Σάββατο 17 Ιανουαρίου 2026

Ο ΜΕΓΑΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ


O Iανουάριος είναι ο κατ’ εξοχήν μήνας των Πατέρων. Πράγματι, μια ματιά αν ρίξουμε στις αγιολογικές του σελίδες, εύκολα διαπιστώνεται η παραπάνω αλήθεια. Έτσι γιορτάζουν: Ο Mέγας Bασίλειος , ο Γεώργιος ο Xοζεβίτης, ο Γρηγόριος ο Nύσσης , ο όσιος Θεοδόσιος ο Kοινοβιάρχης , ο Mέγας Aντώνιος , ο Mέγας Aθανάσιος  και μαζί του ο Kύριλλος Aλεξανδρείας, ο Mάρκος ο Eυγενικός , ο Mέγας Eυθύμιος , ο Γρηγόριος ο Θεολόγος  ο Iωάννης ο Xρυσοστόμος. Eνώ στις 30 έχει καθιερωθεί από τα τέλη του 11ου αι. η εορτή των τριών Iεραρχών Bασιλείου, Γρηγορίου και Iωάννου του Xρυσοστόμου.
H κάθε μια από όλες αυτές τις γιορταζόμενες πατερικές μορφές έχει να επιδείξει μια σημαντική προσφορά, αλλά και παρουσία μέσα από την οποία καταξιώθηκε στην εκκλησιαστική συνείδηση και γι’ αυτό ονομάστηκαν «Πατέρες της Eκκλησίας».
Αγαπητοί Χριστιανοί.
 O κάθε Πατέρας ζει σε μοναδικό βαθμό την εικόνα της αλήθειας, αλλά και σε βάθος την εμπειρία του θείου. «Aυτό είχε σαν αποτέλεσμα η σκέψη τους και το έργο τους να ταυτίζεται με την αγωνιώδη και λυτρωτική πορεία της ίδιας της Eκκλησίας. Oύτε τους Πατέρες κατανοούμε έξω από την Eκκλησία, ούτε την Eκκλησία χωρίς Πατέρες».(Kαθ. Στυλιανός Παπαδόπουλος).Κι αυτό ακριβώς το βλέπουμε στη παμμέγιστη μορφή που σήμερα, 18 Ιανουαρίου, η Εκκλησία μας τιμά.
Η αποκοπή από την αλήθεια, για την οποία υπεραμύνθηκε, όπως και όλοι οι πατέρες, η αίρεση, στον χώρο της Εκκλησίας είναι, αδελφοί μου, ό,τι μια βαριά αρρώστια στο ανθρώπινο σώμα. Ένα καρκίνωμα που αν δεν εκδιωχθεί θέτει σε κίνδυνο την πνευματική υγεία των μελών της. Γι’ αυτό η Εκκλησία, το πραγματικό σώμα του Χριστού, από αγάπη και φιλανθρωπία, δια των υγιών μελών της, των αγίων, πολεμά τις αιρέσεις, όπως το ανοσοποιητικό σύστημα ενός υγιούς οργανισμού τον ιό που προκαλεί την ασθένεια. Τους αιρετικούς όμως δεν τους θεωρεί εχθρούς της, αφού άλλωστε η Εκκλησία δεν έχει εχθρούς, αλλά άρρωστα μέλη της, τα οποία αγαπά και προσπαθεί να θεραπεύσει.

Ο Μέγας Αθανάσιος αγωνίστηκε όσο λίγοι για την διαφύλαξη των αληθειών της πίστεως που προσπαθούσαν να αλλοιώσουν οι αιρετικοί, οι οποίοι τον πολέμησαν με λύσσα. Με συκοφαντίες και κάθε λογής μηχανορραφίες κατάφεραν, πολλές φορές, να τον εξορίσουν και να τον απομακρύνουν από το ποίμνιό του. Αξιοσημείωτο είναι το ότι από τα σαρανταέξι χρόνια που ήταν Αρχιεπίσκοπος Αλεξανδρείας, τα δεξαέξι τα πέρασε στην εξορία. Αλλά και από εκεί δεν έπαψε να μάχεται υπέρ του ποιμνίου του και εναντίον της αιρέσεως.
Η αίρεση δημιουργεί φατρίες και σχίσματα, κομματιάζει και διαιρεί. Ο άγιος Πέτρος Αλεξανδρείας είχε την ευλογία να δη τον Χριστό, ο οποίος όμως φορούσε ένα χιτώνα ξεσχισμένο. Στην ερώτηση του αγίου, ποίος σου έσχιζε τον χιτώνα, ο Χριστός απάντησε: “Άρειος ο άφρων”. Η λέξη αίρεση παράγεται από το ρήμα αίρω που σημαίνει εκλέγω. Οι αιρετικοί επιλέγουν ένα κομμάτι της αλήθειας που τους βοηθά να στηρίξουν τις απόψεις τους και απορρίπτουν την αλήθεια στο σύνολό της. Αυτό δημιουργεί πολλά προβλήματα, διότι όταν αλλοιώνεται η πίστη χάνεται ο ορθός τρόπος ζωής. Ο Άρειος υποστήριζε ότι ο Χριστός δεν είναι Θεός, αλλά κτίσμα του Θεού “δημιουργηθέν εν χρόνω” και επομένως, όπως όλα τα κτίσματα, έχει αρχή και τέλος. Αν είναι αλήθεια όμως αυτό, τότε ο Χριστός δεν μπορεί να σώσει τον άνθρωπο, αφού μόνο ο Θεός έχει αυτή την δυνατότητα. Εμείς όμως γνωρίζουμε από την αγία Γραφή, αλλά και από την πείρα της Εκκλησίας, ότι ο Χριστός σαρκώθηκε για να σώσει και να θέση τον άνθρωπο.
Στην πρώτη οικουμενική σύνοδο, η οποία καταδίκασε τις διδασκαλίες του Αρείου, συμμετείχε, σε νεαρή ηλικία (γύρω στα 26), και ο άγιος Αθανάσιος, Διάκονος τότε, ως εκπρόσωπος του Πατριάρχη Αλεξανδρείας και με ατράνταχτα επιχειρήματα κατέδειξε την πλάνη και το ψεύδος των διδασκαλιών του Αρείου. Αλλά και αργότερα ως Αρχιεπίσκοπος Αλεξανδρείας με δυνατό λόγο, προφορικό και γραπτό, διατύπωσε με σαφήνεια τις αλήθειες τις οποίες οι αιρετικοί διέστρεφαν. Ότι, δηλαδή, ο Χριστός δεν είναι κτίσμα, αλλά ο Υιός και Λόγος του Θεού.
Η Εκκλησία, αδελφοί μου, σε λίγους ανθρώπους έχει δώσει την προσωνυμία Μέγας. Μεταξύ αυτών εξέχουσα θέση κατέχει ο άγιος Αθανάσιος. Πολύ πετυχημένα είναι τα παρακάτω που έχουν γραφεί γι’ αυτόν: “Σπανίως το επωνύμιο Μέγας εκάλυψε τόσον ουσιαστικό περιεχόμενο όσον εις την περίπτωσιν του Αθανασίου Αλεξανδρείας. Μέγας εις τον ζήλο, μέγας εις την αγάπη, μέγας εις την αγιότητα, μέγας εις την ορθοδοξία.


