρια περίμεναν την Αγία. Την κρέμασαν από τα χέρια και με αναμμένες λαμπάδες έκαιγαν το στήθος και τα πλευρά της. Κι έπειτα, την έριξαν με το κεφάλι προς τα κάτω μέσα σ’ ένα λέβητα γεμάτο νερό για να την πνίξουν. Αμέσως όμως έγινε σεισμός και ο φωτεινός σταυρός μαζί με το περιστέρι φάνηκαν και πάλι. Η Αγία ελευθερώθηκε από τα δεσμά της και με το που αναδύθηκε από το νερό δέχτηκε στο κεφάλι από το περιστέρι, αμάραντο λουλουδένιο στεφάνι. Έτσι, ο λέβητας εκείνος του μαρτυρίου με το νερό, μετατράπηκαν για την Αγία σε κολυμβήθρα αναγεννήσεως, αφού ακόμη δεν είχε προλάβει να δεχτεί το βάπτισμα, που τόσο ποθούσε, στο όνομα της Αγίας Τριάδος. Το πλήθος που παρακολουθούσε το μαρτύριο, βλέποντας το θαύμα πίστεψε στο Χριστό, και αμέσως ο Ολύμβριος διέταξε τον αποκεφαλισμό όλων των πιστών. Ταυτόχρονα, καταδίκασε και την αγία Μαρίνα να αποκεφαλιστεί με ξίφος. «Καί καταλαβούσα η άγια τόν τόπον της τελειώσεως, και επί πολύ προσευξαμένη, έτελειώθη».
Η μαρτυρική σορός της κηδεύτηκε με τιμές από κάποιον πιστό ονόματι Θεότιμο. Και όταν καθιεροοθηκε ο Χριστιανισμός, ανεγέρθηκε στην Αντιόχεια της Πισιδίας μεγαλοπρεπής ναός προς τιμήν της Αγίας Μαρίνας, στον οποίο αποθησαυρίστηκε και το τίμιο λείψανο της σε πολυτελή λειψανοθήκη, αποτελώντας πηγή πλείστων ιαμάτων προς δόξαν του Τριαδικού Θεού, στον οποίο πρέπει κάθε δόξα, τιμή και προσκύνησις, τώρα και πάντα και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.
Αυτός ήταν εν συντομία ο βίος και το μαρτύριο της Αγίας μεγαλομάρτυρος Μαρίνας που η Εκκλησία μας με λαμπρότητα τιμά την μνήμη της στις 17 Ιουλίου.

Πηγή: Η Αγία Μαρίνα, Μανουήλ Τασούλας, Ιερός ναός Αγίας Μαρίνας Θησείου

Πέμπτη 30 Ιουνίου 2016

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΤΗΣ ΛΕΣΒΟΥ




Αναφερόμενοι, την προηγούμενη Κυριακή, την Κυριακή των Αγίων Πάντων, στους Αγίους της Εκκλησίας μας, σημειώσαμε ότι  οι πατέρες θεσπίστηκε η εορτή αυτή μια εβδομάδα μετά τη πεντηκοστή, για να φανερωθούν στον κόσμο οι καρποί του Αγίου Πνεύματος. Για να φανερωθούν τα χαρίσματα και η δύναμη που μοίρασε ο Παράκλητος στους πιστούς, καθιστώντας τους έτσι αγίους
Οι άγιοι μας, αγαπητοί Χριστιανοί,  υπήρξαν συνειδητά μέλη Χριστού. Αυτό σημαίνει ότι ήταν και είναι χριστοφόροι και θεοφόροι,  φορείς των χαρισμάτων του Αγίου Πνεύματος.

Πόσο λοιπόν αξίζουν οι Άγιοι; Ολόκληρη η κτίση μαζί με όλους τους ανθρώπους της, εάν αντιπαρατεθεί μπροστά τους, δεν θα βρεθεί κάτι που να αξίζει όσο οι Άγιοι. Αυτοί απέδειξαν με τη ζωή τους την ύπαρξη του Θεού και Τον δόξασαν με τη ζωή τους και την ομολογία τους. Αυτοί έδειξαν πόσο ψηλά μπορεί να φθάσει ο άνθρωπος.
