Παρασκευή 20 Ιανουαρίου 2017

Ο ΖΑΚΧΑΙΟΣ



Ο Ζακχαίος ήταν αρχιτελώνης και πολύ πλούσιος, αλλά, «τη ηλικία μικρός». Ήτανε κοντός. Επιθυμούσε όμως πολύ να δει τον Ιησού. Γι’ αυτό ανέβηκε πάνω σε ένα δένδρο. Αυτός, ο άρχοντας, ο επίσημος, ο πλούσιος, ο άνθρωπος με το μεγάλο κοινωνικό κύρος καταδέχτηκε να ανεβεί σ’ ένα δένδρο, σαν μικρό παιδί, για να μπορέσει να δει τον Ιησού. Και τον είδε τον Ιησού. Και τον είδε και ο Ιησούς. Είδε την καρδιά του, είδε τη φλογερή του επιθυμία, είδε τη δίψα του Ζακχαίου. Και το αποτέλεσμα: «Σμερον εν τω οίκω σου δει με μείναι», σήμερα θα μείνω στο σπίτι σου. Ο Χριστός παράτησε όλους του τύπου του νόμου και επισκέφτηκε ένα σκουπίδι. Ένα τιποτένιο αμαρτωλό και χιλιοκατηγορημένο
Οι Τελώνες, αγαπητοί χριστιανοί, γνωστό μας πλέον αυτό, ήταν οι πιο μισητοί άνθρωποι. Οι Ρωμαίοι ανέθεταν σε αυτούς εργολαβικά τους φόρους. Εισέπρατταν οι Ρωμαίοι τους φόρους από τους Τελώνες και αυτοί μετά΄, μάζευαν από το λαό όσα ήθελαν. Οι Τελώνες χρησιμοποιούσαν τη ρωμαϊκή εξουσία και πλούτιζαν από το μόχθο των συμπατριωτών τους. Ο Ζακχαίος όπως μας πληροφορούν οι ευαγγελιστές ήταν ένας από αυτούς. Ήταν αρχιτελώνης μάλιστα. Άρα, διπλά διεφθαρμένος. Άνθρωπος της διαπλοκής και του ανέντιμου πλουτισμού. Μα είχε μέσα του και δίψα για ζωή. Παρά τα πλούτη, μάλλον, εξαιτίας του πλούτου, ένοιωθε το αδιέξοδο, τη φτώχεια, την πείνα και τη δίψα που προκαλεί η προσκόλληση στην ύλη, και η ικανοποίηση των παθών.
Ζούμε, αδελφοί μου, οι περισσότεροι με το όνειρο του πλουτισμού. Αν μας ανακοινώσουν ότι κερδίσαμε ένα μεγάλο, ένα τεράστιο χρηματικό ποσό, θα κινδυνεύσει ακόμα και αυτή η ψυχική μας υγεία από την πολύ χαρά. Αν πάμε όμως να δούμε αυτούς που από χρόνια κατέχουν τέτοιες μεγάλες περιουσίες το ίδιο χάλι θα αντικρίσουμε, την ίδια γκρίνια, την ίδια μιζέρια, με μας, τους κοινούς πολίτες αυτής της χώρας και ίσως εκεί, σ’ αυτούς που όπως λέμε δεν ξέρουν τι έχουν, να βρούμε χειρότερη κατάσταση· εντονότερα ψυχολογικά προβλήματα, μεγαλύτερη ανία, περισσότερο άγχος, ακόμα πιο μεγάλη δίψα για ζωή.
