Παρασκευή 23 Ιανουαρίου 2026

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΕ΄ ΛΟΥΚΑ / ΖΑΚΧΑΙΟΥ

 

Κυριακή ΙΕ’ Λουκά: Λόγος εις τον Ζακχαίον (Αγ. Αμφιλόχιος, Επίσκοπος Ικονίου)

Λόγος του Αγίου Αμφιλοχίου, Επισκόπου Ικονίου, εις τον Ζακχαίον
Τίποτα δεν παρακινεί τόσον την ψυχή προς ευφροσύνην, όσον ο φόβος του Θεού και η αποχή των κακών, ο δρόμος της μετανοίας και ο τρόπος της εξομολογήσεως. Όθεν και σήμερα ο Δαυίδ εμακάριζεν αυτούς των οποίων συνεχωρήθησαν οι αμαρτίες, φανερώνοντας την φιλανθρωπία του Χριστού, και συγχρόνως προπαρασκευάζοντας τους αμαρτωλούς να προστρέξουν στην μετάνοια. «Μακάριοι», λέγει, «ων αφέθησαν αι ανομίαι, και ων επεκαλύφθησαν αι αμαρτίαι». Όποιος λοιπόν ημπορεί να αισθανθή σαν την πόρνην και τον τελώνην, ας τρέξη στις ακενώτους πηγές της σωτηρίας του Χριστού. Δεν είναι δυνατόν χωρίς μετάνοια να λάβη κανείς την λύση των κακών, ούτε να επιτύχη τον μακαρισμόν, έστω και αν είναι Προφήτης ή Απόστολος ή και Ευαγγελιστής. Πράγματι όλοι από την ιδίαν πηγή έχουν αντλήσει. Μεταξύ των Προφητών ο ίδιος ο Δαυίδ, ο οποίος και μετά την μοιχείαν παραμένει Προφήτης, με την Χάριν Εκείνου που τον συνεχώρησε. Από τους Αποστόλους ο Πέτρος και ο Παύλος, από τους οποίους ο μεν ένας έχει «τας κλεις της βασιλείας» μετά την άρνησιν, ο δε άλλος κατέστη Απόστολος των εθνών μετά την δίωξη, μετατρέποντας τον ιουδαϊκόν ζήλον σε ευαγγελικόν τρόπο. Και μέσα στα Ευαγγέλια εγνώρισα σωζόμενον τελώνην, όχι μόνο τον Ματθαίον, αλλά μαζί μ’ αυτόν και άλλους δύο. Ο ένας από αυτούς, προσευχόμενος και κτυπώντας το στήθος του όπου υπήρχε ο θησαυρός των κακών, και μη τολμώντας να σταθή στον ναό με τα χέρια και το βλέμμα υψωμένα, όχι μόνον εδικαιώθη, αλλά και εστεφανώθη, εν αντιθέσει με τον Φαρισαίον. Και ο σημερινός Ζακχαίος, αφού ανέβη στο δένδρον, όπου πολλές φορές είχε σταθεί για να κατασκοπεύη μη του διαφύγη κάποιος έμπορος και μείνει αφορολόγητος, τώρα επρόσεχε μη του διαφύγη απαρατήρητος ο έμπορος του ουρανού και της γης, ο οποίος είχε μέσα του τον άσυλον θησαυρόν της Βασιλείας των Ουρανών.
Για να μη συγχέωμεν όμως τις ιστορίες των τελωνών μεταξύ τους, ας διαπραγματευθούμε σήμερα, εάν νομίζετε, και ας εξετάσωμε λεπτομερέστερα την υπόθεση μόνον του Ζακχαίου. «Εισελθών» ο Ιησούς, λέγει, «διήρχετο την Ιεριχώ. Και ιδού ανήρ ονόματι καλούμενος Ζακχαίος, και ούτος ην αρχιτελώνης». Δεν μνημονεύει ο Ευαγγελιστής την Ιεριχώ χωρίς λόγον, αλλά επειδή πρόκειται να ειπή ότι ένας Τελώνης εφιλοξένησε στον οίκο του τον Θεόν. Ήταν απίστευτο το πράγμα. Γι αυτό αναφέρει πρώτα την πατρίδα, για να μας υπομνήση την πόρνην Ραάβ, και έτσι να μας φανή παράδοξος η μεταστροφή του Ζακχαίου. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίον ανέφερε την Ιεριχώ. Να φέρωμε στον νου μας την πόρνην Ραάβ, και να συγκρίνωμε τον τρόπο της σωτηρίας αυτών των δύο. Όπως δηλαδή η Ραάβ, η πόρνη, εδέχθη τον Ιησού του Ναυή ως κατάσκοπο και τον έκρυψε, έτσι και ο Ζακχαίος, ο τελώνης, εδέχθη και έθρεψε στον οίκο του τον αληθινόν Ιησούν, τον κατάσκοπο της διανοίας μας. Εκείνη εδέχθη τον Ιησού του Ναυή, ο οποίος εισήγαγε τον λαό στην γην της επαγγελίας. Αυτός δέχεται τον αληθινόν Ιησούν, ο οποίος ήλθε για να μας εισαγάγη στην Βασιλείαν των Ουρανών. Εκείνη εδέχθη τον παλαιόν Ιησούν, ο οποίος κατηδάφισε τα τείχη της Ιεριχούς. Αυτός εδέχθη τον αληθινόν Ιησούν, ο οποίος κατεδάφισε των Ιουδαίων τον ναόν. διότι ο ίδιος είπεν οτι «ου μη μείνη ώδε λίθος επί λίθον, ος ου καταλυθήσεται». Η πόρνη εδέχθη τον Ιησούν εκείνον, ο οποίος εισήγαγε δια μέσου του Ιορδάνου τον λαόν «εις γην ρέουσαν γάλα και μέλι». Ο τελώνης εδέχθη τον αληθινόν Ιησούν, ο οποίος εισήγαγε δια του Βαπτίσματος τους πιστούς όπου «οφθαλμός ουκ είδε και ους ουκ ήκουσε, και επί καρδίαν ανθρώπου ουκ ανέβη». Η Ραάβ εδέχθη εκείνον τον Ιησούν, ο οποίος εξήγαγε το σταφύλι από την γην της επαγγελίας. Ο Ζακχαίος υπεδέχθη τον αληθινόν Ιησούν, ο οποίος εισήγαγε τον ληστήν στον Παράδεισο. Έχει όμως και κάποιο άλλο μυστικόν νόημα η πόλις, κρυμμένο μέσα στην πηγή της. Η πηγή της Ιεριχούς ήταν κάποτε μητέρα της στειρώσεως, τροφός της ακαρπίας, επειδή το νερό της ήταν ελαττωματικόν. Ενώ είχε το ρείθρον αχανές και έρεε αθόρυβα σαν λάδι, οι προσερχόμενοι περιωρίζοντο μόνο να την βλέπουν και αναχωρούσαν διψασμένοι. Διότι δεν ήταν ακίνδυνος γι’ αυτούς η πόσις. Επρόκειτο πράγματι περί ύδατος ολεθρίου. Το κάλλος της πηγής παρακινούσε τους περαστικούς να σπεύσουν για να πιουν, όμως ο φόβος της βλάβης ανέκοπτε την προθυμία τους. Όθεν, επειδή η πηγή έρεε ματαίως, οι περίοικοι, που πολλές φορές επήγαιναν εκεί, εγόγγυζαν από την δίψα που τους προκαλούσε όχι η ανυδρία αλλά η θέα των υδάτων. Και επειδή δεν είχαν την δυνατότητα να ικανοποιήσουν το πάθος αυτό της δίψης, παρεπονούντο αγανακτισμένοι και απευθύνοντο προς αυτήν λέγοντας: «Τι ρέεις ματαίως, ω πηγή; Θα ήσουν καλλιτέρα αν δεν φαινόσουν, αν είχες κρυφθή στα όρη και στις άμμους και στις ερημίες, όπου δεν θα είχες πολλούς μάρτυρες του κακού». Και γιατί το νερό δεν ήταν πόσιμον; Επειδή ενέκρωνε τα σώματα όσων το έπιναν. Αν έπινε άνδρας, δεν εγίνετο πατέρας, ούτε γυναίκα εγίνετο μητέρα, διότι έχανε την χάρη της μητρότητος. Και όχι μόνον αυτό, αλλά και η γη που εδέχετο αυτό το νερό, ηρνείτο την συνήθη βλάστησή της, και οι εύσκιοι φοίνικες με την τόσην χάρη τους εξεδύοντο την στολή των φύλλων και, για να το ειπούμε με ένα λόγον, ο,τιδήποτε είχε την ατυχία να έλθη σε επαφή με το νερόν αυτό, ερημώνετο. Τοιαύτη ήταν η πηγή, όταν περιήρχετο παλαιά την Ιεριχώ, έως ότου ήλθεν ο Προφήτης Ελισαίος, επήρε αλάτι και το έρριψε στην πηγή, και έτσι εζωοποίησε τα ύδατα. «Τάδε λέγει Κύριος», αναφέρει η Γραφή. «ίαμαι τα ύδατα ταύτα». Αυτά λέγει εκείνος που πάντοτε, όταν ομιλή, τον λόγο του τον κάνει έργο: «Να μη προέλθη πλέον από σας άγονος και στείρα», είπε, και το νερό μετεβλήθη, και οι γαστέρες άρχισαν να ωδίνουν, και η γη να βλαστάνη, και οι άμπελοι να θάλλουν, και η ελαία να επιδεικνύη την ιδικήν της χάρη. Και έτσι οι περίοικοι συμφιλιώθησαν με την πηγή τους, και ενώ παλαιά πολεμούσαν και επολεμούντο, τώρα την ποθούσαν και την επεσκέπτοντο.
Κάτι σπουδαίον όμως θέλει να ειπή το αίνιγμα της πηγής. Αύτη η πηγή, που έρρεεν αφθόνως και παλαιά έδιδε άχρηστο και άγονο νερό, ήταν προτύπωσις της Εκκλησίας.
Πράγματι, πριν από τον Χριστόν, κάθε θρησκεία ήταν τόσον ασεβής ώστε, αν κάποιος άνδρας έπινε από το νερό της πηγής της, έχανε ακόμη και την ιδιότητα να είναι άνθρωπος, και από την συμπλοκήν του με τα είδωλα ηρνείτο την λογικήν φύση της ψυχής. Η δε γυναίκα δεν εγίνετο μητέρα αρετών, δεν έτικτε βλαστήματα σωφροσύνης, ούτε ανέβλυζε το λευκόν της ευσεβείας γάλα. Ενώ όμως αυτή ήταν η κατάστασις της πηγής, ήλθεν ο Κύριος, και αφού έβαλε μέσα της ως άλας τους Αποστόλους, έκαμε τα ύδατά της εύγεστα και πόσιμα. Και ότι ήσαν άλας οι Απόστολοι, άκου τον Χριστόν που λέγει προς αυτούς: «Υμείς εστέ το άλας της γης». Η στείρα και άγονος, όταν μετέλαβε από τα άλατα των Αποστόλων, έγινε πολύγονος, όπως λέγει ο Προφήτης…