Οι Άγιοι δεν πέθαναν ποτέ. Ζουν ανάμεσά μας. Τους αισθανόμαστε ολοζώντανους να πρεσβεύουν για μας. Να δέονται για τον κόσμο μας, να μας μεταγγίζουν τη Χάρη του Θεού. Γι’ αυτούς ο Θεός δεν εγκαταλείπει όλους εμάς που παραβαίνουμε τόσο εύκολα το θέλημά του.
«Έτσι λοιπόν καμιά αμφισβήτηση δεν επιδέχεται η άποψη ότι για την Εκκλησία οι άγιοι είναι οι φορείς της αγάπης του Θεού στο κόσμο, οι «αυθεντικοί μάρτυρες της παρουσίας και της εμφανίσεως του Θεού στα σπλάχνα του λαού του» κατά τον π. Ιωάννη Μέγεντορφ. Ο άγιος Μάξιμος ο ομολογητής επισημαίνει ότι οι άγιοι μεγαλοφυώς πέρασαν τον παρόντα αιώνα των εμποδίων και αφού ολοκληρωτικά οδηγήθηκαν στο Θεό, αξιώθηκαν να συνενωθούν μαζί του και να φορέσουν, όσο είναι δυνατόν στον άνθρωπο, την εικόνα του επουρανίου ανθρώπου. Κατά τον επιτυχή επίσης χαρακτηρισμό του αγίου Ιωάννου Δαμασκηνού οι άγιοι είναι οι «προστάται του γένους παντός». Βοηθούν, συντρέχουν, υποφέρουν, σηκώνουν το σταυρό κάθε ανθρώπου, αγαπούν και γίνονται με την αγιότητά τους υπόδειγμα και μίμηση των πιστών. Σ' αυτό το γεγονός στηρίζεται η οικειότητα των πιστών και η τιμή που απονέμουν στους αγίους, ο πλούτος των εορτών και των πανηγύρεων, που τόσο έντονα χαρακτηρίζουν την καθημερινή ζωή της Εκκλησίας. Τα συναξάρια είναι το αποθησαύρισμα της ιστορικής μνήμης της Εκκλησίας. Αποτελούν διαφυλαγμένα σε κάθε λειτουργική πράξη, την καθημερινή παιδεία των ορθοδόξων, το διδασκαλείο της ευσέβειας και της αγιότητας». Ι.Μ. Μυτιλήνης)
Το νησί μας είχε από το Θεό την ευλογία μα και το καύχημα να αγιαστεί με περισσότερους από 37 αγίους. Λίγα μέρη έχουν τόσους πολλούς αγίους.  Άλλοι από αυτούς είναι Λέσβιοι, έζησαν και πέθαναν ή μαρτύρησαν στη Λέσβο. Άλλοι έζησαν σε διάφορα μέρη και ήρθαν στη Λέσβο και την αγίασαν με το μαρτυρικό τους αίμα. Ήταν άνθρωποι κάθε ηλικίας και τάξεως. Επίσκοποι, ιερείς, επαγγελματίες, εργάτες, απλοί άνθρωποι, άνδρες και γυναίκες, νέοι και γέροντες, όλοι όμως με θερμή πίστη, με αγάπη προς τον Χριστό και την Εκκλησία, με αγιότητα ζωής που έλαμπαν και φώτιζαν και τους άλλους. Όλοι αυτοί έχουν κάποια ημέρα που εορτάζουν. Για όλους έχουν γραφεί ιερές ακολουθίες. Για πολλούς από αυτούς έχουν κτιστεί ναοί και εκκλησάκια σε διάφορα μέρη του νησιού μας. Πολλοί μάλιστα από αυτούς έχουν αφήσει πολύτιμη πνευματική κληρονομιά τα άγια λείψανά τους. Τους αξίζει κάθε δόξα και κάθε τιμή. Η Εκκλησία της Μυτιλήνης καθιέρωσε την εορτή των εν Λέσβω διαλαμψάντων αγίων την Κυριακή, μετά την Κυριακή των Αγίων Πάντων, δηλαδή σε δεκαπέντε ημέρες από την ημέρα της Πεντηκοστής.