Με αυτά τα προσόντα του είναι τώρα τόσον ζωντανός εις την συνείδηση του χριστιανικού πληρώματος όσον ήτο και όταν ζούσε σωματικώς”. Αλλά και ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος τον επιμνημόσυνο λόγο του στον μέγα Αθανάσιο, αρχίζει με την χαρακτηριστική φράση, “Αθανάσιο επαινών, αρετήν επαινέσομαι”. Πράγματι υπήρξε υπόδειγμα αρετής, αφού αυτή είναι καρπός αληθινής κοινωνίας με τον ζώντα Τριαδικό Θεό.
Αγαπητοί Χριστιανοί.
Στους καιρούς μας όλο και πιο αναγκαία γίνεται η καταφυγή στην πείρα των Πατέρων. Oι άγιες μορφές τους γίνονται καταφύγιο όλων όσων ζητούν να βρουν τη γνησιότητα εκείνου του τρόπου ζωής, που δίνει την άλλη αίσθηση που παρέβλεψε η κίβδηλη εποχή μας. Παράλληλα, είναι αμέτρητοι και εκείνοι, που καταφεύγουν στη σπουδή των κειμένων, τα οποία η ένθεος σοφία τους κατέγραψε και η Παράδοση της Eκκλησίας μας κληροδότησε. Σπουδάζοντας τα κείμενά τους, σπουδάζουμε την αγία βιοτή και πολιτεία τους, πληροφορούμαστε ακόμη τους αγώνες, που έδωσαν για την επικράτηση της αληθινής πίστεως, αυτό που εμείς σήμερα βιώνουμε σάν Oρθόδοξη Παράδοση. H ευσέβεια, η αγιότητα, και η ευρύτητα της σκέψεώς τους γίνεται η διδαχή για την οικοδομή του σώματος των πιστών. Mε το παράδειγμα και το ήθος τους βιώνουν εν Aγίω Πνεύματι την Aλήθεια του Eυαγγελίου, και έτσι επάξια παίρνουν την τιμή του Πατέρα και γίνονται κανόνας ζωής για το πλήρωμα της Eκκλησίας. Όλοι οι Πατέρες, και μάλιστα οι λεγόμενοι Mεγάλοι Πατέρες, υπερασπίστηκαν με σθένος την αλήθειά σε κρίσιμες για την Eκκλησία στιγμές, όταν οι αιρετικοί την αμφισβήτησαν, «θεοπνεύστως» καθορίζοντας με σαφήνεια την αλήθεια της πίστεως μας.
Oι Πατέρες λοιπόν,αγαπητοί Χριστιανοί, δεν κομίζουν με τις διδασκαλίες τους κάτι καινούργιο, αλλά παρουσιάζουν βιωματικά, εμπειρικά, την ένσαρκη Aλήθεια της Eκκλησίας. Δεν είναι οι θεωρητικοί, που θεωρούν και αναθεωρούν, και προσαρμόζουν μια αρχική θεωρία σε νέα δεδομένα. H αλήθεια δεν αλλάζει ούτε με τις εποχές, ούτε με νέες αντιλήψεις. H εν Xριστώ Aλήθεια είναι η Aποκάλυψη του Θεού και ο αποκαλυπτόμενος είναι ο Λόγος του Θεού, που γίνεται άνθρωπος για μας και τη σωτηρία μας. Έτσι, οι Πατέρες είναι οι διδακτοί του Λόγου του Θεού και μέσα από την πείρα τους μας προσφέρουν πνευματική τροφή τον Σαρκωθέντα Λόγο. Αυτοί πρέπει να είναι τα πρότυπα και τα ινδάλματα μας.Αυτούς πρέπει να ακολουθάμε, σ’ αυτους έχουμε χρέος να μοιάσουμε και σε κανέναν άλλον.

Παρασκευή 9 Ιανουαρίου 2026

ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΑ ΦΩΤΑ

ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΑ ΦΩΤΑ

https://www.osotir.org/

1. ΤΟ ΑΣΤΕΡΙ ΕΔΥΣΕ

Μόλις ἐπληροφορήθηκε ὁ Κύριός μας ὅτι ὁ Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος συνελήφθη καί κρατεῖται στήν φυ­λακή, ἀνεχώρησε στήν Γαλιλαία γιά νά ἀρχίσῃ συ­στη­μα­τι­κῶς πλέον τό δημόσιο ἔργο του. Ἐφόσον τό ἅγιο στόμα τοῦ Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου ἐσίγησε, ἐφόσον ἡ φωνή τοῦ βοῶντος ἐν τῇ ἐ­ρή­μῳ δέν θά ἀκούγεται πλέον, ὁ Κύ­­ρι­ος ἀρχίζει τήν δη­μό­σι­α διδασκαλία του. Τώρα πού ὁ Ἰ­ω­άννης ἐτελείωσε τήν προ­δρο­μι­κή του ἀποστολή, ξε­κινᾶ ὁ Κύ­ρι­ος τό σωτηριῶδες ἔργο του. Τό ἀστέρι δύει καί ἀ­να­τέλλει ὁ ἥλιος.

Ὁ ἔνσαρκος ἄγ­γε­λος προπορεύθηκε «ἐν πνεύματι καὶ δυνάμει Ἠλιού»· ἑ­τοί­μασε τήν ὁδόν τοῦ Κυρίου, ἄ­νοιξε τό δρόμο. Τά πλήθη τῆς Ἰουδαίας καί ἡ περί­χω­ρος τοῦ Ἰ­ορ­δάνου δέν θά ἄκουγαν πλέον τήν φωνή του. Τό προδρομικό κή­ρυ­­γ­μα τῆς με­τανοίας πού προ­ε­­τοί­μα­σε τόν λαό νά ὑπο­δεχθῇ τόν Κύ­ρι­ο, ἀφοῦ ἐπέ­στρε­ψε πολλοὺς ἀπό τούς υἱούς Ἰσραὴλ «ἐπὶ Κύ­­­ριον τὸν Θε­ὸν αὐτῶν» τώρα λαμβάνει τέλος. Καί ὁ Κύριος περι­μέ­νει τήν ὥρα αὐτή, χω­ρίς νά βιάζεται. Περιμένει πρῶ­τα νά τελειώσῃ τήν ἀ­πο­στο­λή του ὁ Ἰωάννης. Δέν ἐκ­δη­λώνει πλήρως τήν θαυ­μα­­τουρ­γική του δρᾶσι, οὔτε δι­δάσκει ἐπισήμως στά πλή­­θη. Καί ἀρχίζει ἔτσι τό ἐπί­ση­μο δη­μό­σιο ἔργο του ὅταν ἔρχεται ἡ κατάλληλη στιγ­μή. Γι’ αὐ­τό καί ὁ ἴδιος ὁ Ἰωάννης ὁμολογεῖ ὅτι ὁ Χριστός: «μέσος δὲ ὑμῶν ἕστηκεν ὃν ὑμεῖς οὐκ οἴδατε». Εἰσέδυσε φυ­σι­­ολογικά στήν ἱστορία καί στή ζωή μας. Τώ­ρα πλέ­ον ἡ Πα­λαιά Δια­θή­κη ­τε­λεί­ωσε, τώρα ἀρχίζει ἡ Και­νή Δι­α­θή­κη. Ἰδού «ἤγ­γικεν ἡ βα­σι­λεία τοῦ Θεοῦ».

Πόσα ἔχει νά μᾶς διδάξῃ αὐτή ἡ μετάβασι τῶν δύο ἐποχῶν. Μία μετάβασι πού γίνεται τόσο ὁμαλά, ἁ­πα­λά, διακριτικά. Μέ σύ­νε­σι καί σοφία. Τά ὄν­τως μεγάλα καί ἱερά πράγ­ματα στήν πορεία τοῦ κό­σμου δέν γί­νο­ν­ται μέ ἐντάσεις, καί ἐντυπωσιασμούς, δι­α­δ­ηλώσεις καί ἐ­πανα­στά­σεις· γί­νο­νται μέ ἱερή σιγή. «Οὐκ ἔρ­χε­ται ἡ βασιλεία τοῦ Θε­οῦ μετὰ παρατηρήσεως». Ἀλλά φυ­σι­κά, ἀβίαστα καί ἀδιόρατα. Καί μαθαίνουμε ἀπό αὐτό νά εἴμαστε κι ἐμεῖς ἄνθρωποι τῆς διακρίσεως καί τῆς συνέσεως. Νά ἐπιδιώκουμε τό κάθετι νά γίνεται στήν ὥρα του μέ τόν κατάλληλο τρόπο.

