Τρίτη 30 Ιουνίου 2015

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΤΗΣ ΛΕΣΒΟΥ

Εύλαβικό έθιμο έπεκράτησε στο Άγιο ’Όρος, μετά την Κυριακή των Αγίων Πάντων, νά γιορτάζεται, εκεί, την επομένη Κυριακή. και ιδιαίτερη γιορτή προς τιμή «πάντων των εν Αγίω Όρει διαλαμψάντων Αγίων».
Αυτό το ωραίο έθιμο ενέπνευσε και τη γιορτή «των εν Λέσβω διαλαμψάντων Αγίων». Ο μέν αείμνηστος Μητροπολίτης Ιάκωβος κοντά στις άλλες τοπικές γιορτές, που μας εχάρισε, της ανακομιδής τοΰ Λειψάνου τοΰ Αγίου Θεοδώρου του Βυζαντίου, πολιούχου Μυτιλήνης, του Αγίου Ανδρέου Κρήτης του υμνογράφου στην Ερεσό, του Αγίου Γρηγορίου Άσσου στη Γέρα, καθιέρωσε και τη γιορτή των Λεσβίων Αγιων, ο δε Αγιορείτης ιερεύς Φώτιος Λαυριώτης εφρόντισε για τη σύνθεση ειδικής ακολουθίας, που συνέθεσε στο Άγιο Όρος ο άριστος υμνογράφος Μοναχός Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης, ως και για την κατασκευή της πρώτης ωραίας εικόνας των Λεσβίων Αγίων, που βρίσκεται στο ναό της Αγίας Βαρβάρας Παμφίλων και περιλαμβάνει τους 23 μέχρι τότε γνωστούς αγίους της Λέσβου.
* * *
Αγκαλιασμένο τό νησί μας απ’ την αγία γη της Ανατολής, που, απ’ τη Παλαιστίνη μέχρι το Βυζάντιο, στάθηκε ο τόπος, που ανέδειξε τους περισσοτέρους και μεγαλύτερους Αγίους της Εκκλησίας μας, δεχότανε κι αυτό την ευλογία και το φως της Ανατολής. Πέρασε κι από δω ο Απόστολος Παύλος και ίσως να έκαμε αυτός το πρώτο κήρυγμα στη Λέσβο. Αργότερα, βρίσκουμε οργανωμένο Χριστιανισμό, ιστορικές μαρτυρίες που φανερώνουν μια αδιάκοπη θρησκευτική πρόοδο. Συναντούμε μια άνθηση της μοναχικής ζωής με την ίδρυση πολλών και αξιολόγων Μοναστηριών και, τέλος πολλούς Αγίους που ετίμησαν και αγίασαν το νησί αυτό.
Οι Άγιοι αυτοί που ανέρχονται στους 30, δεν είναι όλοι Λέσβιοι. Πολλοί απ’ αυτούς κατάγονται από άλλα μέρη αλλά έζησαν ή εμαρτύρησαν εδώ. Άλλοι πάλι είναι Λέσβιοι, αλλά έζησαν ή εμαρτύρησαν σε άλλους τόπους. Άλλοι απ’ αυτούς είναι γνωστοί και επίσημοι στην Εκκλησιαστική μας Ιστορία, άλλοι ολιγώτερο γνωστοί, οι Νεομάρτυρες κυρίως. Ανάμεσα σ’ αυτούς βρίσκονται κληρικοί, λαϊκοί, νέοι, γέροντες, γυναίκες και ένας Μωαμεθανός που έγινε χριστιανός και, ίσως, αποτελεί εξαιρετική περίπτωσι η ζωή και το μαρτύριό του.
Απ’ τους γνωστούς Αγίους της Εκκλησίας είναι ο Άγιος Γεώργιος, επίσκοπος Μυτιλήνης, για του οποίου τη ζωή και την αγιότητα πολλά γνωρίζουμε, και του οποίου το Μοναστήρι, αναγνωρισμένο απ’ το Πατριαρχείο, ήταν στα Τρία Κυπαρίσσια, στο Σαρή - μπαμπά τής Μυτιλήνης (κίτρινος γέρος στήν τουρκι­κή). Ο Άγιος Αλέξανδρος, επίσκοπος Μηθύμνης, που μια μαρμάρινη λάρνακα είναι κατά πάσαν πιθανότητα, ο τάφος του κοντά στή Λαφιώνα.
Ο Γρηγόριος επίσκοπος Άσσου, του οποίου το Μονα­στήρι και τα Άγια Λείψανα βρήκε κοντά στο Σκόπελο με άνασκαφές ο τότε Πρωτοσύγκελλος και τώρα Σεβασμ. Μητροπο­λίτης Μυτιλήνης κ. Ιάκωβος, ο Άγιος Ιγνάτιος επίσκοπος Μηθύμνης, που έκτισε τα Μοναστήρια της Καλλονής, που προσέφεραν ανυπολόγιστες υπηρεσίες κατά τους χρόνους της σκλαβιάς και αργότερα στο νησί και στην Εκκλησία, ο Άγιος Ανδρέας, επίσκοπος Κρήτης, που ο τάφος του βρίσκεται στην Ερεσό, ο Άγιος Θεοφάνης ο Σιγριανής κατά πάσαν πιθανότητα κτήτωρ της Ι. Μονής Υψηλού, και τέλος ο λέσβιος Οικουμενι­κός Πατριάρχης Παρθένιος, που κρεμάστηκε απ’ τους Τούρκους, συμπληρώνουν την ομάδα των Αγίων της Λέσβου. Ο τελευ­ταίος ανήκει και στη χορεία των νεομαρτύρων.
Η Θεοκτίστη από τη Μήθυμνα, που την έφεραν πειραταί στη Πάρο και εκεί έζησε μόνη στην ερημιά 35 χρόνια και άλλες 5 άγνωστες νέες, που μαρτύρησαν για τη πίστη του Χριστού, η Θωμαΐς η Λεσβία που μαρτύρησε στη Κωνσταντι­νούπολη, αποτελοΰν την ομάδα των γυναικών Αγίων του νησιού μας.
’Έρχονται έπειτα οί Νεομάρτυρες στά χρόνια τής Τουρκο­κρατίας. Πρώτος μεταξύ τους ο Άγιος Θεόδωρος ο Βυζάντιος, Πολιούχος της Μυτιλήνης. Κρεμάστηκε απ’ τους Τούρκους έξω απ’ το φρούριο της Μυτιλήνης. Οι χριστιανοί πήραν το ιερό λείψανο το έθαψαν μπροστά στο νάρθηκα της Χρυσομαλλούσης και αργότερα (1881) έκαμε τον τάφο του στα πλάγια του Ναού η «συντεχνία των χτιστών» της Μυτιλήνης, αλλά το άγιο λεινανο. που διατηρήθηκε σώο, δεν ετέθη καθόλου σ’ αύτόν τον τάφο. γιατί αμέσως μεταφέρθηκε απ’ τη Χρυσομαλλούσα στο Μητροπολιτικό Ναό, όπου και παραμένει. Αυτός ο άγιος Θεόδωρος έσωσε απ’ τη πανώλη τη Μυτιλήνη στα 1832 και εις άνάμνησιν του θαύματος τούτου γίνεται η πάνδημος Λιτανεία την Δ΄  Κυριακή του Πάσχα.
Ένδεκα χρόνια αργότερα μαρτύρησε ο άλλος Άγιος Θεό­δωρος ο Μυτιληναίος. Κρεμάστηκε κι αυτός και το σώμα του το έρριξαν στη θάλασσα απ’ όπου το περιμάζευσαν οι Χριστια­νοί και το έθαψαν στόν Άγιο Γιάννη, το Μώθωνα και του οποίου ο τάφος εύρέθη κατά την επισκευή του Ναϋδρίου τούτου το 1972. Άλλοι Νεομάρτυρες είναι ο Γεώργιος Παζιανος, απ’ τη Πλαγιά, ο Αναστάσιος Πανέρας απ’ τον Άσώματο και Δημήτριος Μπεγιάζης απ’ την Αγιάσο, ο Γεώργιος απ’ την Ιβηρία, που μαρτύρησε εδώ, ο Δούκας ο Μυτιληναίος, που τον έγδαραν οι Τούρκοι, ο Λουκάς και ο Νικόλαος και ο Μωαμεθα­νός απ’ το Υψηλομέτωπο, που αφού γιατρεύτηκε από αθεράπευτη αρρώστεια με αγίασμα, που ήπιε και νίφτηκε, πίστεψε, βαπτίστηκε Κωνσταντίνος και τέλος μαρτύρησε. Στην αγία χορεία των Νεομαρτύρων ανήκουν και οι νεοφανείς (1959) άγιοι της Θερμής Λέσβου, Ραφαήλ Ηγούμενος της Ι. Μονής των Καρυών Λέσβου, όο διάκονος Νικόλαος, ο πρόεδρος της Θερμής, ο διδάσκαλος της Θερμής, η κόρη του προέδρου Ειρήνη, που υπέστησαν μαρτυρικό θάνατο κατά το έτος 1462.
* * *
Ό Κύριλλος Λούκαρις έλεγε: «Αν είχε βασιλεύσει ο Τούρ­κος εις την Φραγκιά δέκα χρόνους, Χριστιανούς εκεί δεν θα εύρισκες. Και εις την Ελλάδα τώρα τριακοσίους χρόνους κακοπαθούν οίι άνθρωποι και βασανίζονται, διά να στέκουν εις την πίστιν των και λάμπει η πίστις του Χριστού».
Είναι άνάγκη να μη χάσωμε το φως αύτόο που μας παρέδωκαν. Η πίστις τους μπορεί να δυναμώσει και τη δική μας πίστι. Και δεν χρειαζόμεθα άλλο, από πίστη που δίνει δύναμη στα σημερινά τα χρόνια.