Μέσα στη  χορεία αυτών ιδιαίτερη είναι η θέση και η τιμή, των νεομαρτύρων.
Με τον όρο Νεομάρτυρες χαρακτηρίζεται εκείνη η τάξη των μαρτύρων που άθλησαν για τη χριστιανική πίστη κυρίως κατά τη περίοδο της Τουρκοκρατίας. Είναι οι ομολογητές της ορθόδοξης χριστιανικής πίστης (παιδιά, άνδρες, γυναίκες, μοναχοί, ιερείς, επίσκοποι και πατριάρχες), οι οποίοι σφράγισαν με το αίμα τους την ομολογία τους για τον Ιησού Χριστό. Κυρίαρχο στοιχείο του μαρτυρίου των Νεομαρτύρων, σε πολλές περιπτώσεις, υπήρξε η «μαρτυρία του αίματος», επιβεβαίωση δηλαδή της ακλόνητης πίστης τους στον Ιησού Χριστό με κάθε είδους ταλαιπωρίες και βασανιστήρια τα οποία οδηγούσαν στο θάνατο.
Πόσοι είναι οι Νεομάρτυρες είναι δύσκολο να υπολογίσουμε. Πολλοί από αυτούς παραμένουν σε παντελή αφάνεια, γιατί δεν έχουν διασωθεί διηγήσεις για το μαρτύριό τους. Ο λόγιος Πατριάρχης Ιεροσολύμων Νεκτάριος, κατά τον 17 ο αιώνα, αναφέρει ότι στις περιοχές των ορθοδόξων δεν υπάρχει πόλη και τόπος που να μην «προχέονται υπέρ της ευσεβείας τα αίματα» 
Η Λέσβος καθ' όλη τη διάρκεια τω πρώτων χριστιανικών χρόνων, του Βυζαντίου, αλλά και της επώδυνης δουλείας στον Τούρκο δυνάστη, αξιώθηκε να είναι αγιοτόκο νησί. Ανέδειξε πλειάδα αγίων και Νεομαρτύρων και σήμερα κατέχει ως «θησαυρόν τιμαλφή» τα ιερά λείψανα πολλών μαρτυρησάντων αγίων.
Όλους αυτούς γιορτάζουμε σήμερα. Τους Αγίους του νησιού μας. Τους δικούς μας Αγίους. Τους συγγενείς μας, θα μπορούσαμε να πούμε Αγίους. Σήμερα πάνδημα αποδίδουμε την οφειλόμενη τιμή, σ’ αυτούς που άγιασαν με το αίμα τους, με τον ιδρώτα τους, με τους κόπους τους, τα μυροβόλα χώματα του νησιού μας. Σήμερα τα λείψανα τόσων μαρτύρων, νεομαρτύρων, ομολογητών, οσίων και ασκητών βρίσκονται συγκεντρωμένα για να προστρέξουμε σ’ αυτά, να προσπέσουμε με ευλάβεια μπροστά τους και να λάβουμε χάρη απ’ τη χάρη τους.
Σήμερα σαλπίζει σάλπισμα θριάμβου και φέρει σε μας αγιοφόρο μήνυμα. Παρουσιάζει μπροστά μας «θεηγόρους οπλίτας της παρατάξεως Κυρίου. Αστέρας πολύφωτους του νοητού στερεώματος. Της μυστικής Σιών τους ακαθαίρετους πύργους. Τα μυρίπνοα άνθη του παραδείσου». Παρατάσσει ενώπιον μας τους καρπούς του Αγίου Πνεύματος, την ολοζώντανη χορεία των αγίων μας.