2. ΚΑΠΕΡΝΑΟΥΜ

Ὁ Κύριος ἐγκαταστάθηκε πλέον στή δυτική ὄχθη τῆς λί­μνης τῆς Γαλιλαίας ὅπου ὁ πληθυσμός ἦταν πυ­κνός καί μι­κτός ἀπό Ἰουδαίους καί ἐθνικούς. Ἐγ­κα­τα­στά­θηκε σέ μία πόλι παραλίμνια, στή βο­ρει­οδυτική ἀ­κτή τῆς Γα­λι­λαίας, τήν Καπερναούμ, τήν ὁποία ἐπέλε­ξε ὡς κα­ταλληλότερο κέντρο γιά τήν δη­μό­σια δρᾶσι του. Ἡ πόλι αὐτή ἀξιώθηκε νά ἀκούσῃ ὑπέροχες δι­δα­σκαλίες, νά δῇ καταπληκτικά θαύματα, νά φιλο­ξε­νή­σῃ τόν Θε­ό τοῦ οὐρανοῦ πού ἔγινε ἄνθρωπος. Πόσο με­γάλη τιμή γιά τήν Καπερναούμ. Ὁ Κύ­ριος τήν ἐπέ­λεξε αὐτή μόνη ἀνά­με­σα σ’ ὅλες τίς πό­λεις τοῦ κό­σμου. Ὅμως οἱ κάτοικοί της δέν συναι­σθά­νθηκαν τήν ὑψηλή τιμή πού τούς ἔκανε ὁ Κύριος. Δέν μετε­νό­η­σαν. Γι’ αὐτό καί ὁ Χριστός λέγει: «καὶ σὺ Καπερνα­ούμ, ἡ ἕως τοῦ οὐρανοῦ ὑψω­θεῖ­σα, ἕως ᾅδου κατα­βι­βα­σθή­ση». Ἐσύ Καπερναούμ πού ἀξιώθηκες νά φθάσῃς μέ­χρι τά ὕψη του οὐρανοῦ, θά κατέβῃς ντρο­πι­ασμένη μέ­χρι τόν Ἅδη. Διότι, συνεχίζει ὁ Κύριος, ἐάν οἱ Σοδομίτες ἔ­βλε­παν τόσα θαύματα, ὅσα εἶδε ἡ Κα­περ­ναούμ, θά μετα­νο­οῦ­σαν καί δέν θά κα­ταστρέ­φο­ν­ταν. Γι’ αὐτό καί προ­λέγει ὅτι οἱ Σοδομίται θά ὑπο­φέ­ρουν λιγότερο στήν κόλασι ἀπ’ ὅτι οἱ κά­τοι­κοι τῆς Κα­περ­ναούμ. Ἀλλά ἡ Καπερ­να­ούμ, ἐπλήρωσε τήν περι­φρό­νησι πού ἔδειξε στόν Κύριο καί ἄμεσα. Μετά ἀπό λίγα χρόνια κα­τα­στρά­φη­κε ὁλο­σχε­ρῶς, ἐξα­φα­νίσθηκε ἀπό τόν χάρτη.

Αὐ­τή ἡ κα­τά­ληξις τῆς πό­λε­ως πρέπει νά προ­βλη­μα­τί­σῃ καί ὅλους ἐμᾶς, πού χρόνια πολλά ἀξι­ωνό­μα­στε νά δεχόμαστε τόσες εὐερ­γε­σίες ἀπό τόν Θε­ό. Τόσα ἀ­κοῦ­με, τόσα βλέπουμε, τόσα αἰ­σθα­νό­μα­στε. Καί τί κά­νου­με; Ἀνταποκρι­νό­μα­στε στίς εὐλογίες τοῦ Θεοῦ;  

3. ΦΩΣ ΜΕΓΑ

Ὁ Κύριος μόλις ἀρχίζει τήν δημοσία δράσι του ἀνα­τέλ­λει ὡς πνευματικός ἤλιος στό πυκνό σκοτάδι τῆς ἀνθρωπότητος. «Ὁ λα­ὸς ὁ καθήμενος ἐν σκότει εἶδε φῶς μέγα καὶ τοῖς καθημένοις ἐν χώρᾳ καὶ σκιᾷ θα­νά­του φῶς ἀνέ­τειλεν αὐτοῖς». Διότι ἐπί αἰῶνες οἱ ἄν­θρω­ποι εἶχαν βυθισθεῖ μέσα στό πνευματικό σκοτάδι, τό σκο­τάδι τῆς πλάνης, τῆς ἀ­γνω­σίας καί τῆς ἀσέβειας. Οὔτε κἄν ἤλ­πι­ζαν νά ἀ­παλ­λαγοῦν ἀπό αὐ­τό. Μέσα στήν ἀτελείωτη νύχτα ἔχασαν καί τό φῶς τους, καί δέν ἤξεραν ποῦ νά βαδίσουν. Τώρα ὅμως ἀνέτειλε στήν ζω­ή τους φῶς μέγα, τό φῶς τό ἀλη­θι­νόν, ὁ Κύριος Ἰ­η­σοῦς Χριστός. Ἔλαμψε καί ἀκτινοβόλησε μέ­σα στό σκο­­­τάδι τῆς ἀγνωσίας. Καί διέλυσε τήν σκι­ά τοῦ θα­νά­του, τό σκοτάδι τῆς ἁμαρτίας.

Αὐτό ὅμως πού ἰδιαιτέρως θά πρέπει νά προ­σέ­ξου­με ἐδῶ εἶναι ὅτι ὁ λαός αὐτός δέν βρῆκε τό φῶς ἐπειδή τό ζή­τη­σε, ἀλλά ἐπειδή ὁ Θεός ἐφανέρωσε τό φῶς του. Δέν ζήτησαν πρῶτα οἱ ἄνθρωποι τό φῶς, οὔτε ἔ­τρε­ξαν πρός αὐτό, ἀλλά τό φῶς ἐπεφάνη σάν νά τούς κα­­τα­δι­ώ­κῃ. Μᾶς καταδιώκει λοιπόν τό φῶς τοῦ Χρι­στοῦ. Ἐ­μεῖς, δε­χόμαστε τό Φῶς τοῦ Χρι­στοῦ στή Ζωή μας; Ἀ­φήνουμε τό φῶς του νά ἔλθῃ στήν σκο­τει­νια­σμέ­νη καρ­διά μας, νά λάμψῃ καί νά ἀκτι­νο­βο­λήσῃ μεσα μας τό φῶς τῆς ἀ­λή­θειας καί τῆς ἐλ­πί­δος; «Τὸ φῶς ἐλή­λυ­θεν εἰς τὸν κόσμον» ἀλλά δυ­στυ­χῶς «ἠγά­πη­­σαν οἱ ἄνθρωποι μᾶλλον τὸ σκότος ἢ τὸ φῶς». Εἶναι πραγ­μα­τικό τραγικό νά μᾶς προσφέρῃ ὁ Χριστός τό φῶς του καί μεῖς νά προτιμοῦμε νά ζοῦμε μέσα στό σκοτάδι μιᾶς ἀπέραντης νύκτας. Ἄς τρέξουμε λοιπόν πρός τό φῶς τό ἀληθινόν, τόν Φωτοδότη Κύριό μας, κι ἄς τόν πα­ρακαλοῦμε διαρκῶς νά μᾶς στέλνῃ τό φῶς τοῦ προ­σώ­που του, νά μᾶς φωτίζῃ καί νά μᾶς ἁγιάζῃ.