Γ. ΣΩΤΗΡΙΟΥ  /  ΕΟΡΤΙΑ ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ / ΜΥΤΙΛΗΝΗ 1986

Άπολυτίκιον, Ήχος γ'


Θειον σύστημα κλεινών Οσίων και ομήγυριν Αρχιερέων και Μαρτύρων ακαθαίρετον φάλαγγα, η νήσος Λέσβος γεραίρει χορεύουσα, ως εν αυτή τον Χριστόν μεγαλύναντας και πρεσβεύοντας δωρήσασθαι ταις ψυχαις ημών ειρήνην αληθή και μέγα έλεος.

Παρασκευή 26 Ιουνίου 2015

ΣΚΛΑΒΙΑ ΚΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ


Αδελφοί, είστε ελεύθεροι πια από το ζυγό της αμαρτίας κι υπηρετείτε το καλό και το δίκαιο. Χρησιμοποιώ την ανθρώπινη εικόνα της δουλείας, γιατί δεν μπορείτε αλλιώτικα να με καταλάβετε.


Στο σημερινό Αποστολικό ανάγνωσμα, κομμάτι από την προς Ρωμαίους επιστολή του Αποστόλου Παύλου, ο Απόστολος απευθυνόμενος τους χριστιανούς της Ρώμης, τους μιλά για σκλαβιά και ελευθερία. Και χρησιμοποίει, όπως μας εξηγεί ο ίδιος, αυτές τις έννοιες της σκλαβιάς και της ελευθερίας,  για να μπορέσουν  να τον καταλάβουν σ’ αυτά τα οποία τους λέει.
Παλιότερα είχατε υποδουλώσει όλο το είναι σας σε πάθη και πράξεις αντίθετες στο θεϊκό θέλημα, με αποτέλεσμα να ζείτε αντίθετα προς τις εντολές του Θεού. Έτσι πρέπει και τώρα να υποδουλώσετε όλο το είναι σας στο θεϊκό θέλημα, για να βρεθείτε κοντά στο Θεό. Μην ξεχνάτε πως, όσον καιρό ήσασταν υπόδουλοι στην αμαρτία, ήσασταν μακριά από το θέλημα του Θεού. Ποιο ήταν το κέρδος σας από τη διαγωγή σας εκείνη; Τώρα όμως είστε ελεύθεροι πια από την αμαρτία κι ανήκετε στο Θεό. Καρπός της καινούριας ζωής σας είναι η αγιοσύνη, και το τέλος της πορείας σας είναι η αιώνια ζωή. Γιατί ο μισθός που δίνει η αμαρτία είναι ο θάνατος, ενώ το δώρο που χαρίζει ο Θεός είναι η αιώνια ζωή, την οποία έφερε ο Ιησούς Χριστός, ο Κύριός μας.
Σκλαβιά λοιπόν και ελευθερία. Ο κάθε ένας μπορεί να συγκρίνει αυτές τις δυο καταστάσεις και να βγάλει τα συμπεράσματά του. Τι σημαίνει να ζεις λεύτερος και τι σημαίνει να ζεις σκλαβωμένος.
Από δω ο Απόστολος ορμώμενος προχώρα  για να  αναφερθεί στη δουλεία, τη σκλαβιά της αμαρτίας και στην εν Χριστώ ελευθερία.
Ο άνθρωπος μέσα στην πορεία της ζωής του καλείται να επιλέξει μια από τις δυο καταστάσεις. Να ζήσει σαν δούλος ή να ζήσει ελεύθερος. Να ακολουθήσει τη σκλαβιά της αμαρτίας, τον αποχωρισμό του από το Θεό, ή την αποκάλυψη της αλήθειας που οδηγεί στην εν Χριστώ ελευθερία. Ο Χριστός ήλθε στον κόσμο προσλαμβάνοντας την ανθρώπινη φύση για να μας δείξει τούτο το δρόμο, Το δρόμο που οδηγεί στην ελευθερία. Το δρόμο που μας οδηγεί μακριά από κάθε είδους σκλαβιά. Και λέγοντας εδώ σκλαβιά εννοούμε την προσκόλληση σε κάθε είδους πάθος. Τη προσκόλληση στα του σώματος, την απασχόληση μονάχα με όσα ζητά το σώμα μας το οποίο ξέρει μόνο να ζητά, το κυνήγι μιας επίγειας προσωρινής ευτυχίας, σαν κι αυτή του άφρονα πλούσιου. «Ψυχή μου έχεις πολλά αγαθά, κείμενα εις έτη πολλά. Αναπαύου, φάγε, πίε, ευφραίνου».
«Για την Εκκλησία μας η αμαρτία είναι το σοβαρότερο πνευματικό νόσημα του ανθρώπου, που τον βυθίζει στο τέλμα μιας πλασματικής ελευθερίας και τον οδηγεί σταδιακά στη χειρότερη μορφή υποδούλωσης και εξάρτησης. Ενώ, αρχικά, προκαλεί εσωτερική διέγερση και αίσθημα ικανοποίησης, εντούτοις, έχει αντιστρόφως ανάλογα αποτελέσματα, τα οποία προκαλούν διάσπαση στον έσω άνθρωπο και απόλυτη διάσπαση της κοινωνίας με τον Θεό. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, «η αμαρτία καταντά αυτοτιμωρία, αυτοκαταδίκη και αυτοκαταστροφή, αυτοεγκλεισμός του ανθρώπου στη μοναξιά και στο αδιέξοδό του, στην ασθένεια και στην αδυναμία του, αυτοπαράδοσή του στο θάνατο που διάλεξε αντί για τη ζωή. Είναι η ίδια η κόλαση μέσα μας, που θελήσαμε αντί για την Βασιλεία του Θεού, καρπός της εκλογής του όχι του διαβόλου, αντί του ναι του Θεού»  π. Μιχαήλ Καρδαμάκης, «Ορθόδοξη πνευματικότητα», σελ. 246
Αδελφοί μου!
Το πνεύμα του κόσμου αντιδρά στη συζήτηση περί αμαρτίας λέγοντας ότι η Εκκλησία τη χρησιμοποιεί ως φόβητρο προκειμένου να ποδηγετεί πνευματικά τους ανθρώπους, να τους διατηρεί υπό έλεγχο. Δηλ. η Εκκλησία εφηύρε την αμαρτία ακριβώς για να μπορεί να κυριαρχεί επί των ανθρώπων, να τους χρησιμοποιεί και να τους εκμεταλλεύεται. Η άποψη αυτή δε φανερώνει δύναμη, αλλά αδυναμία. Αποκαλύπτει ότι το κοσμικό πνεύμα, ακριβώς επειδή δε μπορεί ν’ αντισταθεί στην αμαρτία, συμβιβάζεται με αυτήν. Επειδή δε μπορεί να την αντιμετωπίσει, την αμνηστεύει κι έτσι θέλει να πιστεύει ότι είναι εντάξει, ότι όλα είναι καλά, ότι δεν υπάρχει κανένας κίνδυνος. Μπορούμε να κάνουμε ό,τι θέλουμε, να ενεργούμε όπως νομίζουμε, χωρίς να υπάρχει κανένα ανασταλτικό.
Και βλέπουμε καθημερινά τι γίνεται. Οι ιδιαιτερότητες, οι ιδιάζουσες απόψεις, οι ιδιαίτερες προτιμήσεις της κάθε μειοψηφίας, της έστω και ελάχιστης, να επιβάλλονται, ακόμα και νομικά, στα πλαίσια της κατακαημένης ελευθερίας, πολλές φορές και εις βάρος της πλειοψηφίας. Το κάθε παράλογο μέχρι χθες σήμερα λογικό και νόμιμο. Ακόμα και να πεις κάτι για τις ιδιαιτερότητες αυτές, βρίσκεσαι κατηγορούμενος σαν ρατσιστής και συντηρητικός. Ούτε στη εκκλησία αναγνωρίζεται το δικαίωμα να καταθέσει τη θέση της για το τι είναι και τι δεν είναι αμαρτία.                                                                               
«Παράλληλα, η ίδια αυτή κοσμική αντίληψη περί αμαρτίας, επειδή ακριβώς δε μπορεί να ξεφύγει από τα δεσμά της, ζητεί από την Εκκλησία να αλλάξει το ήθος και την διδασκαλία Της, προκειμένου, τάχα, να εκσυγχρονιστεί και να εναρμονιστεί με τα σύγχρονα δεδομένα. Με τη λογική αυτή, η Εκκλησία θα έπρεπε, σε κάθε εποχή, να αναπροσαρμόζει την παράδοσή Της, να «βάζει νερό στο κρασί Της», να γίνεται εύκολη, προκειμένου, εύκολα και οι άνθρωποι, χωρίς τον έλεγχο της συνειδήσεως, να ενεργούν κατά βούληση, καλύπτοντας τον εαυτό τους πίσω από μία «εκσυγχρονισμένη» Εκκλησία. Αν η Εκκλησία, όμως, ενεργούσε έτσι, δε θα ήταν Εκκλησία του ζώντος Θεού, αλλά συνοικιακό κατάστημα, που έβγαλε στο δρόμο την πραμάτεια του σε τιμή ευκαιρίας». Αρχιμ. Επιφάνιος Οικονόμου, «Μετανοίας καιρός και δεήσεως ώρα», σελ. 100-101
Ζούμε, αγαπητοί Χριστιανοί, σε μία εποχή φοβερών αντιφάσεων και ανισορροπίας. Κι αυτή ανισορροπία και οι αντιθέσεις ξεκινούν από αυτή την ίδια την οικογένεια, με τις νέες περί οικογενείας ιδέες, την ασυδοσία που μας έβαλαν μέσα σ’ αυτήν, τις ελευθεριάζουσες σχέσεις των μελών της και ακόμη αυτήν την απλή και μόνο συνύπαρξη των μελών της κάτω από την ίδια στέγη.
 Επεκτείνονται στους διάφορους θεσμούς όπως αυτού της Εκκλησίας, όπου,  όπως παρατηρούμε γίνεται ότι είναι δυνατόν ώστε αυτή να πληγεί. Καταβάλλονται καθημερινά και ασταμάτητα προσπάθειες για να μπει στο περιθώριο, να κλείσει το στόμα της και να μπει στην άκρη αφού πρώτα κλονιστεί η πίστη και η εμπιστοσύνη του Ελληνικού λαού σ’ αυτήν. Κάνουμε το κάθε το για να αποτρέψουμε την είσοδο της νεολαίας στην Εκκλησία – βλέπετε τι γίνεται κάθε μέρα, χωρίς να μας νοιάζει πως τους οδηγούμε κάπου αλλού. Προτιμάμε να τους βλέπουμε στα καταγώγια και τα ναρκωτικά παρά στην Εκκλησία. Την Εκκλησία που δεν είναι αυτή που μας παρουσιάζουν. Γιατί τα πιο πολλά από αυτά είναι παραπλάνηση και παραπληροφόρηση είναι ενορχηστρωμένος πόλεμος. Είναι  αθεΐα και χρεωστούμενα σε φωνή καθαρή και ασυμβίβαστη, στα τεκταινόμενα από τους κοσμοκράτορας του αιώνος τούτου.    
Συνεχίζεται με τους δημογραφικούς, οικονομικούς και κοινωνικούς τομείς όπου τα πάντα υπερχρεωμένα στις επιταγές που επιβάλλει η «Νέα Τάξη Πραγμάτων» της τόσο γλυκερώς επαγγελλόμενης «Νέας Εποχής» ξεπουλούν κάθε όσιο και ιερό και τα παιδιά καταπληγωμένα και ανυπεράσπιστα ζουν στο δικό τους μαρτύριο.
Όλα τούτα είναι ελευθερία; Όλα τούτα είναι πρόοδος;
Όχι βέβαια. Τη κατάντια μας τη βλέπουμε. Τη σκλαβιά μας τη βλέπουμε.

