Παρασκευή 2 Απριλίου 2021

Κυριακή Σταυροπροσκυνήσεως: Ο Σταυρός του Χριστού η Ωραιότης της Εκκλησίας!

 Ο Σταυρός του Χριστού η Ωραιότης της Εκκλησίας!

ΠΗΓΗ ΕΔΩ

 
Την τρίτη Κυριακή των Νηστειών η Εκκλησία μας προβάλλει στους πιστούς της τον Σταυρό του Κυρίου. Κατά το συναξάρι της ημέρας: «Επειδή με τη σαρανταήμερη νηστεία, κατά κάποιο τρόπο σταυρωνόμαστε και εμείς με τη νέκρωση από τα πάθη, κι έχουμε μια αίσθηση πικρίας με το να μας δημιουργείται ακηδία και κατάπτωση, μπαίνει μπροστά μας ο τίμιος και ζωοποιός Σταυρός, σαν αναψυχή και στήριγμά μας, και σαν υπόμνηση του Πάθους του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και παρηγοριά: αν ο Θεός μας σταυρώθηκε για μας, πόσα πρέπει να κάνουμε εμείς για χάρη Του; Ανακουφιζόμαστε λοιπόν από τους κόπους μας, με την παράθεση των δεσποτικών θλίψεων και με την υπόμνηση και ελπίδα της δόξας που ήρθε μέσα από τον Σταυρό». Κι είναι πράγματι μία επιπλέον ευκαιρία που δίνει η Εκκλησία για να προβληματιστούμε πάνω στο μέγιστο μυστήριο της Σταυρικής Θυσίας του Κυρίου μας.
1. Ο Σταυρός του Χριστού: ιστορικό γεγονός.
Στο Σύμβολο της Πίστεως, εκεί που αναφέρεται στον Σταυρό του Κυρίου, λέει: «Σταυρωθέντα τε υπέρ ημών επί Ποντίου Πιλάτου». Ο Χριστός σταυρώθηκε στην Ιουδαία επί της ηγεμονίας του Ποντίου Πιλάτου. Η σταύρωση δηλαδή έχει ιστορικές συντεταγμένες. Δεν αποτελεί ένα μύθευμα – συνέβη «μια φορά κι έναν καιρό», δηλαδή ποτέ. Ούτε πάλι κατανοείται ως πιθανή ψευδαίσθηση ορισμένων πιστών. Πρόκειται για γεγονός της ιστορίας, που προκαλεί τον οιονδήποτε, πιστό ή αμφισβητία, να ερευνήσει το γεγονός, να το ψηλαφήσει με ανθρώπινα μέσα, να το εντάξει μέσα σε ευρύτερα πλαίσια. Με άλλα λόγια, η αποδοχή της ιστορικότητας του Ιησού Χριστού και των παθών Του είναι αναμφισβήτητη. Μόνον κακοπροαίρετοι και ελλειμματικοί κατά τον νου προκαλούν ερωτηματικά πάνω στα αυτονόητα. Η ίδια η ιστορία όμως τους διαψεύδει. Ο Χριστός έπαθε «επί Ποντίου Πιλάτου».
Για τους πιστούς όμως υπάρχει και η οραματική επιβεβαίωση του γεγονότος της Σταύρωσης και από πολλούς αγίους. Δεν είναι λίγοι οι άγιοι που «είδαν» με τη χάρη του Θεού τα γεγονότα του Πάθους.  Θυμόμαστε για παράδειγμα το περιστατικό του Γεροντικού με τον όσιο Ποιμένα. Σε έκσταση ευρισκόμενος αλλοιώθηκε το πρόσωπό του, ενώ δάκρυα το αυλάκωναν πυκνά. Και πιεζόμενος από τους μαθητές του ομολόγησε: «Ήμουν κάτω από τον Σταυρό του Κυρίου με την Παναγία Μητέρα Του και τον άγιο Ιωάννη. Πόσο θα ήθελα διαρκώς να κλαίω έτσι μαζί τους!» Παρόμοιο όραμα – και όχι μία μόνο φορά – έζησε και ο μεγάλος Γέροντας της εποχής μας π. Πορφύριος. Κι εκείνος Μεγάλη Πέμπτη βράδυ, αλλά και άλλη φορά, «είδε» τον Εσταυρωμένο και συγκλονισμένος, τόσο που δεν μπορούσε να συνεχίσει την ακολουθία, έζησε στιγμές από το άγιο Πάθος Του.
 2. Ο Σταυρός: μυστήριον μέγα.
Αν όμως η ιστορικότητα της Σταύρωσης του Κυρίου είναι αναμφισβήτητη, εκείνο που δημιουργεί πρόβλημα αποδοχής είναι το είδος του σταυρικού μαρτυρίου του Χριστού. Το μαρτύριο του Χριστού δεν είναι κάτι το εξωτερικό: βάσανα που φαίνονται. Τέτοια βάσανα σωματικής μορφής πέρασαν άνθρωποι, προ Χριστού και μετά Χριστόν. Το μαρτύριο του Χριστού είναι ποιοτικό, έχει δηλαδή βάθος που δεν μπορεί να προσεγγιστεί παρά μόνον με την πίστη. Διότι επάνω στον Σταυρό δεν πάσχει ένας άνθρωπος, αλλ’ ο ίδιος ο Υιός του Θεού ως άνθρωπος.
Η εν πίστει προσέγγιση – δείγμα της χάρης του Θεού – διανοίγει τους οφθαλμούς της καρδιάς για να δει ο άνθρωπος την πραγματικότητα: την άρση της αμαρτίας του κόσμου από τον Χριστό. Ο Χριστός πάνω στον Σταυρό «αίρει την αμαρτίαν του κόσμου», γεγονός που σημαίνει ότι καταργείται για τον άνθρωπο «το σώμα της αμαρτίας» – δεν αμαρτάνει αναγκαστικά πια ο άνθρωπος – και συμφιλιώνεται με τον Θεό. Με τον Σταυρό του Χριστού έτσι διανοίχτηκε η κλειστή θύρα της Βασιλείας των Ουρανών. Ο Ουρανός έγινε φιλικός και πάλι προς αυτόν. Ό,τι έχασε ο άνθρωπος από την ανυπακοή των πρωτοπλάστων, το κέρδισε πολύ περισσότερο τώρα, με τη μέχρι θανάτου υπακοή του Χριστού, του νέου Αδάμ. «Παρ’ ότι ήμασταν εχθροί με τον Θεό, μας συμφιλίωσε μαζί Του ο σταυρικός θάνατος του Υιού Του…Κι όπως η παρακοή του ενός ανθρώπου έκανε όλη την ανθρωπότητα αμαρτωλή, έτσι και με την υπακοή του ενός θα αναγνωριστούν όλοι δίκαιοι από τον Θεό» (Ρωμ. 5, 10. 19). «Άρα ουκέτι εστέ ξένοι και πάροικοι, αλλά συμπολίται των αγίων και οικείοι του Θεού» (Εφ. 2, 19).
Η άρση της αμαρτίας του κόσμου δεν σχετίζεται με ορισμένες μόνον εποχές. Ο Χριστός «αίρει την αμαρτίαν» σύμπαντος του κόσμου: του προ Αυτού, του κατά την εποχή Του και του μετά από Αυτόν. Έτσι δεν υπάρχει κανείς που να μην είναι ενταγμένος στην κίνηση αγάπης Του, ενώ, ακριβώς γι’ αυτό, δεν υπάρχει αμαρτία ασυγχώρητη. Εκείνος που θα επικαλεστεί μετά τη σταύρωση του Κυρίου τις πολλές και μεγάλες αμαρτίες του για να δικαιολογήσει την απομάκρυνσή του από τον Θεό, ουσιαστικά βλασφημεί τον Σταυρό Εκείνου. Είναι ευνόητο μετά τα παραπάνω ότι οποιαδήποτε λογική προσπάθεια κατανοήσεως του μαρτυρίου του Χριστού διαστρέφει το μαρτύριο και το πάθος Του. Διότι το υποβαθμίζει σε κάτι το φυσικό και ανθρώπινο μόνο. Ο Σταυρός του Χριστού, που αποκορυφώνει το όλος πάθος της ζωής Του, είναι μυστήριο μεγάλο. Αποτελεί θέα των πιστών που κατ’ αναλογία της πίστεώς τους βιώνουν τη χάρη του Θεού μέσα στην καρδιά τους.
 3. Ο Σταυρός: φανέρωση της αγάπης του Θεού.
Η αποδοχή του Σταυρού του Κυρίου ως μυστηριακού γεγονότος οδηγεί στην υπέρβαση της παγίδας των «αναλύσεων». Οι αναλύσεις σχετικοποιούν το μυστήριο του Σταυρού και το υποβιβάζουν, όπως είπαμε, στο επίπεδο της ανθρώπινης λογικής. Στην παγίδα αυτή δυστυχώς έπεσαν στο παρελθόν η Δυτική θεολογία και όσοι από τους ορθοδόξους θεολόγησαν με Δυτικά κριτήρια. Δεν ξεχνάμε για παράδειγμα την προσπάθεια του Ανσέλμου Κανταουρίας, που προβληματιζόταν πάνω στο ερώτημα «γιατί έγινε άνθρωπος ο Θεός και γιατί έπαθε». Και η απάντηση που έδινε αποκάλυπτε τη δικανική- νομική κατανόηση της σωτηρίας του ανθρώπου από τον Θεό: να εξιλεωθεί ο Θεός με το πάθος του Υιού Του.