Αδελφοί μου!Ένα υπερβολικά μεγάλο ποσοστό των κατοίκων της γης δεν έχουν εξασφαλισμένο φαγητό, ντύσιμο, στέγη κι ένα κάποιο κρεβάτι για ύπνο. 40 εκατομμύρια συνάνθρωποί μας πεθαίνουν κάθε χρόνο από πείνα και κοινές, εύκολα θεραπεύσιμες ασθένειες. Εμείς, δεν αντέχουμε τη μίζερη κατάστασή μας, πεθαίνουμε από ανία και οραματιζόμαστε κέρδη και πλούτη άλλα, πιο πολλά. Ο άνθρωπος δεν χορταίνει, δεν ικανοποιείται. Διψά για όλο και περισσότερα. Αχόρταγο το πάθος. Οι κόρες του Δαναού τιμωρήθηκαν να προσπαθούν να γεμίσουν με νερό σπασμένα, ξεπατωμένα πιθάρια. Κουβαλούσαν το νερό και το έχυναν στ’ απύθμενα πιθάρια. Η πλεονεξία είναι μεγάλη κατάρα για τις κοινωνίες του ανθρώπου. Λόγω της πλεονεξίας κυριαρχεί η κοινωνική αδικία και γίνονται οι πόλεμοι.
Αλλά ο Θεός έπλασε τον άνθρωπο κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση. Σκοπός του ανθρώπου είναι να γίνει και αυτός κατά χάρη θεός. Ο άνθρωπος είναι ένας καθρέφτης, που καθαρός μπορεί να φωτίζει όπως ο ήλιος. Μπορεί να γίνει φωτεινός καθρέφτης με την προϋπόθεση ότι θα είναι συνεχώς στραμμένος προς τον ήλιο και από τον ήλιο θα παίρνει φως. Τότε τον άνθρωπο τον λέμε άγιο. Τότε ο άνθρωπος έχει γίνει κατά χάρη θεός. Θεός βέβαια από χάρισμα και όχι από δικιά του ικανότητα. Ο Θεός δημιούργησε τον άνθρωπο έτσι που να μπορεί να ενωθεί μαζί Του.
Όμως ο άνθρωπος, ο κατά χάριν θεός, ο δυνάμει θεός, με τα τόσα και τόσα χαρίσματα δεν παύει να είναι πεπερασμένος. Άπειρος ο Θεός πεπερασμένος ο άνθρωπος. Χωρίς αρχή και τέλος ο Θεός, με αρχή και επίγειο τέλος ο άνθρωπος. Απαθής ο Θεός με πάθη, ο άνθρωπος. Και βλέπουμε και μιλάμε σήμερα για την πλεονεξία μας. Για το ανικανοποίητο μας. Για την αχαριστία μας, για την αχορτασιά μας. Ποτέ δεν δείχνουμε ευχαριστημένοι, ποτέ δεν παραμένουμε σε μια κατάσταση όσο ωραία και καλή κι αν είναι. Μετά από λίγο έχουμε βαρεθεί. Θέλουμε κάτι άλλο, κι άλλο, κι ακόμα πιο πολύ. Η πλεονεξία είναι η μεγαλύτερη κατάρα που καθηλώνει τον άνθρωπο στη γη. Μας κολλά χαμηλά, κρατά πάντα το κεφάλι μας σκυμμένο προς τα κάτω. Ο ουρανός ένα άπιαστο όνειρο.
          Αλλά αδελφοί μου! Αυτή η πλεονεξία, από πάθος, από κατάρα, μπορεί να γίνει και ευλογία. Κατάρα όταν ο άνθρωπος κολλά στα υλικά, ευλογία όταν ο θνητός ποθήσει την αθανασία. Όταν αποφασίσει να μετανιώσει. Όταν ο άνθρωπος υποψιαστεί, όταν καταλάβει, τη φτώχεια, τη μιζέρια αυτής της ζωής και αναζητήσει αληθινή, πραγματική, γνήσια ζωή. Τότε η πλεονεξία γίνεται προτέρημα. Τότε υπάρχει πραγματική δυνατότητα να δέχεται κανείς όλο και περισσότερα. Η θεία Χάρη τρέφει τον άνθρωπο, και τότε αρχίζει η πορεία προς την ατελεύτητη τελείωση, προς την τελειότητα που δεν έχει τελειωμό. Η κατάρα είναι ευλογία, η πλεονεξία γίνεται χάρισμα όταν δεν χορταίνουμε το Θεό. Όταν δεν χορταίνουμε να αναβαίνουμε. Όταν μέλημα και καθημερινή μας σκέψη είναι η αγιότητα.