Ήλθε λοιπόν ο Ιησούς στην Ιεριχώ, η πηγή κοντά στους ποτιζομένους από την πηγήν, η πολυδύναμος χάρις προς την πολύδενδρο και πολύρρυτον πόλιν. «Καί ιδού ανήρ ονόματι καλούμενος Ζακχαίος, και αυτός ην αρχιτελώνης». Διπλό το κακόν, ότι και ησχολείτο με άδικον τέχνη, και ότι ήταν αρχηγός των κακώς ασχολουμένων με αυτήν. Όχι μόνον ημάρτανε, αλλά είχε και την ευθύνη για ό,τι κακόν έκαμαν οι άλλοι. Απέκλειε τις λεωφόρους για τους οδοιπόρους, και τους υπεχρέωνε να περάσουν από τον παράπλευρον δρόμο της αδικίας του. Ούτε τους ληστάς εμιμείτο, όταν παρεμόνευε τους διερχομένους, ούτε ανέμενε τους οδοιπόρους από ζήλον φιλοξενίας, αλλά, έχοντας ως νόμο την αδικίαν, εφορολογούσε τους ξένους κόπους, μιμούμενος την άσπλαγχνον αδηφαγία των κηφήνων. Όπως δηλαδή οι κηφήνες τρυγούν τον κάματο των μελισσών χωρίς να συμμετέχουν στους κόπους των, έτσι και οι τελώνες κάθονται αργόσχολοι στα σταυροδρόμια και ληστεύουν τους κόπους των ξένων οδοιπόρων.Κάποιος έπλεε στην θάλασσα, έδωσε μάχες με τις τρικυμίες, επολέμησε με τους ανέμους, διέσχισε μεγάλο και ανυπότακτον πέλαγος, και ο Ζακχαίος έσπευδε να του αφαιρέση το κέρδος με την φορολογία. Άλλος ήταν βοσκός και ταλαιπωρείτο από την ξηρασία και τον καύσωνα, συζούσε με τις βροχές, τα χιόνια και την πάχνη, και είχε ως καλύβη τις προεξοχές των βράχων, τροφή του το τυρί και το γάλα, και ένδυμα ακατέργαστο το δέρμα των προβάτων. Έπεσε όμως ο πτωχός, ο αγροίκος αυτός που έχει ως κατοικία του τα όρη, στα χέρια του Ζακχαίου, ο οποίος απεδεκάτισε τα ζώα του, τον ελήστευσε νομίμως, χωρίς ξίφος τον έσφαξε. Παίρνει ο δράστης το μαχαίρι του, και το αιμόφυρτον αποκομμένο μέλος και απομακρύνεται με αναισθησία, για να αποφύγη την δυσφορία του πάθους, αφήνοντάς τον από ανούσιο πτωχεία πληγωμένο να αποθάνη, αφού πονά μέχρι θανάτου. Δεν φεύγει η ψυχή του άπαξ δια παντός, αλλά θνήσκει σιγά σιγά και συνεχώς. Και για να το ειπώ συντόμως, τόσον ανεπιθύμητος ήταν ο Ζακχαίος για τους εμπόρους, τους οδοιπόρους, τους βουκόλους και τους βοσκούς, όσον τα απόρθητα φρούρια για τους στρατιώτες, οι ύφαλοι για τους πλοιάρχους και οι ύποπτες κινήσεις για τους πολεμιστάς.