Η ορθόδοξη Εκκλησία απέφυγε τον πειρασμό. Προβληματίστηκε μόνο πάνω στο «έδει παθείν τον Χριστόν», έπρεπε να πάθει ο Χριστός, που σήμαινε γι’ αυτήν κυρίως δύο πράγματα: 1. Το μέγεθος της αμαρτίας του ανθρώπου, τέτοιας που η διδασκαλία μόνη του Χριστού ή και τα θαύματά Του δεν ήταν ικανά προς σωτηρία. Έπρεπε να θυσιαστεί για να αρθεί το χάσμα που η αμαρτία είχε θέσει μεταξύ ανθρώπου και Θεού. 2. Την άπειρη αγάπη του Θεού, που δεν διστάζει να θυσιάσει και τον μονογενή Του Υιό για να σωθεί ο κόσμος. «Ούτω γαρ ηγάπησεν ο Θεός τον κόσμον, ώστε τον Υιόν Αυτού τον μονογενή έδωκεν, ίνα πας ο πιστεύων εις Αυτόν μη απόληται, αλλ’ έχη ζωήν αιώνιον» (Ιωάν. 3, 16).
Ο προβληματισμός πάνω στην αγάπη του Θεού έθετε για την Ορθόδοξη Εκκλησία και το θέμα της δικαιοσύνης Του. Η δικαιοσύνη του Θεού φανερώθηκε στον Σταυρό ως αγάπη, που σήμαινε κατ’ άνθρωπον αδικία. Και τούτο γιατί ανθρώπινα δεν μπορεί να νοηθεί η καταδίκη του αθώου – του Χριστού που πάσχει υπέρ του αμαρτωλού κόσμου -  και η δικαίωση των ενόχων – των ανθρώπων που απαλλάσσονται από την καταδίκη. Η ανθρώπινη δικαιοσύνη απαιτεί το αντίθετο: την καταδίκη του ενόχου και την απαλλαγή του αθώου. Έτσι με τον Σταυρό ιδίως του Χριστού διαπιστώθηκε ότι η θεία δικαιοσύνη δεν λειτουργεί με τα μέτρα τα ανθρώπινα. Αν λειτουργούσε έτσι, το ανθρώπινο γένος θα έπρεπε λόγω της αμαρτίας του να αφανιστεί. Ευτυχώς για εμάς μέτρο της δικαιοσύνης του Θεού είναι η άπειρη αγάπη Του.
 Η πατερική παράδοση επεσήμανε την αλήθεια αυτή, όπως για παράδειγμα την εκφράζει ο μεγάλος Ισαάκ ο Σύρος: «Μην ονομάζεις τον Θεό δίκαιο. Διότι η δικαιοσύνη του Θεού δεν γνωρίζεται στα έργα σου… Πώς θα ονομάσεις τον Θεό δίκαιο, όταν διαβάζεις στο ευαγγέλιο για τον μισθό των εργατών; Φίλε, λέγει, δεν σε αδικώ, θέλω να δώσω και σ’ αυτόν τον τελευταίο όσα έδωσα και σ’ εσένα. Εάν ο οφθαλμός σου είναι πονηρός, όμως εγώ είμαι αγαθός. Πώς θα ονομάσει κανείς δίκαιο τον Θεό, όταν διαβάζει στο ευαγγέλιο τα περί του ασώτου υιού, που εσκόρπισε τον πατρικό πλούτο σε ασωτείες, και όταν έδειξε μόνο κατάνυξη, πώς έτρεξε ο πατέρας και έπεσε στον τράχηλό του, και του έδωσε εξουσία πάνω σ’ όλον τον πλούτο…Πού είναι η δικαιοσύνη του Θεού; Διότι ήμασταν αμαρτωλοί, και ο Χριστός απέθανε για χάρη μας;»
4. Ο Σταυρός: κλήση προς μετοχή.
 Η απορροή τόσων μεγάλων δωρεών για τον άνθρωπο από τον Σταυρό του Χριστού -  κατάργηση της αμαρτίας, συμφιλίωση με τον Θεό, επανένταξη στη Βασιλεία του Θεού – είναι γνωστό ότι προϋποθέτει και την αποδοχή του ανθρώπου. Αν ο άνθρωπος δεν πιστέψει στον Χριστό, αν δεν γίνει μέλος του μυστικού σώματός Του, της Εκκλησίας, οι δωρεές αυτές παραμένουν ανενέργητες γι’ αυτόν και κενές περιεχομένου. Διότι προς σωτηρία του ανθρώπου απαιτείται όχι μόνο η χάρη του Θεού, αλλά και η δική του η θέληση. Πώς λοιπόν πιο συγκεκριμένα μετέχει κανείς στο Χριστό, δηλαδή γίνεται μέτοχος των δωρεών της σταυρικής Του θυσίας;
1. Με το βάπτισμα. Το βάπτισμα αποτελεί συμμετοχή στον θάνατο και την Ανάσταση του Κυρίου. Όταν τριττώς καταδύεται και τριττώς αναδύεται ο άνθρωπος από την κολυμβήθρα, την «κοιλιά» της Εκκλησίας, συμμετέχει στον θάνατο και την Ανάσταση Εκείνου. Με τη συμμετοχή του αυτή καθαρίζεται, «πεθαίνει», από κάθε αναγκαστική ροπή αμαρτίας και βγαίνει νέος, αναστημένος άνθρωπος. Ο Χριστός γεννιέται μέσα του και γίνεται μέλος του σώματός Του. «Πραγματικά, το βάπτισμά μας σημαίνει πώς συμμετέχουμε στον θάνατο και στην ταφή του Χριστού. Κι όπως ο Πατέρας Θεός με τη δύναμή Του ανέστησε τον Χριστό από τους νεκρούς, το ίδιο κι εμείς μπορούμε να ζήσουμε μία νέα ζωή. Όπως δηλαδή ενταχτήκαμε οργανικά στο σώμα του Χριστού με μία πράξη που συμβολίζει συμμετοχή στον θάνατό του, έτσι θα συμμετάσχουμε πραγματικά και στην ανάστασή Του» (Ρωμ. 6, 4-5).
 2. Με τη θεία Κοινωνία. Η μετοχή του ανθρώπου στον Σταυρό δεν σταματά με το βάπτισμα και το συνακόλουθο βεβαίως χρίσμα. Συνεχίζεται διαρκώς με την εν μετανοία μετοχή του πιστού στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας. Διότι η Θεία Ευχαριστία προσφέρει τη διακράτηση και την αύξηση της χάρης του Θεού, που εισήλθε στο βάθος της ψυχής διά του βαπτίσματος. Έτσι χωρίς το σώμα και το αίμα του Χριστού ο πιστός αδυνατίζει και μαραίνεται πνευματικά, που σημαίνει ότι οι δωρεές του Σταυρού με την Θεία Ευχαριστία ανανεώνονται και πολλαπλασιάζονται.
Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος μιλώντας για τη Θεία Ευχαριστία τονίζει τον σταυροαναστάσιμο χαρακτήρα αυτής: «Όταν προσίης τω φρικτώ ποτηρίω, ως απ’ αυτής πίνων της πλευράς, ούτω προσίης», όταν προσέρχεσαι δηλαδή στο φρικτό ποτήριο, να προσέρχεσαι σαν να πίνεις από την ίδια την πλευρά του Σωτήρος.
 3. Με τον αγώνα για πνευματική ζωή. Ο Χριστιανός δεν γίνεται πνευματικός, μέτοχος δηλαδή των δωρεών του Πνεύματος του Θεού, μόνο με τη συμμετοχή του στα μυστήρια. Μία τέτοια θεώρηση θα έδειχνε ότι η σωτηρία είναι αποτέλεσμα μόνο της χάρης του Θεού χωρίς την ανθρώπινη συνέργεια. Γίνεται και με τον αγώνα του για τήρηση των εντολών του Χριστού. Η τήρηση των εντολών, κυρίως της πίστεως στον Χριστό και της αγάπης στον συνάνθρωπο, τον καθιστά «ανοιχτό» στη χάρη του Θεού και του δημιουργεί τις συνθήκες ορθής μετοχής του στα μυστήρια. Η τήρηση όμως αυτή δεν είναι εύκολη. Απαιτεί σκληρό αγώνα κατά των παθών και των αμαρτιών, ακόμη δε και κατά του αρχεκάκου διαβόλου, που μας πειράζει μέσω των παθών. Έτσι η πνευματική ζωή αποτελεί κυριολεκτικά «μάτωμα» της ψυχής, δόση αίματος, κατά το «δος αίμα και λάβε Πνεύμα», μ’ ένα λόγο κατανοείται ως συσταύρωση με τον Χριστό. «Ει τις θέλει οπίσω μου έρχεσθαι, απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού καθ’ ημέραν και ακολουθείτω μοι» (Λουκ. 9, 23).
 Ο Σταυρός του Χριστού αποτελεί τη σωτηρία μας. Αυτός είναι η ωραιότητα της Εκκλησίας και η καθέδρα της ορθοδόξου θεολογίας. Κατά τον υμνογράφο «Σταυρός ο φύλαξ πάσης της οικουμένης, Σταυρός η ωραιότης της Εκκλησίας, Σταυρός βασιλέων το κραταίωμα, Σταυρός πιστών το στήριγμα, Σταυρός αγγέλων η δόξα και των δαιμόνων το τραύμα». Δεν έχουμε παρά να Τον ζούμε καθημερινά με τον τρόπο που είπαμε. Η καθημερινή διαπίστωσή μας θα είναι η συνεχής μεταμόρφωσή μας, όχι από πλευράς ασφαλώς φύσεως, αλλά από πλευράς τρόπου ζωής. Με τον τρόπο αυτό θα ανήκουμε και εμείς σε εκείνους που χαρμονικά θα προσμένουν το «σημείον» του Υιού του ανθρώπου, τον Σταυρό, όταν ως σύμβολό Του θα εμφανιστεί κατά τη Δευτέρα Του Παρουσία.
 Πρωτοπρεσβυτέρου Γεωργίου Δορμπαράκη