Ο Ζακχαίος είχε το μεγάλο προσόν να αντιλαμβάνεται το αδιέξοδο που προκαλεί ο υλικός πλούτος. Καταλάβαινε, ένοιωθε, τη μίζερη χαρά, την εφήμερη, την λειψή ευχαρίστηση, την πτωχή απόλαυση που προσφέρει ο πλούτος. Διψούσε για ζωή, για αληθινή ζωή, για ζωή που δεν χάνεται, που δεν σβήνει· για ζωή που χορταίνει. Πεινούσε και διψούσε, και κατάλαβε, και υποψιάστηκε, ότι ο Ιησούς, ήταν φορέας μιας άλλης ζωής. Ξεπέρασε κάθε κοινωνική συμβατικότητα, ξεπέρασε την φυσιολογική ντροπή και δεν υπολόγισε τίποτε προκειμένου να μπορέσει να δει το Γιο της Μαρίας. Και ο Σωτήρας τον είδε τον Ζακχαίο και πήγε στο σπίτι του. Ο αρχιτελώνης φιλοξένησε τον Θεάνθρωπο. Άνοιξε το σπίτι του και η καρδιά του σκίρτησε. «Υπεδέξατο αυτόν χαίρων». Ο Ζακχαίος δέχτηκε τον Χριστό στο σπίτι του και γέμισε η ύπαρξη του από την ανείπωτη χαρά που μόνο ο Πλάστης μπορεί να προσφέρει στο πλάσμα του.
Αγαπητοί χριστιανοί! «Άνθρωπος ανθρώπω λύκος». Έτσι οι αρχαίοι έλεγαν.  Ο άνθρωπος για τον άνθρωπο είναι λύκος. Και πράγματι έτσι είναι. Ο πεινασμένος για ζωή, για ευδαιμονία, άνθρωπος, ορμά στον συνάνθρωπο του και τον εκμεταλλεύεται με την ελπίδα να κερδίσει έστω και μια μικρή ψευδαίσθηση ζωής, λίγα παραπάνω χρήματα, περισσότερη κενή δόξα, επιπλέον εφήμερη απόλαυση. Πεινάει ο θνητός κι εκμεταλλεύεται. Ο Χριστός όμως ήρθε ακριβώς για να μας ικανοποιήσει αυτή τη πείνα και τη δίψα. Ήρθε και μας πρόσφερε το ίδιο του το Σώμα και το Αίμα για να έχουμε ζωή αιώνια. Τρέφεται όποιος πλησιάζει στο Χριστό με θέρμη καρδιά. Τρώει και χορταίνει. Και τότε σαν το Ζακχαίο παύει να επιθυμεί τα του πλησίον. Τότε επιθυμεί να προσφέρει απ’ τα δικά του, στον πλησίον. Ο αρχιτελώνης πρόσφερε κατευθείαν τη μισή του περιουσία στους φτωχούς και υποσχέθηκε να αποζημιώσει στο τετραπλάσιο όσους αδίκησε. Το αγρίμι που μέχρι χθες έπινε το αίμα των συνανθρώπων του, δίνει απλόχερα, σκορπάει τα υπάρχοντά του. Η χαρά που ένοιωσε από την συναναστροφή με τον Ιησού ζέστανε την καρδιά του· μέθυσε, ζαλίστηκε από αγάπη για το Χριστό, από αγάπη για το συνάνθρωπο, και σκόρπισε αυτά που με τόση σκληρότητα κι απανθρωπιά είχε μαζέψει.
Μακάρι κι εμείς να καταφέρουμε, σαν το Ζακχαίο, να νοιώσουμε απελπισία για τις χαρές αυτού του κόσμου και να στραφούμε προς Αυτόν που ως μανικός εραστής ποθεί, και μπορεί, να μας προσφέρει ζωή αιώνια, ζωή αληθινή, εδώ και τώρα. Να στραφούμε προς το Χριστό και να ακούσουμε μαζί με το Ζακχαίο, το, «Σήμερον σωτηρία τω οίκω τούτω εγένετο». Σήμερα ήρθε η σωτηρία σ’ αυτό το σπίτι. Για σκεφτείτε το!  Αμήν.