Η πραγματική ελευθερία βρίσκεται πλησίον του Χριστού. Ο άνθρωπος γίνεται πραγματικά ελεύθερος, όταν ελευθερώνεται από τη μεγαλύτερη δουλεία, που είναι η δουλεία της αμαρτίας. Όταν υπακούει στο θέλημα του Θεού. Εκείνο που, τελικά, αποδεικνύει την εσωτερική δύναμη και το ψυχικό σθένος του ανθρώπου δεν είναι η αυτοπαράδοσή του στην πλασματική ελευθερία που προτείνει η αμαρτία, αλλά η αυτo – υποδούλωσή του στο θέλημα του Θεού, που εξασφαλίζει την αληθινή και οντολογική ελευθερία. «Πάντα μοι έξεστι, αλλ’  ου πάντα συμφέρει». Το πρώτο είναι εύκολο, βολικό, αλλά εφήμερο και καταστροφικό. Το δεύτερο είναι δύσκολο, κοπιαστικό, αλλά αιώνιο και σωστικό

Παρασκευή 19 Ιουνίου 2015

Η ΘΕΪΚΗ ΑΓΑΠΗ ΚΙ ΕΜΕΙΣ


Στο σημερινό αποστολικό ανάγνωσμα ο απόστολος Παύλος μας εξηγεί πώς οι άνθρωποι, καταφέραμε  να γίνουμε εχθροί του θεού, αλλά και πως μπορέσαμε να επανασυνδεθούμε και να συμφιλιωθούμε μαζί Του. Λέει λοιπόν ότι το έργο αυτό το επετέλεσε ο Κύριός μας.
Αυτός ειρήνευσε όλους εμάς, τους αποστάτες ανθρώπους, με τον Θεό Πατέρα μας. Με την ενανθρώπησή του και το απολυτρωτικό του έργο μας χάρισε τη συγχώρηση και τη σωτηρία μας. Τώρα πλέον όσοι πιστεύουμε σ’ Αυτόν «ειρήνην έχομεν προς τον Θεόν». Διότι ο Κύριος μάς έχει ήδη οδηγήσει από την κατάσταση της εχθρότητας στην κατάσταση της χάριτος. Όσοι ζούμε πλέον σ’ αυτήν την κατάσταση δεν τρέμουμε πλέον, όπως οι άνθρωποι της Παλαιάς Διαθήκης, την οργή του Θεού. Αντίθετα επειδή ζούμε την κοινωνία και την αγάπη του Θεού καυχιόμαστε ελπίζοντας ότι θα απολαύσουμε και τη δόξα του. Καυχιόμαστε ακόμη και για τις θλίψεις μας· διότι γνωρίζουμε ότι κάθε θλίψη που υπομένουμε καλλιεργεί σιγά-σιγά μέσα μας την υπομονή και την κάνει τέλεια. Κι έτσι η υπομονή αυτή θα μας βοηθήσει να αποκτήσουμε δοκιμασμένη αρετή, κι αυτή με τη σειρά της θα μας γεμίσει με την ελπίδα στον Θεό. και η ελπίδα αυτή δεν θα μας διαψεύσει ποτέ.
Μέσα σε λίγες γραμμές ο Παύλος μας περιγράφει την ασύλληπτη αλλαγή που έφερε ο Κύριός μας στις σχέσεις των ανθρώπων με τον Θεό. Και μας εξηγεί ότι οι άνθρωποι με τις αμαρτίες μας είχαμε γίνει εχθροί του Θεού. Δεν είχαμε τις δυνάμεις, αλλά ούτε και ξέραμε το δρόμο να πλησιάσουμε κοντά Του και να βρούμε την ειρήνη που αναζητούσαμε. Μας πήρε λοιπόν από το χέρι ο Ιησού Χριστός και μας έφερε κοντά στον Θεό Πατέρα.
Ποιος αλήθεια, αδελφοί, δεν συγκινείται μπροστά στην απέραντη αυτή αγάπη; Ποιος άραγε μπροστά στη μεγάλη συγκατάβαση δεν εκπλήσσεται; Μας ονομάζει παιδιά Του εμάς τους αποστάτες · μας τιμά και μας αγαπά ακόμα κι αν εμείς δεν Τον τιμάμε και δεν Τον αγαπάμε. Δέχεται εκείνους που Τον διώχνουν· αγκαλιάζει εκείνους που Τον αποστρέφονται.
Ο Θεός, αδελφοί μου, είναι Πατέρας· μοναδικός Πατέρας· πάντοτε Πατέρας· Πατέρας και όταν κλαίμε και όταν τραγουδάμε. Πατέρας, και στην ευτυχία και στη δυστυχία· Πατέρας, και όταν είμαστε γεροί και όταν αρρωσταίνουμε. Πατέρας, και όταν τηρούμε το άγιο θέλημά Του, αλλά και τότε που αμαρτάνουμε. Πατέρας όχι μόνο για τους δικαίους, αλλά και για τους αμαρτωλούς·. Μας το έδειξε ξεκάθαρα μέσα από την παραβολή του Ασώτου.
Γι’  αυτό λοιπόν · μακάριος ὁ ἄνθρωπος ὁ ἐλπίζων ἐπὶ τὸν Θεὸ Πατέρα.
Το βλέπουμε αυτό και στο σημερινό ευαγγελικό ανάγνωσμα. Μας λέει ότι πρέπει να απαλλαγούμε από την αγωνιώδη μέριμνα και χωρίς να φθάσουμε στην παντελή αδιαφορία, που είναι το άλλο άκρο, να αποκτήσουμε απόλυτη εμπιστοσύνη στην πρόνοια του Θεού. Ο Θεός φροντίζει για τα πάντα, ακόμη και για τα πετεινά του ουρανού, πόσο μάλλον για τους ανθρώπους για τους οποίους δημιουργήθηκαν τα πάντα.
Αδελφοί μου!
Φοβερή ανασφάλεια, ιδιαίτερα στις μέρες μας, με όλα τα παράλογα που συντελούνται γύρω μας, μας βασανίζει. Τούτο δεν είναι μόνο επακόλουθο της δύσκολης οικονομικής κατάστασης που βιώνουμε εδώ και αρκετά χρόνια στον τόπο μας, ή για να το πούμε καλύτερα, που προμελετημένα μας οδήγησαν στη κατάσταση αυτή, αλλά οφείλεται και στην ολιγοπιστία μας. Λησμονούμε ότι δεν είναι τα πάντα στα χέρια μας, ή στα χέρια κάποιων άλλων, μεγάλων, που σκαρφάλωσαν στην εξουσία και διαφεντεύουν τον κόσμο. Υπάρχει και ο Θεός που αυτοί τον αγνόησαν κα τον απεμπόλησαν. Δεν είναι σωστό να αφεθούμε, θα κάνουμε ό,τι περνάει από το χέρι μας, για τη ζωή μας, για την υπόληψη μας, γα την τιμή μας, δεν θα λησμονούμε όμως ποτέ ότι ο Θεός νοιάζεται για μας. Χωρίς την βοήθεια του Θεού δεν καρποφορεί καμιά ανθρώπινη προσπάθεια. Και αν κάπου επικρατήσει κάποια μεγάλη ή μικρή ευημερία, τίποτα δεν είναι σίγουρο. Κάποια στιγμή κόποι πολλών ετών γίνονται στάχτη μέσα σε λίγα λεπτά. Ο άνθρωπος όμως που ελπίζει στο Θεό και να πάθει ζημιά, θα βρει πάλι το κουράγιο να ξεκινήσει από την αρχή. Ο ολιγόπιστος πνίγεται μέσα σε μια κουταλιά νερό και σε κάθε αποτυχία που συναντά στην ζωή του νομίζει ότι χάθηκαν τα πάντα.
Αδελφοί μου.
Το σημερινό ευαγγελικό ανάγνωσμα μας τονίζει ότι δεν πρέπει να λησμονούμε την στοργική αγάπη του Θεού και να μας καταλαμβάνει η εξουθενωτική αγωνία για το αύριο και να χάνουμε έτσι την ψυχική μας ηρεμία και ισορροπία. Αυτό σημαίνει ότι υπερτιμήσαμε τα υλικά αγαθά νομίζοντας ότι μόνο αυτά μας χρειάζονται για να κρατηθούμε στη ζωή.
Ο άνθρωπος δεν έχει μόνο σώμα, έχει και αθάνατη ψυχή μέσα του, που δεν χορταίνει με τα αγαθά και τις απολαύσεις του κόσμου τούτου. Η ψυχή μας αναπαύεται μόνο στο Θεό, τρέφεται από τα λόγια Του και ικανοποιείται όταν αυτά υλοποιούνται και γίνονται πράξεις καθημερινές. Πόσο χαίρεται ο άνθρωπος όταν προσφέρει βοήθεια στον διπλανό του και τον στηρίζει στις δύσκολες στιγμές του! Πόσο ικανοποιείται κανείς όταν εργάζεται τίμια για τις ανάγκες του χωρίς να τον τρώει η αγωνία πως θα τα βγάλει πέρα στην ζωή του!
Ανάγκες ποικίλες πιέζουν τον άνθρωπο κάθε εποχής. Και ἡ μέριμνα για το αύριο αποτελεί συνήθως τρόπο ζωής. Από αυτή την αγχώδη μέριμνα ζητείται να απελευθερωθούμε
«Δεν αξίζει ἡ ζωή περισσότερο από την τροφή, και το σώμα πιότερο από τα ρούχα;» Ο Θεός που μας έδωσε τη ζωή, δε θα μεριμνήσει και για τη συντήρησή μας; Η πρόνοια του Θεού εκδηλώνεται για όλα τα δημιουργήματα, ακόμη και για τα πιο ασήμαντα.
Συνιστάται λοιπόν  μια δυναμική και υπεύθυνη τοποθέτηση στη ζωή, τονίζοντας ότι πάνω απ’ όλα είναι η «βασιλεία του Θεού και η δικαιοσύνη αυτού», η νέα πραγματικότητα της Αγάπης  της θεϊκής. Της αγάπης της πατρικής που αποτελεί και το σκοπό της ανθρώπινης ιστορίας. Σε παλαιότερες εποχές  στην καθημερινή επικοινωνία των ανθρώπων άκουγες και το  ‘’έχει ὁ Θεός’’, και τούτο  μαρτυρά την εμπιστοσύνη που είχε ὁ άνθρωπος στην πρόνοια του Θεού.

Το ζήτημα λοιπόν είναι σε τι θα δώσουμε προτεραιότητα.  Αν θα προτάξουμε την εμπιστοσύνη μας στο Θεό.  Τα υπόλοιπα θα έρθουν μόνα τους. Εδώ βρίσκεται το κλειδί για την απελευθέρωση μας, από αυτα με τα οποία έχουμε παγιδευτεί.

Δευτέρα 23 Μαρτίου 2015

ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ

 25 ΜΑΡΤΙΟΥ: Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΚΑΙ Η ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΕΙΚΟΝΑΣ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΥ

Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου είναι η αρχή όλων των Δεσποτικών εορτών. Στο απολυτίκιο της εορτής ψάλλουμε: "σήμερον της σωτηρίας ημών το κεφάλαιον και του απ' αιώνος μυστηρίου η φανέρωσις...". Το περιεχόμενο της εορτής αναφέρεται στο γεγονός κατά το οποίο ο αρχάγγελος Γαβριήλ – ο άγγελος εκείνος με τον οποίο συνδέονται όλα τα γεγονότα που έχουν σχέση με την ενανθρώπηση του Χριστού – επισκέφθηκε με εντολή του Θεού την Παναγία και την πληροφόρησε ότι έφθασε ο καιρός της σαρκώσεως του Λόγου του Θεού, και ότι αυτή θα γίνη η μητέρα Του. (βλ. Λουκά α', 26-56).
Η λέξη "ευαγγελισμός" αποτελείται από δύο επί μέρους λέξεις, ήτοι εύ και αγγελία, και δηλώνει την καλή είδηση, την καλή αγγελία. Πρόκειται για την πληροφορία που δόθηκε δια του αρχαγγέλου ότι ο Λόγος του Θεού θα ενανθρωπήση για την σωτηρία του ανθρώπου. Ουσιαστικά πρόκειται για την εκπλήρωση της υποσχέσεως του Θεού, που δόθηκε μετά την πτώση του Αδάμ και της Εύας (βλ. Γεν. γ', 15), η οποία λέγεται πρωτευαγγέλιο. Γι' αυτό, η πληροφορία της ενανθρωπήσεως του Λόγου του Θεού είναι η μεγαλύτερη είδηση μέσα στην ιστορία.
Ο αρχάγγελος Γαβριήλ απεκάλεσε την Παναγία "κεχαριτωμένη". Της είπε: "Χαίρε, κεχαριτωμένη, ο Κύριος μετά σού, ευλογημένη συ εν γυναιξίν" (Λουκ. α', 28-29). Η Παναγία αποκαλείται "κεχαριτωμένη" και χαρακτηρίζεται "ευλογημένη", αφού ο Θεός είναι μαζί της.
Κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, και άλλους αγίους Πατέρας, η Παναγία είχε ήδη χαριτωθή, και δεν χαριτώθηκε την ημέρα του Ευαγγελισμού. Παραμένοντας μέσα στα άγια των αγίων του Ναού έφθασε στα άγια των αγίων της πνευματικής ζωής, που είναι η θέωση. Εάν το προαύλιο του Ναού προοριζόταν για τους προσηλύτους και εάν ο κυρίως Ναός για τους ιερείς, τα άγια των αγίων προορίζονταν για τον αρχιερέα. Εκεί εισήλθε η Παναγία, δείγμα ότι έφθασε στην θέωση. Είναι γνωστόν ότι στην χριστιανική εποχή ο νάρθηκας προοριζόταν για τους κατηχουμένους και τους ακαθάρτους, ο κυρίως ναός για τους φωτισθέντας, τα μέλη της Εκκλησίας, και τα άγια των αγίων γι' αυτούς που έφθασαν στην θέωση.
Έτσι, η Παναγία είχε φθάσει στην θέωση και πριν ακόμη δεχθή την επίσκεψη του αρχαγγέλου. Για τον σκοπό αυτό χρησιμοποίησε μια ειδική μέθοδο Θεογνωσίας και Θεοκοινωνίας, όπως ερμηνεύει θαυμάσια και θεόπνευστα ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς. Πρόκειται για την ησυχία, την ησυχαστική οδό. Κατάλαβε η Παναγία ότι δεν μπορεί κανείς να φθάση στον Θεό με την λογική, την αίσθηση, την φαντασία και την ανθρώπινη δόξα, αλλά δια του νού. Έτσι νέκρωσε όλες τις δυνάμεις της ψυχής που προέρχονται από την αίσθηση, και δια της νοεράς προσευχής ενεργοποίησε τον νού. Με αυτόν τον τρόπο έφθασε στην έλλαμψη και την θέωση. Και γι' αυτό αξιώθηκε να γίνη Μητέρα του Χριστού, να δώση την σάρκα της στον Χριστό. Δεν είχε απλώς αρετές, αλλά την θεοποιό Χάρη του Θεού.
Η Παναγία είχε το πλήρωμα της Χάριτος του Θεού, συγκριτικά με τους ανθρώπους. Βέβαια, ο Χριστός, ως Λόγος του Θεού, έχει όλο το πλήρωμα των Χαρίτων, αλλά και η Παναγία έλαβε το πλήρωμα της Χάριτος από το πλήρωμα των Χαρίτων του Υιού της. Γι' αυτόν τον λόγο σε σχέση με τον Χριστό είναι κατώτερη, αφού ο Χριστός είχε την Χάρη κατά φύσιν, ενώ η Παναγία κατά μετοχήν, σε σχέση όμως με τους ανθρώπους είναι ανώτερη.
Η απάντηση της Παναγίας στην πληροφορία του αρχαγγέλου ότι θα αξιωθή να γεννήση τον Χριστό ήταν εκφραστική: "Ιδού η δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά το ρήμά σου" (Λουκ. α', 38). Φαίνεται εδώ η υπακοή της Παναγίας στον λόγο του αρχαγγέλου, αλλά και η υπακοή της στον Θεό, για ένα γεγονός που ήταν παράδοξο και παράξενο για την ανθρώπινη λογική. Έτσι υποτάσσει την λογική της στο θέλημα του Θεού.
Η ένωση της θείας με την ανθρώπινη φύση στην υπόσταση του Λόγου, μέσα στην κοιλία της Θεοτόκου, συνιστά την άμεση θέωση της ανθρωπίνης φύσεως. Δηλαδή, από την πρώτη στιγμή που ενώθηκε η θεία με την ανθρώπινη φύση υπάρχει θέωση της ανθρωπίνης φύσεως.
Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου- Ερμηνεία εικόνας
Τη συμβολή της Θεοτόκου στη σάρκωση του Λόγου του Θεού φέρνει η Εκκλησία μας στη μνήμη των πιστών με την εορτή του Ευαγγελισμού. Η ακολουθία της εορτής είναι στηριγμένη στην αφήγηση του Ευαγγελιστή Λουκά:
«Εν δε τω μηνί τω έκτω απεστάλη ο άγγελος Γαβριήλ υπό του Θεού εις πόλιν της Γαλιλαίας, ή όνομα Ναζαρέτ, προς παρθένον μεμνηστευμένην ανδρί, ω όνομα Ιωσήφ, εξ οίκου Δαυιδ, και το όνομα της παρθένου Μαριάμ. Και εισελθών ο άγγελος προς αυτήν είπε χαίρε, κεχαριτωμένη ο Κύριος μετά σου, ευλογημένη συ εν γυναιξίν. Η δε ιδούσα διεταράχθη επί τω λόγω αυτού, και διελογίζετο ποταπός είη ο ασπασμός ούτος. Και είπεν ο άγγελος αυτή, μη φοβού, Μαριάμ, εύρες γαρ χάριν παρά τω Θεώ. Και ίδου συλλήψη εν γαστρί και τέξη υιόν, και καλέσεις το όνομα αυτού Ιησούν. Ούτος έσται μέγας και υιός υψίστου κληθήσεται, και δώσει αυτώ Κύριος ο Θεός τον θρόνον Δαυίδ του πατρός αυτού, και βασιλεύει επί τον οίκον Ιακώβ εις τους αιώνας, και της βασιλείας αυτού ουκ έσται τέλος. Είπε δε Μαριάμ προς τον άγγελον, πώς έσται μοι τούτο, επεί άνδρα ου γινώσκω; Και αποκριθείς ο άγγελος είπεν αυτή, Πνεύμα Άγιον επελεύσεται επί σε, και δύναμις υψίστου επισκιάσει σοι, διό και το γεννώμενον άγιον κληθήσεται υιός Θεού... Είπε δε Μαριάμ, ιδού η δούλη Κυρίου, γενοιτό μοι κατά το ρήμα σου. Και απήλθεν απ'; αυτής ο άγγελος» (Από το Ευαγγέλιο της εορτής, Λουκ. 1, 26-38).