Παρασκευή 26 Μαρτίου 2021

ΚΥΡΙΑΚΗ Β΄ ΝΗΣΤΕΙΩΝ

111

ΑΓΙΟΣ  ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ  Ο  ΠΑΛΑΜΑΣ


O Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς είναι ένας από τους μεγαλύτερους Πατέρες και διδασκάλους της μυστικής και νηπτικής θεολογίας και της δογματικής αλήθειας της Ορθόδοξης Εκκλησίας.

Καταγόταν από αριστοκρατική και πλούσια γενιά. Οι γονείς του προέρχονταν από την Μ. Ασία. Με την προσπέλαση όμως των Τούρκων στα Βυζαντινά εδάφη, αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους και να εγκατασταθούν στην Κωνσταντινούπολη. Ο Γρηγόριος γεννήθηκε το 1296 μ.Χ. και μεγάλωσε στην αυτοκρατορική αυλή. Πολύ νωρίς, σε ηλικία μόλις επτά ετών, έμεινε ορφανός από πατέρα, αλλά παρέμεινε κάτω από την προστασία και την προσωπική επίβλεψη του αυτοκράτορα.

Όταν τελείωσε τη βασική εκπαίδευση, ο αυτοκράτορας του έδωσε τη δυνατότητα να παρακολουθήσει στο Πανεπιστήμιο φιλοσοφικές σπουδές. Εδώ ο Γρηγόριος διακρίθηκε τόσο για τη μεγάλη διάνοιά του, όσο και για τη βαθιά επιμέλεια και επίδοσή του στο φιλοσοφικό και θεολογικό χώρο. Όμως, οι επιτυχίες και τα αξιώματα δέν τον μεθούσαν. Αλλού είχε αυτός το «όμμα της ψυχής» στραμμένο. Η φλογερή αγάπη του για τον Θεό του σκίαζε τη λάμψη της κοσμικής δόξας. Έτσι σε ηλικία είκοσι ετών αναχώρησε μαζί με τα τρία αδέρφια του και εγκαταστάθηκαν στη φημισμένη Μονή, που βρισκόταν στο όρος Παπίκιο, μεταξύ Μακεδονίας και Θράκης. Η φήμη όμως των Αγιορειτών μοναχών και όσα ο ίδιος είχε από παιδί ακόμα ακούσει, από τους μοναχούς που επισκέπτονταν κατά καιρούς την Κωνσταντινούπολη, τον έφεραν γρήγορα στο ποθητό Αθωνίτικο περιβάλλον.

Στη Θεσσαλονίκη το 1326 μ.Χ., σέ ηλικία τριάντα ετών, χειροτονήθηκε ιερέας και θεμελίωσε νέο ησυχαστήριο στην περιοχή της Βέροιας. Εκεί, παρόλο που ήταν προϊστάμενος, ζούσε τελείως απομονωμένος, με μεγάλη άσκηση, προσευχή και σιωπή και έβγαινε από το κελλί του μόνο το Σάββατο και την Κυριακή, για να λειτουργήσει και να δει τους αδερφούς.

Μόλις πέντε χρόνια μπόρεσε να απολαύσει την αγαπημένη του έρημο και ησυχία. Σέρβοι επιδρομείς έφτασαν στην περιοχή και η συνοδεία του Αγίου Γρηγορίου αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το ερημητήριό της και να ξαναγυρίσει στον Άθωνα. Τώρα τον περίμεναν νέοι και ιδιόμορφοι αγώνες.

Κάποιος Έλληνας από την Καλαβρία της Ιταλίας, έφτασε το 1330 μ.Χ. στην Κωνσταντινούπολη και επιδόθηκε στη διδασκαλία της φιλοσοφίας και της Λογικής. Ήταν ο γνωστός Βαρλαάμ, στον οποίο μάλιστα ο Ιωάννης ο Καντακουζηνός, που είχε το αξίωμα του «μεγάλου Δομέστικου» (πρωθυπουργού), εμπιστεύτηκε μια έδρα του αυτοκρατορικού Πανεπιστημίου και αυτό συνετέλεσε στο να γίνει ο Βαρλαάμ περισσότερο γνωστός στον κύκλο των γραμμάτων.

Ο σκοπός και το έργο του Βαρλαάμ, όπως αργότερα αποδείχτηκε, δεν ήταν τυχαία. Όταν το 1333-34 ο Πάπας έστειλε δύο Δομηνικανούς θεολόγους για να προετοιμάσουν το διάλογο για την ένωση των Εκκλησιών, ο Βαρλαάμ ανέλαβε να εκπροσωπήσει την ορθόδοξη Εκκλησία. Και ναι μεν διακήρυττε πάντοτε την ορθοδοξία του, αλλά δεν αντέδρασε καθόλου στη θέση των Ρωμαιοκαθολικών περί της «εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος και εκ του Υιού». Βασιζόμενος στα κείμενα του Αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτου, παρερμήνευσε τον αποφατισμό της ορθόδοξης θεολογίας με την σκέψη ότι, εφόσον ο Θεός είναι το «επέκεινα», δεν μπορεί ο άνθρωπος να οδηγηθεί στη θεοπτία. Σ᾽ αυτό το σημείο άρχισε η αντιδικία του με τους ορθόδοξους μοναχούς, των οποίων ο Βαρλαάμ περιγέλασε τη νηπτική τακτική και τη μέθοδο της καθάρσεως του νου διά της νοεράς προσευχής, ονομάζοντάς τους «ομφαλοσκόπους».

Ο Άγιος Γρηγόριος δεν μπορούσε να σιωπήσει. Από το ερημητήριο του Αγίου Σάββα και αργότερα από τη Θεσσαλονίκη συνέταξε τις περίφημες Τριάδες, για την υπεράσπιση του ησυχασμού. Τα κείμενα αυτά κατοχυρώνουν, για πρώτη φορά θα λέγαμε, τη θεολογία του ησυχασμού. Η ευκαιρία που δόθηκε με την αιρετική θέση και πρόκληση του Βαρλαάμ, έδωσε τη δυνατότητα στην ορθόδοξη θεολογία να προσδιορίσει την έννοια και το νόημα του ησυχασμού και ακόμα τη σχέση του με τα βασικά δόγματα, για την πτώση του ανθρώπου, τη Σάρκωση του Θεού Λόγου και την απολυτρωτική χάρη των Μυστηρίων.

Ο Γρηγόριος στη συνέχεια ξεκαθαρίζει το θέμα της θεωρίας του Ακτίστου Φωτός. Ο Θεός, λέει, δέν είναι δυνατόν να κατανοηθεί από τον άνθρωπο, ως προς την ουσία Του. Μπορεί όμως να αποκαλυφθεί και ο άνθρωπος να κοινωνήσει μαζί Του, «διά των θείων ενεργειών». Με τη θέση αυτή, η οποία περιγράφηκε και εκφράστηκε δογματικά πρώτα από τον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, έκλεισε το πολυσύνθετο θέμα της θέας του Ακτίστου Φωτός και της γνώσεως του Θεού.

Το 1341 μ.Χ. η Σύνοδος στην Κωνσταντινούπολη καταδίκασε τον Βαρλαάμ και έτσι τελείωσε η πρώτη φάση της ησυχαστικής έριδας, η οποία είχε τρία βασικά αντικείμενα: α) Την εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος, β) Τη γνώση του Θεού και γ) Τη θέα του Ακτίστου Φωτός.

Η επόμενη φάση των «ησυχαστικών ερίδων» αρχίζει το 1341 μ.Χ. και τελειώνει το 1347 μ.χ. Αντιμέτωπο αυτή τη φορά είχε τον Ακίνδυνο. Ο Ακίνδυνος ήταν μοναχός Βουλγαρικής καταγωγής και παλιός μαθητής του Αγίου Γρηγορίου στόν Άθωνα. Αρχικά ο Ακίνδυνος στάθηκε από πλευράς θεολογικής μεταξύ των απόψεων του Βαρλαάμ και του Παλαμά. Αργότερα κράτησε δική του θέση συντηρητική και εξωτερικά παραδοσιακή. Η βάση της όμως ήταν μια απόλυτα αιρετική παρέκκληση από το ορθόδοξο δόγμα και την εκκλησιαστική παράδοση.

Δυστυχώς οι απόψεις του Ακινδύνου υπερίσχυσαν και ο Παλαμας απομακρύνθηκε και εξορίστηκε σε κάποια Μονή του Βοσπόρου. Από εκεί τον μετέφερναν από Μονή σε Μονή και τέλος τον έκλεισαν στις φυλακές των ανακτόρων. Παράλληλα το 1346 η Σύνοδος τον απέκοψε από την Εκκλησιαστική κοινωνία, ως αιρετικό.

Από τις φυλακές ο Άγιος Γρηγόριος έγραψε πολλές επιστολές και τους αντιρρητικούς λόγους κατά του Ακινδύνου. Το 1346 μ.Χ., ύστερα από επέμβαση της βασιλομήτορας Άννας, ελευθερώθηκε. Εδώ έκλεισε και η δεύτερη φάση των ησυχαστικών ερίδων, που τόσο ταλαιπώρησαν την Εκκλησία, αλλά και που έδωσαν την ευκαιρία να εκφραστεί για μιά ακόμη φορά η ορθή πίστη της Εκκλησίας.

Τον ίδιο χρόνο ο Άγιος Γρηγόριος εκλέχθηκε επίσκοπος Θεσσαλονίκης, αλλά εξαιτίας πολιτικών αναταραχών δεν μπόρεσε να εγκατασταθεί στην έδρα του, και παρέμεινε για ένα διάστημα μεταξύ Αγίου Όρους και Κωνσταντινουπόλεως. Όταν όμως ο Ιωάννης Καντακουζηνός κατέλαβε τη Θεσσαλονίκη, εγκαταστάθηκε και ο Άγιος Γρηγόριος κοντά στό ποίμνιό του.

Στη Θεσσαλονίκη ο Παλαμάς αντιμετώπισε ένα νέο ρεύμα δοξασιών, με επικεφαλής κάποιον Γρηγορά, μαθητή του Ακινδύνου. Δύο όμως αλλεπάλληλες Σύνοδοι το 1351-52, καταδίκασαν το Γρηγορά, πριν ακόμα να του δοθεί η ευκαιρία να διαταράξει εκ νέου με τις δοξασίες του την ειρήνη της Εκκλησίας.