  

Σάββατο 3 Ιανουαρίου 2026

Ο ΜΕΓΑΣ ΑΓΙΑΣΜΟΣ ΤΩΝ ΘΕΟΦΑΝΕΙΩΝ

ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΕΓΑΛΟ ΑΓΙΑΣΜΟ
baptish

Ο


 Μεγάλος Ἁγιασμός τελεῖται κάθε χρόνο τήν 5η καί 6η Ἰανουαρίου. Πολλοί εἶναι αὐτοί οἱ ὁποῖοι ρωτοῦν ἄν ὁ Ἁγιασμός αὐτός πίνεται, χρησιμοποιεῖται γιά ραντισμό, φυλάσσεται στά σπίτια καί ἄν ἀντικαθιστᾶ τή θεία Κοινωνία. Τό κείμενο πού ἀκολουθεῖ, μεταγλωττισμένο στή νεοελληνική, ἀποτελεῖ «εἰδική γνωμοδότηση περί τοῦ θέματος τοῦ Μεγάλου Ἁγιασμοῦ, δηλ. πῶς λαμβάνεται αὐτός παρά τῶν χριστιανῶν, ἐάν φυλάσσεται καί ἐάν ἀπ' αὐτόν μεταλαμβάνουν» οἱ πιστοί, συνταχθέν ὑπό τοῦ μακαριστοῦ Μητροπολίτου Πατρῶν κυροῦ Νικοδήμου. Ἀρχικῶς αὐτή δημοσιεύθηκε στά ΔΙΠΤΥΧΑ τοῦ ἔτους 1999 (σσ. οη΄-π΄), πρός ἐνημέρωση τῶν εὐλαβέστατων Ἐφημερίων καί πληροφόρηση τῶν πιστῶν.


1. Ὑπάρχει διαφορά ἀνάμεσα στό Μεγάλο Ἁγιασμό πού τελεῖται τήν παραμονή τῶν Θεοφανείων καί ἐκεῖνον τῆς κύριας ἡμέρας τῆς ἑορτῆς;
Ὁ Μεγάλος Ἁγιασμός πού τελεῖται τήν παραμονή τῶν Θεοφανείων καί ἀνήμερα τῆς ἑορτῆς εἶναι ἀκριβῶς ὁ ἴδιος. Ἐσφαλμένα κάποιοι θεωροῦν ὅτι δῆθεν τελεῖται τήν παραμονή ὁ «μικρός Ἁγιασμός» καί τήν ἑπόμενη ὁ «Μέγας». Καί στίς δύο περιπτώσεις τελεῖται ὁ Μεγάλος Ἁγιασμός. Μικρός Ἁγιασμός τελεῖται τήν πρώτη μέρα κάθε μήνα, καθώς καί ἐκτάκτως ὅταν τό ζητοῦν οἱ χριστιανοί σέ διάφορες περιστάσεις (ἐγκαίνια οἰκιῶν, καταστημάτων καί ἱδρυμάτων, σέ θεμελίωση κτισμάτων κ.λπ.). Ὁ Μεγάλος Ἁγιασμός τελεῖται μόνο δύο φορές τό χρόνο (τήν 5η καί 6η Ἰανουαρίου) στό Ναό.

2. Ποῦ φυλάσσεται ὁ Μέγας Ἁγιασμός καί γιά ποιό λόγο;
Ὁ Μεγάλος Ἁγιασμός φυλάσσεται ὅλο τό χρόνο στό Ναό. Φυλάσσεται ὄχι ἄνευ λόγου. Καί ὁ λόγος δέν εἶναι ἄλλος, παρά γιά νά «μεταλαμβάνεται» ἀπό τούς πιστούς ὑπό ὁρισμένες συνθῆκες καί προϋποθέσεις. Συνηθισμένη εἶναι η περίπτωση πού ἀφορᾶ στούς διατελοῦντες ὑπό ἐπιτίμιο τοῦ Πνευματικοῦ, πού ἐμποδίζει τή συμμετοχή τους στη θεία Κοινωνία, γιά ὁρισμένο καιρό, καί εἴθισται νά δίδεται σέ αὐτούς, γιά εὐλογία καί παρηγοριά τους, Μέγας Ἁγιασμός. Κανένα κώλυμα δέν ὑφίσταται πρός τοῦτο, ἐφ' ὅσον μάλιστα βρίσκονται «ἐν μετανοίᾳ καί ἐξομολογήσει». Ἀπαραίτητα ὅμως πρέπει νά συνειδητοποιοῦν ὅτι ὁ Μέγας Ἁγιασμός δέν ὑποκαθιστᾶ οὔτε ἀντικαθιστᾶ τή θεία Κοινωνία τοῦ Σώματος καί τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ, γιά τήν ὁποία ὀφείλουν μέ τή μετάνοια νά προετοιμάζονται, γιά νά ἀπαλλαγοῦν ἀπό τά κωλύματα τῆς ἁμαρτίας, ὥστε νά ἀξιωθοῦν νά κοινωνήσουν τό ταχύτερο.

3. Μπορεῖ ὁ Μέγας Ἁγιασμός νά φυλάσσεται στό σπίτι καί νά πίνουν ἀπ' αὐτόν σέ καιρό ἀσθένειας ἤ γιά ἀποτροπή βασκανίας καί κάθε σατανικῆς ἐνέργειας;
Ἡ ἀπάντηση εἶναι θετική. Παρέχεται ἀπ' αὐτό τοῦτο τό ἱερό κείμενο τῆς Ἀκολουθίας τοῦ Μεγάλου Ἁγιασμοῦ, πού προβλέπει «ἵνα πάντες οἱ ἀρυόμενοι καί μεταλαμβάνοντες ἔχοιεν αὐτό (τό ἡγιασμένον ὕδωρ...) πρός ἰατρείαν παθῶν, πρός ἁγιασμόν οἴκων, πρός πᾶσαν ὠφέλειαν ἐπιτήδειον», καί δή καί «δαίμοσιν ὀλέθριον, ταῖς ἐναντίαις δυνάμεσιν ἀπρόσιτον» (πρβλ. καί τή συναφή εὐχή σέ βασκανία· «φυγάδευσαν καί ἀπέλασαν πᾶσαν διαβολικήν ἐνέργειαν, πᾶσαν σατανικήν ἔφοδον καί πᾶσαν ἐπιβουλήν... καί ὀφθαλμῶν βασκανίαν τῶν κακοποιῶν ἀνθρώπων»). Ἀναντίρρητα χειραγωγεῖται μέ τόν τρόπο αὐτό ὁ πιστός νά ἀποφεύγει ἄλλες διεξόδους («ξόρκια», μαγεῖες καί ἄλλες μεθοδεῖες τοῦ πονηροῦ), καί νά καταφεύγει στά ἔγκυρα «ἁγιάσματα» τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως εἶναι ὁ Μέγας Ἁγιασμός, ἀλλά καί ὁ «μικρός» λεγόμενος Ἁγιασμός, ὡς συνειδητό μέλος τῆς Ἐκκλησίας, τῆς ταμειούχου τῆς θείας χάριτος, καί μέτοχος τῶν ἁγιαστικῶν της μέσων. Προϋποτίθεται βέβαια ὅτι στίς οἰκίες ὅπου φυλάσσεται ὁ Μέγας Ἁγιασμός, καί τό καντήλι θά ἀνάβει καί θά καίει ἐπιμελῶς, καί ἡ εὐλάβεια θά ὑπάρχει στά μέλη τῆς οἰκογενείας, τούς συζύγους καί τά παιδιά, καί θά ἀποφεύγεται κάθε αἰτία πού ἀποδιώχνει τή θεία χάρη (ὅπως βλασφημίες ἤ ἄλλες ἀσχημοσύνες).