Τα όσα εξιστόρησε πιο πάνω ο ιερός Ευαγγελιστής, συνοψίζονται στο απολυτίκιο της εορτής του Ευαγγελισμού, «Σήμερον της σωτηρίας ημών το κεφάλαιον (= η αρχή, η βάση), και του απ'; αιώνος μυστηρίου η φανέρωσις, ο Υιός του Θεού, Υιός της Παρθένου γίνεται, και Γαβριήλ την χάριν ευαγγελίζεται. Διό και ημείς συν αυτώ τη Θεοτόκω βοήσωμεν, Χαίρε κεχαριτωμένη, ο Κύριος μετά σου». Το απολυτίκιο, καθώς και οι λοιποί ύμνοι της εορτής, ζωντανεύει τη σκηνή, τη στιγμή που ο αρχάγγελος Γαβριήλ αναγγέλει στην Παρθένο Μαρία ότι με την επισκίαση του Αγίου Πνεύματος θα γίνει η Μητέρα του Θεού.
Εκείνα που αφηγείται ο Ευαγγελιστής Λουκάς και με την ωραία γλώσσα της ποίησης διαλαλούν οι ύμνοι της Εκκλησίας, τα προβάλλει η βυζαντινή εικόνα του Ευαγγελισμού. Η στάση των προσώπων, η έκφραση και οι χειρονομίες τους, καθώς τα χρώματα και οι λεπτομέρειες της παράστασης, υπομνηματίζουν το γεγονός.
Περιγραφή της εικόνας
Α) Ο αρχάγγελος Γαβριήλ. Είναι ο «πρωτοστάτης άγγελος», ο αγγελιοφόρος του Θεού, που έφερε στην αγνή κόρη της Ναζαρέτ το χαρμόσυνο μήνυμα. Η στάση του σώματός του εκφράζει τη χαρά που έφερε το άγγελμά του. Παρόλο που ο αρχάγγελος βρίσκεται στο έδαφος, παρουσιάζεται με ορμή κίνησης, όπως άλλωστε μαρτυρεί το άνοιγμα των ποδιών του. Στον Ευαγγελισμό της Μονής Δαφνίου η στάση του αγγέλου δίνει με αριστουργηματικό τρόπο την εντύπωση πως η πτήση του δεν έχει τελειώσει, καθώς μιλάει στη Θεοτόκο. Ο Γαβριήλ με το αριστερό του χέρι κρατεί σκήπτρο, που συμβολίζει τον αγγελιοφόρο και όχι κρίνο, όπως μάς έχει συνηθίσει η δυτική ζωγραφική. Το δεξί του χέρι απλώνεται με βίαιη κίνηση προς τη Θεοτόκο σε σχήμα ομιλίας. Βόα σ'; αυτήν κατά το γνωστό τροπάριο «ποιον σοι εγκώμιον προσαγάγω επάξιον; τι δε ονομάσω σε; απορώ και εξίσταμαι. Διο, ως προσετάγην (=διατάχτηκα), βοώ σοι, Χαίρε η Κεχαριτωμένη».
Β) Η Θεοτόκος. Η Μητέρα του Θεού είναι η «κεχαριτωμένη», η ευλογημένη μεταξύ των γυναικών. Η βυζαντινή εικόνα του Ευαγγελισμού την παρουσιάζει άλλοτε να κάθεται στο θρόνο της και άλλοτε όρθια. Στην περίπτωση που η Θεοτόκος εικονίζεται καθισμένη, η εικόνα υπογραμμίζει την υπεροχή της απέναντι στον αρχάγγελο. Στην Εκκλησία μας υμνούμε, ως γνωστό, τη Θεοτόκο ως «την τιμιωτέραν των Χερουβίμ και ενδοξοτέραν ασυγκρίτως των Σεραφίμ» (των αγγελικών δηλαδή ταγμάτων). Εδώ ο αγιογράφος είναι και συνεπής στο απόκρυφο κείμενο. Το Πρωτοευαγγέλιο του Ιακώβου γράφει πως η Παναγία «πήρε την πορφύρα, κάθησε στο θρόνο της και την έγνεθε. Και κείνη τη στιγμή στάθηκε μπροστά της ένας Άγγελος». Σ'; άλλες εικόνες η Θεοτόκος είναι όρθια. Με τη στάση αυτή ακούει, κατά κάποιο τρόπο, καλύτερα το θείο μήνυμα.
Στην περίπτωση της Θεοτόκου αξίζει να μελετηθούν κυρίως τα αισθήματά της και οι σκέψεις της, ο ψυχικός της γενικά κόσμος την ώρα του Ευαγγελισμού.
Η εμφάνιση, πρώτα, του αρχαγγέλου και ο χαιρετισμός του, τάραξον τη Θεοτόκο. Το αδράχτι με το νήμα που σύμφωνα με την παράδοση (Πρωτοευαγγέλιο του Ιακώβου) κρατούσε στο χέρι της, έπεσε από το φόβο της. Βυθίστηκε σε σκέψεις. Σκεπτόταν τη σημασία του αγγελικού χαιρετισμού. Δεν αμφιβάλλει, δεν απιστεί στη διαβεβαίωση του αρχαγγέλου ότι θα γίνει Μητέρα του Θεού, μόνο με φρόνηση ρωτάει «Πώς έσται μοι τούτο, επεί άνδρα ου γινώσκω;». Εδώ η Θεοτόκος διαφέρει από την Εύα. Εκείνη παρασύρθηκε από τον εγωισμό της και δέχτηκε ανεξέταστα όσα ο σατανάς της πρότεινε. Η Θεοτόκος, αντίθετα, στολισμένη με ταπεινοφροσύνη και υπακοή στο θέλημα του Θεού, ζητάει να μάθει με πιο τρόπο θα πραγματοποιηθούν τα λόγια του αγγελιοφόρου του Θεού. Όταν όμως ο αρχάγγελος τη διαβεβαίωσε πως όλα θα γίνονταν με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος και τη δύναμη του Θεού (το μαρτυρούν το τμήμα του κύκλου και οι ακτίνες που εκπέμπονται από αυτό στο πάνω μέρος της εικόνας), εκείνη ολόψυχα και ανεπιφύλακτα συγκατατέθηκε, «ίδου η δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου». Στο δοξαστικό των αποστίχων του εσπερινού της εορτής, η Εκκλησία μας δίκαια ψάλλει «Άγγελος λειτουργεί τω θαύματι, παρθενική γαστήρ τον Υιόν υποδέχεται Πνεύμα Άγιον καταπέμπεται, Πατήρ άνωθεν ειδοκεί και το συνάλλαγμα (=συμφωνία) κατά κοινήν πραγματεύεται βούληση, την επιθυμία, τη συμφωνία μεταξύ του Θεού και της Παρθένου, Πλάστη και πλάσματος, γιατί «η σάρκωσις του Λόγου ήτο έργον όχι μόνον του Πατρός και της Δυνάμεώς Του και του Πνεύματος... αλλά και της θελήσεως και της πίστεως της Παρθένου» (άγιος Νικόλαος Καβάσιλας, «Η Θεομήτωρ», σ. 134).
Η αμηχανία και η φρόνηση της Θεοτόκου, που με υπέροχους διαλόγους παρουσιάζουν τα τροπάρια της εορτής του Ευαγγελισμού, εκφράζονται σ'; άλλες εικόνες με την ανοιχτή παλάμη του δεξιού της χεριού. Η χειρονομία αυτή της απορίας είναι σαν να λέει «Γάμου υπάρχω αμύητος, πως ουν παίδα τέξομαι;» (β'; στιχηρό του εσπερινού).
Άλλες εικόνες του Ευαγγελισμού μάς τονίζουν τη συγκατάθεση της Θεοτόκου στα λόγια του αρχαγγέλου. Η Μητέρα του Θεού εικονίζεται με σκυμμένο το κεφάλι (όπως στην εικόνα μας) έχοντας το δεξί της χέρι πάνω στο στήθος της, ή να βγαίνει από το μαφόριό της. αυτά μάς θυμίζουν το «ιδού η δούλη Κυρίου...». Στην εικόνα μας ο αγιογράφος συνδυάζει στη στάση της Θεοτόκου την αμηχανία με τη συγκατάθεση. Παρουσιάζει τη Θεοτόκο με σκυμμένο το κεφάλι και βυθισμένη στις σκέψεις της.
Ο πιστός, καθώς ατενίζει και μελετά και προσκυνεί την εικόνα του Ευαγγελισμού, γεμάτος από χαρά και ευγνωμοσύνη σιγοψάλλει «Άξιον εστίν, ως αληθώς, μακαρίζειν σε την Θεοτόκον, την αειμακάριστον και παναμώμητον και μητέρα του Θεού ημών».
Από το βιβλίο
«Ο Μυστικός Κόσμος των Βυζαντινών Εικόνων»
(α'; τόμος)
Χρήστου Γκότση
Εκδ. Αποστολική Διακονία