Όμως αυτός, ο οποίος τόσην μανίαν εδείκνυε για την παράλογο συλλογή των χρημάτων, ζητούσε τώρα να ιδή τον Ιησούν, και δεν ημπορούσε. Τον ημπόδιζε το μικρό του ανάστημα και το βάρος της αδικίας. Τελικά όμως θεραπεύει το μειονέκτημα του αναστήματος με την συνετήν του έμπνευση. Τρέχει ενωρίτερα και ανεβαίνει σε κάποιαν συκομορέα, και κρύπτεται μέσα στο πλούσιο φύλλωμά της, πιστεύοντας ότι βλέπει χωρίς να φαίνεται, επειδή ενόμιζε ότι θα διαφύγη της προσοχής του Παντογνώστου. Το ίδιο έπαθε και η αιμορροούσα, νομίζοντας ότι θα κλέψη τον Ιησούν, ο οποίος αρέσκεται σε παρόμοιες περιπτώσεις να κλέπτεται. Αλλά εκείνη τουλάχιστον επλησίασε και ήψατο των ιματίων του, ενώ αυτός έφθασε τον Χριστόν από μακριά, δια μέσου της πίστεως. Ανεβαίνει λοιπόν στο δένδρο, θεραπεύοντας τα κακά που προήλθαν από τον Αδάμ. Ο ένας πλανάται από το δένδρο και απομακρύνεται από τον Θεόν, ενώ ο άλλος σώζεται από το δένδρον, επειδή επιθυμεί να ιδή τον Θεόν. Διότι όταν ήκουσε ότι κάνει πολλά και παράδοξα θαύματα, και ότι εκτός από τα σώματα θεραπεύει και τις ψυχές, και από τις μεν ψυχές αφαιρεί τις αμαρτίες, στα δε σώματα χαρίζει την απάθειαν, επεθύμησε να τον ιδή, αυτόν ο οποίος συγχωρεί τα πάντα στους πάντες, και συλλογίζετο μέσα του: «Ποίος να είναι άραγε αυτός ο Ιησούς που καθαρίζει λεπρούς, θεραπεύει τυφλούς και συγχωρεί τις αμαρτίες όσων του το ζητούν; Πώς μοιάζει άραγε, πώς να είναι η μορφή του; Άραγε τα γνωρίζει όλα; Έχει άραγε υπ’ όψιν του και τις σκέψεις των απόντων, ή μόνον τους λογισμούς αυτών που είναι κοντά του εξετάζει; Άραγε ανιχνεύει ως Θεός τα νοήματα της καρδίας καθενός; Πώς λοιπόν θα τα μάθω όλα αυτά; Ποίος θα μου τα διδάξη; Ποίος άλλος; Η προσωπική πείρα, αυτή είναι διδάσκαλος για όλα. Θα ανέβω στο δένδρο, και θα καλυφθώ από το πλούσιο φύλλωμά του. Κρύπτομαι και έτσι μαθαίνω αν ημπορώ να σωθώ. Εάν αντιληφθή την κίνησιν αυτή της ψυχής μου, τότε θα μάθω ότι εξαλείφει και την αμαρτία της ψυχής μου. Με αυτόν λοιπόν τον τρόπο θα καταλάβω ότι γνωρίζει τα κρυπτά των λογισμών. Εάν με ιδή μέσα σ’ αυτόν τον συνωστισμό, και όχι μόνον με ιδή αλλά ανακαλύψη και της ψυχής μου τον έρωτα. Θα προτιμήσω να τα απορρίψω όλα για να βρω το ένα. Θέλω να μιμηθώ τον Ματθαίο. Και εκείνος τελώνης ήταν όπως εγώ, όμως δεν προσέτρεξε αυθαιρέτως, αλλά προσεκλήθη από τον Ιησού και υπήκουσε. Ο Ματθαίος, φαντάζομαι, καθώς είδε τον Ιησούν, τον ενόμισεν ως έναν από τους οδοιπόρους. Εβαθούλωσε τις παλάμες και άνοιξε, ως συνήθως, τις αγκάλες του, έτοιμος να αρπάξη. Αντί όμως να φορολογήση, όπως ήθελε, τον Χριστόν, εφορολογήθη από αυτόν, και όχι μόνον φαινομενικώς, αλλά προσφέροντας όλον του τον εαυτόν. Πράγματι, την στιγμή που ήκουσε «ακολούθει μοι», υπερέβη την κλίση με την προθυμία του, τρέχοντας όσον ημπορούσε γρηγορότερα πίσω από αυτόν που τον προσείλκυσε. Εάν λοιπόν προσκαλή και τελώνες, και όχι μόνον προσκαλεί, αλλά και δικαιώνει, δεν με βλάπτει η σωρεία των παρελθόντων μου κακών. Διότι, αν ο Ελισσαίος, ρίπτοντας αλάτι στην πηγή μας, μετέβαλε σε γόνιμο το άγονο νερό της, οπωσδήποτε και αυτός, αν αλατίση με την χάρη την ψυχή μου, θα την διεγείρη προς καρπογονίαν αρετής.
Καθώς εσυλλογίζετο αυτά «ήλθεν επί τον τόπον ο Ιησούς, και αναβλέψας είδεν αυτόν και είπε προς αυτόν: Ζακχαίε, σπεύσας κατάβηθι». Έχεις ανεβεί στο δένδρον ως τελώνης, κατέβα από το δένδρον ως φιλόθεος. Κατέβα από το ξύλον αυτό στην γη, για να ανεβής δια του σταυρού προς τον ουρανόν. Ανήλθες σ’ ένα δένδρον, από τους ανθρώπους κρυπτόμενος, ανέρχεσαι δια του σταυρού στους αγγέλους χαριζόμενος. «Σπεύσας» λοιπόν «κατάβηθι’ σήμερον γαρ εν οίκω σου δει με μείναι». Ω, τι ανέκφραστη χάρις! Τι απερίγραπτος φιλανθρωπία! Δεν θα είναι πλέον ακάθαρτος ο οίκος του τελώνου. Κάθε κακό θα αποδράση από αυτόν, διότι όπου φιλοξενείται ο Ιησούς, τα πάντα μεταβάλλονται προς το καλλίτερον. «Ζακχαίε», λέγει. «σπεύσας κατάβηθι’ σήμερον γαρ εν τω οίκω σου δεί με μείναι». Τι να είπω; Παράδεισος έγινε η οικία του τελώνου. Ό,τι βλέπω στην περίπτωση του ληστού, το ίδιο και τώρα στον Ζακχαίον. Είπε στον ληστή «Σήμερον μετ’ εμού έση εν τω Παραδείσω», και συγχρόνως τον παρέλαβε από το ξύλο και τον έβαλε στον Παράδεισον. Είπε στον Ζακχαίο. «Σήμερον εν τω οίκω σου δει με μείναι», και συγχρόνως τον έλαβε μαζί του και εισήλθε, κάνοντας τον οίκο του Παράδεισο πριν από τον Παράδεισο…
Καθώς όμως παρακολουθούσαν τα γενόμενα οι απόγονοι εκείνων που παλαιά αγανακτούσαν και παρεπονούντο για την πηγήν, οι άγευστοι της θείας δυνάμεως και αγαθότητος, σαν να ελυπούντο για την σωτηρία του αρχιτελώνου, εγόγγυζαν μέσα τους λέγοντες ότι «παρά αμαρτωλώ ανδρί εισήλθεν καταλύσαι». Ω, εργάτες της καταφρονήσεως, και γεωργοί της ραθυμίας! Σεις τι είσθε, δίκαιοι ή αμαρτωλοί; Δεν είσθε μοχθηρότεροι από όλους τους ανθρώπους; Πώς λοιπόν ο Ιησούς ήλθε και εσκήνωσε μεταξύ σας; Πώς εγεννήθη μεταξύ σας, ανετράφη, ανδρώθη, έπιεν, έφαγε; Γιατί λοιπόν παραβλέπετε τα ιδικά σας τραύματα, και ανιχνεύετε τα πταίσματα του πλησίον; Και εκτός αυτού, γιατί άλλοτε λέγετε τον Χριστόν αμαρτωλόν, και άλλοτε δίκαιον; Όταν εθεράπευσε τον εκ γενετής τυφλό, τον απεκαλέσατε αμαρτωλό, λέγοντας «δος δόξαν τω Θεώ. Ημείς γαρ οίδαμεν ότι αμαρτωλός εστίν», επειδη λύει το Σάββατο. Τώρα που ήλθε κάτω από την στέγη του τελώνου, τον διασύρετε ενώπιον όλων ως μη δίκαιον, διότι συντρώγει αναξίως με αμαρτωλούς. Αν θεραπεύση τυφλόν, τον λέγετε αμαρτωλόν, αν συμφάγη με αμαρτωλούς τον διασύρετε, ότι συντρώγει αναξίως με αμαρτωλούς. Τι λοιπόν; Να μη θεραπεύση τυφλόν το Σάββατο για να μη νομισθή αμαρτωλός; Να μη φάγη με τελώνες για να θεωρηθή δίκαιος; Γιατί τον κατηγορείτε; Και πού αλλού έπρεπε να τεθή το φως, παρά σε μέρος σκοτεινό; Πού έπρεπε να έλθη ο ιατρός; Να μη προστρέξη σ’ αυτούς που υποφέρουν; «Ου χρείαν έχουσιν οι ισχύοντες ιατρού, αλλά οι κακώς έχοντες». Πού έπρεπε να παρουσιασθή ο αμνός του Θεού; Όχι προς τους τελώνες και αμαρτωλούς, ώστε να λάβη το φορτίο τους επάνω του, να τους ελαφρύνη, και έτσι να τους καταστήση ικανούς για τα υψηλότερα; Ματαίως τον κακολογείτε. Έχει εκπληρωθή σε σας αυτό που ελέχθη, ότι «οι τελώναι και αι πόρναι προάγουσιν υμάς (σας προλαμβάνουν δηλαδή) εις την βασιλείαν των ουρανών».
«Σταθείς δε Ζακχαίος είπε προς τον Κυριον. Ιδού τα ημίση των υπαρχόντων μου, Κύριε, δίδωμι τοις πτωχοίς” και ει τινος εσυκοφάντησα αποδίδωμι τετραπλούν». Τώρα που έχω δεχθή στον οίκο μου εσέ τον προστάτη των πτωχών, δεν ανέχομαι πλέον να αδικώ τους πτωχούς, δεν με κατέχει πλέον ο φόβος μήπως δεν συλλέξω χρήματα, αφού εφιλοξένησα αυτόν που χαρίζει τον πλούτον τον ακένωτον. Δεν παραμονεύω πλέον τους οδοιπόρους, αφού συνήντησα στον δρόμο της ζωής μου τον Ύψιστον Θεόν, που κατέβη στην γη με μορφήν ανθρώπου, για να χαρίση αμνηστεία και να σχίση το χειρόγραφον των αμαρτιών μας…
Μολονότι όμως είναι ο όντως πλούσιος, έζησε ως πτωχός. Γι’ αυτό και ο Ζακχαίος έλεγε «Αι αλώπεκες φωλεούς έχουσι, και τα πετεινά του ουρανού κατασκηνώσεις, συ δε ουκ έχεις που την κεφαλήν κλίνη». Ας χαθούν οι επίσημες αυλές και τα προαύλια, οι οικοδομικές μεγαλουργίες, οι λαμπροί και περιφανείς οίκοι. Αντί όλων αυτών μόνον τον ακένωτον πλούτο της πτωχείας σου ζητώ. Αλλά επειδή αδυνατώ να διηγηθώ επαξίως τον πλούτο της ψυχής του Ζακχαίου, ας αφήσωμε τον λόγο στον πλούσιον σε αρετές Πατέρα, ο οποίος θα ομιλήση στην καρδία του καθενός. Στον φιλόξενον αρμόζει να διηγήται τις αρετές του φιλόξενου, προς αίνεσιν μεν αυτού, στηριγμόν δε ιδικόν σας και στέφανον της Εκκλησίας, τιμήν δε του Χριστού «ω η δόξα και το κράτος εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν».
(4ος αιών, ΒΕΠΕΣ τόμ. 71, σελ. 114, Από το βιβλίο “Πατερικόν Κυριακοδρόμιον”, σελίς 439 και εξής. Επιμέλεια κειμένου: Δημήτρης Δημουλάς)

Σάββατο 17 Ιανουαρίου 2026

Ο ΜΕΓΑΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ


O Iανουάριος είναι ο κατ’ εξοχήν μήνας των Πατέρων. Πράγματι, μια ματιά αν ρίξουμε στις αγιολογικές του σελίδες, εύκολα διαπιστώνεται η παραπάνω αλήθεια. Έτσι γιορτάζουν: Ο Mέγας Bασίλειος , ο Γεώργιος ο Xοζεβίτης, ο Γρηγόριος ο Nύσσης , ο όσιος Θεοδόσιος ο Kοινοβιάρχης , ο Mέγας Aντώνιος , ο Mέγας Aθανάσιος  και μαζί του ο Kύριλλος Aλεξανδρείας, ο Mάρκος ο Eυγενικός , ο Mέγας Eυθύμιος , ο Γρηγόριος ο Θεολόγος  ο Iωάννης ο Xρυσοστόμος. Eνώ στις 30 έχει καθιερωθεί από τα τέλη του 11ου αι. η εορτή των τριών Iεραρχών Bασιλείου, Γρηγορίου και Iωάννου του Xρυσοστόμου.
H κάθε μια από όλες αυτές τις γιορταζόμενες πατερικές μορφές έχει να επιδείξει μια σημαντική προσφορά, αλλά και παρουσία μέσα από την οποία καταξιώθηκε στην εκκλησιαστική συνείδηση και γι’ αυτό ονομάστηκαν «Πατέρες της Eκκλησίας».
Αγαπητοί Χριστιανοί.
 O κάθε Πατέρας ζει σε μοναδικό βαθμό την εικόνα της αλήθειας, αλλά και σε βάθος την εμπειρία του θείου. «Aυτό είχε σαν αποτέλεσμα η σκέψη τους και το έργο τους να ταυτίζεται με την αγωνιώδη και λυτρωτική πορεία της ίδιας της Eκκλησίας. Oύτε τους Πατέρες κατανοούμε έξω από την Eκκλησία, ούτε την Eκκλησία χωρίς Πατέρες».(Kαθ. Στυλιανός Παπαδόπουλος).Κι αυτό ακριβώς το βλέπουμε στη παμμέγιστη μορφή που σήμερα, 18 Ιανουαρίου, η Εκκλησία μας τιμά.
Η αποκοπή από την αλήθεια, για την οποία υπεραμύνθηκε, όπως και όλοι οι πατέρες, η αίρεση, στον χώρο της Εκκλησίας είναι, αδελφοί μου, ό,τι μια βαριά αρρώστια στο ανθρώπινο σώμα. Ένα καρκίνωμα που αν δεν εκδιωχθεί θέτει σε κίνδυνο την πνευματική υγεία των μελών της. Γι’ αυτό η Εκκλησία, το πραγματικό σώμα του Χριστού, από αγάπη και φιλανθρωπία, δια των υγιών μελών της, των αγίων, πολεμά τις αιρέσεις, όπως το ανοσοποιητικό σύστημα ενός υγιούς οργανισμού τον ιό που προκαλεί την ασθένεια. Τους αιρετικούς όμως δεν τους θεωρεί εχθρούς της, αφού άλλωστε η Εκκλησία δεν έχει εχθρούς, αλλά άρρωστα μέλη της, τα οποία αγαπά και προσπαθεί να θεραπεύσει.