4. Ποιά ἡ σχέση νηστείας καί Μεγάλου Ἁγιασμοῦ;
Ἡ ἱστορική ἀρχή τοῦ Μεγάλου Ἁγιασμοῦ εἶναι ἡ ἑξῆς: Στήν ἀρχαία Ἐκκλησία τήν παραμονή τῶν Θεοφανείων -ὅπως τήν παραμονή τοῦ Πάσχα καί τῆς Πεντηκοστῆς- γινόταν ἡ βάπτιση τῶν Κατηχουμένων, δηλ. τῶν νέων χριστιανῶν. Τά μεσάνυχτα τελοῦνταν ὁ ἁγιασμός τοῦ ὕδατος γιά τήν τελετή τοῦ Βαπτίσματος· τότε εἰσήχθη ἡ συνήθεια -ὅπως μᾶς πληροφορεῖ ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος- οἱ χριστιανοί νά παίρνουν ἀπό τό ἁγιασμένο νερό καί νά πίνουν ἤ νά τό μεταφέρουν στά σπίτια τους γιά εὐλογία καί νά τό διατηροῦν ὁλόκληρο τό χρόνο· «Διά τοῦτο καί ἐν μεσονυκτίῳ κατά τήν ἑορτήν ταύτην ἅπαντες ὑδρευσάμενοι, οἴκαδε τά νάματα ἀποτίθενται, καί εἰς ἐνιαυτόν ὁλόκληρον φυλάττουσιν» (Λόγος εἰς τό ἅγιον βάπτισμα τοῦ Σωτῆρος· ΡG 49, 366).
Ἀργότερα ὅμως, σέ καιρούς λειτουργικῆς παρακμῆς, ἡ ἀκολουθία τοῦ Ἁγιασμοῦ ἀπομονώθηκε ἀπό αὐτή τοῦ Βαπτίσματος, παρόλο πού διατήρησε πολλά στοιχεῖα του. Παρέμεινε ἡ συνήθεια ὥστε οἱ πιστοί νά παίρνουν ἀπό τό ἁγιασμένο νερό «πρός ἁγιασμόν οἴκων», ὅπως ἀναφέρει ἡ καθαγιαστική εὐχή τοῦ Μεγάλου Ἁγιασμοῦ.



Νωρίς ἐπίσης ἐπικράτησε ἡ συνήθεια τῆς νηστείας πρίν ἀπό τήν ἑορτή τῶν Θεοφανείων, γιά δύο λόγους: 
Πρῶτο, οἱ δύο μεγάλες ἑορτές τῶν Χριστουγέννων καί τῶν Θεοφανείων στήν ἀρχαία Ἐκκλησία ἦταν ἑνωμένες σέ μία, αὐτή τῶν Θεοφανείων ἤ Ἐπιφανείων, πού τελοῦταν τήν 6η Ἰανουαρίου (συνήθεια πού διατηρεῖται στήν Ἀρμενική Ἐκκλησία μέχρι σήμερα)· ὅμως ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος (4ος αἰ.) χώρισε τίς δύο γιορτές καί ὅρισε ἡ μέν Γέννηση τοῦ Χριστοῦ νά γιορτάζεται τήν 25η Δεκεμβρίου, ἡ δέ Βάπτιση καί φανέρωση τῆς ἁγίας Τριάδας τήν 6η Ἰανουαρίου. Πρίν ἀπό κάθε Δεσποτική ἑορτή προηγοῦνταν νηστεία γιά τήν ψυχική καί σωματική κάθαρση τῶν πιστῶν. Ἄς θυμηθοῦμε πώς ἡ νηστεία ἔχει μέσα της τό στοιχεῖο τοῦ πένθους γιά τίς ἁμαρτίες. Ἔτσι ὅταν χώρισαν οἱ δύο ἑορτές, ἡ νηστεία πού προηγοῦνταν ἀκολούθησε τήν ἑορτή τῶν Χριστουγέννων· γι' αὐτό ἡ Ἐκκλησία ὅρισε νά νηστεύουμε μόνο τήν παραμονή τῶν Θεοφανείων σάν προετοιμασία γιά τήν ἑορτή, καί ὄχι περισσότερες ἡμέρες, γιατί βρισκόμαστε σέ ἑορταστική περίοδο, τό ἅγιο Δωδεκαήμερο.
Καί δεύτερο· ἀρχαία συνήθεια ἦταν ἐπίσης αὐτοί πού θά βαπτίζονταν νά νηστεύουν καί μαζί μέ αὐτούς οἱ Ἀνάδοχοι, οἱ συγγενεῖς, ἀλλά καί ἄλλοι χριστιανοί οἱ ὁποῖοι τηροῦσαν ἐθελοντικά νηστεία «ὑπέρ τῶν βαπτιζομένων». Δέν ἦταν λοιπόν δύσκολο στή συνείδηση τῶν χριστιανῶν νά συνδεθοῦν ἡ πόση τοῦ ἁγιασμοῦ καί ἡ νηστεία, χωρίς νά ὑπάρχει αἰτιώδης σχέση μεταξύ αὐτῶν. 
Ἔτσι λοιπόν, μεταφέροντας τό ζήτημα στή σημερινή ἐποχή μποροῦμε νά ποῦμε ὅτι οἱ τακτικῶς μεταλαμβάνοντες τῶν ἁγίων Μυστηρίων καί τηροῦντες τίς νηστεῖες τῆς Ἐκκλησίας μας, ὅπως καί τῆς 5ης Ἰανουαρίου, εἶναι ἤδη ἕτοιμοι ὥστε νά πιοῦν ἀπό τό Μεγάλο Ἁγιασμό τῆς 5ης καί 6ης Ἰανουαρίου. Σέ ἄλλη περίπτωση, ἐνδείκνυται νά τελοῦν σχετική νηστεία, ὅπως ὁρίζει σ' αὐτούς ὁ Πνευματικός τους.



Τέλος ὅσοι ἐκτάκτως πίνουν ἀπό τό Μεγάλο Ἁγιασμό πού φυλάσσουν στό σπίτι τους, σέ ὧρες ἀσθενειῶν καί κινδύνων κ.λπ., μετά ἤ ἄνευ νηστείας, ἄς μήν ὑστεροῦν στήν πνευματική νηστεία ἀπέχοντες «ἀπό παντός μολυσμοῦ σαρκός τε καί πνεύματος, ἐπιτελοῦντες ἁγιωσύνην ἐν φόβῳ Θεοῦ» (Β΄ Κορ. 7,1).

Δευτέρα 29 Δεκεμβρίου 2025

Ο Μέγας Βασίλειος και ο αι-Βασίλης


Ο Μέγας Βασίλειος και ο αι-Βασίλης 


Αποτέλεσμα εικόνας για μ βασιλειος« Εις πάσαν την γήν εξήλθεν ο φθόγγος σου, ως δεξαμένην τον λόγον σου,
δι’ ου θεοπρεπώς εδογμάτισας, τήν φύσιν των όντων ετράνωσας,
τά των ανθρώπων ήθη κατεκόσμησας, Βασίλειον ιεράτευμα,
πάτερ όσιε, πρέσβευε Χριστώ τω Θεώ, σωθήναι τα ψυχάς ημών» .