Σάββατο 11 Οκτωβρίου 2014

ΣΠΟΡΟΣ ΚΑΙ ΛΟΓΟΣ...





ΚΥΡΙΑΚΗ Δ΄.  ΛΟΥΚΑ
       
Κάθε χρόνο αυτή την εποχή, την εποχή της σποράς, ακούμε στην Εκκλησία μας να διαβάζεται η γνωστή Ευαγγελική περικοπή «του Σπορέως».
Βγήκε κάποιος γεωργός για να σπείρει το χωράφι του. Όμως η καρποφορία, σαν ήρθε ο καιρός, δεν ήτανε η προσδοκώμενη. Ένα μέρος του σπόρου έπεσε στα μονοπάτια, και καταπατήθηκε. Ένα άλλο μέρος έπεσε στ’ αγκάθια. Φύτρωσε μεν μα τα’ αγκάθια δεν επέτρεψαν στα φυτά να αναπτυχθούν και να καρποφορήσουν. Τα κατέπνιξαν. Ακόμη σπόρος έπεσε σε γη σκληρή και ακαλλιέργητη, σε γη πετρώδη, και δεν μπόρεσε να φυτρώσει. Μόνο όσος σπόρος έπεσε σε γη καλή, γη καλλιεργημένη, προχώρησε, καρποφόρησε, έδωσε καρπό «εκατονταπλασίονα».
          Αγαπητοί Χριστιανοί.
Την κατάλληλή εποχή, η κατάλληλη διδασκαλία. Μια εικόνα του χτες, μια εικόνα που θα είναι σχεδόν άγνωστη και ακατανόητη στα παιδιά του αύριο, κυριαρχεί στην Δ΄. Κυριακή του Λουκά. Μια εικόνα που μας θυμίζει χρόνια δύσκολα, χρόνια κουρασμένα και φτωχά όπου ο ταπεινός ζευγολάτης, ο σποριάς, ο αγρότης, προσπαθούσε με τον ιδρώτα του προσώπου του να κερδίσει το λίγο ψωμί του. Εικόνα, που σήμερα έχει εκτοπίσει ο μηχανοκίνητος επιχειρηματίας, ο συνδικαλιστής αγρότης, τα παγκοσμιοποιημένα αγροτικά προγράμματα της Ε.Ε.
          Πέρα όμως από όλα αυτά, αγαπητοί Χριστιανοί, η ώρα δεν είναι για αγροτικά σεμινάρια, ούτε για λύση αγροτικών προβλημάτων. Εξ άλλου ο ίδιος ο Ιησούς Χριστός, όσες φορές χρησιμοποίησε τέτοιες εικόνες, είχε κάποιο άλλο, απώτερο σκοπό. Μιλώντας λοιπόν για σπόρους και για καλλιέργειες, αναφέρεται στην καλλιέργεια την πνευματική.
                                                                                                         