Γι’ αυτό λοιπόν αδελφοί μου.
Σήμερα που η Εκκλησία μας, θέτει προ των οφθαλμών μας και πάλι χορεία και σωρεία Αγίων, ας σταθούμε με σεβασμό, με χαρά, με περηφάνια και καύχηση, για τους ανεκτίμητους αυτούς θησαυρούς, που με τίποτε άλλο δεν συγκρίνονται και με τίποτε δεν ανταλλάσσονται. Ας προσπαθήσουμε να ψηλαφίσουμε τα ίχνη της θείας πορείας τους πάνω στη γη, να εντοπίσουμε τον τρόπο της ζωής τους, τους αγώνες τους, τις προσευχές τους, τις θείες εμπειρίες τους, και ας ζητήσουμε χάρη απ’ τη χάρη τους, βοήθεια, προστασία, μεσιτεία. Ο Θεός τους δόξασε και τους χάρισε πλούσια τη χάρη Του ώστε και στη ζωή τους, και μετά την κοίμηση τους, να χαρίζουν παντοδαπές και πλούσιες δωρεές, είτε με τα Άγια τους λείψανα, είτε με τις ιερές εικόνες τους, είτε και με την απλή και μόνο αναφορά στο όνομα τους.
Ας μην επιτρέψουμε λοιπόν την αλλοτρίωση στη ψυχή μας.
Ας μην δηλητηριάσουμε τα αισθητήρια της πίστεως μας με ανόητες και βλαβερές      διδασκαλίες.

Είναι κρίμα να έχουμε μπροστάρηδες τους Αγίους μας και μεις να ακολουθούμε ανθρωποειδή, αμφιβόλου ποιότητος και λογικής. 

Τετάρτη 20 Απριλίου 2016

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΒΑΪΩΝ



ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ  ΜΟΥΣΤΑΚΑ

ΜΗΤ/ΛΙΤΟΥ ΠΡ. ΑΥΛΩΝΟΣ
Η ΥΠΟΔΟΧΗ TOT ΜΕΣΣΙΑ
«Ώσαννά, ευλογημένος ο ερχόμενος εν όνόματι Κυρίου, ο βασιλεύς του Ισραήλ» {Ιωάν. 12, 13).
Ο θριαμβευτής «καθήμενος επί πώλον όνου», όπως και οι βασιλείς των Ιουδαίων, όταν γύριζαν νικητές απ’ τον πόλεμο, μπαίνει στα Ιεροσόλυμα ο ’Ιησούς Χριστός. Είναι ανάγκη, λοιπόν, επιτακτική να σταθούμε κι εμείς σήμερα στη μεγάλη πύλη της Ιερουσαλήμ. Να σταθούμε, για να δούμε και να θαυμάσουμε, αλλά προπαντός να διδαχθούμε το βαθύτερο νόημα της θριαμβευτικής εισόδου του Θεανθρώπου - Βασιλέως στην πόλη των Παθών Του.
<< Ωσαννά, ευλογημένος ο ερχόμενος... ο βασιλεύς του ’Ισραήλ »
Κραυγάζει το μανιασμένο πλήθος. Ενθουσιασμός στην καρδιά. Κλαδιά στα χέρια, σύμβολα της νίκης. Φωνές στα χείλη. Ενδύματα στρωμένα στο δρόμο απ’ όπου πρόκειται να περάσει ο ’Ιησούς Χριστός. Το παραλήρημα είναι ασυγκράτητο! Ο ενθουσιασμός είναι φανερός! Η βοή συγκλονίζει τον τόπο! Τα «ωσαννά» σείουν την πόλη των Προφητών.