1. Η προσωπικότητα του Μ. Βασιλείου
Ένας μεγάλος Πατέρας της Εκκλησίας, υπήρξε ο Μ. Βασίλειος, αγαπητοί Χριστιανοί, αλλά και ένας οικουμενικός διδάσκαλος. Γι’ αυτό σε τρία σημεία της προσωπικότητας του, θα σταθούμε σήμερα μέρα της γιορτής του μέσα από το απολυτίκιο του.
« Δι’ ου θεοπρεπώς εδογμάτισας»
Ο Μ. Βασίλειος έζησε ως επίσκοπος σε μια πολύ δύσκολη περίοδο της Εκκλησιαστικής ιστορίας. Είναι η περίοδος μεταξύ της Α´ Οικουμενικής Συνόδου, που έγινε στην Νίκαια της Βιθυνίας το 325 μ.Χ., και της Β´ Οικουμενικής Συνόδου, που έγινε το 381 μ.Χ. Και ο Μ. Βασίλειος αντιμετώπισε όλα τα θεολογικά ζητήματα της εποχής εκείνης με σοφία, διάκριση, σύνεση και ενώ εκοιμήθη σε ηλικία 49 ετών δύο χρόνια –το 379– πριν συνέλθει η Β´ Οικουμενική Σύνοδος, εν τούτοις είχε προετοιμάσει όλο το θεολογικό έδαφος πάνω στο οποίο στηρίχθηκε η Σύνοδος αυτή.
Δογμάτισε για τον Τριαδικό Θεό και για την αντιμετώπιση των αιρέσεων που εμφανίσθηκαν και οι οποίες με τον τρόπο τους καταργούσαν τη Θεότητα του Χριστού και του Αγίου Πνεύματος.
 « Την φύσιν των όντων ετράνωσας» .
Σπούδασε στην Αθήνα την αρχαία ελληνική φιλοσοφία, αλλά και όλες τις επιστήμες της εποχής του. Κατά την μαρτυρία του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, που ήταν προσωπικός του φίλος και συμμαθητής του στην Αθήνα, έμαθε εννέα επιστήμες. Αν διαβάσει κανείς την « εξαήμερό» του, δηλαδή την ερμηνεία που κάνει στην δημιουργία του κόσμου σε έξι ημέρες, θα διαπιστώσει ότι μέσα στο βιβλίο αυτό κατόρθωσε να συγκεντρώσει όλες τις επιστημονικές γνώσεις της εποχής του για τον κόσμο και την δημιουργία του.
« Τα των ανθρώπων ήθη κατεκόσμησας»
Όμως ο Μ. Βασίλειος δεν ήταν ένας θεωρητικός Θεολόγος και επιστήμονας, αλλά και μεγάλος μεταρρυθμιστής. Ενδιαφερόταν για τους δούλους, τους πτωχούς, για την ελάφρυνση της φορολογίας του λαού, για τις αδικίες που υφίσταντο διάφοροι άνθρωποι, διοργάνωσε την φιλανθρωπία. Είναι ο θεμελιωτής των φιλανθρωπικών ιδρυμάτων. Μέχρι τότε το Κράτος δεν είχε αναπτύξει την κοινωνική πρόνοια. Ο Μ. Βασίλειος εμφορούμενος από τις Χριστιανικές του αρχές ανέπτυξε σε μεγάλο βαθμό την φιλανθρωπία. Είναι γνωστή στην ιστορία η « Βασιλειάδα» του.
Πρόκειται για μια καινούρια πόλη. Μέσα στην « Βασιλειάδα» υπήρχε μεγαλοπρεπής καθεδρικός Ναός, οικήματα γύρω από το Ναό, ξενώνας για την φιλοξενία των ξένων και των περαστικών από την πόλη, νοσοκομείο για την θεραπεία των ασθενών με το αναγκαίο προσωπικό από ιατρούς, νοσοκόμους, οδηγούς, υποζύγια, οίκους για στέγαση των απαραιτήτων εργαστηρίων και τεχνητών. Υπάρχει πληροφορία που διασώζεται από τον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο ότι τους λεπρούς, οι οποίοι την εποχή εκείνη ήταν απόβλητοι από την κοινωνία, τους φρόντιζε ο ίδιος.
Το σπουδαιότερο είναι ότι ο Μ. Βασίλειος έκανε όλο αυτό το έργο της φιλανθρωπίας, δείχνοντας το προσωπικό του παράδειγμα, αφού καίτοι ήταν εύπορος έδωσε όλη την περιουσία του σε όσους είχαν ανάγκη και μάλιστα όταν πέθανε είχε ως μόνα περιουσιακά στοιχεία ένα τρίχινο ράσο και λίγα βιβλία. Αλλά η αγάπη του ήταν τέτοια, ώστε στην κηδεία του, από τον συνωστισμό του κόσμου, πέθαναν και άνθρωποι.
Η κοινωνική προσφορά του Μ. Βασιλείου σε συνδυασμό με την αγάπη του, την εξυπνάδα του και τις θαυματουργικές του επεμβάσεις φαίνεται και στο περιστατικό σύμφωνα με το οποίο υπάρχει η παράδοση της Βασιλόπιττας. Σύμφωνα με αυτήν « όταν ο άγιος Βασίλειος ήταν Επίσκοπος στην Καισάρεια, ο τότε Έπαρχος της Καππαδοκίας πήγε με σκληρές διαθέσεις να εισπράξει φόρους. Οι κάτοικοι φοβισμένοι εζήτησαν την προστασία του ποιμενάρχη τους. –"Σάς προτρέπω ευθύς, τους είπε εκείνος, να μου φέρει έκαστος ό,τι πολύτιμο έχει . Μάζεψαν πολλά δώρα, και βγήκαν μαζί με τον Δεσπότη τους οι Καισαρείς να προϋπαντήσουν τον Έπαρχο. Ήταν όμως τέτοια η εμφάνιση και η πειθώ του Μ. Βασιλείου, που ο Έπαρχος καταπραΰνθηκε, χωρίς να θελήσει να πάρει τα δώρα. Γύρισαν πίσω χαρούμενοι, κι ο άγιος Βασίλειος πήρε να τους ξαναδώσει τα τιμαλφή. Ο χωρισμός όμως ήτο δυσχερής, διότι πολλά όμοια είχαν προσφέρει, δακτυλίδια δηλαδή, νομίσματα κλπ. Ο Βασίλειος τότε σκέφθηκε ένα θαυματουργό τρόπο: Διέταξε να κατασκευασθούν την εσπέρα του Σαββάτου πλακούντια (δηλ. μικρές πίτες) και εντός ενός εκάστου έβαλε ανά ένα αντικείμενο, την δε επομένη έδωσε ανά ένα σε ένα έκαστο Χριστιανό. Οποίο όμως θαύμα! Μέσα σε κάθε πλακούντιο βρήκε έκαστος ό,τι είχε προσφέρει! Από τότε, λέγει η παράδοση, κάθε στη γιορτή του αγ. Βασιλείου κάνουμε κι εμείς πίτες και βάζουμε μέσα νομίσματα» .