Εννοεί το θείο λόγο Του, που είναι ο πλέον δυναμικός σπόρος, και ο οποίος πρέπει να ενσταλάξει στο χωράφι της ψυχής μας για να δώσει τον εκατονταπλασίονα καρπό του.
           Είναι ο λόγος ο Θεϊκός ο οποίος σπέρνεται στις καρδιές μας για να γνωρίσουμε και να κατακτήσουμε το νόημα της ζωής. Είναι η αναγέννηση ολόκληρης της ζωής. Είναι η μόνη, η αιώνια αλήθεια. Είναι η πλέον πρόσφορη δυνατότητα αναμόρφωσης του «παλαιού ανθρώπου», ο οποίος σπείρετε στην καρδιά μας για να την γονιμοποιήσει, ώστε να παράγει  ήμερους καρπούς αγάπης.
          Αγαπητοί Χριστιανοί.
          Ο λόγος του θεού, σπόρος δυναμικός και ,αναγεννητικός, σπόρος   πρωτόγνωρος, πρωτότυπος, ζωογόνος, Χριστοκεντρικός, και δεν έλειψε από την Εκκλησία μας, και είναι εντολή του Κυρίου Ιησού Χριστού να σπείρετε «εν παντί τόπω και χρόνω». «Πορευθέντες εις  τον κόσμον άπαντα, μαθητεύσατε πάντα τα έθνη».
Ο λόγος του Θεού είναι το κήρυγμα της Εκκλησίας μας, είναι η διδασκαλία της, είναι το καλό μήνυμα, το μήνυμα της σωτηρίας που συνεχώς μας προσφέρει. Είναι ο λόγος της, που βέβαια δεν είναι λόγος ανθρώπινος. Δεν εξαρτάται από τη σοφία και την ευγλωττία ανθρώπων. Είναι σοφία, είναι δύναμη, είναι ενέργεια  Θεού.
Ο λόγος του Θεού , το κήρυγμα, είναι ακόμη το όπλο της Εκκλησίας. Όπλο, όχι βέβαια για να καταστρέφει, αλλά για νικά τις δυνάμεις του σκότους. Για να αμύνεται στους πολυποίκιλους εχθρούς, στους προκατειλημμένους κατηγόρους της, στους κακοήθεις λασπολόγους, στους «κρυφοδαγκανιάρηδες σκύλους» κατά τον Φώτη Κόντογλου. Είναι η «δίστομος ρομφαία», που επιδέξια κόβει και θεραπεύει θανατηφόρα. μορφώματα. Είναι ο λόγος, που μιλά τη γλώσσα της Εκκλησίας, λέει τις απόψεις της, μεταφέρει και διακηρύσσει την από αιώνων διαφυλαχθείσα αλήθεια, στις ημέρες μας. Είναι η αντίσταση της στον κάθε είδους πόλεμο που δέχεται.
          Χρέος λοιπόν όλων μας η «σπορά του λόγου». Υποχρέωση μας ο λόγος του Θεού το μήνυμα το καλό να φτάσει στις καρδιές όλων να ριζώσει, να βλαστήσει, να φουντώσει, να καρποφορήσει να δώσει «εκατονταπλασίονα» καρπό .
Οι ποιμένες έχουν χρέος, έχουν υποχρέωση ιερή να σπέρνουν στις καρδιές το λόγο του Θεού. Είναι απαραίτητο να αγωνίζονται και οφείλουν να προσφέρουν αμόλευτο, ασυμβίβαστο, δυνατό, αμυντικό και απολογητικό στον πόλεμο, ελεγκτικό στην αμαρτία, ορθόδοξο το κήρυγμα.
Οι ποιμενόμενοι έχουν χρέος να έχουν ανοιχτή ψυχή και αυτιά. Ν’ αφήνουν να πέφτει ο σπόρος σε γη αγαθή. Να βρίσκει έδαφος πρόσφορο, χώμα γόνιμο, για να μπορεί να ριζώνει. Πρέπει να κατανοήσουν ότι δεν πρόκειται για λόγια ανθρώπων αλλά για λόγο θεού, στον οποίο όλοι έχουμε χρέος να δείξουμε εμπιστοσύνη και να σκύψουμε το κεφάλι. «Λάλει Κύριε και ο δούλος ακούει», πρέπει να είναι η καθημερινή μας στάση απέναντι στο θείο λόγο.
          Αγαπητοί Χριστιανοί.
          Η σημερινή Κυριακή, η Κυριακή «του Σπορέως», είναι και η ημέρα της επίσημης έναρξης του κηρυκτικού, του διδακτικού, έργου της Εκκλησίας μας, μέσα στην νέα εκκλησιαστική χρονιά που από 1ης  Σεπτεμβρίου άρχισε. Σοφά και συμβολικά η Εκκλησία μας διάλεξε αυτή τη μέρα, αυτή τη Κυριακή, αυτή την Ευαγγελική περικοπή για την ανακύκληση του μεγάλου, του σπουδαίου αυτού έργου για την σπορά στη ψυχή του ανθρώπου, τη γονιμοποίηση της, την καρποφορία της, την αναγέννηση της.
          Η αλήθεια βρίσκεται στη γη, και θρέφει καθημερινά την ανθρώπινη ψυχή. Είναι ο Χριστός, που πήρε δούλου μορφή, και έσπειρε σαν άριστος σποριάς το θείο λόγο. Και τον έσπειρε απλά, δυνατά, καθαρά, ζωντανά. Με ένα του λόγο ανάσταινε νεκρούς. Με μια του φράση, αποκάλυπτε τα μυστικά του ουρανού στη γη. Με μια του κίνηση έδινε ζωή. Κάθε του σχέση ζωογονούσε.
Παρ’ όλα αυτά, ο κόσμος, στην πλειοψηφία του, ακόμα δεν θέλησε το δυνατό, το ζωντανό, τον ασυμβίβαστο λόγο του Θεού. Κρατάει , εμμένει, αναπαύεται, ευχαριστείται, με τον ψεύτικο, τον αδύναμο, τον παραπλανητικό, το λαοπλάνο, το νεκρό, ανθρώπινο λόγο. Εξακολουθεί να πιστεύει στο μύθο, στην ψευτιά, στην ουδέποτε υλοποιούμενη υπόσχεση, στη φαντασίωση, στον ορθολογισμό. Πιστεύει στους δημαγωγούς και τους εκμαυλιστές, παρά στους Ευαγγελιστές.
          Έτσι λοιπόν αγαπητοί Χριστιανοί.

          Για να ξεφύγουμε απ’ αυτά τα άγονα μονοπάτια και τα γεμάτα πέτρες χωράφια. Για να ξεριζώσουμε τα βλαπτικά αγκάθια που μας καταταλαιπωρούν συμπνίγουν  τη ψυχή μας, ας ζητάμε από τον Κύριο το φως της Θεογνωσίας. Ας ζητάμε τον ήλιο της δικαιοσύνης, το νοητό, το αληθινό φως, να μας φωτίζει και να μας χαρίζει την αληθινή γνώση, ώστε να απαλλαγούμε από την άγνοια που μας κρατά δεμένους. Το ζητούμενο είναι η  βούληση και η εμμονή στην κατάκτηση αυτού του στόχου κι εδώ υπάρχει η δική μας ευθύνη.

Τετάρτη 17 Σεπτεμβρίου 2014

Ο ΤΙΜΙΟΣ ΣΤΑΥΡΟΣ


Ο ΤΙΜΙΟΣ ΣΤΑΥΡΟΣ


«Καθώς Μωϋσῆς ὕψωσε τον ὄφιν ἐν τῆ ἐρήμῳ, οὔτως ὑψωθῆναι δεῖ τὸν υἱὀν τοῦ ἀνθρώπου»