’Έρχεται! ’Έρχεται «ο Υιός του Δαυίδ» (Ματθ. 1, 1), ο βασιλεύς του Ισραήλ! Αυτός που θα συντρίψει τους Ρωμαίους. Που θα απομακρύνει τη δυναστεία του Ηρώδη και θα καθήσει στο θρόνο του Δαυίδ (Λουκ. 1, 32). Αυτός που θα κυβερνήσει το λαό Του και θα χορτάσει την πείνα του. Αυτός που θα οπλίσει τα χέρια του λαού Του, για να κατακτήσει πόλεις και βασίλεια αλλοεθνή. 'Έτσι φαντάζονταν οι Ιουδαίοι το Μεσσία. Μ’ αύτη την καρδιά που έβραζε από ανάμεικτα αισθήματα και ανεδαφικές επιθυμίες τρέχει ο περιούσιος λαός να επιδεχθεί το Μεσσία και Λυτρωτή του.
Ο Θεάνθρωπος όμως μένει απαθής και αδιάφορος απ’ όλες αυτές τις εκδηλώσεις. Δεν Τον παρασέρνει η ορμή του όχλου που Τον θέλει για επίγειο βασιλιά. Ο ’Ιησους Χριστός μένει σιωπηλός. Πράος και ανέκφραστος. Χωρίς κανένα γνώρισμα επίγειου κυρίαρχη. «Καθήμενος επί πώλου όνου» περνάει την πύλη της πόλεως. Εκείνος για Τον Όποιο το προφητικό στόμα είχε προείπει χιλιάδες χρόνια πριν: «Μη φοβού θύγατερ Σιών· ιδού ο βασιλεύς σου έρχεται σοι πραΰς, καθήμενος επί πώλον όνου» (Ζαχ. 9, 9).
Ναι. Ο Μεσσίας έρχεται σήμερα θριαμβευτής, αλλά όχι σύμφωνα με τις αντιλήψεις εκείνων που Τον υποδέχονται. Ο Μεσσίας δεν είναι επίγειος βασιλιάς, όπως εκείνοι Τον φαντάσθηκαν. Βέβαια είναι βασιλιάς, αλλά όχι της βίας και του πολέμου. Του μίσους και της σφαγής. Της καταδυνάστευσης και της δουλείας. Ο Μεσσίας ’Ιησους Χριστός είναι:
Βασιλιάς της ανθρώπινης καρδιάς
Και το βασίλειό Του, Βασιλεία ουράνια. Δεν εξουσιάζει εξωτερικά. ’Άπειρες φορές διεκήρυξε μπροστά στο λαό: «Η Βασιλεία η εμή ουκ έστιν εκ του κόσμου τούτου» (7ωαν. ΙΗ. 36). Πολλές φορές ετόνισε ότι «η Βασιλεία του Θεού εντός υμών εστίν» (Λουκ. 17, 21). Ναι. Βασιλεύει ο Χριστός. Αλλά βασιλεύει στις κάρτες εκείνων που Τον αγαπούν. Εκείνων που Τον δέχονται και Τον αναγνωρίζουν για Σωτήρα και Ευεργέτη της υπάρξεως τους. Γιατί ό,τι πιο πνευματικό, ό,τι πιο άγιο και ό,τι πιο ιερό έχει μέσα του ο άνθρωπος, αυτό είναι κτήμα του ’Ιησού Χριστού. Αυτό συνιστά τη Βασιλεία Του. Γι’ αυτό κανείς δε μπορεί να το κυριέψει η να το αλλοιώσει, εφ’ όσον ανήκει στον Κύριο.
Χρειάζεται όμως μια παρατήρηση. Η Βασιλεία του Θεού είναι μέσα στον άνθρωπο και κανένας δε μπορεί να την αλώσει. Εν τούτοις υπάρχει ένας κίνδυνος. Υπάρχει ένας και μοναδικός ύπουλος εχθρός που είναι όχι εξωτερικός, αλλά εσωτερικός. Αυτός ο εχθρός είναι ο ίδιος ο εαυτός μας. Ο κατώτερος εαυτός μας που επιστρατεύει τις αδυναμίες που οργανώνει τα πάθη που συμμαχεί με τον αιώνιο αντίδικο και εχθρό της Βασιλείας του Θεού, το διάβολο, για να συντρίψει τη Βασιλεία του Θεού. Για να μας αποξενώσει από την κατάσταση της πραγματικής πνευματικής ευφορίας που δημιουργεί μέσα μας η εξουσία της Βασιλείας του Χριστού. 'Όσοι από τους πολίτες της Βασιλείας του Θεού προδίδουν τον Ιησού Χριστό, αυτοί χάνουν τη Βασιλεία Του.