Μα ο Μ. Βασίλειος υπήρξε μεγάλη προσωπικότητα που δεν εξαντλείται στα λίγα που αναφέραμε πιο πάνω.
2. Η μορφή του αι-Βασίλη
Ενώ όμως η Εκκλησία, τιμά σε μεγάλο βαθμό την μεγάλη προσωπικότητα του Μ. Βασιλείου, εν τούτοις η λαϊκή παράδοση και κυρίως η δυτική –ευρωπαϊκή και αμερικανική– νοοτροπία μετέτρεψε το Μέγα Βασίλειο σε αι-Βασίλη, με πολλές παραλλαγές.
Ο καθηγητής της Λαογραφίας Δημήτρης Λουκάτος μας γράφει ότι ο δικός μας άγιος Βασίλης « ήταν ένας καθαρά πρωτοχρονιάτικος άγιος, κάτι ανάμεσα στον πραγματικό Ιεράρχη της Καισαρείας και σ’ ένα πρόσωπο συμβολικό του Ελληνισμού, που ξεκινούσε από τα βάθη της ελληνικής Ασίας, κι έφτανε την ίδια μέρα σ’ όλα τα πλάτη, από τον Πόντο ως την Επτάνησο κι από την Ήπειρο ώς την Κύπρο. Ξεκινούσε σαν μεσαιωνικός πεζοπόρος, αμέσως ύστερ’ από τα Χριστούγεννα, με το ραβδί στο χέρι, και περνούσε απ’ τους διάφορους τόπους, καλόβολος πάντα και κουβεντιαστής με όσους συναντούσε» … « Δεν κρατούσε κοφίνι στην πλάτη του ούτε σακκί φορτωμένο με δώρα. Εκείνο που έφερνε στους ανθρώπους ήταν περισσότερο συμβολικό: η καλή τύχη ιδιαίτερα κι η ιερατική ευλογία του. Γενικά στην δική μας παράδοση ο αι-Βασίλης ήταν « μικρασιάτης, μελαχρινός, αδύνατος, γελαστός, με μαύρα γένια και καμαρωτά φρύδια. Ντυμένος σαν βυζαντινός πεζοπόρος, με σκουφί και πέδιλα, στο χέρι του κρατούσε ένα ραβδί» (Σπύρος Δημητρέλης).
Η πατρίδα του ανατολικού αι-Βασίλη είναι η Μικρά Ασία, και είναι γραμματισμένος, κατάγεται από την Καισάρεια και « βαστάει κόλλα και χαρτί, χαρτί και καλαμάρι» και προσφέρει ως δώρο « τη σταθερή και διαχρονική χαρά της γνώσης» .
Αποτέλεσμα εικόνας για αη βασιληςΣτην Δύση δημιουργήθηκε ένας άλλος τύπος αι-Βασίλη που έκοψε εντελώς κάθε σχέση με την πραγματικότητα.
Είναι ο αι-Βασίλης του Τόμας Νάστ που δείχνει το όνειρο της αμερικανικής παγκοσμιοποιημένης κοινωνίας. Της κοινωνίας που στηρίζεται στην ευημερία, την ευδαιμονία, την καλοπέραση, την αγαθοσύνη και την μακροημέρευση του ανθρώπου. Είναι η προσωποποίηση του υλισμού. Στις αρχές του αιώνα μας ο αι-Βασίλης άλλαξε κάπως μορφή, και έγινε όπως ακριβώς τον γνωρίζουμε σήμερα. Σε αυτό συνετέλεσε η Κόκα-Κόλα. « Κι αν ήταν ο σκιτσογράφος Τόμας Νάστ που τον φαντάστηκε πρώτος, περίπου όπως είναι σήμερα, η Κόκα-Κόλα αποτέλεσε την αφορμή για να γίνει η μορφή του τόσο δημοφιλής.
Η παράδοση σύμφωνα με την οποία ο αι-Βασίλης περνά μέσα από καμινάδες για να δώση δώρα στα παιδιά προέρχεται από το ποίημα του Κλέμεντ Μούρ ο οποίος « δανείστηκε την ιδέα της καμινάδας, μαζί με την ιδέα του έλκηθρου και των οκτώ ελαφιών που το σέρνουν, από ένα φινλανδικό παραμύθι» .
Επομένως ο αι-Βασίλης της Μικράς Ασίας που είναι εγγράμματος και δίδει ως δώρο την γνώση, μετατρέπεται στον Σάντα Κλάους που δίδει « την εφήμερη ηδονή της κατανάλωσης». Δεν είναι ένα πρόσωπο με τα υπαρξιακά του ερωτήματα και τις αγωνίες, με την ασκητική του διάσταση, αλλά διακρίνεται για την « προτεταμένη κοιλιά, τα ροδοκόκκινα μάγουλα» και είναι η εικόνα της « καλοπέρασης και της αισιοδοξίας» .
Αγαπητοί μου,
Η πορεία του ανθρώπου από τον Μ. Βασίλειο της Ορθοδόξου Παραδόσεως στον αι-Βασίλη αγγλοσαξωνικού τύπου δείχνει την υποβάθμιση του πολιτισμού, την πορεία από την οντολογία στον ευδαιμονισμό, τον ωφελιμισμό και την χρησιμοθηρία. Εάν η πορεία από τον Μ. Βασίλειο στον αι-Βασίλη δείχνει την επιπεδοποίηση του ανθρώπου, αλλά και την υποβάθμισή του, η αντίστροφη πορεία από τον αι-Βασίλη του καταναλωτισμού και του ευδαιμονισμού στον Μ. Βασίλειο της Εκκλησίας δείχνει την αναβάθμιση του ανθρώπου, την ανύψωσή του, την πορεία του δηλαδή από το πράγμα στην υπόσταση, από το άτομο στο πρόσωπο. Αυτό είναι το νόημα των εορτών. Αυτό ας ευχηθούμε για εαυτούς και αλλήλους τον νέο χρόνο.