Στην προσπάθειά του να μεσολαβήσει μεταξύ δύο πολιτικών αντιπάλων και να ειρηνεύσει την πολιτική κατάσταση για το καλό και της Πολιτείας και της Εκκλησίας, έπεσε στα χέρια των Τούρκων, έξω από την νήσο Τένεδο. Τα χρόνια που ακολούθησαν του πρόσθεσαν πολλούς κόπους και ταλαιπωρίες, αλλά προσπάθησε να εκμεταλλευτεί «τα δεσμά» του, προσεγγίζοντας τους Τούρκους και προετοιμάζοντας την Κατήχηση και την είσοδό τους στην Εκκλησία. Το 1355 ελευθερώθηκε και ξαναγύρισε στη Θεσσαλονίκη, όπου και πέθανε το 1359 μ. Χ.

Η Εκκλησία, αναγνωρίζοντας στο πρόσωπό του ένα γνήσιο τέκνο της και αυτόν που εξέφρασε θεωρητικά και δίδαξε πρακτικά ότι το δόγμα και η παράδοση δεν είναι στεγανά και η πίστη δεν είναι, από πλευράς θεολογικής τοποθετήσεως, μια απλή και άκαμπτη «επανάληψη των γνωστών», αλλά είναι ένας διαρκής χείμαρρος που ρέει ακατάπαυστα μέσα στην Εκκλησία και τη ζωογονεί, τον ανακήρυξε άγιο (1368 μ.Χ.) και έχει αφιερώσει στη μνήμη του τη Β' Κυριακή των Νηστειών.

Το έργο του

Το συγγραφικό έργο του Αγίου Γρηγορίου υπήρξε πολύ μεγάλο και σε όγκο και σε βάθος. Η θεολογία του δεν ξεκινάει από φιλοσοφικές έννοιες, αλλά από την προσωπική εμπειρία. Αυτό δεν υπονοεί καμιά απολυτοποίηση της γνώσεως, αντίθετα τονίζει ότι η θεολογία και η πίστη δεν έχουν βάση τη γνώση που πηγάζει από την αίσθηση, αλλά βασίζονται στη γνώση που ξεκινάει και τρέφεται με τη διόραση. Μ᾽ άλλα λόγια η μελέτη των όντων μόνο δέν οδηγεί στη θεογνωσία, αλλά η θεγνωσία γεννιέται στην ψυχή από τον Ίδιο τον Θεό, που «αυτοαποκαλύπτεται», κοινωνεί με τον άνθρωπο και του διδάσκει την «άνωθεν σοφία».

Στα συγγράμματα του Αγίου Γρηγορίου διδάσκεται καθαρά και επίμονα η διάκριση μεταξύ της ουσίας και των ενεργειών του Θεού. Η ουσία του Θεού είναι «αυθύπαρκτος, αυτοπάτωρ και ακατάληπτος», ενώ οι ενέργειες είναι «ενυπόστατα στοιχεία» που κοινωνούν με τον άνθρωπο.

Ο άνθρωπος είναι συγκεφαλαίωση της κτίσεως, που υποδουλώθηκε όμως σ᾽ αυτή μετά την πτώση του. Με το βάπτισμα «εκβάλλεται» ο Σατανάς από την ψυχή και την πολεμάει πλέον «εκ των έξω». Γι᾽ αυτό, ως βασικές προϋποθέσεις για την ανακαίνιση του ανθρώπου, θεωρεί το βάπτισμα και τη Θ. Ευχαριστία. Η Θ. Ευχαριστία μαζί με τη βίωση της μετανοίας και της ασκήσεως οδηγούν στη «μέθεξι» του Θεού και κάνουν τον άνθρωπο «εν τω Χριστώ άναρχον και ατελεύτητον». Αυτό δεν είναι φιλοσοφική θεώρηση, αλλά πραγματικότητα, την οποία βίωσαν, κατά κάποιο τρόπο, απόλυτα η Υπεραγία Θεοτόκος και ο Τίμιος Πρόδρομος, οι οποίοι αποτελούν πλέον και τα αρχέτυπα όσων επιθυμούν να αγιαστούν και να ζήσουν αιώνια.

Ο συγγραφικός πλούτος, που κληροδότησε στην Ορθόδοξη Εκκλησία ο Άγιος Γρηγόριος, είναι ανεκτίμητος. Δίκαια ο υμνογράφος του τον αποκαλεί «λύρα του Πνεύματος». Έζησε με την καθοδήγηση του Αγίου Πνεύματος, τράφηκε από το Άκτιστο Φως και άφησε την εμπειρία του στην Εκκλησία, ως οδηγητική στήλη στη «ζοφερά νύχτα του παρόντος αιώνος».

Πηγή: www.faneromenihol.gr

Πέμπτη 18 Μαρτίου 2021

ΚΥΡΙΑΚΗ Α΄ ΝΗΣΤΕΙΩΝ - ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

  ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

 https://www.imkby.com/

8 Triodio Orthodoxias

 

Η σημερινή Κυριακή, αγαπητοί μου αδελφοί, είναι αφιερωμένη από την Αγία μας Εκκλησία στην Ορθόδοξη πίστη και τη ζωή. Είναι μια εορτή που θυμίζει σε όλους μας τη δυναμική παρουσία της Ορθοδόξου Πίστεως και ζωής μέσα στον κόσμο. Θυμόμαστε τους αγώνες της. Τιμάμε τους ήρωες της. Συγχρόνως όμως προβληματιζόμαστε για το παρόν και οραματιζόμαστε το μέλλον μας. Επαναβεβαιώνουμε την εμπιστοσύνη μας σε αυτήν. Εξετάζουμε την συνεπεία μας στις αρχές της.  Aναλαμβάνουμε  αγώνα για τη διάδοση των αρχών της.

Για αυτό σήμερα ο λόγος μας θα είναι αφιερωμένος στην Αγία Ορθοδοξία στο χρέος μας απέναντι της και στην προσφορά της στον σύγχρονο κόσμο.

  1. Η Ορθοδοξία έχει μια ιστορική διαδρομή είκοσι αιώνων. Κατά την διάρκεια αυτών ποδηγέτησε λαούς, κατηύθυνε έθνη και κατήυγασε - ελάμπρυνε και εκόσμησε την πνευματική ζωή του πολιτισμένου κόσμου. Αντιμετώπισε κάθε είδους δυσχέρειες και διήλθε διά « πυρὸς καὶ σιδήρου » . Πάντοτε υπήρξε η πίστη συμπαραστάτης εκείνων οι οποίοι την ακολουθούσαν ή κατέφευγαν σε αυτή. Την εκπροσώπησαν άντρες και γυναίκες ήθους, αγωνιστές της Αρετής και της πνευματικής ελευθερίας. Εκπροσωπήθηκε από φωτισμένες διάνοιες αλλά και απλούς ανθρώπους. Αυτοί όλοι που σήμερα έρχονται στο προσκήνιο και στη λειτουργική μνήμη της Εκκλησίας μας την μετεβίβασαν διά μέσου των αιώνων από γενεά σε γενεά ,την ερμήνευσαν, την δίδαξαν σαν τη μόνη κρυστάλλινη αλήθεια της ζωής. Πολλοί την πολέμησαν, την κατεδίωξαν. Υπέστη επιθέσεις και δέχθηκε διώξεις. Δεν την φόβισαν. Δεν την τρομοκράτησαν. Δεν κατόρθωσαν να ανακόψουν τη δυναμική και ανακαινιστική  πορεία της. Πολλοί πάλι  αποπειράθηκαν να την παρερμηνεύσουν. Και σήμερα επικρατεί η ίδια εικόνα. Δεν πτοείται όμως, διότι αποτελεί την αλήθεια σε όλες της τις εκφράσεις. Υψιπετεί στο δόγμα, αλλά πεζοπορεί στον ακανθώδη δρόμο της Αρετής. Μετέχει του καθημερινού πνευματικού βίου και των αναγκών του ποιμνίου της  υπό καθεστώτα ελευθερίας, αδιαφορίας, ή και καταδυναστεύσεως. Προς αυτήν προσβλέπουν πολλοί, ατενίζοντες το φέγγος της πνευματικής υποστάσεως της και καθοδηγούμενοι από αυτό. Ήδη βρισκόμαστε στο λυκόφως του απερχόμενου αιώνος των τραγικών εμπειριών και ατενίζουμε το λυκαυγές του επερχόμενου αιώνος των υποσχέσεων, των Ελπίδων, των προσδοκιών, αλλά και της αβεβαιότητας η οποία πηγάζει από τα ανθρώπινα πάθη, και του άγχους που προέρχεται από ακοές  ολοκληρωτικών καταστροφών και πυρηνικών ολοκαυτωμάτων. Η ανθρωπότητα εισερχόμενη σε ένα νέο αιώνα θα συνοδεύεται από τα ίδια προβλήματα που την απασχολούν και σήμερα χωρίς να αποκλείεται και η δημιουργία άλλων, δεδομένου ότι, εκτός του κινδύνου από την πυρηνική ενέργεια  βρισκόμαστε ενώπιον μιας νέας βιομηχανικής Επαναστάσεως με πολλαπλές επιπτώσεις.
  2. Θα πρέπει, ως δείγμα αυτοκριτικής αναλύσεως να παραδεχθεί κανείς ότι οι ορθόδοξοι παρά το γεγονός, ότι κατέχουν στην Ορθοδοξία την πληρότητα της αλήθειας, ίσως δεν επιστεγάζουν την πραγματικότητα αυτή με το περιεχόμενο του δικού τους βίου, τόσο οι κληρικοί όσο και οι λαϊκοί. Αυτή η συνέπεια μας στις αρχές της Ορθοδόξου Πίστεως είναι και η ευθύνη μας, το χρέος μας έναντι της αλήθειας την οποία εκπροσωπεί και διακηρύσσει. Δεν είναι μικρό το θρησκευτικό και ηθικό χάος γύρω μας, το οποίο προέρχεται από το γεγονός ότι η ζωή της πλειονότητος των ορθοδόξων δεν συμβαδίζει με την Ορθόδοξη πίστη μας. Και έτσι κατέχουμε « τὴν ἀλήθεια ἐν ἀδικία »(Ρωμ.α΄18). Να απαριθμήσουμε τα δεινά τα οποία λυμαίνονται τον ορθόδοξο κόσμο; Δεν ωφελούσε σε τίποτα. « ἴασιν οἱ μεμνημένοι ». Εκείνο που είναι απαραίτητο και ωφελεί όλους μας είναι ο καθένας μας να κάνει το καθήκον του, το οποίο επιτακτικό προβάλλεται σε όλους μας : να προσέξουμε την Ορθοδοξία μας. Ας τακτοποιήσουμε τη ζωή μας , τα « ἐν τῷ οἴκω μας », ή ας αγαπήσουμε την ευπρέπεια της Αγίας μας Εκκλησίας. Ας απαλλάξουμε την εκκλησιαστική και πνευματική μας ζωή από τα μιάσματα του κόσμου. Ας επιδιώξει , κάθε ορθόδοξος οπουδήποτε της γης και αν ευρίσκεται , να αποκτήσει συνείδηση της ανεκτίμητου αξία την οποία περικλείει η Ορθοδοξία. Τότε η Ορθοδοξία θα ανακύψει με όλη  την απαστράπτουσα, θείο φως μεγαλοπρέπειά της. Η δε δυναμική πορεία της διά μέσου των αιώνων θα συνεχιστεί με το λυτρωτικό για το νέο άνθρωπο κύρος της.
  3. Η Ορθοδοξία ,έχοντας το δικό της δοκιμασμένο κριτήριο ηθικής και βιοθεωρίας, καλεί τον σημερινό και τον αυριανό άνθρωπο να κάνει χρήση αυτού επιλέγοντας την πορεία του και θέτοντας τα νέα επιτεύγματα μόνο στη δημιουργική υπηρεσία της ανθρωπότητας. Έτσι και η συλλογική πορεία της ανθρωπότητας θα κατευθύνεται από την ελεύθερη βούληση του ανθρώπου από ψηλά και όχι από κέντρα σκοπιμότητος, απειλής και καταδυναστεύσεως.