'Όσο δύσκολα κερδίζεται, τόσο εύκολα χάνεται η Βασιλεία του Χριστού
Ο Ιησούς Χριστός, ο βασιλιάς των ανθρωπίνων καρδιών. δε συμβιβάζεται με την άπατη. Δεν ανέχεται το μίσος. Δεν υπομένει την κλοπή. Δε μπορεί να έχει στη Βασιλεία Του πιστούς με κίβδηλο περιεχόμενο! Με ζωή παραδομένη στην ασωτία και την αμαρτία. Η αμαρτία είναι καθεστώς αντίθετο από το καθεστώς της Βασιλείας του Θεού. Ει-κυριαρχία του σκότους η αμαρτία, ενώ η Βασιλεία του Θεού είναι κυριαρχία του Φωτός, της Αληθείας, της Δικαιοσύνης, της Αγάπης, της Ειρήνης.
Για να έχει συνεπώς ο άνθρωπος μέσα του τη Βασιλεία του Θεού πρέπει να τον διακρίνουν όλα της αύτά τα γνωρίσματα. Να βασιλεύει στις σκέψεις του, στις αισθήσεις του. στο νου του, στις ενέργειες του όλες ο ’Ιησούς Χριστός! Διότι όταν βασιλεύει ο Χριστός μέσα στον άνθρωπο, τότε και οι. πράξεις του και τα καθημερινά του έργα θα φανερώνουν το γεγονός και την αλήθεια της Βασιλείας του Θεού.
Κανένας ανθρώπινος νόμος και καμμιά ανθρώπινη εξουσία δε μπορεί να εγγυηθεί τις αξίες της ζωής, γιατί §1ναι δωρεές του Χριστού. Η ευτυχία και η χαρά, η αγάπη « η δικαιοσύνη, η πίστη και η ελπίδα είναι κατακτήσεις Της ψυχής. Προνόμια και «καταστάσεις» της Βασιλείας του Θεού. Μόνο κάτω από το βλέμμα του ’Ιησού Χριστού μπορεί ο άνθρωπος να πραγματοποιήσει τις μεγαλύτερες νίκες και κατακτήσεις.
Η πολίτες της Βασιλείας του Θεού κατορθώνουν και υποτάσσουν τα πάθη και συντρίβουν τη μικρότητα και εξαλείφουν την κακία και σπάζουν τα δεσμά της αμαρτίας και πετούν ελεύθεροι στους πνευματικούς αιθέρες. Γι’ αυτό ας δούμε όχι σαν τους Ιουδαίους τη σημερινή θριαμβευτική πορεία του Θεανθρώπου, γιατί στην «πόλη» της ψυχής μας έρχεται να μπει ο Κύριος. Κι έρχεται με τη διάθεση να στήσει σ’ αυτήν τη Βασιλεία Του.
Χρειάζεται προσοχή, αγαπητοί. Να μη μας παρασύρει Η) Επιφάνεια των εορταστικών εκδηλώσεων των Παθών που εγκαινιάζει από σήμερα η αγία Εκκλησία μας. Ο Θεάνθρωπος θέλει τις καρδιές μας. Τις σκέψεις μας. Τον εσωτερικό μας κόσμο. Να τα χριστοποιήσει. Να γίνουν ένας «κόσμος» μέσα στον κόσμο της Βασιλείας Του. Γι’ αυτό με νήψη ψυχής ας προσευχηθούμε στο Νυμφίο της Εκκλησίας και της ψυχής να έλθει και να κατασκηνώσει μέσα μας. Υ2, Κύριε, ελθέτω η Βασιλεία Σου (Ματθ. 6, 10).