Ο Μέγας Αθανάσιος αγωνίστηκε όσο λίγοι για την διαφύλαξη των αληθειών της πίστεως που προσπαθούσαν να αλλοιώσουν οι αιρετικοί, οι οποίοι τον πολέμησαν με λύσσα. Με συκοφαντίες και κάθε λογής μηχανορραφίες κατάφεραν, πολλές φορές, να τον εξορίσουν και να τον απομακρύνουν από το ποίμνιό του. Αξιοσημείωτο είναι το ότι από τα σαρανταέξι χρόνια που ήταν Αρχιεπίσκοπος Αλεξανδρείας, τα δεξαέξι τα πέρασε στην εξορία. Αλλά και από εκεί δεν έπαψε να μάχεται υπέρ του ποιμνίου του και εναντίον της αιρέσεως.
Η αίρεση δημιουργεί φατρίες και σχίσματα, κομματιάζει και διαιρεί. Ο άγιος Πέτρος Αλεξανδρείας είχε την ευλογία να δη τον Χριστό, ο οποίος όμως φορούσε ένα χιτώνα ξεσχισμένο. Στην ερώτηση του αγίου, ποίος σου έσχιζε τον χιτώνα, ο Χριστός απάντησε: “Άρειος ο άφρων”. Η λέξη αίρεση παράγεται από το ρήμα αίρω που σημαίνει εκλέγω. Οι αιρετικοί επιλέγουν ένα κομμάτι της αλήθειας που τους βοηθά να στηρίξουν τις απόψεις τους και απορρίπτουν την αλήθεια στο σύνολό της. Αυτό δημιουργεί πολλά προβλήματα, διότι όταν αλλοιώνεται η πίστη χάνεται ο ορθός τρόπος ζωής. Ο Άρειος υποστήριζε ότι ο Χριστός δεν είναι Θεός, αλλά κτίσμα του Θεού “δημιουργηθέν εν χρόνω” και επομένως, όπως όλα τα κτίσματα, έχει αρχή και τέλος. Αν είναι αλήθεια όμως αυτό, τότε ο Χριστός δεν μπορεί να σώσει τον άνθρωπο, αφού μόνο ο Θεός έχει αυτή την δυνατότητα. Εμείς όμως γνωρίζουμε από την αγία Γραφή, αλλά και από την πείρα της Εκκλησίας, ότι ο Χριστός σαρκώθηκε για να σώσει και να θέση τον άνθρωπο.
Στην πρώτη οικουμενική σύνοδο, η οποία καταδίκασε τις διδασκαλίες του Αρείου, συμμετείχε, σε νεαρή ηλικία (γύρω στα 26), και ο άγιος Αθανάσιος, Διάκονος τότε, ως εκπρόσωπος του Πατριάρχη Αλεξανδρείας και με ατράνταχτα επιχειρήματα κατέδειξε την πλάνη και το ψεύδος των διδασκαλιών του Αρείου. Αλλά και αργότερα ως Αρχιεπίσκοπος Αλεξανδρείας με δυνατό λόγο, προφορικό και γραπτό, διατύπωσε με σαφήνεια τις αλήθειες τις οποίες οι αιρετικοί διέστρεφαν. Ότι, δηλαδή, ο Χριστός δεν είναι κτίσμα, αλλά ο Υιός και Λόγος του Θεού.
Η Εκκλησία, αδελφοί μου, σε λίγους ανθρώπους έχει δώσει την προσωνυμία Μέγας. Μεταξύ αυτών εξέχουσα θέση κατέχει ο άγιος Αθανάσιος. Πολύ πετυχημένα είναι τα παρακάτω που έχουν γραφεί γι’ αυτόν: “Σπανίως το επωνύμιο Μέγας εκάλυψε τόσον ουσιαστικό περιεχόμενο όσον εις την περίπτωσιν του Αθανασίου Αλεξανδρείας. Μέγας εις τον ζήλο, μέγας εις την αγάπη, μέγας εις την αγιότητα, μέγας εις την ορθοδοξία.


Με αυτά τα προσόντα του είναι τώρα τόσον ζωντανός εις την συνείδηση του χριστιανικού πληρώματος όσον ήτο και όταν ζούσε σωματικώς”. Αλλά και ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος τον επιμνημόσυνο λόγο του στον μέγα Αθανάσιο, αρχίζει με την χαρακτηριστική φράση, “Αθανάσιο επαινών, αρετήν επαινέσομαι”. Πράγματι υπήρξε υπόδειγμα αρετής, αφού αυτή είναι καρπός αληθινής κοινωνίας με τον ζώντα Τριαδικό Θεό.
Αγαπητοί Χριστιανοί.
Στους καιρούς μας όλο και πιο αναγκαία γίνεται η καταφυγή στην πείρα των Πατέρων. Oι άγιες μορφές τους γίνονται καταφύγιο όλων όσων ζητούν να βρουν τη γνησιότητα εκείνου του τρόπου ζωής, που δίνει την άλλη αίσθηση που παρέβλεψε η κίβδηλη εποχή μας. Παράλληλα, είναι αμέτρητοι και εκείνοι, που καταφεύγουν στη σπουδή των κειμένων, τα οποία η ένθεος σοφία τους κατέγραψε και η Παράδοση της Eκκλησίας μας κληροδότησε. Σπουδάζοντας τα κείμενά τους, σπουδάζουμε την αγία βιοτή και πολιτεία τους, πληροφορούμαστε ακόμη τους αγώνες, που έδωσαν για την επικράτηση της αληθινής πίστεως, αυτό που εμείς σήμερα βιώνουμε σάν Oρθόδοξη Παράδοση. H ευσέβεια, η αγιότητα, και η ευρύτητα της σκέψεώς τους γίνεται η διδαχή για την οικοδομή του σώματος των πιστών. Mε το παράδειγμα και το ήθος τους βιώνουν εν Aγίω Πνεύματι την Aλήθεια του Eυαγγελίου, και έτσι επάξια παίρνουν την τιμή του Πατέρα και γίνονται κανόνας ζωής για το πλήρωμα της Eκκλησίας. Όλοι οι Πατέρες, και μάλιστα οι λεγόμενοι Mεγάλοι Πατέρες, υπερασπίστηκαν με σθένος την αλήθειά σε κρίσιμες για την Eκκλησία στιγμές, όταν οι αιρετικοί την αμφισβήτησαν, «θεοπνεύστως» καθορίζοντας με σαφήνεια την αλήθεια της πίστεως μας.
Oι Πατέρες λοιπόν,αγαπητοί Χριστιανοί, δεν κομίζουν με τις διδασκαλίες τους κάτι καινούργιο, αλλά παρουσιάζουν βιωματικά, εμπειρικά, την ένσαρκη Aλήθεια της Eκκλησίας. Δεν είναι οι θεωρητικοί, που θεωρούν και αναθεωρούν, και προσαρμόζουν μια αρχική θεωρία σε νέα δεδομένα. H αλήθεια δεν αλλάζει ούτε με τις εποχές, ούτε με νέες αντιλήψεις. H εν Xριστώ Aλήθεια είναι η Aποκάλυψη του Θεού και ο αποκαλυπτόμενος είναι ο Λόγος του Θεού, που γίνεται άνθρωπος για μας και τη σωτηρία μας. Έτσι, οι Πατέρες είναι οι διδακτοί του Λόγου του Θεού και μέσα από την πείρα τους μας προσφέρουν πνευματική τροφή τον Σαρκωθέντα Λόγο. Αυτοί πρέπει να είναι τα πρότυπα και τα ινδάλματα μας.Αυτούς πρέπει να ακολουθάμε, σ’ αυτους έχουμε χρέος να μοιάσουμε και σε κανέναν άλλον.

Παρασκευή 9 Ιανουαρίου 2026

ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΑ ΦΩΤΑ

ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΑ ΦΩΤΑ

https://www.osotir.org/

1. ΤΟ ΑΣΤΕΡΙ ΕΔΥΣΕ

Μόλις ἐπληροφορήθηκε ὁ Κύριός μας ὅτι ὁ Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος συνελήφθη καί κρατεῖται στήν φυ­λακή, ἀνεχώρησε στήν Γαλιλαία γιά νά ἀρχίσῃ συ­στη­μα­τι­κῶς πλέον τό δημόσιο ἔργο του. Ἐφόσον τό ἅγιο στόμα τοῦ Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου ἐσίγησε, ἐφόσον ἡ φωνή τοῦ βοῶντος ἐν τῇ ἐ­ρή­μῳ δέν θά ἀκούγεται πλέον, ὁ Κύ­­ρι­ος ἀρχίζει τήν δη­μό­σι­α διδασκαλία του. Τώρα πού ὁ Ἰ­ω­άννης ἐτελείωσε τήν προ­δρο­μι­κή του ἀποστολή, ξε­κινᾶ ὁ Κύ­ρι­ος τό σωτηριῶδες ἔργο του. Τό ἀστέρι δύει καί ἀ­να­τέλλει ὁ ἥλιος.