            Η Ορθοδοξία, στις δεκαετίες που έρχονται και στο νέον αιώνα που ανέτειλε πριν από λίγα χρόνια μέσα στην αχλύ ενός ταλαιπωρημένου κόσμου θα αγωνιστεί για την πνευματική ανόρθωση του ανθρώπου για τη διαφύλαξη των αιωνίων αρχών της. Ο ρόλος της Ορθοδοξίας σήμερα και αύριο είναι να κρατά ανόθευτη την αλήθεια να την κηρύσσει  « πάση τὴ  κτίσει  »,  να δίνει μια συνεχή και ζωντανή μαρτυρία αγάπης, Ελπίδος και βεβαιότητος. Η ορθοδοξία δεν είναι ένα επεισόδιο στην ιστορία, του οποίου κάθε χρόνο εορτάζουμε την επέτειο. Η  Ορθοδοξία για τους ορθόδοξους είναι ιερή παρακαταθήκη η οποία απαιτεί συνέχεια, σταθερότητα και παγκοσμιότητα. Οι ορθόδοξοι στοχεύουμε στην προσφορά της συνδρομής για τη συνύπαρξη των ανθρώπων και των λαών « ἐν εἰρήνη καὶ ἐλευθερία  » και για τη συνένωση τους μέσα σε μια κοινότητα Ορθοδόξου Πίστεως, ή οποία αποτελεί τη συμφιλίωση της ανθρωπότητας με τον Τριαδικό Θεό.

            Στο σύγχρονο και αυριανό κόσμο η Ορθοδοξία έχει μια ξεχωριστή, ιδιάζουσα, πρωτόβουλη, πρωτοποριακή και υπεύθυνη αποστολή. Η  ορθοδοξία  ατενίζει το μέλλον. Είναι έτοιμη για την αναμέτρηση της στο χώρο της αλήθειας και των αξιών . Όσοι αρνούνται και την αλήθεια και τις αξίες οραματίζονται το χάος. Οι ορθόδοξοι πορεύονται στο δρόμο τους με απεριόριστη αγάπη για τους άλλους ακόμα και για εκείνους που τους εχθρεύονται, αλλά και με πίστη, ελπίδα, αισιοδοξία και θάρρος. Κλήρος και λαός αποτελούν μια δύναμη μέσα στο έθνος, η οποία κάτω από ειδικές συνθήκες συνταράσσει.

            Ίσως χρειαστεί να αισθανθούμε σύντομα το ρίγος του παλμού του αγώνα. Κάθε πρόκληση αναπτερώνει το φρόνημα του ορθόδοξου λαού. Κάθε απειλή θεριεύει την πίστη του. Κάθε διωγμός τον καλεί στις επάλξεις ενωμένο για τη νικηφόρα έκβαση της μάχης εναντίον του κακού και της αδικίας ,της φθοράς, και της βεβηλώσεως, του θράσους και του σκότους.

 Οι πολέμιοι της Εκκλησίας θα πρέπει να γνωρίζουν ότι

 Ο ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ ΝΙΚΑ ΝΥΝ ΚΑΙ ΑΕΙ

ΚΑΙ ΕΙΣ ΤΟΥΣ ΑΙΩΝΑΣ ΤΩΝ ΑΙΩΝΩΝ.