         
Ενώ αγαπητοί Χριστιανοί ο μήνας Αύγουστος έχει χαρακτηρισθεί σαν μήνας της Παναγίας αφού ολόκληρος χαριτώνεται και αγιάζεται απ΄ την αστείρευτη χάρη της Παναγίας μας, ο Σεπτέμβριος είναι ό μήνας τού Σταυρού. Ή αγία μας ‘Εκκλησία,  με τις δυο Κυριακές την «προ» και την «μετά την Ύψωσιν», και με την κυριώνυμο εορτή τής Παγκοσμίου Υψώσεως τού Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού, όπου καλεί τα μέλη της να προσκυνήσουν ευλαβικά, αλλά και να αναγνωρίσουν τη Χάρη πού απορρέει από το Σταυρό τού Κυρίου, αφιερώνει όλον σχεδόν αυτόν τον μήνα στο χαριτόβρυτο ξύλο και παράλληλα χαριτώνει και αγιάζει ολόκληρο το γένος των ανθρώπων.
          Αγαπητοί Χριστιανοί.
‘Επίκαιρο πάντοτε το νόημα τής εορτής τού Σταυρού, διδακτικό και σωτήριο!.. Περισσότερο όμως η εποχή μας έχει ανάγκη της εφαρμογής του!. «Οὔτως ὑψωθῆναι δεῖ τὸν υἱὀν τοῦ ἀνθρώπου» αναφέρει σήμερα ο Ευαγγελιστής Ιωάννης. Έτσι πρέπει να υψωθεί, να ανέβει στο Σταυρό, ο Υιός του ανθρώπου, ώστε:  Όπως οι Ισραηλίτες, βαδίζοντας στη γη της επαγγελίας, κέρδιζαν τη σωτηρία προσβλέποντας στο υψωμένο χάλκινο φίδι, έτσι και εμείς, η ανθρωπότητα ολόκληρη, να κερδίσει τη σωτηρία, αφού βεβαίως θελήσει να στρέψει το βλέμμα της στο Σταυρό του Κυρίου. 
Αγαπητοί Χριστιανοί.
Καμιά άλλη εποχή δεν είχε εμπορευθεί» τόσον πολύ τις ιδέες! Καμιά άλλη εποχή δεν είχε πιστέψει τόσον πολύ στον άνθρωπο! Σε καμιά άλλη εποχή δεν επικρατούσε τόση σύγχυση και αγωνία, τόσο άγχος και τέτοια ματαιοδοξία, ώστε τα πάντα να σημαδεύονται από τη ρευστότητα και την αβεβαιότητα. ‘Η αυτάρκεια και ή αυτοτέλεια τού ανθρώπου, που αποτελεί το κύριο γνώρισμα τής εποχής μας, μπορεί να χαρακτηρισθεί —κι έτσι είναι στην ουσία της— ως ή νέα πτώση του σύγχρονου ανθρώπου!
‘Ο άνθρωπος σήμερα πιστεύει και αναπαύεται στα δημιουργήματά του, στον πολιτισμό του, στα επιτεύγματα του και όχι στο Θεό Γι’ αυτό και ή ζωή έχει τα γνωρίσματα τής ζωής των ανθρώπων τής Βαβέλ. Δημιουργούσαν και τότε, αλλά χωρίς σκοπό! Μιλούσαν, αλλά δεν είχαν «λόγο» επαφής και κοινωνίας! Είχαν «όνομα» και «παρουσία» στη γη, αλλά ήσαν όμως «νεκροί»!...
Όταν ό άνθρωπος στηρίζεται σ’ ένα παρελθόν πού είναι ζυμωμένο με το λάθος τής πτώσεως, όταν ζει σ’ ένα παρόν φορτωμένο στις θλίψεις κι όταν ατενίζει σ’ ένα μέλλον γεμάτο αβεβαιότητα, έχει ανάγκη από Φως! έχει ανάγκη από το Θεό! Έχει ανάγκη από Σταυρό! ‘Ο προφήτης Δαυίδ μέσα από μία γλαφυρή εικόνα παρουσιάζει την «τάση» τής ψυχής τού ανθρώπου και την «έντασή» της για μία ζωτική κοινωνία το Πρόσωπο τού Θεού: «εδίψησεν ή ψυχή μου προς Θεόν τον ζώντα· πότε ήξω και οψθήσομαι του προσώπου του Θεού; Εγενήθη τα δάκρυά μου εμοί άρτος ημέρας και νυκτός εν τω λέγεσθαί μοι καθ’ εκάστην ημέραν· πού εστίν ό Θεός σου;» (Ψαλμ. 41, 3-4).
‘Ο Θεός έπλασε τον άνθρωπο για τον ‘Εαυτό Του και μ’ Εκείνον μονάχα γεμίζει ό άνθρωπος το «είναι» του. ‘Η ανθρώπινη καρδιά δε μπορεί να μείνει άδεια! Είναι νόμος της φύσεως το να αποστρέφεται το κενό! “Αν δε γεμίσει Θεό, αν δεν πλημμυρίσει από αγάπη, θα κατακλυσθεί από το διάβολο και τα «έργα» του. Όμως χορταίνει η ψυχή με το ψέμα και την απατή; Προσπάθησε ό άνθρωπος, ώστε ό «κόσμος» μέσα στον οποίο ζει να μην είναι ένα ψέμα και μία απατή; ‘Η φιλοσοφία, πού τέρπει το νου του, τον γαληνεύει; ‘Ο πολιτισμός, πού τρέφει τον εγωισμό του, τον λυτρώνει; Γι’ αυτό το μήνυμα τού Σταυρού και ο περί Σταυρού λόγος του Απ. Παύλου, διαχρονικό. ‘Απευθύνεται σε κάθε άνθρωπο, κάθε εποχής: «...δεν θεώρησα επιτετραμμένο να γνωρίζω τίποτε άλλο μεταξύ σας, Παρά μόνον τον Ιήσουν Χριστόν και τούτον όχι ως βασιλέα ένδοξον, αλλ’ εσταυρωμένον».
Κάποιος νεότερος άγιος, αγαπητοί Χριστιανοί, πούλησε όλα του τα υπάρχοντα.  Πούλησε και τη βιβλιοθήκη του, που τόσο πολύ αγαπούσε.   Όσα χρήματα πήρε τα έδωσε στους φτωχούς. ‘Εμένα μού αρκεί, είπε, ό Σταυρός, το μοναδικό «βιβλίο». Αυτός είναι ή μελέτη μου, ό φωτισμός μου, το στήριγμά μου!
‘Άλλος είπε πως, αν μπορούσε να γράψει κανείς την ‘Ιστορία των ανθρώπων σ’ ένα μόνο βιβλίο και το βιβλίο αυτό να το συνοψίσει κατόπιν σε μία μόνο σελίδα και τη σελίδα αυτή σε δύο μόνο λέξεις, οι λέξεις αυτές θα ήταν: «Χριστός Εσταυρωμένος!..». Γιατί άραγε; Γιατί ό Σταυρός τού Χριστού είναι η φανέρωση τής αγάπης τού Θεού για τον άνθρωπο. Στο Σταυρό ό Θεάνθρωπος γέρνει το κεφάλι Του γεμάτος αγάπη για τον άνθρωπο. Κρατιέται επάνω του όχι με τα καρφιά, αλλά με τα «σχοινιά» τής αγάπης Του!...
Πάνω από τις ανθρώπινες πλάνες και διαμάχες, πάνω από τις κακίες και τούς εγωισμούς, τα μίση και τα πάθη βρίσκεται το μοναδικό «έπος» τής ‘Αγάπης, ό Σταυρωμένος Θεός Λόγος. Αυτός δεν αλλάζει, δεν πέφτει, δεν περνά, δεν άπατά, ενώ όλα σε τούτον τον κόσμο αλλάζουν, όλα πέφτουν, όλα περνούν, όλα απαιτούν, όλα απογοητεύουν. Η αλήθεια Του, η δύναμή Του, η γαλήνη Του, ο Σταυρός Του, μ’ ένα λόγο, βασιλεύει αιωνία!... Δυστυχείς είναι οι λαοί πού τρέφονται με τη ματαιότητα και τη φθορά τού θανάτου, ενώ υπάρχει ό Ζωοποιός Σταυρός τού Χριστού ως δύναμη και δυνατότητα ζωής και μάλιστα ζωής ατελεύτητης.
Δυστυχείς είναι εκείνοι πού ποδοπατούν τη Χάρη και την ευλογιά τής σωτηρίας πού απορρέει από το Σταυρό. Και ευλογημένοι είναι όλοι όσοι πορεύονται με το Σταυρό τους κάτω από το βλέμμα και την ευλογιά του ‘Εσταυρωμένου.
Δυστυχείς είναι εκείνοι που με λόγια και με έργα καθημερινά ποδοπατούν, υβρίζουν, βλασφημούν, τον Τίμιο Σταυρό και τον επ’ Αυτού Εσταυρωμένο Ιησού. Αλήθεια! « Βλασφημίες κι αναθέματα, ξεσπούν ολόγυρα Σου, φαρμακερά σαν τα καρφιά, και σχίζουν την καρδιά Σου», αναφωνεί ο ποιητής. Δυστυχείς αυτοί που με το  κάλυμμα  της τέχνης εκθέτουν πάνω στο ζωγραφικό καμβά ότι «αισχρόν εστίν και λέγειν»  βλασφημώντας ασύστολα κατά του Τιμ. Σταυρού. Δυστυχείς και εξ ίσου κατακριτέοι και όσοι ανέχονται και υποστηρίζουν τέτοιες καταστάσεις.
Δυστυχείς αυτοί που με τα βιβλία τους, στο όνομα της λογοτεχνίας, υβρίζουν και αποδίδουν δικά τους απωθημένα στο  Εσταυρωμένο Ιησού, χλευάζοντας και περιφρονώντας το υπέρ παν όνομα. Το μόνο βέβαια που καταφέρνουν είναι να βγάλουν στο φως το δηλητήριο που κρύβει η δική τους μολυσμένη ψυχή.
Δυστυχείς είναι εκείνοι που με το κάλυμμα της  ελευθερίας – ασυδοσίας το λέμε εμείς – προσπαθούν να διαγράψουν αυτό το «υπέρ παν όνομα», το όνομα «χριστιανός», ώστε να μην φαίνεται, να μην ακούγεται, να μην γράφεται και ελέγχει έτσι την ανομία τους.
Δυστυχείς όλοι όσοι με τη μοχθηρία της αθεΐας τους περιφρονούν περιγελούν και σταυρώνουν συνεχώς το Χριστό. Είναι όλοι τους οι εχθροί του Σταυρού για τους οποίους κλαίει ο Απ. Παύλος.
 Όμως! ‘Απ’ το Σταυρό τού ‘Ιησού Χριστού ακούστηκε ή σάλπιγγα τής νίκης κατά τού Θανάτου. Στο Σταυρό τού Χριστού «κατεπόθη ό Θάνατος εις νίκος. Πού σου, Θάνατε, το κέντρον; Πού σου, Άδη, το νίκος;» (Α’ Κορινθ. 15, 54-55) αναφωνεί ό απόστολος Παύλος! ‘Απ’ αυτήν την αποκάλυψη δεν υπάρχει άλλη μεγαλύτερη. Αφού ό Θεάνθρωπος από το ύψος τού Σταυρού Του άνοιξε για τον άνθρωπο την πύλη τής Βασιλείας τού Θεού, καλείται ό άνθρωπος να κρατήσει ως μοναδική του πίστη, γνώση και χαρά, ως μοναδική του ελπίδα, επιθυμία, απαντοχή και αναζήτηση το Σταυρό τού Κυρίου του ‘Ιησού Χριστού.

Ποιος, αλήθεια, ενώ γνωρίζει την ευεργετική δύναμη τού Σταυρού, θα τολμήσει να υβρίσει το μέσο τής σωτηρίας του; Κι αν πολλοί ενσυνείδητα υβρίζουν «το τρισμακάριστον ξύλον έν ώ έτάθη Χριστός ό Βασιλεύς και Κύριος» μήπως λησμονούν πώς «εν τούτο έθνη βάρβαρα ήττηνται»; Γι’ αυτό επιβάλλεται, Παρά την αναξιότητα μας, οι χριστιανοί να υψώνουμε τα χέρια προς τον Εσταυρωμένο σε σχήμα σταυρού και να επικαλούμαστε τη χάρη τού Σταυρού Του. «Σταυρέ τού Χριστού σώσουν ημάς τη δυνάμει σου».