Ὁ ἔνσαρκος ἄγ­γε­λος προπορεύθηκε «ἐν πνεύματι καὶ δυνάμει Ἠλιού»· ἑ­τοί­μασε τήν ὁδόν τοῦ Κυρίου, ἄ­νοιξε τό δρόμο. Τά πλήθη τῆς Ἰουδαίας καί ἡ περί­χω­ρος τοῦ Ἰ­ορ­δάνου δέν θά ἄκουγαν πλέον τήν φωνή του. Τό προδρομικό κή­ρυ­­γ­μα τῆς με­τανοίας πού προ­ε­­τοί­μα­σε τόν λαό νά ὑπο­δεχθῇ τόν Κύ­ρι­ο, ἀφοῦ ἐπέ­στρε­ψε πολλοὺς ἀπό τούς υἱούς Ἰσραὴλ «ἐπὶ Κύ­­­ριον τὸν Θε­ὸν αὐτῶν» τώρα λαμβάνει τέλος. Καί ὁ Κύριος περι­μέ­νει τήν ὥρα αὐτή, χω­ρίς νά βιάζεται. Περιμένει πρῶ­τα νά τελειώσῃ τήν ἀ­πο­στο­λή του ὁ Ἰωάννης. Δέν ἐκ­δη­λώνει πλήρως τήν θαυ­μα­­τουρ­γική του δρᾶσι, οὔτε δι­δάσκει ἐπισήμως στά πλή­­θη. Καί ἀρχίζει ἔτσι τό ἐπί­ση­μο δη­μό­σιο ἔργο του ὅταν ἔρχεται ἡ κατάλληλη στιγ­μή. Γι’ αὐ­τό καί ὁ ἴδιος ὁ Ἰωάννης ὁμολογεῖ ὅτι ὁ Χριστός: «μέσος δὲ ὑμῶν ἕστηκεν ὃν ὑμεῖς οὐκ οἴδατε». Εἰσέδυσε φυ­σι­­ολογικά στήν ἱστορία καί στή ζωή μας. Τώ­ρα πλέ­ον ἡ Πα­λαιά Δια­θή­κη ­τε­λεί­ωσε, τώρα ἀρχίζει ἡ Και­νή Δι­α­θή­κη. Ἰδού «ἤγ­γικεν ἡ βα­σι­λεία τοῦ Θεοῦ».

Πόσα ἔχει νά μᾶς διδάξῃ αὐτή ἡ μετάβασι τῶν δύο ἐποχῶν. Μία μετάβασι πού γίνεται τόσο ὁμαλά, ἁ­πα­λά, διακριτικά. Μέ σύ­νε­σι καί σοφία. Τά ὄν­τως μεγάλα καί ἱερά πράγ­ματα στήν πορεία τοῦ κό­σμου δέν γί­νο­ν­ται μέ ἐντάσεις, καί ἐντυπωσιασμούς, δι­α­δ­ηλώσεις καί ἐ­πανα­στά­σεις· γί­νο­νται μέ ἱερή σιγή. «Οὐκ ἔρ­χε­ται ἡ βασιλεία τοῦ Θε­οῦ μετὰ παρατηρήσεως». Ἀλλά φυ­σι­κά, ἀβίαστα καί ἀδιόρατα. Καί μαθαίνουμε ἀπό αὐτό νά εἴμαστε κι ἐμεῖς ἄνθρωποι τῆς διακρίσεως καί τῆς συνέσεως. Νά ἐπιδιώκουμε τό κάθετι νά γίνεται στήν ὥρα του μέ τόν κατάλληλο τρόπο.

2. ΚΑΠΕΡΝΑΟΥΜ

Ὁ Κύριος ἐγκαταστάθηκε πλέον στή δυτική ὄχθη τῆς λί­μνης τῆς Γαλιλαίας ὅπου ὁ πληθυσμός ἦταν πυ­κνός καί μι­κτός ἀπό Ἰουδαίους καί ἐθνικούς. Ἐγ­κα­τα­στά­θηκε σέ μία πόλι παραλίμνια, στή βο­ρει­οδυτική ἀ­κτή τῆς Γα­λι­λαίας, τήν Καπερναούμ, τήν ὁποία ἐπέλε­ξε ὡς κα­ταλληλότερο κέντρο γιά τήν δη­μό­σια δρᾶσι του. Ἡ πόλι αὐτή ἀξιώθηκε νά ἀκούσῃ ὑπέροχες δι­δα­σκαλίες, νά δῇ καταπληκτικά θαύματα, νά φιλο­ξε­νή­σῃ τόν Θε­ό τοῦ οὐρανοῦ πού ἔγινε ἄνθρωπος. Πόσο με­γάλη τιμή γιά τήν Καπερναούμ. Ὁ Κύ­ριος τήν ἐπέ­λεξε αὐτή μόνη ἀνά­με­σα σ’ ὅλες τίς πό­λεις τοῦ κό­σμου. Ὅμως οἱ κάτοικοί της δέν συναι­σθά­νθηκαν τήν ὑψηλή τιμή πού τούς ἔκανε ὁ Κύριος. Δέν μετε­νό­η­σαν. Γι’ αὐτό καί ὁ Χριστός λέγει: «καὶ σὺ Καπερνα­ούμ, ἡ ἕως τοῦ οὐρανοῦ ὑψω­θεῖ­σα, ἕως ᾅδου κατα­βι­βα­σθή­ση». Ἐσύ Καπερναούμ πού ἀξιώθηκες νά φθάσῃς μέ­χρι τά ὕψη του οὐρανοῦ, θά κατέβῃς ντρο­πι­ασμένη μέ­χρι τόν Ἅδη. Διότι, συνεχίζει ὁ Κύριος, ἐάν οἱ Σοδομίτες ἔ­βλε­παν τόσα θαύματα, ὅσα εἶδε ἡ Κα­περ­ναούμ, θά μετα­νο­οῦ­σαν καί δέν θά κα­ταστρέ­φο­ν­ταν. Γι’ αὐτό καί προ­λέγει ὅτι οἱ Σοδομίται θά ὑπο­φέ­ρουν λιγότερο στήν κόλασι ἀπ’ ὅτι οἱ κά­τοι­κοι τῆς Κα­περ­ναούμ. Ἀλλά ἡ Καπερ­να­ούμ, ἐπλήρωσε τήν περι­φρό­νησι πού ἔδειξε στόν Κύριο καί ἄμεσα. Μετά ἀπό λίγα χρόνια κα­τα­στρά­φη­κε ὁλο­σχε­ρῶς, ἐξα­φα­νίσθηκε ἀπό τόν χάρτη.

Αὐ­τή ἡ κα­τά­ληξις τῆς πό­λε­ως πρέπει νά προ­βλη­μα­τί­σῃ καί ὅλους ἐμᾶς, πού χρόνια πολλά ἀξι­ωνό­μα­στε νά δεχόμαστε τόσες εὐερ­γε­σίες ἀπό τόν Θε­ό. Τόσα ἀ­κοῦ­με, τόσα βλέπουμε, τόσα αἰ­σθα­νό­μα­στε. Καί τί κά­νου­με; Ἀνταποκρι­νό­μα­στε στίς εὐλογίες τοῦ Θεοῦ;  

3. ΦΩΣ ΜΕΓΑ

Ὁ Κύριος μόλις ἀρχίζει τήν δημοσία δράσι του ἀνα­τέλ­λει ὡς πνευματικός ἤλιος στό πυκνό σκοτάδι τῆς ἀνθρωπότητος. «Ὁ λα­ὸς ὁ καθήμενος ἐν σκότει εἶδε φῶς μέγα καὶ τοῖς καθημένοις ἐν χώρᾳ καὶ σκιᾷ θα­νά­του φῶς ἀνέ­τειλεν αὐτοῖς». Διότι ἐπί αἰῶνες οἱ ἄν­θρω­ποι εἶχαν βυθισθεῖ μέσα στό πνευματικό σκοτάδι, τό σκο­τάδι τῆς πλάνης, τῆς ἀ­γνω­σίας καί τῆς ἀσέβειας. Οὔτε κἄν ἤλ­πι­ζαν νά ἀ­παλ­λαγοῦν ἀπό αὐ­τό. Μέσα στήν ἀτελείωτη νύχτα ἔχασαν καί τό φῶς τους, καί δέν ἤξεραν ποῦ νά βαδίσουν. Τώρα ὅμως ἀνέτειλε στήν ζω­ή τους φῶς μέγα, τό φῶς τό ἀλη­θι­νόν, ὁ Κύριος Ἰ­η­σοῦς Χριστός. Ἔλαμψε καί ἀκτινοβόλησε μέ­σα στό σκο­­­τάδι τῆς ἀγνωσίας. Καί διέλυσε τήν σκι­ά τοῦ θα­νά­του, τό σκοτάδι τῆς ἁμαρτίας.