Τρίτη 2 Μαρτίου 2021

ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΣΥΝΑΝΘΡΩΠΟΥ






Πολλοί, μελετώντας και αναλύοντας τη σημερινή μεταμοντέρνα εποχή μας και προσπαθώντας να την προσδιορίσουν, χρησιμοποιούν χαρακτηρισμούς και ονόματα όπως καταναλω­τική, ατομοκεντρική, σκληρή, ανάλγητη και άλλους παρόμοιους επιθετικούς προσδιορισμούς.
Ακόμη προσθέτομε ένα ακόμη κύριο γνώρισμα αυτής της μετανεωτερικής εποχής, γνώρισμα χαρακτηριστικό, που αφορά τις σχέσεις ανθρώπου, συνανθρώπου. Είναι αφιλάνθρωπη και αφιλόξενη μια και η επικοινωνία, η αλληλεγγύη, η κοινωνία αγάπης μεταξύ των ανθρώπων αντι­μετωπίζουν πλέον μεγάλη κρίση.
Το φαινόμενο αυτό, τραγικό για την τέως πλέον ορθόδοξη ελληνική κοινωνία, εξηγεί τη ρήξη του κοινωνικού ιστού, που προηγήθηκε στην παραδοσιακή κοινότητα. Οι συνέπειες της ρήξης εμφανίζονται στο πανθομολογούμενο άγχος, στις φοβίες, στη μο­ναξιά στην αβεβαιότητα του σημερινού ανθρώπου.
Αδελφοί μου!
Πλησιάζοντας στη Μ. Τεσσαρακοστή, ακούμε, κάθε χρόνο αυτές τις μέρες την ευαγγελική περικο­πή της τελικής κρίσης. Κάθε χρόνο, αυτή η Κυριακή, η Κυριακή των Απόκρεω έρχεται σαν δίστομο μαχαίρι να διαρρήξει στη καρδιά μας την αυταρέσκεια, την αυτοϊκανοποίηση, τη πεποίθηση πως είμαστε κατά κάποιο τρόπο εντάξει με τον εαυτό μας και βέβαια με το Θεό. Έρχεται να μας υπενθυμίσει τις εσφαλμένες σχέσεις μας και τη διακοπή της επικοινωνίας του ενός με τον άλλον. Μας λέει ότι έχουμε διαγράψει από την καρδιά μας το «εμείς» και στην κενή πλέον αυτή θέση εγκαταστήσαμε το «εγώ».
Δεν υπάρ­χει άλλη ευαγγελική περικοπή πού να μπορεί να μας μεταδώσει ένα τόσο ζωτικής σημασίας μήνυ­μα: το ότι, δηλαδή, από κοινωνία προσώπων καταντήσαμε κοινωνία ατόμων, αν βέβαια μπορεί να χαρακτηριστεί σαν κοινωνία ο ατομοκεντρισμός και η απομόνωση. Δεν μπορούμε να συγκροτήσουμε κοινωνία, δεν μπορούμε πολύ περισσότερο να είμαστε χριστιανοί, κλεισμένοι στο καβούκι μας και αποκομμένοι απ’ το συνάνθρωπό μας.
Και αυτή η περικοπή τούτο θέλει να μας δείξει καθώς μας τοποθετεί στο τέλος της ιστορίας και φανε­ρώνοντας μας τη στιγμή που ο Χριστός θα έρθει πάλι «κρίναι ζώντας και νεκρούς».
Ακούσαμε λοιπόν σήμερα τις τελευταίες ώρες του κόσμου μας· το τέλος των πάντων. Ο Χριστός, μας δίνει μία εικόνα: μας λέει πως θα συγκεντρω­θούν όλοι οι άνθρωποι μπροστά του, τότε που θα έρθει για να κρίνει τον κόσμο. Απ' όσα ακούσαμε βγαίνει ένα συμπέρασμα: Όλοι θα κριθούμε απ' τη συμπεριφορά μας και τις σχέσεις μας με τους άλλους. Μάλιστα και είναι πολύ χαρακτηριστικό αυτό, δε μίλησε σε τρίτο πρόσωπο, δεν είπε: «Θα κοιτάξω να δω αν χορτάσατε τους πεινασμένους, αν ποτίσατε τους διψασμένους, αν ντύσατε τους γυμνούς. Μίλησε σε πρώτο πρόσωπο. Είπε στους μεν ότι: «Θα πάτε στον Παράδεισο, γιατί εγώ πείνασα και μου δώσατε να φάω, εγώ δίψασα και με ποτίσατε, εγώ ήμουν ξένος και με συμμαζέ­ψατε , εγώ ήμουν στη φυλακή, εγώ ήμουν άρρωστος και ήρθατε να με δείτε... εγώ ό ίδιος». Με τα ίδια λόγια αναφέρεται και σ’ αυτούς που δε θα τους κρατήσει κοντά Του: «Σε μένα δε δώσατε να φάω, σε μένα δε δώσατε νερό, σε μένα δε δώσατε ρούχα όταν ήμουνα γυμνός. Έμενα, που ήμουν φυλακή και άρρωστος, δεν ήρθατε να δείτε». Και επεξηγώντας την απορία και των μεν και των δε όταν το ρωτούν - δίκαιοι και αμαρτωλοί: «Και πότε εμείς σε είδαμε και σου συμπεριφερθήκαμε έτσι;», εκείνος διευκρινίζει: «Μα δεί­ξατε τέτοια συμπεριφορά στον κάθε άσημο αδελφό μου, τον αδελφό σας και συνάνθρωπό σας! Είναι ένα και το αυτό!
…Όλα αυτά μπορεί να φαίνονται ξεκάθαρα. Όμως υπάρχει και μια άλλη πτυχή τού θέματος, πού ίσως καθόλου μα καθόλου δεν πάει ο νους μας.
Πόσο συχνά φέρνουμε το Ευαγγέλιο, την αγγελία του Χριστού, πόσο συχνά μιλάμε για το Χριστό, σε τόπους όπου δεν υπάρ­χει Χριστός; Πόσο συχνά κηρύττουμε εκεί όπου δεν υπάρχει γόνιμο έδαφος για μία ανταπόκριση; Αυτό πού κάνουμε είναι να κηρύττουμε στους ήδη γνώστες του Θεού κι όχι σ' εκείνους με τους οποίους ο Θεός ζητά να γνωριστεί. Και γι' αυτό ακριβώς το λόγο, επειδή ακριβώς προσφέρουμε τα πλούτη τού Ευαγγελίου σε όσους είναι ήδη καλοθρεμμένοι, επειδή προσφέρουμε το ποτήρι τής σωτηρίας σε όσους ήδη ξεδιψούν απ' αυτό, επειδή παρέχουμε καταφυγή και συντροφιά σε όσους ήδη ανήκουν, αρκετά συνειδητά, στην οικογένεια τού Θεού -γι' αυτόν ακριβώς το λόγο είναι που κινδυνεύουμε να δούμε τον εαυτό μας τοποθετημένο «εξ ευωνύμων» τού Χριστού.
'Αν θέλουμε να είμαστε τίμιοι απέναντι στην αγάπη τού Θεού για τον άνθρωπο και τον κόσμο Του, πρέπει να ξεχυθούμε στο κενό, στο ψύχος τής απουσίας τού Θεού και να φέρουμε εκεί το Ευαγγέλιο τού Χριστού, μακριά από τά όρια των δικών μας κοινοτήτων.
Κι έως ότου βάλουμε αρχή, θα επικρέμεται πάνω από τα κεφάλια η κρίση τής σημερινής περικοπής. Έως ότου βάλουμε αρχή, δεν θα έχουμε καν ξεκι­νήσει να δίνουμε σάρκα στην αγάπη τού Θεού… ( Τις σκέψεις αυτές αναφέρει στο βιβλίο του «Φως Χριστού», για την Κυριακή της Τελικής Κρίσης, ο π. Βασίλειος Όσμπορν, επίσκοπος Σεργκίεβο).
Αδελφοί μου!
Αναφερθήκαμε στην αρχή, στη μεγάλη κρίση που αντιμετωπίζει η κοινωνίας μας. Κρίση που αφορά τις σχέσεις των ανθρώπων, κρίση επικοινωνίας, κρίση αγάπης.
Τα λόγια του Χριστού που θα ακούσουμε στην Τελική Κρίση κατανο­ούνται σήμερα σαν απαίτηση για κοινωνική ευαισθη­σία και αλληλεγγύη, σαν άνοιγμα προς το συνάνθρωπο, σαν ρήξη του ατομισμού και επαναφορά μας στην κοινωνία προσώπων. Η κοινωνική πρόνοια και η αλληλεγγύη θεωρούνται πράγματα αυτονόητα. Ψωμί. νερό. ρούχα δεν επιτρέπεται ανά λείπουν από κανέναν. Λίγοι όμως το συνδέουν αυτό με τη δική τους προσωπική ευθύνη κι ευαι­σθησία. Οι περισσότεροι το αφήνουμε στα χέ­ρια τού κράτους, της κοινωνίας, της Εκκλη­σίας, στα χέρια συλλόγων και φιλανθρωπικών οργανώσεων. Δύσκολα κατανοούμε την απόστα­ση πού χωρίζει αυτό πού όλοι θεωρούμε αυτονόητο να κάνουμε από αυτό πού πράγ­ματι κάνουμε. Είμαστε ανυποψίαστοι και αισθανόμαστε αθώοι. Γι' αυτό και θα πούμε την ήμερα της Κρίσεως στο Χριστό: «Πότε σε είδαμε να έχεις ανάγκη και δεν σε υπηρετήσαμε;»
Γι’ αυτό αδελφοί μου!
Η συμπεριφορά μας αυτή τη μέρα της Κρίσεως θα μας βάλει προ μεγάλων εκπλήξεων. Για να μη συμβεί αυτό, όχι μόνο δεν πρέπει να περι­μένουμε να μας χτυπήσουν την πόρτα, αλλά, αντίθετα, έχουμε υποχρέωση, εμείς οι ίδιοι ν’ ανοίξουμε τη πόρτα, να βγούμε έξω απ’ το ερμητικά κλεισμένο σπίτι μας, να ψάξουμε εμείς και να βρούμε αυτούς που επρόκειτο να μας χτυπήσουν τη πόρτα πριν καν χρειαστεί να ρθουν και να μας βρουν.. Και αν ακόμη τα δάκρυα τους δε φαίνονται, έχουμε εμείς υποχρέωση να τα ανακαλύψουμε και με πολ­λή προσοχή και διακριτικότητα να σταθούμε δίπλα τους.
Αν δε σηκώσουμε το σταυρό μας για να κα­λύψουμε την απόσταση πού χωρίζει αυτό που θέλουμε από αυτό που μπορούμε να κάνου­με, ποτέ δε θα μπορέσουμε να δούμε το Χρι­στό στα πρόσωπα των αδελφών μας.
Αγαπητοί αδελφοί, όπως είπαμε, ολό­κληρο το Τριώδιο, ολόκληρη η Σαρακοστή είναι αφιερωμένη στο Πάθος του Χρίστου, στη γιορτή του Σταύρου του Χρίστου. Βρι­σκόμαστε ήδη στην προετοιμασία. Με την αρχή της νηστείας σε λίγες μέρες, θα μυούμε στο κύριο μέρος της Σαρακοστής. Και θα τελειώσου­με με την αποκορύφωση της Μεγάλης Εβδομάδας. Είθε ό Θεός, και μ' αυτή την ευκαιρία, της φετινής Σαρακοστής, να δώσει και σε μας τη χάρη του, για να καταλάβου­με κάτι απ' το μυστήριο του αδελφού μας, για να μπορέσουμε να κατανοήσουμε και το μυστήριο του Πάθους και του Σταυρού.

Τρίτη 16 Φεβρουαρίου 2021

Ο ΤΕΛΩΝΗΣ ΚΑΙ Ο ΦΑΡΙΣΑΙΟΣ ΣΤΟ ΤΡΙΩΔΙΟ

 


Κυριακή Τελώνου και Φαρισαίου σήμερα, αδελφοί μου. Αρχίζει η ψυχωφελής περίοδος του Τριωδίου. Ανοίγει το κατανυκτικό βιβλίο των ιερών ακολουθιών με τους υπέροχους ύμνους και τις κατανυκτικές προσευχές που έχουν στόχο να μας διδάξουν ένθεα και με μετάνοια να εορτάσουμε το Πάσχα, δηλαδή το πέρασμά μας από τα της γης στα του ουρανού. Και βέβαια δεν είναι η περίοδος του Τριωδίου περίοδος φαγητών, ποτών «διασκεδάσεων», κραιπάλης και καρναβαλιών. Τριώδιο σημαίνει πνευματική περισυλλογή, μετάνοια, ταπείνωση, κατάνυξη, προσευχή, πνευματική καλλιέργεια.

Την πρώτη Κυριακή του Τριωδίου, τη σημερινή, ακούμε στους ναούς τη σχετική παραβολή του Τελώνου και Φαρισαίου και μέσα από αυτή είναι ανάγκη ν κατανοήσουμε πως πρέπει να συνομιλούμε δια της προσευχής με τον Θεό .

 «Μη προσευξώμεθα Φαρισαϊκώς, αδελφοί· ο γαρ υψών εαυτόν ταπεινωθήσεται».

Η ατμόσφαιρα της προσευχής, αγαπητοί Χριστιανοί, είναι η πιο κατάλληλη, για να αποκαλυφθούν οι εσωτερικές διαθέσεις των ανθρώπων. Στην προσευχή παρουσιάζεται η πνευματική κατάσταση των ανθρώπων, γι  αυτό δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι ο Κύριος, για να εκφράσει την αντίθεση μεταξύ του Φαρισαίου και του Τελώνου τους παρουσίασε στην ώρα της προσευχής.