Κυριακή 21 Δεκεμβρίου 2025

ΠΟΙΟ ΧΡΙΣΤΟ ΖΗΤΑΜΕ;



Το μήνυμα της Βηθλεέμ, αγαπητοί Χριστιανοί, μήνυμα που αντήχησε εδώ και δυο χιλιάδες χρόνια στον πονεμένο πλανήτη μας, το πλέον χαρμόσυνο και ελπιδοφόρο της ιστορίας, και πάλι αντηχεί  στ’ αυτιά μας. Ήρθε εκείνος, τον οποίον εναγωνίως περίμενε η ανθρωπότητα για να «σώσει τον λαόν αυτού από των αμαρτιών αυτών» (Ματθ.1:21). Και πάλι έρχεται, απαντώντας στις εναγώνιες αναζητήσεις και προσμονές μας.  Τα αποτελέσματα του έργου Του φανερά. Ο μονόδρομος, ο οποίος οδηγούσε αποκλειστικά τον άνθρωπο και ολόκληρη την πλάση στην απώλεια, έπαψε να υπάρχει για την ανθρωπότητα, αφού Αυτός εγκαινίασε νέα οδό, η οποία οδηγεί στην σωτηρία. Κατευθύνει τον άνθρωπο στον Θεό, που είναι και το φυσικό πέρας επίγειας της πορείας του. Μόνο που ο άνθρωπος εθελοτυφλώντας ακόμη και ακόμη, δεν πορεύεται αυτήν την οδό της σωτηρίας. Ακολουθεί άλλα μονοπάτια που το τέλος τους είναι η απώλεια.
«Ο Χριστός γεννιέται , δοξάστε Τον . Ο Χριστός έρχεται από τους ουρανούς, προϋπαντήστε Τον . Ο Χριστός στη γη , υψωθείτε .Τραγουδήστε όλη η γη τον Κύριο και μέσα σε άκρα ευφροσύνη , ανυμνήστε Τον  λαοί , γιατί δοξάστηκε »
Αυτό είναι το χαρμόσυνο και ελπιδοφόρο άγγελμα που και πάλι ακούμε και για μια ακόμη φορά καλούμαστε να πανηγυρίσουμε, αδελφοί μου. Είναι η Γέννηση του Χριστού. Είναι η είσοδος του Θεού Λόγου στην ανθρώπινη ιστορία που άλλαξε τη ροή της σταθερά καθοδικής πορείας της. Είναι η θεία ενανθρώπησή που έγινε η ευλογημένη αρχή της μεγαλύτερης επανάστασης όλων των εποχών. Είναι η ανατολή του νοητού ηλίου της Δικαιοσύνης στη γη που διέλυσε τα πυκνά σκοτάδια του προχριστιανικού παρελθόντος και αποδυνάμωσε τις δυνάμεις του σκότους. Τα ανθρώπινα γεγονότα και η ιστορία έχουν πια κατευθυντήρια φορά και στόχο το μοναδικό πρόσωπο του Θεανθρώπου. Μπορεί, βεβαία, η πορεία της αλλαγής του κόσμου να είναι αργή και οι δυνάμεις του κόσμου να αντιστέκονται, μπορεί εμείς να ψάχνουμε για σωτήρες που είναι ύποπτοι και αμφίβολοι, όμως η έκβαση είναι προδιαγεγραμμένη, Ο κόσμος τελικά θα χριστοποιηθεί
  Το προσκλητήριο λοιπόν της Εκκλησίας μας, έντονο.
«Ευφραίνεσθε σεις ,οι δίκαιοι ,οι ουρανοί αγαλλιάσθε , σκιρτήσατε τα όρη τώρα που εγεννήθη ο Χριστός . Παρθένος  κάθεται  ένδοξος μητέρα του Θείου Λυτρωτού μιμούμενη τα Χερουβείμ που αποτελούν τον ουράνιο θρόνο του παμβασιλέως Χριστού , και βαστάζει εις τας αγκάλας της τον Θεόν-Λόγον που εσαρκώθη και έγινε άνθρωπος . Ποιμένες τον τεχθέντα Χριστόν δοξάζουν. Μάγοι στο Δεσπότη προσφέρουν δώρα . Άγγελοι ανυμνούν και λέγουν . Ακατάληπτε Κύριε  Δόξα Σοι». ( Ιδιόμελο των αίνων  25 ης  Δεκεμβρίου )
Αγαπητοί Χριστιανοί.
Καθώς τα πάντα περιστρέφονται στο ρυθμό μιας «ελεύθερης» και «παγκοσμιοποιημένης» αγοράς· καθώς το εφήμερο κέρδους, το ψεύδος και η απάτη, δεν πρόκειται ούτε και τώρα να δώσουν ένα απειροελάχιστο τόπο, ένα κατάλυμα για το Χριστό, χωρίς περίσκεψη και πάλι στεκόμαστε μπροστά στο παρθένο μήνυμα της
 Βηθλεέμ, που χαρμόσυνα αγγέλλουν οι καμπάνες και στρωνόμαστε στα γλέντια, υποδεχόμενοι τον «τεχθέντα» Εμμανουήλ, το Χριστό…
          Ποιο Χριστό όμως περιμένουμε όλοι εμείς;
          Το γυμνό και το ξυπόλυτο, το ξεσπιτωμένο και τον πονεμένο, ή τον παπουτσωμένο, τον καλοταϊσμένο, και τον ακριβοντυμένο που γίνεται ομοτράπεζος των ισχυρών και των αδίκων; Μα αυτός δεν είναι Χριστός. Είναι ψευδόχριστος. Είναι κακέκτυπο και απομίμηση Χριστού. Είναι άρνηση του Θεανθρώπου λυτρωτού.
          Αλλά ποιο Χριστό περιμένουμε;
          Εκείνον που είναι κοντά στον άρρωστο, στον αδικημένο, στον κλαμένο, στον καταφρονεμένο, ή εκείνον που αγέρωχα αντιπαρέρχεται «τον εμπεσόντα εις τους ληστάς» και τον κλεισμένο στα χρυσοποίκιλτα κλουβιά του αγνοώντας τον πόνο και την ανάγκη; Ψεύτικος Χριστός κι αυτός. Απομίμηση Χριστού που καμιά σχέση δεν έχει με το Θεό της αγάπης.
          Μήπως όμως περιμένουμε το Χριστό που ξεκληρίζει λαούς, θανατώνει παιδιά, διαλύει οικογένειες, καταστρέφει ψυχές, απανθρακώνει πολιτισμούς; Μη γένοιτο! Ο Χριστός δεν κρατά πυραύλους στα χέρια του! Δεν βομβαρδίζει στο όνομα της ειρήνης και της αγάπης. Δεν σπέρνει θάνατο παρά ζωή. Τέτοια μόνο παράφρονες μπορούν να τα κάνουν.
          Και ερωτάμε και πάλι. Ποιο Χριστό περιμένουμε;
          Το Χριστό του πανσεξουαλισμού που παραμέρισε την αγάπη και έδωσε οδύνη και πίκρα;
          Το Χριστό της δόξας, που αναπαύεται στις πρόσκαιρες και ξεραμένες δάφνες;
          Το Χριστό του πλούτου που πατά πάνω σε πτώματα και συνέχεια γκρεμίζει τις αποθήκες του «ίνα μείζονας οικοδομήσει;»
Το Χριστό της πολιτικής που διαψεύδει ιδεολογίες και εμπορεύεται οπαδούς;
Όχι Δεν είναι αυτός ο Χριστός. Τέτοιος Χριστός είναι κίβδηλος και επικίνδυνος.
Ποιος είναι λοιπόν ο αληθινός Χριστός; Ας ακούσουμε τι μας γράφει ο Αρχιμανδρίτης και δημοσιογράφος π. Κωνσταντίνος Παπανικολάου:
«Είναι αυτός που φωτίζει τα υπόγεια, όπου συνωθούνται «οικο­νομικοί
μετανάστες» και απόμαχοι της ζωής.
Κρατάει από το χέρι τα παιδιά των φαναριών, πού χωρίς Αυτόν η σκληρότητά μας θα τα είχε ε­ξοντώσει.
Παρηγορεί την αγράμματη και βασανισμένη μά­να, πού της έφεραν και τ' άλλο παιδί της πεθα­μένο με μια σύριγγα καρφωμένη στο χέρι κι ένα απολυτήριο από σωφρονιστήριο στην τσέπη.
Τρέφει τον άνεργο που δεν βρήκε τρύπα στο σύστημα για να γλείψει και να αναρριχηθεί σε μια «καρέκλα».
Δίνει έμπνευση στον νέο πού διώκεται επειδή ενόχλησε τον δυνατό με εξουσία και δεν τον αφή­νει να απαντήσει, όπως θα ταίριαζε στην ηλικία του, για να μην πέσει στην παγίδα και βρεθεί... σε βαθύτερο και μονιμότερο μπουντρούμι.
Δεν Τον βλέπουν γιατί Τον ψάχνουν στα φώτα πού τυφλώνουν, στον πλούτο πού μεθάει, στα τηλεοπτικά παράθυρα πού αποπροσανατολίζουν.
Για να Τον δούμε, πρέπει να σταματήσουμε λίγο τον φρενήρη δρόμο μας για χρήματα και «ε­πιτυχία».
Πρέπει να ξεζαλιστούν τα μάτια μας και να κα­θαρίσουν τ' αυτιά μας από τις ιαχές των συνθη­μάτων .
Πρέπει να Του μιλήσουμε, αλλά δεν μιλάμε -κύριοι εμείς- σε Αλβανούς, πρεζόνια και Ρω­σίδες χορεύτριες... Εμείς σε τέτοιους ούτε μιλά­με ούτε καθόμαστε να τους ακούσουμε.
Πρέπει να Τον ακούσουμε. αλλά ή γλώσσα Του είναι ζωντανή και όχι ξύλινη, όπως αυτή πού μά­θαμε.
Δεν μιλάει σαν δημαγωγός. Δεν είναι ρήτορας του μπαλκονιού. Δεν έχει «κυριλέ» λόγο.
Γι' αυτό δεν Τον συναντάμε εύκολα.
Ή Εκκλησία, όμως. μας έχει δείξει τον δρόμο από την ίδρυση της.
Είναι απίθανο να Τον ξεχωρίσουμε αν δεν εί­μαστε συνειδητά «ως αποθνήσκοντες και ιδού ζώμεν, (...) ως λυπούμενοι αεί δε χαίροντες» (Β' Κορ. στ, 9-10).
«Όπου» δεν υπάρχει θλίψη, δεν υπάρχει σω­τηρία», λέει ο άγιος Σεραφείμ του Σαρώφ.
Άλλα ή θλίψη είναι πολλή γύρω μας, το μαρ­τύριο των ανθρώπων μέγα και καθημερινό. Γιατί λοιπόν δεν έρχεται ή σωτηρία; Ή σωτηρία έρχεται όταν το μαρτύριο καθενός μας συνδέεται με τη μαρτυρία της αγάπης μας προς Εκείνον, πού εν­σαρκώθηκε για μας «μορφήν δούλου λαβών». Και όταν ή αγάπη προς Εκείνον μαρτυρηθεί από την αγάπη προς τον συνάνθρωπο.
Άλλωστε, «είτε πάσχει εν μέλος, συμπάσχει πάντα τα μέλη» (Α' Κορ. ιβ', 26).
Αν δεν το αισθανόμαστε αυτό. τότε δεν ανή­κουμε στην Εκκλησία και έξω από αυτήν που να Τον συναντήσουμε;».
Αυτό το Χριστό λοιπόν ζητούν οι ψυχές όλων των απλών ανθρώπων. Τον αμετάβλητο και απαραχάρακτο Χριστό. Είναι Αυτός, που δεν έχει καμία σχέση με την πονηριά και την αδικία, αλλά προβάλλει συνεχώς τη λαχτάρα της αγάπης και της ελπίδας. Δεν σκοτώνει, δεν βομβαρδίζει, δεν πληγώνει κα­νέναν. Μόνον θεραπεύει και ανασταίνει και ελεεί.
Ας γίνει τα φετινά Χριστούγεννα να βρούμε αληθινά το Χριστό μέ­σα στην καρδιά μας, πού ή αμαρτία του κόσμου την έχει με­ταβάλει σε «τάφο κεκονιαμένο», και να ψάλλουμε, μαζί με όλους, ολόψυχα:
« Η Γέννησις σου Χριστέ ο Θεός ημών, ανέτειλε τω κόσμω το φως το της γνώσεως…».
Αυτός είναι ο αληθινός Χριστός, πού όλοι γυρεύουμε.