Αὐτό ὅμως πού ἰδιαιτέρως θά πρέπει νά προ­σέ­ξου­με ἐδῶ εἶναι ὅτι ὁ λαός αὐτός δέν βρῆκε τό φῶς ἐπειδή τό ζή­τη­σε, ἀλλά ἐπειδή ὁ Θεός ἐφανέρωσε τό φῶς του. Δέν ζήτησαν πρῶτα οἱ ἄνθρωποι τό φῶς, οὔτε ἔ­τρε­ξαν πρός αὐτό, ἀλλά τό φῶς ἐπεφάνη σάν νά τούς κα­­τα­δι­ώ­κῃ. Μᾶς καταδιώκει λοιπόν τό φῶς τοῦ Χρι­στοῦ. Ἐ­μεῖς, δε­χόμαστε τό Φῶς τοῦ Χρι­στοῦ στή Ζωή μας; Ἀ­φήνουμε τό φῶς του νά ἔλθῃ στήν σκο­τει­νια­σμέ­νη καρ­διά μας, νά λάμψῃ καί νά ἀκτι­νο­βο­λήσῃ μεσα μας τό φῶς τῆς ἀ­λή­θειας καί τῆς ἐλ­πί­δος; «Τὸ φῶς ἐλή­λυ­θεν εἰς τὸν κόσμον» ἀλλά δυ­στυ­χῶς «ἠγά­πη­­σαν οἱ ἄνθρωποι μᾶλλον τὸ σκότος ἢ τὸ φῶς». Εἶναι πραγ­μα­τικό τραγικό νά μᾶς προσφέρῃ ὁ Χριστός τό φῶς του καί μεῖς νά προτιμοῦμε νά ζοῦμε μέσα στό σκοτάδι μιᾶς ἀπέραντης νύκτας. Ἄς τρέξουμε λοιπόν πρός τό φῶς τό ἀληθινόν, τόν Φωτοδότη Κύριό μας, κι ἄς τόν πα­ρακαλοῦμε διαρκῶς νά μᾶς στέλνῃ τό φῶς τοῦ προ­σώ­που του, νά μᾶς φωτίζῃ καί νά μᾶς ἁγιάζῃ.

  

Σάββατο 3 Ιανουαρίου 2026

Ο ΜΕΓΑΣ ΑΓΙΑΣΜΟΣ ΤΩΝ ΘΕΟΦΑΝΕΙΩΝ

ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΕΓΑΛΟ ΑΓΙΑΣΜΟ
baptish

Ο


 Μεγάλος Ἁγιασμός τελεῖται κάθε χρόνο τήν 5η καί 6η Ἰανουαρίου. Πολλοί εἶναι αὐτοί οἱ ὁποῖοι ρωτοῦν ἄν ὁ Ἁγιασμός αὐτός πίνεται, χρησιμοποιεῖται γιά ραντισμό, φυλάσσεται στά σπίτια καί ἄν ἀντικαθιστᾶ τή θεία Κοινωνία. Τό κείμενο πού ἀκολουθεῖ, μεταγλωττισμένο στή νεοελληνική, ἀποτελεῖ «εἰδική γνωμοδότηση περί τοῦ θέματος τοῦ Μεγάλου Ἁγιασμοῦ, δηλ. πῶς λαμβάνεται αὐτός παρά τῶν χριστιανῶν, ἐάν φυλάσσεται καί ἐάν ἀπ' αὐτόν μεταλαμβάνουν» οἱ πιστοί, συνταχθέν ὑπό τοῦ μακαριστοῦ Μητροπολίτου Πατρῶν κυροῦ Νικοδήμου. Ἀρχικῶς αὐτή δημοσιεύθηκε στά ΔΙΠΤΥΧΑ τοῦ ἔτους 1999 (σσ. οη΄-π΄), πρός ἐνημέρωση τῶν εὐλαβέστατων Ἐφημερίων καί πληροφόρηση τῶν πιστῶν.


1. Ὑπάρχει διαφορά ἀνάμεσα στό Μεγάλο Ἁγιασμό πού τελεῖται τήν παραμονή τῶν Θεοφανείων καί ἐκεῖνον τῆς κύριας ἡμέρας τῆς ἑορτῆς;
Ὁ Μεγάλος Ἁγιασμός πού τελεῖται τήν παραμονή τῶν Θεοφανείων καί ἀνήμερα τῆς ἑορτῆς εἶναι ἀκριβῶς ὁ ἴδιος. Ἐσφαλμένα κάποιοι θεωροῦν ὅτι δῆθεν τελεῖται τήν παραμονή ὁ «μικρός Ἁγιασμός» καί τήν ἑπόμενη ὁ «Μέγας». Καί στίς δύο περιπτώσεις τελεῖται ὁ Μεγάλος Ἁγιασμός. Μικρός Ἁγιασμός τελεῖται τήν πρώτη μέρα κάθε μήνα, καθώς καί ἐκτάκτως ὅταν τό ζητοῦν οἱ χριστιανοί σέ διάφορες περιστάσεις (ἐγκαίνια οἰκιῶν, καταστημάτων καί ἱδρυμάτων, σέ θεμελίωση κτισμάτων κ.λπ.). Ὁ Μεγάλος Ἁγιασμός τελεῖται μόνο δύο φορές τό χρόνο (τήν 5η καί 6η Ἰανουαρίου) στό Ναό.

2. Ποῦ φυλάσσεται ὁ Μέγας Ἁγιασμός καί γιά ποιό λόγο;
Ὁ Μεγάλος Ἁγιασμός φυλάσσεται ὅλο τό χρόνο στό Ναό. Φυλάσσεται ὄχι ἄνευ λόγου. Καί ὁ λόγος δέν εἶναι ἄλλος, παρά γιά νά «μεταλαμβάνεται» ἀπό τούς πιστούς ὑπό ὁρισμένες συνθῆκες καί προϋποθέσεις. Συνηθισμένη εἶναι η περίπτωση πού ἀφορᾶ στούς διατελοῦντες ὑπό ἐπιτίμιο τοῦ Πνευματικοῦ, πού ἐμποδίζει τή συμμετοχή τους στη θεία Κοινωνία, γιά ὁρισμένο καιρό, καί εἴθισται νά δίδεται σέ αὐτούς, γιά εὐλογία καί παρηγοριά τους, Μέγας Ἁγιασμός. Κανένα κώλυμα δέν ὑφίσταται πρός τοῦτο, ἐφ' ὅσον μάλιστα βρίσκονται «ἐν μετανοίᾳ καί ἐξομολογήσει». Ἀπαραίτητα ὅμως πρέπει νά συνειδητοποιοῦν ὅτι ὁ Μέγας Ἁγιασμός δέν ὑποκαθιστᾶ οὔτε ἀντικαθιστᾶ τή θεία Κοινωνία τοῦ Σώματος καί τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ, γιά τήν ὁποία ὀφείλουν μέ τή μετάνοια νά προετοιμάζονται, γιά νά ἀπαλλαγοῦν ἀπό τά κωλύματα τῆς ἁμαρτίας, ὥστε νά ἀξιωθοῦν νά κοινωνήσουν τό ταχύτερο.

3. Μπορεῖ ὁ Μέγας Ἁγιασμός νά φυλάσσεται στό σπίτι καί νά πίνουν ἀπ' αὐτόν σέ καιρό ἀσθένειας ἤ γιά ἀποτροπή βασκανίας καί κάθε σατανικῆς ἐνέργειας;
Ἡ ἀπάντηση εἶναι θετική. Παρέχεται ἀπ' αὐτό τοῦτο τό ἱερό κείμενο τῆς Ἀκολουθίας τοῦ Μεγάλου Ἁγιασμοῦ, πού προβλέπει «ἵνα πάντες οἱ ἀρυόμενοι καί μεταλαμβάνοντες ἔχοιεν αὐτό (τό ἡγιασμένον ὕδωρ...) πρός ἰατρείαν παθῶν, πρός ἁγιασμόν οἴκων, πρός πᾶσαν ὠφέλειαν ἐπιτήδειον», καί δή καί «δαίμοσιν ὀλέθριον, ταῖς ἐναντίαις δυνάμεσιν ἀπρόσιτον» (πρβλ. καί τή συναφή εὐχή σέ βασκανία· «φυγάδευσαν καί ἀπέλασαν πᾶσαν διαβολικήν ἐνέργειαν, πᾶσαν σατανικήν ἔφοδον καί πᾶσαν ἐπιβουλήν... καί ὀφθαλμῶν βασκανίαν τῶν κακοποιῶν ἀνθρώπων»). Ἀναντίρρητα χειραγωγεῖται μέ τόν τρόπο αὐτό ὁ πιστός νά ἀποφεύγει ἄλλες διεξόδους («ξόρκια», μαγεῖες καί ἄλλες μεθοδεῖες τοῦ πονηροῦ), καί νά καταφεύγει στά ἔγκυρα «ἁγιάσματα» τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως εἶναι ὁ Μέγας Ἁγιασμός, ἀλλά καί ὁ «μικρός» λεγόμενος Ἁγιασμός, ὡς συνειδητό μέλος τῆς Ἐκκλησίας, τῆς ταμειούχου τῆς θείας χάριτος, καί μέτοχος τῶν ἁγιαστικῶν της μέσων. Προϋποτίθεται βέβαια ὅτι στίς οἰκίες ὅπου φυλάσσεται ὁ Μέγας Ἁγιασμός, καί τό καντήλι θά ἀνάβει καί θά καίει ἐπιμελῶς, καί ἡ εὐλάβεια θά ὑπάρχει στά μέλη τῆς οἰκογενείας, τούς συζύγους καί τά παιδιά, καί θά ἀποφεύγεται κάθε αἰτία πού ἀποδιώχνει τή θεία χάρη (ὅπως βλασφημίες ἤ ἄλλες ἀσχημοσύνες).