«Δύο άνθρωποι ανέβησαν εις το ιερόν προσεύξασθαι». Δύο άνθρωποι, δύο κόσμοι. Δύο άνθρωποι αντιπροσωπευτικοί των δύο τάξεων των ανθρώπων και των δύο πνευματικών κόσμων. Ο Φαρισαίος και ο Τελώνης. Ο Φαρισαίος, που νόμιζε τον εαυτό του δίκαιο και εθεωρείτο από τους άλλους δίκαιος, γιατί τηρούσε τις εντολές του Μωσαϊκού Νόμου, αλλά εστερείτο ταπεινώσεως. Με τον τρόπο που προσευχόταν, έδειξε πως ζούσε μία δαιμονιώδη «πνευματικότητα», μια διεστραμμένη πνευματική κατάσταση που απείχε πολύ από τη λύτρωση. Ερμηνεύοντας σχετικά ο Μ. Βασίλειος λέει για τον Φαρισαίο και την προσευχή του προς τον Θεό: «Εγώ, Θεέ μου, για Σένα είμαι ο μόνος θησαυρός της αρετής. Θα ήταν έρημη από δικαιοσύνη η γη, αν δεν πατούσα εγώ πάνω της». Είναι ανόητος ο αθεόφοβος. Δεν πήγε στον Ναό για προσευχή αλλά μόνο για επίδειξη. Στάθηκε στην πιο κεντρική θέση του Ναού και άρχισε να αυτολιβανίζεται. Να αυτοεπαινείται. Ξεχνά όμως πως ο,τι καλό έχουμε και ό,τι καλό κάνουμε, αποτελούν «καρπό του Αγίου Πνεύματος» (Γαλ. 5, 23). Επίκαιρος όσο ποτέ ο Απόστολος Παύλος λέγοντας: «Χάριτι Θεού ειμί ο ειμί»   Κορ. 15, 10), και πάλι: «Τα πάντα δύναμαι δια του ενδυναμούντος με Χριστού» (Φιλιπ. 4, 13). Αλλά και ο προφήτης Δαυίδ αποδίδει στο Θεό την δύναμη και την χάρη με τα οποία ο άνθρωπος κάνει το καλό και κατορθώνει να οικοδομήσει την αρετή. «Εάν μη Κύριος οικοδομήση οίκον εις μάτην εκοποίασαν οι οικοδομούντες... Εάν μη Κύριος φυλάξη πόλιν εις μάτην ηγρύπνησεν ο φυλάσσσων» (Ψαλμ. 126).

Πόσο διαφορετικός όμως ήταν ο δεύτερος. Ταπεινή ψυχή. Στάθηκε σε μία γωνιά και εκεί όλο συντριβή και μετάνοια για τις απροσεξίες της ζωής του παρακαλούσε τον Θεό και έλεγε: «Ο Θεός ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ» δείχνοντας έτσι την πνευματική του διαύγεια και υγεία γι  αὐτὸ «κατέβη δεδικαιωμένος». Όσο κανείς επιδιώκει την αυτοδικαίωση, τόσο και απομακρύνεται από την λύτρωση. Όσο κανείς θεωρεί, ειλικρινά όμως, τον εαυτό του ανάξιο του θείου ελέους, τόσο γίνεται δέκτης της θείας δωρεάς. Η αυτομεμψία είναι «αφανής προκοπή». Αυτή «η αφανής προκοπή» εκφράζεται με την ταπείνωση του Τελώνη: ο οποίος «μακρόθεν εστώς ουκ ήθελε, ουδέ τους οφθαλμούς εις τον ουρανόν επάραι αλλ  έτυπτεν το στήθος αυτού λέγων· ο Θεός ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ».

Αδελφοί, «άνθρωποι δύο ανέβησαν εις το Ιερόν προσεύξασθαι». Δύο τύποι ανθρώπων. Προσωποποιήσεις της ταπείνωσης και της υπερηφάνειας, της αρετής και της κακίας, της ειλικρίνειας και της υποκρισίας, της αυτογνωσίας και της αγνωσίας, της μετανοίας και της πώρωσης, της ευσέβειας και της ασέβειας. Ο ένας ταπεινώθηκε, γιατί ύψωσε τον εαυτό του. Ο άλλος υψώθηκε, γιατί τον ταπείνωσε. Ο Φαρισαίος δικαίωσε τον εαυτό του, αλλά τον καταδίκασε ο Θεός. Ο Τελώνης καταδίκασε τον εαυτό του, αλλά τον δικαίωσε ο Θεός. Ο πρώτος είπε λόγια πολλά, μα δεν τα άκουσε ο Θεός. Ο δεύτερος είπε ελάχιστες λέξεις, ο Θεός όμως τις άκουσε και τις δέχτηκε. Αν η ταπείνωση είναι βασίλισσα των αρετών, η υπερηφάνεια είναι βδέλυγμα και κατάρα. Βέβαια σήμερα, εποχή εωσφορικής υπερηφάνειας, εποχή όπου ο «υπεράνθρωπος είναι πρότυπο για κάποιους, σε εποχή που όλοι θεωρούμε τους εαυτούς μας σαν τη μόνη σοφία, το αλάθητο, τη παντογνωσία και μόνο η λέξη «ταπεινοφροσύνη» ακούγεται σαν κάτι παράξενο και άγνωστο, αφού ταπεινοφροσύνη σημαίνει συνεσταλμένο ήθος, επίγνωση του τι είμαστε. Σημαίνει ταπεινό φρόνημα, αυτογνωσία της αμαρτωλότητάς μας· είναι αφανής προκοπή».

Αδελφοί μου!

Καθώς λοιπόν αρχίζουμε, καθώς κάνουμε και εφέτος το πρώτο βήμα στη «χαρμολύπη» του Τριωδίου και της ερχομένης Μεγάλης Σαρακοστής, βλέπουμε μακριά τον προορισμό... Είναι η χαρά της Λαμπρής. Είναι η είσοδος στη δόξα της Βασιλείας. Αυτό το όραμα, η πρόγευση του Πάσχα κάνει τη λύπη φως και χαρά αναστάσιμη.

Σήμερα προβάλλει μπροστά μας το σχολείο της μετάνοιας, το Τριώδιο, που θα μας δώσει δύναμη να δεχτούμε το Πάσχα, όχι σαν μια απλή ευκαιρία να φάμε, να πιούμε, ν’ αναπαυτούμε, αλλά, βασικά, σαν το τέλος των «παλαιών» που είναι μέσα μας και σαν είσοδό μας στο «νέο».

Η απέκδυση του «παλαιού ανθρώπου» κατά την περίοδο αυτή τονίζεται ιδιαίτερα όλη τούτη τη περίοδο.. Και όλος αυτός ο αγώνας όλη η πνευματική προσπάθεια που γίνεται σε ένα στοχεύουν. Στη γνήσια προετοιμασία για το μεγάλο «σήμερον» του Πάσχα. Για τούτο η μητέρα Εκκλησία μας προτρέπει να αυτοσυγκεντρωθούμε, να πολεμήσουμε τη σάρκα και τα πάθη, το πονηρό και κάθε άλλη αμαρτία. Μας συνιστά τη νηστεία των τροφών αλλά και των παθών πρωτίστως. Βέβαια με την αναφορά στην αγάπη και τη μετάνοια, και θέτοντας τη νηστεία στη σωστή της βάση, κανείς πλέον δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι η πνευματική πρόοδος εξαρτάται μόνον από το πόσο νήστεψε η ασκήθηκε κάποιος όλη τούτη τη περίοδο. Η πρόοδος εξαρτάται από το πόσο με τη μετάνοια και την όλη προσπάθεια, την πνευματική, έγινε ο άνθρωπος κοινωνός της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος, που φέρνει την ανάπαυση της ψυχής.

Αδελφοί μου!

          Ο άνθρωπος είτε το θέλουμε είτε όχι βρίσκεται σε μια συνεχή πορεία. Άλλοτε είναι ανοδική, άλλοτε καθοδική. Άλλοτε ανεβαίνει για να συναντηθεί με το Θεό, άλλοτε απομακρύνεται από Αυτόν και δρέπει τα αποκαΐδια και τα ερείπια της αποστασίας του. Το Τριώδιο είναι η αγία, η πνευματική, η κατανυκτική, η ασκητική, η αθλητική περίοδος της Εκκλησίας μας που μας βοηθάει να πορευθούμε σωστά και να συναντηθούμε με τον Αναστημένο Χριστό. Ανοίγει την ερμητικά κλειστή, πόρτα της ψυχής μας ώστε να εισχωρήσει μέσα η Χάρις του Θεού, για να αγωνιστούμε σωστά, να επιφέρουμε μια ολοκληρωτική αλλαγή στη ζωή μας, να μετανοήσουμε, για να φθάσουμε στην κατά χάριν ένωση μας με τον Χριστό .

Αυτό ας είναι η καθημερινή μας έγνοια.

ΑΜΗΝ.

Σάββατο 13 Φεβρουαρίου 2021

Η ΔΥΝΑΜΙΚΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ {ΚΥΡΙΑΚΗ ΧΑΝΑΝΑΙΑΣ)

 


Αγαπητοί αδελφοί, ακούσαμε σήμερα στο Ευαγγέλιο για τη συνάντηση πού είχε ό Χριστός με μία γυναίκα Χαναναία, στην περιοχή της Τύρου και της Σιδώνος. Στα σύνορα δηλαδή του Ισραήλ, εκεί πού κα­τοικούσαν περισσότερο ειδωλολάτρες και όχι πιστοί στον Θεό. Το Ευαγγέλιο αυτό το ακούμε μία Κυριακή πριν αρχίσει το Τριώδιο. Μπορούμε να πούμε και πάλι πώς μας προετοιμάζει γι' αυτή την τόσο σπουδαία περίοδο, για τη συνάντησή μας με το Θεό, φέρνοντας μας ως παράδειγμα στάσης μπροστά στον Θεό μία γυναίκα πού δεν άνηκε επίσημα στο λαό του.

Ενώ δηλαδή την προηγούμενη Κυρια­κή μας έδειξε έναν άνδρα. τον Ζακχαίο, σαν πρότυπο αληθινής αναζήτησης του Θεού. τώρα μας δείχνει μία γυναίκα, που όχι μό­νο αναζητά το Θεό άλλα και τον ανακα­λύπτει στο πρόσωπο του Χριστού. Ο Ζακχαίος ανέβηκε στο δένδρο για να δει το Χριστό. Η  Χαναναία   ξετρυπώνει  το Χριστό, μέσα από το πλήθος .

          Και τότε;

«Κυνάριον», σκυλάκι, αποκαλεί ο Χριστός τη Χαναναία, την ειδωλάτρισσα που τον ακολουθεί με παρακλητικές κραυγές. Με αβάστακτο ανθρώπινο μητρικό πόνο, προσέρχεται στο Χριστό. Ζήτησε προηγουμένως την βοήθεια και από γιατρούς, μα κόρη της εξακολουθεί να δαιμονίζεται και εκείνη είναι ανήμπορη να τη βοηθήσει με τα ανθρώπινα μέσα που διαθέτει. Τώρα πλέον αφού είδε ότι τίποτα δεν κατάφερε, προσφεύγει στο Χριστό. Αποδέχεται την δύναμη Του. Πιθανόν έμμεσα δέχεται και την θεία Του προέλευση. Ζητά να την ελεήσει, να θεραπεύσει την κόρη της. Κι ενώ είναι ιδιαίτερα πιεστική και απαιτητική, Εκείνος της αρνείται τη βοήθεια. Της αρνείται γιατί πρώτα, λέει, πρέπει να φροντίσει «τα πρόβατα τα απολωλότα οίκου Ισραήλ». Πρέπει πρώτα να βοηθήσει τους Ισραηλίτες που ξέφυγαν από τον νόμο του Θεού. «Ουκ έστι καλόν λαβείν τον άρτον των τέκνων και βαλείν τοις κυναρίοις». Επομένως δεν είναι σωστό να παίρνει το ψωμί των παιδιών Του και να το δίνει στα σκυλιά. Ωστόσο την άρνηση του Κυρίου αντιμετωπίζει με την έξυπνη απάντησή της. Ναι, αλλά τα σκυλάκια, απαντά στον Χριστό, τρέφονται από τα ψίχουλα που πέφτουν από το τραπέζι του κυρίου τους.

Η απάντηση του Κυρίου μας, αγαπητοί μου, αναμενόμενη άλλωστε, είναι απλή αλλά και θετικά αποτελεσματική. «Ω γύναι, μεγάλη σου η πίστις, γενηθήτω σοι ως θέλεις».

Σημαντικά τα διδάγματα,  που μάς προσφέρει η σημερινή ευαγγελική περικοπή. Η πειστική αλλά και έξυπνη απλότητα που φανερώνει την πίστη της ειδωλολάτρισσας, που επιτυγχάνει την θαυματουργική θεραπεία της κόρης της, είναι το ένα. Η δύναμη της προσευχής είναι το άλλο.

Ο Κύριος, αγαπητοί Χριστιανοί, βρίσκεται σε περιοχές που κατοικούνται κυρίως από ειδωλολάτρες, εθνικούς. Η Χαναναία τρέχει φωνάζοντας πίσω από τον Κύριο. Εκείνος την διώχνει. Αυτή επιμένει. Επιμένει και κερδίζει. Πείθει τελικά τον Κύριο για την πίστη της. Να γίνει ό,τι θέλεις. Να γίνει αυτό που πιστεύεις. Καταπληκτική απάντηση. «Και ιάθη η θυγάτηρ αυτής από της ώρας εκείνης». Γιατρεύτηκε η κόρη της από εκείνη τη στιγμή. Επιβεβαιώνει ένα ακόμη υπερφυσικό θαύμα.

Χαρακτηριστικός τρόπος της προσφυγής μας στο Θεό, αγαπητοί μου αδελφοί, είναι η προσευχή.

Η προσευχή, είτε ιδιαίτερα, μακριά από άλλους, με λόγους ή και με σκέψεις, είτε δημόσια, στο ναό, μαζί με τους άλλους αδελφούς μας, με ψαλμούς ή ενδόμυχες ευχές, είναι ο τρόπος επικοινωνίας με το θείο. Προσευχή σταθερή και καθαρή από αμφιβολίες, με βαθιά πίστη. Αυτή η προσευχή θα έχει ασφαλώς αποτελέσματα στην ζωή μας, στα καθημερινά προβλήματά μας. Και εφόσον διακρίνεται και για την επιμονή, την ακαταπόνητη προσευχή, δεν θα είναι μακριά από εμάς η απάντηση του Κυρίου μας: «γενηθήτω σοι ως θέλεις». Ας γίνει ό,τι θέλεις προς το συμφέρον της ψυχής σου, της σωτηρίας σου.

Αδελφοί μου! Αναφερόμενοι στην προσευχή, περίοδος προσευχής, έντονης προσευχής είναι εξάλλου και η περίοδος ου από την επόμενη Κυριακή ξεκινά και στη δύναμη της, τούτη τη στιγμή και μάλιστα στο μέσον της Θείας Λειτουργίας, ας πούμε δυο λόγια και για την πιο μικρή μα αφάνταστα δυνατή προσευχή. Ποια είναι αυτή;  Σε κάθε δέηση που αναπέμπει η Εκκλησία, που ζητούμε υλικά και πνευματικά αγαθά, τι απαντούν οι ψάλτες εκ μέρους του λαού; «Κύριε, ελέησον». Το λέει μόνο ο ψάλτης· πρέπει να το λέει όλη η Εκκλησία. «Κύριε, ελέησον», σώσε μας, δος μας αυτά πού έχουμε ανάγκη σαν πατέρας πού είσαι. Το «Κύριε, ελέησον» είναι ή πιο σύντομη προσευχή. Δυο λέξεις είναι, αλλά Τι δύναμη έχουν, όταν λέγονται όπως πρέπει, με βαθιά πίστη και αφοσίωση!

Το «Κύριε, ελέησον» το είπε και ή γυναίκα του σημερινού ευαγγελίου και έκανε θαύμα. Ένα ψίχουλο, Κύριε, θέλω· δε ζητώ το ψωμί σου ολόκληρο... Τι μεγάλα λόγια αυτά! Ένα ψίχουλο από την άπειρο δύναμη του Χριστού ζήτησε. Κι ο Χριστός, που είδε αυτή την πίστη, αυτή την ταπείνωση, αυτή την επίμονο προσευχή, της είπε· «Ω γύναι, μεγάλη σου ή πίστης! γενηθήτω σοι ως θέλεις...» (ε.ά. 15,28).

Ας διδαχθούμε, απ’ αυτό κι εμείς. Η Εκκλησία μας δεν είναι ψέμα· δεν μας παραπλανά· δεν μας κοροϊδεύει· δεν μας οδηγεί σε απατηλά, ψεύτικα και καταστρεπτικά μονοπάτια όπως κάνουν όλοι οι άλλοι. Όλοι οι άλλοι, που ζούνε σε βάρος δικό μας, που ξευτελίζουν την προσωπικότητά μας, που επιβάλλουν στη ζωή μας μια στυγνή δικτατορία, με πρώτους και καλυτέρους τους πολιτικούς των ημερών μας. Το βλέπουμε αυτό καθημερινά στη ζωή μας και μάλιστα πολύ –πολύ έντονα. Το πώς μεταχειρίζεται ο άνθρωπος, το πόσο τον κοροϊδεύουν και τον εξαπατούν, το πώς καθημερινά κλέβουν τη ζωή του, το πώς τον οδηγούν σε αδιέξοδο. \

Όμως! Η επικοινωνία με το Θεό είναι ζωντανή, ολοζώντανη. Μπορεί να είναι  και είναι ψέμα το χρήμα, η δόξα, οι θέσεις, οι πολιτικοί μας!  Ο ήλιος, ακόμα και η γη, μπορεί να είναι ψέμα· τα πάντα. Ένα μονάχα δεν είναι ψέμα. Ο Κύριος μας. Η πίστη μας. Η εκκλησία μας. Να μιμηθούμε λοιπόν κι εμείς τη Χαναναία. Να γονατίζουμε τούτες τις στιγμές και να προσευχόμαστε λέγοντας ακαταπαύστως το «Κύριε, ελέησον».

 «Κύριε, ελέησον» η πιο μικρή και η πιο μεγάλη προσευχή. Μπορεί να την πει ένας αγράμματος, μπορεί να την πει το μικρό παιδί, το νήπιο, ο ασπρομάλλης γέρος. Ο άρρωστος, ο ανήμπορος, ο κλινήρης, ο κουρασμένος, ο καθένας. όλοι μας· παντού και πάντα σε κάθε στιγμή, σε κάθε περίπτωση και περίσταση. Και ό Θεός ακούει το «Κύριε, ελέησον».

Αδελφοί μου! Οι περιστάσεις, κακώς βέβαια, και η τρεχάλα της ζωής, οι του βίου μέριμνες, μας κλέβουν συνεχώς το χρόνο της προσευχής.  Ακόμα και στην Εκκλησία δυσκολευόμαστε να πάμε. Τουλάχιστον ας λέμε, εκεί που είμαστε, το «Κύριε, ελέησον». Κάθεσαι να φας, «Κύριε, ελέησον». Βράδιασε, «Κύριε, ελέησον». Ξημέρωσε, «Κύριε, ελέησον». Πας στη δουλειά, «Κύριε, ελέησον». Σκάβεις τη γη, «Κύριε, ελέησον». Βόσκεις τα ζώα, «Κύριε, ελέησον». Είσαι εργάτης, «Κύριε, ελέησον». Είσαι αμαρτωλός, «Κύριε, ελέησον».

Το «Κύριε, ελέησον» κάνει θαύματα. Αυτό που ζητούμε θα μας το δώσει ο Θεός, γιατί είναι πατέρας. Λέει ο Χριστός· «Ποιος πατέρας ζητεί το παιδί του ψωμί, και του δίνει πέτρα; ή ζητεί ψάρι, και του δίνει φίδι;» (Ματθ. 7,9-10' Λουκ. 11,11). Αν ό επίγειος πατέρας ενδιαφέρεται για τα παιδιά του, πολύ περισσότερο εκείνος πού του λέμε «Πάτερ ημών...». Θα μας τα δώσει αυτά ο Θεός, εάν πιστεύουμε πραγματικά, εάν είμεθα Χριστιανοί!  ΑΜΗΝ