4. Ποιά ἡ σχέση νηστείας καί Μεγάλου Ἁγιασμοῦ;
Ἡ ἱστορική ἀρχή τοῦ Μεγάλου Ἁγιασμοῦ εἶναι ἡ ἑξῆς: Στήν ἀρχαία Ἐκκλησία τήν παραμονή τῶν Θεοφανείων -ὅπως τήν παραμονή τοῦ Πάσχα καί τῆς Πεντηκοστῆς- γινόταν ἡ βάπτιση τῶν Κατηχουμένων, δηλ. τῶν νέων χριστιανῶν. Τά μεσάνυχτα τελοῦνταν ὁ ἁγιασμός τοῦ ὕδατος γιά τήν τελετή τοῦ Βαπτίσματος· τότε εἰσήχθη ἡ συνήθεια -ὅπως μᾶς πληροφορεῖ ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος- οἱ χριστιανοί νά παίρνουν ἀπό τό ἁγιασμένο νερό καί νά πίνουν ἤ νά τό μεταφέρουν στά σπίτια τους γιά εὐλογία καί νά τό διατηροῦν ὁλόκληρο τό χρόνο· «Διά τοῦτο καί ἐν μεσονυκτίῳ κατά τήν ἑορτήν ταύτην ἅπαντες ὑδρευσάμενοι, οἴκαδε τά νάματα ἀποτίθενται, καί εἰς ἐνιαυτόν ὁλόκληρον φυλάττουσιν» (Λόγος εἰς τό ἅγιον βάπτισμα τοῦ Σωτῆρος· ΡG 49, 366).
Ἀργότερα ὅμως, σέ καιρούς λειτουργικῆς παρακμῆς, ἡ ἀκολουθία τοῦ Ἁγιασμοῦ ἀπομονώθηκε ἀπό αὐτή τοῦ Βαπτίσματος, παρόλο πού διατήρησε πολλά στοιχεῖα του. Παρέμεινε ἡ συνήθεια ὥστε οἱ πιστοί νά παίρνουν ἀπό τό ἁγιασμένο νερό «πρός ἁγιασμόν οἴκων», ὅπως ἀναφέρει ἡ καθαγιαστική εὐχή τοῦ Μεγάλου Ἁγιασμοῦ.



Νωρίς ἐπίσης ἐπικράτησε ἡ συνήθεια τῆς νηστείας πρίν ἀπό τήν ἑορτή τῶν Θεοφανείων, γιά δύο λόγους: 
Πρῶτο, οἱ δύο μεγάλες ἑορτές τῶν Χριστουγέννων καί τῶν Θεοφανείων στήν ἀρχαία Ἐκκλησία ἦταν ἑνωμένες σέ μία, αὐτή τῶν Θεοφανείων ἤ Ἐπιφανείων, πού τελοῦταν τήν 6η Ἰανουαρίου (συνήθεια πού διατηρεῖται στήν Ἀρμενική Ἐκκλησία μέχρι σήμερα)· ὅμως ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος (4ος αἰ.) χώρισε τίς δύο γιορτές καί ὅρισε ἡ μέν Γέννηση τοῦ Χριστοῦ νά γιορτάζεται τήν 25η Δεκεμβρίου, ἡ δέ Βάπτιση καί φανέρωση τῆς ἁγίας Τριάδας τήν 6η Ἰανουαρίου. Πρίν ἀπό κάθε Δεσποτική ἑορτή προηγοῦνταν νηστεία γιά τήν ψυχική καί σωματική κάθαρση τῶν πιστῶν. Ἄς θυμηθοῦμε πώς ἡ νηστεία ἔχει μέσα της τό στοιχεῖο τοῦ πένθους γιά τίς ἁμαρτίες. Ἔτσι ὅταν χώρισαν οἱ δύο ἑορτές, ἡ νηστεία πού προηγοῦνταν ἀκολούθησε τήν ἑορτή τῶν Χριστουγέννων· γι' αὐτό ἡ Ἐκκλησία ὅρισε νά νηστεύουμε μόνο τήν παραμονή τῶν Θεοφανείων σάν προετοιμασία γιά τήν ἑορτή, καί ὄχι περισσότερες ἡμέρες, γιατί βρισκόμαστε σέ ἑορταστική περίοδο, τό ἅγιο Δωδεκαήμερο.
Καί δεύτερο· ἀρχαία συνήθεια ἦταν ἐπίσης αὐτοί πού θά βαπτίζονταν νά νηστεύουν καί μαζί μέ αὐτούς οἱ Ἀνάδοχοι, οἱ συγγενεῖς, ἀλλά καί ἄλλοι χριστιανοί οἱ ὁποῖοι τηροῦσαν ἐθελοντικά νηστεία «ὑπέρ τῶν βαπτιζομένων». Δέν ἦταν λοιπόν δύσκολο στή συνείδηση τῶν χριστιανῶν νά συνδεθοῦν ἡ πόση τοῦ ἁγιασμοῦ καί ἡ νηστεία, χωρίς νά ὑπάρχει αἰτιώδης σχέση μεταξύ αὐτῶν. 
Ἔτσι λοιπόν, μεταφέροντας τό ζήτημα στή σημερινή ἐποχή μποροῦμε νά ποῦμε ὅτι οἱ τακτικῶς μεταλαμβάνοντες τῶν ἁγίων Μυστηρίων καί τηροῦντες τίς νηστεῖες τῆς Ἐκκλησίας μας, ὅπως καί τῆς 5ης Ἰανουαρίου, εἶναι ἤδη ἕτοιμοι ὥστε νά πιοῦν ἀπό τό Μεγάλο Ἁγιασμό τῆς 5ης καί 6ης Ἰανουαρίου. Σέ ἄλλη περίπτωση, ἐνδείκνυται νά τελοῦν σχετική νηστεία, ὅπως ὁρίζει σ' αὐτούς ὁ Πνευματικός τους.



Τέλος ὅσοι ἐκτάκτως πίνουν ἀπό τό Μεγάλο Ἁγιασμό πού φυλάσσουν στό σπίτι τους, σέ ὧρες ἀσθενειῶν καί κινδύνων κ.λπ., μετά ἤ ἄνευ νηστείας, ἄς μήν ὑστεροῦν στήν πνευματική νηστεία ἀπέχοντες «ἀπό παντός μολυσμοῦ σαρκός τε καί πνεύματος, ἐπιτελοῦντες ἁγιωσύνην ἐν φόβῳ Θεοῦ» (Β΄ Κορ. 7,1).

Δευτέρα 29 Δεκεμβρίου 2025

Ο Μέγας Βασίλειος και ο αι-Βασίλης


Ο Μέγας Βασίλειος και ο αι-Βασίλης 


Αποτέλεσμα εικόνας για μ βασιλειος« Εις πάσαν την γήν εξήλθεν ο φθόγγος σου, ως δεξαμένην τον λόγον σου,
δι’ ου θεοπρεπώς εδογμάτισας, τήν φύσιν των όντων ετράνωσας,
τά των ανθρώπων ήθη κατεκόσμησας, Βασίλειον ιεράτευμα,
πάτερ όσιε, πρέσβευε Χριστώ τω Θεώ, σωθήναι τα ψυχάς ημών» .

1. Η προσωπικότητα του Μ. Βασιλείου
Ένας μεγάλος Πατέρας της Εκκλησίας, υπήρξε ο Μ. Βασίλειος, αγαπητοί Χριστιανοί, αλλά και ένας οικουμενικός διδάσκαλος. Γι’ αυτό σε τρία σημεία της προσωπικότητας του, θα σταθούμε σήμερα μέρα της γιορτής του μέσα από το απολυτίκιο του.
« Δι’ ου θεοπρεπώς εδογμάτισας»
Ο Μ. Βασίλειος έζησε ως επίσκοπος σε μια πολύ δύσκολη περίοδο της Εκκλησιαστικής ιστορίας. Είναι η περίοδος μεταξύ της Α´ Οικουμενικής Συνόδου, που έγινε στην Νίκαια της Βιθυνίας το 325 μ.Χ., και της Β´ Οικουμενικής Συνόδου, που έγινε το 381 μ.Χ. Και ο Μ. Βασίλειος αντιμετώπισε όλα τα θεολογικά ζητήματα της εποχής εκείνης με σοφία, διάκριση, σύνεση και ενώ εκοιμήθη σε ηλικία 49 ετών δύο χρόνια –το 379– πριν συνέλθει η Β´ Οικουμενική Σύνοδος, εν τούτοις είχε προετοιμάσει όλο το θεολογικό έδαφος πάνω στο οποίο στηρίχθηκε η Σύνοδος αυτή.
Δογμάτισε για τον Τριαδικό Θεό και για την αντιμετώπιση των αιρέσεων που εμφανίσθηκαν και οι οποίες με τον τρόπο τους καταργούσαν τη Θεότητα του Χριστού και του Αγίου Πνεύματος.
 « Την φύσιν των όντων ετράνωσας» .
Σπούδασε στην Αθήνα την αρχαία ελληνική φιλοσοφία, αλλά και όλες τις επιστήμες της εποχής του. Κατά την μαρτυρία του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, που ήταν προσωπικός του φίλος και συμμαθητής του στην Αθήνα, έμαθε εννέα επιστήμες. Αν διαβάσει κανείς την « εξαήμερό» του, δηλαδή την ερμηνεία που κάνει στην δημιουργία του κόσμου σε έξι ημέρες, θα διαπιστώσει ότι μέσα στο βιβλίο αυτό κατόρθωσε να συγκεντρώσει όλες τις επιστημονικές γνώσεις της εποχής του για τον κόσμο και την δημιουργία του.
« Τα των ανθρώπων ήθη κατεκόσμησας»
Όμως ο Μ. Βασίλειος δεν ήταν ένας θεωρητικός Θεολόγος και επιστήμονας, αλλά και μεγάλος μεταρρυθμιστής. Ενδιαφερόταν για τους δούλους, τους πτωχούς, για την ελάφρυνση της φορολογίας του λαού, για τις αδικίες που υφίσταντο διάφοροι άνθρωποι, διοργάνωσε την φιλανθρωπία. Είναι ο θεμελιωτής των φιλανθρωπικών ιδρυμάτων. Μέχρι τότε το Κράτος δεν είχε αναπτύξει την κοινωνική πρόνοια. Ο Μ. Βασίλειος εμφορούμενος από τις Χριστιανικές του αρχές ανέπτυξε σε μεγάλο βαθμό την φιλανθρωπία. Είναι γνωστή στην ιστορία η « Βασιλειάδα» του.
Πρόκειται για μια καινούρια πόλη. Μέσα στην « Βασιλειάδα» υπήρχε μεγαλοπρεπής καθεδρικός Ναός, οικήματα γύρω από το Ναό, ξενώνας για την φιλοξενία των ξένων και των περαστικών από την πόλη, νοσοκομείο για την θεραπεία των ασθενών με το αναγκαίο προσωπικό από ιατρούς, νοσοκόμους, οδηγούς, υποζύγια, οίκους για στέγαση των απαραιτήτων εργαστηρίων και τεχνητών. Υπάρχει πληροφορία που διασώζεται από τον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο ότι τους λεπρούς, οι οποίοι την εποχή εκείνη ήταν απόβλητοι από την κοινωνία, τους φρόντιζε ο ίδιος.
Το σπουδαιότερο είναι ότι ο Μ. Βασίλειος έκανε όλο αυτό το έργο της φιλανθρωπίας, δείχνοντας το προσωπικό του παράδειγμα, αφού καίτοι ήταν εύπορος έδωσε όλη την περιουσία του σε όσους είχαν ανάγκη και μάλιστα όταν πέθανε είχε ως μόνα περιουσιακά στοιχεία ένα τρίχινο ράσο και λίγα βιβλία. Αλλά η αγάπη του ήταν τέτοια, ώστε στην κηδεία του, από τον συνωστισμό του κόσμου, πέθαναν και άνθρωποι.
Η κοινωνική προσφορά του Μ. Βασιλείου σε συνδυασμό με την αγάπη του, την εξυπνάδα του και τις θαυματουργικές του επεμβάσεις φαίνεται και στο περιστατικό σύμφωνα με το οποίο υπάρχει η παράδοση της Βασιλόπιττας. Σύμφωνα με αυτήν « όταν ο άγιος Βασίλειος ήταν Επίσκοπος στην Καισάρεια, ο τότε Έπαρχος της Καππαδοκίας πήγε με σκληρές διαθέσεις να εισπράξει φόρους. Οι κάτοικοι φοβισμένοι εζήτησαν την προστασία του ποιμενάρχη τους. –"Σάς προτρέπω ευθύς, τους είπε εκείνος, να μου φέρει έκαστος ό,τι πολύτιμο έχει . Μάζεψαν πολλά δώρα, και βγήκαν μαζί με τον Δεσπότη τους οι Καισαρείς να προϋπαντήσουν τον Έπαρχο. Ήταν όμως τέτοια η εμφάνιση και η πειθώ του Μ. Βασιλείου, που ο Έπαρχος καταπραΰνθηκε, χωρίς να θελήσει να πάρει τα δώρα. Γύρισαν πίσω χαρούμενοι, κι ο άγιος Βασίλειος πήρε να τους ξαναδώσει τα τιμαλφή. Ο χωρισμός όμως ήτο δυσχερής, διότι πολλά όμοια είχαν προσφέρει, δακτυλίδια δηλαδή, νομίσματα κλπ. Ο Βασίλειος τότε σκέφθηκε ένα θαυματουργό τρόπο: Διέταξε να κατασκευασθούν την εσπέρα του Σαββάτου πλακούντια (δηλ. μικρές πίτες) και εντός ενός εκάστου έβαλε ανά ένα αντικείμενο, την δε επομένη έδωσε ανά ένα σε ένα έκαστο Χριστιανό. Οποίο όμως θαύμα! Μέσα σε κάθε πλακούντιο βρήκε έκαστος ό,τι είχε προσφέρει! Από τότε, λέγει η παράδοση, κάθε στη γιορτή του αγ. Βασιλείου κάνουμε κι εμείς πίτες και βάζουμε μέσα νομίσματα» .
Μα ο Μ. Βασίλειος υπήρξε μεγάλη προσωπικότητα που δεν εξαντλείται στα λίγα που αναφέραμε πιο πάνω.
2. Η μορφή του αι-Βασίλη
Ενώ όμως η Εκκλησία, τιμά σε μεγάλο βαθμό την μεγάλη προσωπικότητα του Μ. Βασιλείου, εν τούτοις η λαϊκή παράδοση και κυρίως η δυτική –ευρωπαϊκή και αμερικανική– νοοτροπία μετέτρεψε το Μέγα Βασίλειο σε αι-Βασίλη, με πολλές παραλλαγές.
Ο καθηγητής της Λαογραφίας Δημήτρης Λουκάτος μας γράφει ότι ο δικός μας άγιος Βασίλης « ήταν ένας καθαρά πρωτοχρονιάτικος άγιος, κάτι ανάμεσα στον πραγματικό Ιεράρχη της Καισαρείας και σ’ ένα πρόσωπο συμβολικό του Ελληνισμού, που ξεκινούσε από τα βάθη της ελληνικής Ασίας, κι έφτανε την ίδια μέρα σ’ όλα τα πλάτη, από τον Πόντο ως την Επτάνησο κι από την Ήπειρο ώς την Κύπρο. Ξεκινούσε σαν μεσαιωνικός πεζοπόρος, αμέσως ύστερ’ από τα Χριστούγεννα, με το ραβδί στο χέρι, και περνούσε απ’ τους διάφορους τόπους, καλόβολος πάντα και κουβεντιαστής με όσους συναντούσε» … « Δεν κρατούσε κοφίνι στην πλάτη του ούτε σακκί φορτωμένο με δώρα. Εκείνο που έφερνε στους ανθρώπους ήταν περισσότερο συμβολικό: η καλή τύχη ιδιαίτερα κι η ιερατική ευλογία του. Γενικά στην δική μας παράδοση ο αι-Βασίλης ήταν « μικρασιάτης, μελαχρινός, αδύνατος, γελαστός, με μαύρα γένια και καμαρωτά φρύδια. Ντυμένος σαν βυζαντινός πεζοπόρος, με σκουφί και πέδιλα, στο χέρι του κρατούσε ένα ραβδί» (Σπύρος Δημητρέλης).
Η πατρίδα του ανατολικού αι-Βασίλη είναι η Μικρά Ασία, και είναι γραμματισμένος, κατάγεται από την Καισάρεια και « βαστάει κόλλα και χαρτί, χαρτί και καλαμάρι» και προσφέρει ως δώρο « τη σταθερή και διαχρονική χαρά της γνώσης» .
Αποτέλεσμα εικόνας για αη βασιληςΣτην Δύση δημιουργήθηκε ένας άλλος τύπος αι-Βασίλη που έκοψε εντελώς κάθε σχέση με την πραγματικότητα.
Είναι ο αι-Βασίλης του Τόμας Νάστ που δείχνει το όνειρο της αμερικανικής παγκοσμιοποιημένης κοινωνίας. Της κοινωνίας που στηρίζεται στην ευημερία, την ευδαιμονία, την καλοπέραση, την αγαθοσύνη και την μακροημέρευση του ανθρώπου. Είναι η προσωποποίηση του υλισμού. Στις αρχές του αιώνα μας ο αι-Βασίλης άλλαξε κάπως μορφή, και έγινε όπως ακριβώς τον γνωρίζουμε σήμερα. Σε αυτό συνετέλεσε η Κόκα-Κόλα. « Κι αν ήταν ο σκιτσογράφος Τόμας Νάστ που τον φαντάστηκε πρώτος, περίπου όπως είναι σήμερα, η Κόκα-Κόλα αποτέλεσε την αφορμή για να γίνει η μορφή του τόσο δημοφιλής.
Η παράδοση σύμφωνα με την οποία ο αι-Βασίλης περνά μέσα από καμινάδες για να δώση δώρα στα παιδιά προέρχεται από το ποίημα του Κλέμεντ Μούρ ο οποίος « δανείστηκε την ιδέα της καμινάδας, μαζί με την ιδέα του έλκηθρου και των οκτώ ελαφιών που το σέρνουν, από ένα φινλανδικό παραμύθι» .
Επομένως ο αι-Βασίλης της Μικράς Ασίας που είναι εγγράμματος και δίδει ως δώρο την γνώση, μετατρέπεται στον Σάντα Κλάους που δίδει « την εφήμερη ηδονή της κατανάλωσης». Δεν είναι ένα πρόσωπο με τα υπαρξιακά του ερωτήματα και τις αγωνίες, με την ασκητική του διάσταση, αλλά διακρίνεται για την « προτεταμένη κοιλιά, τα ροδοκόκκινα μάγουλα» και είναι η εικόνα της « καλοπέρασης και της αισιοδοξίας» .
Αγαπητοί μου,
Η πορεία του ανθρώπου από τον Μ. Βασίλειο της Ορθοδόξου Παραδόσεως στον αι-Βασίλη αγγλοσαξωνικού τύπου δείχνει την υποβάθμιση του πολιτισμού, την πορεία από την οντολογία στον ευδαιμονισμό, τον ωφελιμισμό και την χρησιμοθηρία. Εάν η πορεία από τον Μ. Βασίλειο στον αι-Βασίλη δείχνει την επιπεδοποίηση του ανθρώπου, αλλά και την υποβάθμισή του, η αντίστροφη πορεία από τον αι-Βασίλη του καταναλωτισμού και του ευδαιμονισμού στον Μ. Βασίλειο της Εκκλησίας δείχνει την αναβάθμιση του ανθρώπου, την ανύψωσή του, την πορεία του δηλαδή από το πράγμα στην υπόσταση, από το άτομο στο πρόσωπο. Αυτό είναι το νόημα των εορτών. Αυτό ας ευχηθούμε για εαυτούς και αλλήλους τον νέο χρόνο.